- Έχεις αποφοιτήσει από το γυμνάσιο;
- Όχι, απέτυχα δυο φορές.
- Δεν πειράζει, μιας κι έφτασες ως εκεί. Αν σου μιλήσουν για
τον Κικέρωνα ή για τον Τιβέριο, ξέρεις μέσες άκρες τι ήταν αυτοί;
- Ναι, μέσες άκρες.
- Ωραία. Κανένας άλλωστε δεν ξέρει περισσότερα, εκτός από
καμιά εικοσαριά ηλίθιους που δεν είναι ικανοί να τη βγάζουν καθαρή. Ξέρεις, δεν
είναι δύσκολο να περνάς για δυνατός. Το παν είναι να μην πιαστείς ποτέ γι’αγράμματος.
Ελίσσεσαι, αποφεύγεις τη δυσκολία, το γυρίζεις, και κολλάς τους άλλους στον τοίχο
με ένα λεξικό. Είναι όλοι τους κουτοί σαν χήνες και δεν ξέρουν τι τους γίνεται
από γνώσεις. Γκυ Ντε Μωπασάν, Ο Φιλαράκος.
Τους μισώ όταν κοιμούνται. Σκύβω επάνω τους με κακές
προθέσεις. Η υποταγή τους στον ύπνο με απελπίζει. Μισώ την ασυνείδητη γαλήνη
τους, την ψευτοαναισθησία τους, αυτό το τυφλό πρόσωπο, αυτή τη μακαριότητα, τον
φαινομενικό αφοπλισμό τους…Παραφύλαξα, περίμενα πολλή ώρα να ακούσω την ανάσα
του. Μα εγώ θέλω μια αναπνοή παρουσίας. Είδα πως τα νυχτερινά του βλέφαρα ήταν
βλέφαρα νεκρού. Ο ύπνος είναι σκληρός όταν κλείνεται μέσα του. Όλα τα κούρσεψε
ο ύπνος…Τον μισώ όταν κοιμάται, γιατί μπορεί και δημιουργεί με το ασυνείδητό
του μία γαλήνη, που μου είναι ολότελα ξένη. Μισώ αυτό το μελένιο του
μέτωπο…Έχει τρυπώσει στο βάθος του εαυτού του για να βολέψει την ξεκούρασή του.
Κάτι λογαριάζει, κάτι ανακεφαλαιώνει εκεί μέσα…Πετάξαμε αντάμα τινάζοντας τα
φτερά μας. Λαχταρήσαμε να αφήσουμε πίσω μας τη γη, ιππεύοντας τις επιθυμίες
μας. Τιναχτήκαμε ψηλά, σκαρφαλώσαμε, στήσαμε καρτέρι, ριγήσαμε, φρενιάσαμε,
νικήσαμε και χάσαμε μαζί. Ήταν ένα σοβαρό σκασιαρχείο. Ανακαλύψαμε ένα
καινούριο είδος ανυπαρξίας…Τώρα κοιμάσαι. Τα έσβησες όλα, μα αυτό δεν είναι
τίμιο...Όταν ένας άντρας κοιμάται, τα απόκρυφα πουγγιά του πέφτουν στα χέρια
μου…Έχω στη φούχτα μου τους μικρούς σάκκους με σπόρο. Έχω στο χέρι μου τους
αγρούς που θα δουλευτούν, τα βλαστάρια που θα κλαδευτούν, τη δύναμη των νεκρών
που θα μεταμορφωθεί, τις τέσσερις σανίδες που θα καρφωθούν. Έχω στο χέρι μου
τους καρπούς, τα λουλούδια, τα διαλεχτά ζωντανά του Θεού…Εσένα, όταν κοιμάσαι,
σε μισώ.Violette Leduc.
Τι την έπιασε και
φωνάζει έτσι απ’τα χαράματα; Ακόμα δεν πρόλαβε ν’ανοίξει τα μάτια του! Α,
βέβαια! Της είχε τάξει βιβλίο. Γι’αυτήν μόνο μυθιστόρημα θα ταίριαζε. Όμως το
πνεύμα δεν τρέφεται με μυθιστορήματα. Μπορεί να σου προσφέρουν κάποια
ευχαρίστηση, αλλά την πληρώνεις ακριβά. Είναι ικανά να καταστρέψουν και τον
καλύτερο χαρακτήρα. Σε μαθαίνουν να συμπάσχεις με κάθε λογής ανθρώπους. Κι απ’
το πολύ πάρε δώσε, αρχίζει να σου αρέσει. Διαλύεσαι μέσα στους ήρωες που
προτιμάς. Καταλαβαίνεις όλες τις απόψεις. Παραδίνεσαι πρόθυμα σε ξένους στόχους
και παύεις να βλέπεις τον δικό σου, για πολύ καιρό. Τα μυθιστορήματα είναι
μαχαίρια. Ένας ηθοποιός της πένας τα καρφώνει στην κλειστή προσωπικότητα του
αναγνώστη. Όσο πιο καλά υπολογίσει τη μαχαιριά και την αντίσταση, τόσο πιο
τέλεια διασπασμένο αφήνει πίσω του το άτομο. Τα μυθιστορήματα πρέπει να
απαγορευτούν διά ροπάλου!Ελίας Κανέττι, Η Τύφλωση.
«Ο
άνθρωπος των γραμμάτων μειώνεται με κάθε λέξη που γράφει. Κάθε λέξη είναι μια
παραπανίσια λέξη». Αυτά τα ανήκουστα λέει ο Σιοράν «καταγγέλλοντας τον ίδιο του
τον εαυτό προκειμένου να επικρατήσει η δικαιοσύνη» όπως θα ήθελε ο Ίψεν και
γιατί όχι, ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ. Η συγγραφή βιβλίων μοιάζει αμάρτημα. Ο Ρουμάνος
στοχαστής προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Ισχυρίζεται πως είναι πιο εύκολο να
απαρνηθείς τον άρτο παρά τον λόγο, «τη βιασύνη που δίνει του θανάτου ελεημοσύνη» σύμφωνα με τον
Αρανίτση. Οι σκιές όμως παραμένουν. Ένα βιβλίο μπαίνει
στο ποινικό μητρώο σου. Δεν μπορείς μετά από αυτό να υποδύεσαι τον αθώο. Ποιος
θα σε πιστέψει;
Αν
δεχτούμε για τις ανάγκες του κειμένου πως ο Σιοράν δεν έχει τόσο άδικο μέσα στον
παραλογισμό του, η βεβήλωση φτάνει στο αποκορύφωμά της όταν ένα βιβλίο
ξεπροβάλει στην παραλία. Δεν έχει καμιά δουλειά εκεί. Τα βιβλία φτιάχτηκαν από τη
μοναξιά για τη μοναξιά. Για να υπομένουμε τις θλίψεις των πόλεων. Για να μας
ζεσταίνουν το χειμώνα. Για τις ώρες που το μυαλό ανησυχεί πως η τροφή δε φτάνει.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έλλειψη σεβασμού για ένα βιβλίο από το να κρύβεις με
εκείνο τη θάλασσα ανοίγοντάς το διάπλατα. Το μόνο που σε δικαιολογεί είναι να
μην έχεις ομπρέλα, καπέλο ή άνθρωπο δίπλα σου. Αν ξέχασες το αντηλιακό, δεν έχω
αντίρρηση να καλυφθείς με είκοσι διαφορετικά βίπερ για να μην καείς. Ωστόσο, από
την τσάντα πρέπει να λείπει. Αν ξεχάστηκε κατά λάθος, βγάλ’το, θάψ’το στην άμμο
και πάρ’το μαζί σου όπως θα φεύγεις. Όταν σε βλέπω να το κρατάς όλο καμάρι, μου
έρχεται να στο αρπάξω και να στο χτυπάω στο κεφάλι. Γρήγορα για βουτιά να
ζητήσεις συγγνώμη απ’ τη θάλασσα. Μέχρι τότε, προτιμότερο ρακέτες, γκρικ καμάκι
ή μικρός με κουβαδάκι. Να χτίσεις ένα κάστρο για το κάστρο. Έτσι δικαιώνεται στην
ακρογιαλιά κάθε σπουδαίο έργο.
Η
λογοτεχνία και η ποίηση είναι το GPS. Υπενθυμίζουν το στόχο.
Από τη στιγμή που πατάς άμμο, σου είναι άχρηστες, σε διαβεβαιώνω. Είναι σα να
βγάζεις χάρτη ενώ έχεις φτάσει στον προορισμό σου. Η παρουσία τους στην παραλία
είναι ένα παράδοξο. Εντέλει, ένα λάθος. Αποτελεί ίσως μεγαλύτερη προδοσία κι
από την ίδια τη συγγραφή τους. Τι δεν καταλαβαίνεις; Ναι, Μιχάλη, όμως ο κόσμος
μέσα στη χρονιά δεν έχει χρόνο για διάβασμα. Και μην ξεχνάς τα χρόνια που
περνάνε. Μα μιλώ κυρίως για το τρεντ. Τη φιγούρα. Την απειρία που βγάζει μάτι. Τις
50 αποχρώσεις. Το αξεσουάρ του τελευταίου ανθρώπου. Δεν είμαστε χαζοί όσοι
παίρνουμε τα βιβλία στην τουαλέτα. Την καμπάνια μου θα την υποστήριζαν όλοι οι
Έλληνες λογοτέχνες: «Όχι βιβλία, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές».
Τα
λογοτεχνικά αριστουργήματα, ό,τι κι αν πραγματεύονται, στο αυτί των αναγνωστών ουσιαστικά
ψιθυρίζουν το ίδιο πράγμα, εκείνο το σύνθημα του Μάη του ‘68: «Κάτω από το
πλακόστρωτο, η παραλία». Αν το συνειδητοποιήσουμε, εκεί ειδικά, θα τ’ αφήσουμε κλειστά.
Όσο συνεχίζουμε να τα μοστράρουμε αυτάρεσκα, καρφωνόμαστε. Κάποιος θα
ψυλλιαστεί ότι είμαστε άσχετοι, σαν ψαρωμένοι φαντάροι που γίνονται ρεζίλι. Τι πάει να πει βιβλία παραλίας; Ελπίζω τίποτα σοβαρό. Κι εγώ που τα υπεραγαπώ, Θεούς
μου δεν τα θέλω. Ίσως προσκυνήσω πάλι με την πρώτη ευκαιρία, τις βροχές του
επόμενου διημέρου.
Χώριζαν οριστικά και θα αθετούσε το λόγο του. Της είχε πει
ότι χωρίς εκείνη δεν θα μπορούσε να γράφει. Όχι ότι τον διάβαζε και ποτέ. Αυτό ήταν
που του άρεσε μάλλον πιο πολύ. Που του είχε εμπιστοσύνη. Και που δεν του έλεγε μεγάλα λόγια. Ούτε θα παντρευτούμε, ούτε θα σ’αγαπώ αιώνια, ούτε θα
είμαστε για πάντα μαζί. Ήταν ανασφαλής και φοβιτσιάρα, αλλά αυθεντική και τον
γούσταρε πολύ. Και εκείνος πάντα δίπλα της και μακριά της, αναγκασμένος να μιλήσει
για πρώτη φορά για κάτι που τον πονούσε, αφού τίποτα άλλο δεν μπορούσε να
σκεφτεί για τη στήλη του. Γιατί όλα όσα στ’αλήθεια μας πονούν, είναι μονάχα οι
έρωτές μας. «Αν μπορέσουμε κάποτε να συνεννοηθούμε, ο κόσμος θα σωθεί» έλεγε και
οι υπόλοιποι τον άκουγαν με κατανόηση να παραλογίζεται.
Πάντως εξ όσων γνωρίζω την είχε λατρέψει σε μία εκδρομή.
Λαλίστατη, με χιούμορ βιτριολικό, αποφασισμένη να κάνει το λεωφορείο άνω-κάτω
και να μην τους αφήσει να κλείσουν μάτι. Ποτέ δεν είχε δει γυναίκα να
αυτοσαρκάζεται τόσο χαριτωμένα από κοντά. Ένα μικρό θαύμα που κι εκείνη αγάπησε
το χιούμορ του και τέσσερα χρόνια πετούσαν ατάκες ο ένας στον άλλο πολύ πριν το
Twitter. Μετά από τόσα
γέλια δεν είχε μείνει παρά να ερωτευτούν. Το σκέφτηκε πρώτος και της το
πρότεινε εμμέσως πλην σαφώς πάνω στο στήθος της ένα αυγουστιάτικο βράδυ που παρακολουθούσαν
για ξεκάρφωμα τα προκριματικά των 100 μέτρων του Πεκίνου. Εκεί, στην Κίνα
δηλαδή, της είχε πει στην εκδρομή πως θα την φώναζαν ψηλή: «Θα έρθει η ψηλή, το
είπατε στην ψηλή, που έχει χαθεί αυτή η ψηλή;» κι άλλα παρόμοια. Μία σκέτη
τρέλα η σχέση από απόσταση αλλά κατόρθωσε να την ρίξει όταν της θύμισε το ύψος
του πρώην της σε σύγκριση με το δικό της. «Και αυτή σχέση από απόσταση ήτανε» επέμενε
και προσπαθούσε με όλα τα μέσα να την πείσει να τον ακολουθήσει.
Το ταλέντο της ήταν ότι του δινόταν λίγο-λίγο. Αργά. Και την
επόμενη τον ξανάβαζε να την ξανακερδίσει. Ήταν ένα ολυμπιακό αγώνισμα που εκείνος
λάτρευε γιατί δεν τον άφηνε να πλήξει. Στο διάστημα μιας Ολυμπιάδας έπιασε όλα
τα όρια και τα ξεπέρασε, την ταλαιπώρησε και ταλαιπωρήθηκε. Μαζί της αισθανόταν
ελεύθερος κι όταν εκείνη έχανε την πίστη της, σκαρφιζόταν ερωτόλογα που μέσα
στην υπερβολή τους ήταν πέρα για πέρα αληθινά. «Πιστεύω μόνο στα μπούτια σου»
της έλεγε. Την πολιορκούσε διαρκώς και τη φλέρταρε μανιωδώς μέχρι να του
ξεθυμώσει μόνο και μόνο κάθε φορά για να τον στολίσει: «Είσαι μεγάλο πουστράκι» του έκανε
εννοώντας ότι δεν μπορούσε να κρατάει μούτρα για πολύ. Κι αυτή τον αγαπούσε και
μάλιστα αρκετά αλλά πάντα εντόπιζε αγεφύρωτες διαφορές στις ασυμφωνίες τους. Θα
‘λεγε κανείς πως τον φοβόταν γενικώς. Οι καβγάδες σταδιακά πύκνωναν, οι
παρεξηγήσεις αύξαναν και οι συναντήσεις αραίωναν. Όλα στον αέρα ως συνήθως, όλα
ανοιχτά. Κι αυτός μονίμως να την καθησυχάζει πως οι θυσίες θα πιάσουν τόπο. Την απειλούσε μάλιστα με νέο μνημόνιο τον Αύγουστο των Ολυμπιακών Αγώνων
του Λονδίνου. «Το καλοκαίρι αυτό μου το χρωστάς και θα ‘ρθω να σου επιβάλλω νέα μέτρα» της
έλεγε ενώ εκείνη είχε το νου της στη δουλειά.
«Γιατί μ’αγαπάς;» τον αιφνιδίασε ένα από τα τελευταία ήσυχα
βράδια. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε πιστέψει ότι εκείνος ο ανεύθυνος
τύπος θα ήταν ο άνθρωπος της ζωής της, ένας άντρας με τον οποίο θα έκανε
οικογένεια. Φοβόταν γενικότερα τη δέσμευση αλλά με τούτο το μορφονιό τη φοβόταν
περισσότερο. Έκατσε και της τα έγραψε για πολλοστή φορά: «Σ’αγαπώ γιατί κάποιος
πρέπει να κάνει τη βρώμικη δουλειά σου. Σ’αγαπώ γιατί όταν με λες ηλίθιο νομίζω
ότι έχεις δίκιο. Σ’αγαπώ γιατί είσαι το κορίτσι που πρέπει να έπαιζα μικρός και
δε θυμάμαι. Όταν σε βλέπω θέλω να σου δώσω όλα μου τα παιχνίδια και δε με νοιάζει
που θα τα χάσω. Σ’αγαπώ γιατί καμία δεν μ’αγαπάει όπως με μισείς εσύ. Σ’αγαπώ γιατί
σκοτώνεις του νου και της καρδιάς μου το επικίνδυνο χασμουρητό» κι άλλες
παρόμοιες ασυναρτησίες που καταλαβαίνουν φυσικά μόνο οι ερωτευμένοι. «Αν
υπάρχουν βρωμόλογα που δεν έχουν ειπωθεί, θα τα εφεύρω. Αν υπάρχουν ταξίδια που
δεν κάναμε μαζί αυτά τα τέσσερα χρόνια, θα τα δρομολογήσω. Αν υπάρχουν αγγίγματα που
ποτέ δεν δοκιμάσαμε, θα τα ανακαλύψω. Σ’ ευχαριστώ για όλα και κυρίως για τα
άσχημα. Με έκαναν πιο δυνατό. Δεν είναι πια τόσο παράλογο να κυνηγώ τον έρωτά
σου» της είχε πει μερικούς μήνες πριν. Μα εκείνη είχε στραβώσει πάλι, τραβούσε
το σχοινί και ένα βράδυ, ανυπόμονος όπως σε κάθε ετυμηγορία της, το
ξανάκοψε. Μπροστά στην αγάπη που της είχε, όλες οι σιωπές της τού φαίνονταν
ανυπόφορες. Το γυαλί τώρα πια δεν θα ξανακολλούσε.
Πάνω κάτω αυτό ήταν όλο. Ο ήρωάς μας πάτησε την αυτόματη
διόρθωση επειδή δεν είχε βρει όλα τα σωστά γράμματα στο πληκτρολόγιο κι η
ιστορία-ο δαίμων του τυπογραφείου να την κάνει- ήταν έτοιμη προς δημοσίευση. Έπρεπε
να βιαστεί γιατί το φύλλο έκλεινε όταν ξαφνικά τον έπιασε δύσπνοια. Σκέφτηκε
ότι στο τέλος υπήρχε τελεία. Το στοίχημα! Θα έχανε το μεγάλο του στοίχημα. Το
στοίχημα όλων των γραπτών του που ήταν να
σμίξουνε τον κόσμο, όπως έλεγε ο αγαπημένος της ποιητής. Χωρίς τελεία, τέλος
δεν θα υπήρχε. Αν την παρέλειπε θα άφηνε την αμφιβολία να ζήσει. Πάντα του
άρεσε να διασώζει τα ίσως και τα ενδεχομένως που οι υπόλοιποι απέρριπταν. Βρήκε
τον διορθωτή και τον παρακάλεσε: «Μην τη βάλεις, σε ικετεύω». «Θα χάσω τη
δουλειά μου, άνθρωπέ μου. Κάνουν παντού περικοπές και με περιμένουν στη γωνία».
«Μα πρόκειται για τη γυναίκα που αγαπώ, ρε μαλάκα. Δεν γίνεται να μπει τελεία».
«Λυπάμαι, είμαι αναγκασμένος να τη βάλω». «Λυπάμαι, κι εγώ είμαι καταδικασμένος
να την αγαπώ».
Του πήρε το χαρτί μέσα από τα χέρια και μπήκε στον
διευθυντή. «Υποβάλλω την παραίτησή μου». «Γιατί, τι έγινε;». «Γιατί υπέβαλα την απαίτησή μου και δεν έγινε δεκτή. Γιατί η εφημερίδα
σας με αναγκάζει να βάζω τελείες ενώ είναι σίγουρο πως είναι υπερεκτιμημένες, γι'αυτό». «Σε αναγκάσαμε εμείς ποτέ να βάλεις τελείες εκεί που
δε θες;». «Μα πουθενά δεν πρέπει να μπαίνουν τελείες. Οι τελείες είναι γελοίες,
οι τελείες είναι ξένες προς τη ζωή, ο ίδιος ο θάνατος μεταμφιεσμένος και απορώ
ποιοι αρρωστημένοι εγκέφαλοι τις επινόησαν!». «Είσαι με τα καλά σου παιδί μου; Σε
λίγο θα τα βάλεις και με τον Τριανταφυλλίδη!». «Μην αποπροσανατολίζετε τη
συζήτηση. Δεν δέχομαι να δημοσιευθεί το κείμενο με τελεία στο τέλος. Επιτέλους
σταματήστε τις βάναυσες επιθέσεις εναντίον των δικαιωμάτων των ερωτευμένων,
κύριε Διευθυντά!». «Απολύεσαι, ηλίθιε». «Θα πάω να τη βρω, παλιοκαριόλη. Όχι
τώρα, αλλά κάποτε θα πάω να τη βρω»
Με διατάξανε να παρουσιαστώ στην πόλη Ν και
παρουσιάστηκα, έμαθα πως θα λάβω μέρος σε μια επικίνδυνη αποστολή και το
δέχτηκα, μου είπανε πως η συμμετοχή μου ήτανε εθελοντική, μου δώσανε τη
δυνατότητα να φύγω απ' το γκαράζ, δεν έφυγα, προτίμησα να κάνω «ένα βήμα
μπροστά», εθελοντής και σ' αυτήν την περίπτωση, όπως πάντα μου ήμουνα
εθελοντής, μου είπανε πως απ' την επιτυχία της αποστολής εξαρτάται η έκβαση του
πολέμου και το πίστεψα, μετέφερα το κιβώτιο, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή μου,
κατόρθωσακαι το έφερα στην πόλη Κ, το παρέδωσα στις
αρμόδιες αρχές, δεν ξέρω αν το παραλάβαμε άδειο, δεν ξέρω αν άδειασε στο δρόμο,
δεν ξέρω αν ήτανε γεμάτο, δεν ξέρω αν το αδειάσανε ή το αντικαταστήσανε, το
μόνο που ξέρω είναι ότι δεν το άδειασα εγώ, δεν το παρέδωσα στον εχθρό, δεν το
αντικατέστησα με ένα άλλο παρόμοιο, άδειο, το ξέρω, αλλά πια μου είναι αδύνατο
να το αποδείξω, δεν έχω κανένα στοιχείο, κανέναν μάρτυρα και το χειρότερο απ'
όλα, το ξέρετε πια, το ομολόγησα ο ίδιος πωςείπα ψέματα,
μια και δυο και τρεις φορές και ποιος λοιπόν σας βεβαιώνει ότι δεν ψεύδομαι και
μια τέταρτη φορά, προς τι να συνεχίσω, μια κι έχω καταντήσει αναξιόπιστος,
απέτυχα και σε τούτο το διαγώνισμα, πέστε πως παρέδωσα την κόλλα μου λευκή,
πεντάρα δε με νοιάζει. Άρης Αλεξάνδρου.
Το Κιβώτιο.
Οι άνθρωποι που με εκτιμούν δεν είναι εκείνοι που έχουν
διαβάσει κείμενά μου, αλλά όσοι έχουν παίξει μαζί μου ποδόσφαιρο. Πώς θα
μπορούσε να είναι διαφορετικά; Τον Κωνσταντίνο είχα να τον δω έντεκα χρόνια.
Αντίπαλοι στην αλάνα του σχολείου, ένα χρόνο μικρότερός μου, με το που μπήκα
στην καφετέρια με αναγνώρισε. Παρόλο που δεν κρατούσα μπάλα, ήρθε να μου κλέψει
ένα τεράστιο χαμόγελο. Αν και κορυφαίος ντριμπλέρ στην εποχή του δεν έκανε πως
δε με είδε όπως θα έκαναν οι περισσότεροι γνωστοί. Ποιος, αυτός, που είχε τη
Βερόνικα στο τσεπάκι, την ντρίμπλα με το πολλά υποσχόμενο γυναικείο ονοματάκι
που καθιέρωνε ταυτόχρονα με τον Ζιζού. Τον Κωνσταντίνο, αν και συχνά γκρίνιαζε
για ανύπαρκτα φάουλ, δυσκολευόσουν να τον αντιπαθήσεις. Δεν έμπαινε στο γήπεδο
για να σε κερδίσει αλλά για να σε ντριμπλάρει. Κανένα του σουτ δε θυμάμαι. Απεναντίας,
θυμάμαι σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια τις ντρίμπλες του. Καλλιτεχνική φύση από
τότε, δεν μου έκανε εντύπωση όταν μου είπε πως ασχολείται με κάτι πολιτιστικά
προγράμματα στη Βαρκελώνη. «Δεν πάω για μπάλα» παρατήρησε σχεδόν αδιάφορα όταν
τον ρώτησα. «Με έχει τσακίσει το πόδι μου». Και η Βερόνικα;
Δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από το παιχνίδι.
Στην πλατεία του χωριού μου το κατάλαβα όταν τα καλοκαίρια, πρωτοετής φοιτητής
ακόμα, τα βράδια που γλίτωνα από τη Χερσόνησο, κάτι κοπελιές δεν καταδέχονταν
να παίξουν μαζί μας κρυφτό επειδή ήταν «ώριμες». Δεν ξέρω όταν στ’αλήθεια
γίνουν ώριμες, αν θα μετανιώνουν ποτέ εκείνη τους την άρνηση. Από τότε πάντως δεν
άλλαξα γνώμη. Όποιος δεν παίζει στη ζωή και στον έρωτα, όποιος δε γελάει εκτός SocialMedia, πρέπει να παίρνει την
άγουσα για τα ησυχαστήρια. Όταν παίζεις, όλο και κάτι κερδίζεις ακόμα κι όταν σου
τυχαίνουν δάκρυα. Γι’αυτό αφού είχα διαβάσει ένα όμορφο ποίημά του, με ξένισε ο
λίβελλος. «Η θρησκεία, το ποδόσφαιρο και ο πατριωτισμός είναι το τρίπτυχο που ενώνει τους ηλίθιους του τόπου μου» ξεκινούσε με φόρα ο ποιητής, αυτός ο μεγάλος
δικτάτορας των λέξεων. Δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο. Παράτησα το κείμενο.
Κατά καιρούς έχουν συνταχθεί άπειροι ύμνοι και σχεδόν
ισάριθμες καταδίκες για το όπιο του λαού. Το ποδόσφαιρο λένε οι ειδικοί αποπροσανατολίζει,
ασφαλώς, τις μάζες από τα πραγματικά τους προβλήματα μη λαμβάνοντας υπόψη τους,
προφανώς, την ανάγκη των μαζών να αποπροσανατολιστούν από τα πραγματικά τους
προβλήματα. Μόνο ένας ηλίθιος όσο ένας ειδικός δεν θα καταλάβαινε ότι ο κόσμος
θα γινόταν πιο βίαιος και αφιλόξενος χωρίς τη στρογγυλή θεά. Είναι πιθανότερο
να ασφυκτιά κάποιος επειδή τον Ιούλιο έχει καύσωνα και δεν έχει πουθενά μπάλα
παρά επειδή δεν έχει να πληρώσει προς το παρόν τους λογαριασμούς του. Αφήστε
που είναι καιρός να παραδεχτούν οι άνθρωποι των γραμμάτων πως είναι αρκετοί οι
ηλίθιοι που τους ενώνει η αγάπη τους για την ποίηση-ανάθεμα κι αν την
καταλαβαίνουν-ή για τη λογοτεχνία της Λένας Μαντά. Αυτό δε σημαίνει ότι οι
ποιητές είναι περιττοί επειδή διάφορες κυράτσες ανακάλυψαν την κλίση τους. Σημαίνει
ότι πρέπει να τους υπερασπιστούμε απ’ την αρχή.
Από τότε που αντιληφθήκαμε ότι οι μεγάλες μας αγάπες είναι
απλά κάτι πολυεθνικές, οι λάτρεις του ποδοσφαίρου συνεχίζουμε να παρακολουθούμε
όχι για να παίζουμε στοίχημα αλλά για τους ποιητές του. Πού βλέπουμε την ποίηση;
Για τους αμύητους όλα τα παρακάτω θα φανούν συνωμοτικά: Ποίηση είναι η αγάπη
του Μπατιστούτα για την Φιορεντίνα και το κλάμα του όταν της βάζει γκολ, ο Κανού
που κάνει χατ-τρικ απέναντι στην Τσέλσι ενώ πριν κάποια χρόνια είχε πρόβλημα με
την καρδιά του, ο Πίρλο που όπως κάποτε ο Αντονιόνι παίζει με το κεφάλι ψηλά, η
κούρσα του Γουεά με τη Βερόνα και την προεδρία της ταλαίπωρης πατρίδας του, ο
άγιος Ντιεγκίτο της Νάπολι που όσα χέρια και να έκανε θα ήταν του Θεού, ο
Γκούλιτ που αφιερώνει τη Χρυσή Μπάλα στον Μαντέλα, το δίδυμο Γιορκ-Κόουλ που
κάνει τον Μιχαλολιάκο να βλέπει εφιάλτες, οι αυτοκαταστροφικοί Γκάζα και Μπεστ,
η αλαζονεία του Ανρί που φέτος επέστρεψε στην Άρσεναλ, μπήκε αλλαγή και σκόραρε
σαν να μην πέρασε λεπτό-η στιγμή άξιζε όσα χίλια εκνευριστικά τέλεια γκολ του
αψεγάδιαστου, οπότε και αντιποιητικού Μέσσι. Ποίηση είναι ο επαναστάτης Καντονά
που αντιδράει στον ρατσιστή της εξέδρας και του ρίχνει καρατιά, ο Κακά και ο
Γκιγκς στον κενό χώρο, κάτι αριστεροπόδαροι στράικερ όπως ο Φάουλερ που
ρουφούσε τις γραμμές, ο Σάλας που άλωνε το Γουέμπλει κι ο Σούκερ που ψάρωνε τον
Σμάιχελ, οι Γερμανοί Ματέους, Κλίνσμαν,
Νέτσερ, Μέλερ και Σούπερ Μάριο Μπάσλερ, οι Γάλλοι Ζινολά και Τζοργκαέφ, ο Φαν
Νίστελροι, ο Παπέν, ο Σίρερ, ο Ζαμοράνο, ο Όουεν, ο Ρομάριο, ο Ραούλ και τώρα ο
Φαλκάο μέσα στη περιοχή, ο κύκνος της Ουτρέχτης με τα γυάλινα πόδια Μάρκο Φαν
Μπάστεν. Ποίηση είναι όλα τα δεκάρια: ο Ροναλντίνιο, ο Κρόιφ, ο Χάτζι, ο
Στόικοβιτς, ο Προσινέτσκι, ο Τζόλα, ο Ρούι Κόστα, ο Μπόμπαν, ο Λάουντρουπ, ο
Πιρές. Ποίηση είναι η ντρίμπλα του Σαβίσεβιτς στον Απολλόνι και τον Κόουτο
κόντρα στην Πάρμα, το γκολ του Έλκιερ χωρίς παπούτσι, το ακυρωθέν γκολ του
Πλατινί στον τελικό του Διηπειρωτικού το ‘85, τα σκαψίματα του Τζιοβάνι, το
αριστερό του Ριβάλντο σε εκείνο το χατ-τρικ με τη Βαλένθια, ο Κιέζα με τον Κρέσπο,
το τακουνάκι του Ρεδόνδο στο Ολντ Τράφορντ, η ντρίμπλα του Μπέργκαμπ στον
Νταμπίζα, το ταλέντο του Καραπιάλη και του άτυχου Κωστή, το γκολ του Ντέμη στην
Τούμπα, ο Βασίλης Τσιάρτας, η επιστροφή του Ρονάλντο το 2002, ο γκολκίπερ Τζίμι
Γκλας που σώζει μια ολόκληρη ομάδα από την καταστροφή, τα γκολ του Μπέκαμ και
του Αλόνσο από τη σέντρα, τα σουτ του Τζέραρντ και του Λάμπαρντ, του Βιειρίνια
και του Σκόκο, τα γκολ του Γκανέζου Γιεμπόα και του συμπατριώτη του Μπόατενγκ, το
γκολ του Ναίμ, του Ντι Κάνιο, του Τόττι με τη Σαμπντόρια, το τελευταίο γκολ του
Πίππο με τη Μίλαν, το γκολ του Ντελ Πιέρο μετά το θάνατο του πατέρα του, οι
εμπνεύσεις του Κουαλιαρέλα, ο Ματ Λε Τισιέ, ο Μπάτζο που αστοχεί και γίνεται ακόμα
πιο μεγάλος, οι περιγραφές του Τάιλερ και του Πιτσινίνι, τα σαρδάμ του Μανόλο, η
φωνή του Βερνίκου στο γκολ του Δέλλα. Ποίηση όλα τα μεγάλα ματς, τα 3-3, τα
4-4, τα 5-5, οι μυθικές ανατροπές, τα χιτσκοκικά φινάλε στην Αγγλία το 1989 και
στη Γερμανία το 2001, οι νίκες των μικρών, το γκολ του οπαδού που διακόπτει το ματς, εκτελεί το φάουλ και πανηγυρίζει έξαλλα, οι ατάκες εκείνου του οπαδού της
ΑΕΚ, το υπερρεαλιστικό σύνθημα:«ΠΑΟΚΑΡΑ είμαι χάλια βλέπω έναν αετό με οκτώ
κεφάλια, πού τα βλέπω τ’ άλλα έξι, ΠΑΟΚΑΡΑ είμαι χάλια τα ‘χω παίξει». Υπάρχει
τόση ποίηση στο ποδόσφαιρο που μόνο οι εκ πεποιθήσεως άσχετοι δεν κατανοούν. Και
σκεφτείτε ότι ανέφερα μόνο ένα κομμάτι της πιο πρόσφατης. Τι να λέμε, ιστορίες από
το στρατό;
Ο Καμύ γράφει πως μέσα από το ποδόσφαιρο κατάφερε να
κερδίζει και να μην αισθάνεται Θεός, να χάνει και να μην αισθάνεται σκουπίδι. Αντιλήφθηκε
το παράλογο παρατηρώντας νομίζω τελικώς την πορεία της μπάλας κι αν είχε την
ευκαιρία να δει τον τελικό της Κωνσταντινούπολης το 2005, θα ήταν ευτυχισμένος
βλέποντας τη φιλοσοφία του να επαληθεύεται. Πώς έχασε η Μίλαν εκείνο το βράδυ
ενώ ήταν τρία γκολ μπροστά στο ημίχρονο; Ποιον άγιο χρησιμοποίησε ο Ντούντεκ στην
προβολή του Σεβτσένκο στο 119’; Ποιος μπορεί να απαντήσει ορθολογικά και να μη
γίνει αστείος; Ο Γεωργίου είναι απλώς ένας πολυλογάς που σκοτώνει τη μαγεία με
το δογματισμό του, ο Τάκης Μίχας ένας προπαγανδιστής που εξευτελίζεται. Οι
αριθμοί δε λένε τίποτα και ποτέ δε θα πούνε. Οι αντίπαλοι της Εθνικής μας στο Euro2004
έπρεπε να κάνουν γύρω στις 30 προσπάθειες για να μας βάλουν γκολ, στατιστικό
στοιχείο που δεν εξηγείται όσα κομποσκοίνια κι αν φορούσαν οι Έλληνες
ποδοσφαιριστές. Μία καλή ομάδα βάζει γκολ σε κάθε επτά προσπάθειες, μία μέτρια
σε κάθε δέκα, αλλά 30; Στην ποίηση, τη μουσική και το ποδόσφαιρο γίνονται τα
θαύματα, είναι αρκετά σαφές νομίζω στον καθένα. Χάρη σ’αυτά και μέσα από αυτά επιβιώνουμε.
Έντεκα χρόνια έχουν περάσει κι από τότε που το μεγαλύτερο
ποδοσφαιρικό ιταλικό περιοδικό GuerinSportivoρωτούσε τους αναγνώστες του γιατί αγαπούν το ποδόσφαιρο. Ο Ντελ
Πιέρο με τον Μπάτζο κονταροχτυπιόντουσαν μέχρι τέλους. Θυμάμαι την απάντηση ορισμένων
γυναικών: IlpettodiCannavaro.
Περιττή η μετάφραση. Σήμερα όταν θέλω να ορίσω την ελπίδα, μπαίνω σε ένα κανάλι του Youtube που καλύπτει αγώνες με μικρά παιδιά. Το έκανα τόσο συχνά
κάποιο διάστημα για να ξεπεράσω τη διάχυτη κατάθλιψη που η δίωξη ηλεκτρονικού
εγκλήματος, αν με παρακολουθούσε, θα νόμιζε ότι ήμουν παιδεραστής. Εκεί επέστρεψα
στα βασικά. Στην αθωότητα, την παιδική ηλικία, το όνειρο, τη γυναίκα που θα μας
σώσει. Η μπάλα θα περάσει τα τείχη που στήνουμε. Ο φασισμός όλο και σε κάποια
κεφάλια θα κοντράρει.
(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi).
Αντικειμενικά ήταν άσχημος ο Άκης. Από παιδί ντρεπόταν να
επιβληθεί και δυσκολευόταν να επικοινωνήσει. Σπάνια μιλούσε για οτιδήποτε. Μόνο
όταν στη δουλειά άνοιγαν πολιτικές συζητήσεις του άρεσε να επαναλαμβάνει σαδιστικά
τη φράση του Πάγκαλου: «Το μνημόνιο είναι ευλογία για τον τόπο». Έτσι του βγήκε
το Παγκαλάκης. Στην πραγματικότητα δεν εκτιμούσε την τρόικα σχεδόν όσο τους
συναδέλφους του, οι οποίοι κάθε φορά που τον άκουγαν ξεσπούσαν σε περιορισμένης
έκτασης χάχανα για να μην τον προσβάλουν. Αγαπημένο παιδί του ιδιοκτήτη της
επιχείρησης, μεσήλικας πια, πιο εργατικός από τους υπόλοιπους, δεν μπορούσε να
γίνει εύκολος στόχος για καλαμπούρι. Ήθελε απλώς να τους μπαίνει στο μάτι πού
και πού αφού δεν ήταν φτιαγμένος για να σκέφτεται σοβαρά την εκδίκηση. Από την
άλλη, οι επαναστατημένοι συνάνθρωποί του, όσοι τουλάχιστον βρέθηκαν στο δρόμο
του, δεν ήταν ποτέ τόσο επαναστάτες ώστε να του λένε καλημέρα ή να του
συμπεριφέρονται με ευγένεια. Η υπέρβαρη, μοναχική φιγούρα του απέπνεε όλο και
συχνότερα κλεισούρα, θλίψη και απομόνωση. Οι λιγοστοί φίλοι είχαν αποθαρρυνθεί.
Στις τελευταίες εκλογές είχε ψηφίσει με μισή καρδιά Χρυσή
Αυγή. Πίστευε ότι έτσι θα αισθανόταν πιο δυνατός, όμως, η απόπειρα είχε
αποτύχει. Κατάλαβε λόγω εμπειρίας ότι κάποιοι απλώς καραδοκούσαν και εκμεταλλεύονταν
μιζέριες. Όσο τα χρόνια περνούσαν, οι ώρες δουλειάς αυξάνονταν και ο χρόνος για
ζωή λιγόστευε μαζί με το ενδιαφέρον του γι’ αυτή. Όταν δεν σκεφτόταν την Βίκυ,
τον παιδικό του έρωτα, ταξίδευε στην ταράτσα του σπιτιού του, το μόνο χώρο με
οξυγόνο που είχε απομείνει στην καθημερινότητά του. Εκεί πάνω, κάτω από τ’αστέρια,
αυνανιζόταν μία στο τόσο για κείνη. Είχαν χαθεί αλλά τού το ‘χε υποσχεθεί. Θα
πήγαιναν σύντομα θάλασσα. Την ίδια μέρα, κιόλας, είχε τρέξει να αγοράσει από το
Σούπερ Μάρκετ το πιο ακριβό αντηλιακό. Όταν ήθελε να μυρίσει ευτυχία προτού
κοιμηθεί, το άνοιγε και το έκλεινε, με την προσοχή που θα άγγιζε το σώμα της.
Έριχνε μία σταγόνα στο δείκτη του δεξιού του χεριού, πασάλειβε το πρόσωπό του
και όσο απέμενε το έγλειφε με το πάθος που θα έτρωγε τις ρώγες της.
Έκανε καύσωνα και μέσα σε όλα τα βλέμματα φώλιαζε η
απελπισία που ο Άκης κουβαλούσε ολόκληρη τη χρονιά. Η εβδομάδα τελείωνε όταν
άρπαξε το κινητό:«Πάμε αύριο θάλασσα;» τη ρώτησε. Η Βίκυ δεν θα απαντούσε ποτέ
όμως, το Σαββατοκύριακο πέρασε και με συνοπτικές διαδικασίες αποφάσισε να δώσει
τέλος. Δευτέρα βράδυ θα έπαιρνε το δρόμο της απόλυτης επιστροφής. Αντί να περιμένει
το λεωφορείο όπως έκανε συνήθως, είπε να κάνει μία αποχαιρετιστήρια βόλτα στην
πόλη που γι’αυτόν έπαιζε ανέκαθεν κι έναν ρόλο κρυψώνας. Ο δρόμος του, ενώ είχε
αρχίσει να κουράζεται, τον έβγαλε έξω από το δημοτικό κολυμβητήριο. Όσο
πλησίαζε, ζύγωνε το παρελθόν του: Το χλώριο ήταν μία από τις μυρωδιές των
παιδικών του χρόνων τότε που η μάνα του τον πηγαινοέφερνε στο κολύμπι. Την είχε
χάσει πολύ μικρός και με τον πατέρα του δεν αντάλλασσαν πάνω από δυο κουβέντες
το χρόνο. Η πισίνα θα έμενε ανοιχτή όλο το καλοκαίρι και το βράδυ δεν είχε καθόλου
κόσμο. Να η γαλάζια ευκαιρία που του άξιζε! Πέρασε την πόρτα του κολυμβητηρίου δειλά,
ανέβηκε άνευρα την πλατφόρμα και έφτασε μέχρι την άκρη του βατήρα. Αυτό ήταν.
Άρχισε να τραμπαλίζεται και έσκασε ένα χαμόγελο που χρωστούσε χρόνια στον εαυτό
του. Η είσοδος στο νερό ήταν άτσαλη αλλά η ανακούφιση άξιζε τον πόνο. Επέστρεψε
βρεγμένος σπίτι, σχεδόν χαρούμενος, γελώντας πάντως, αυτό είναι σίγουρο, έχοντας
ξεχάσει εντελώς τι είχε να κάνει.
Για ολόκληρο τον επόμενο μήνα το μόνο που περίμενε ήταν πότε
θα τελειώσει τη δουλειά για να πάει στην πισίνα. Τα βράδια αφού έτρωγε το ίδιο
πάντα τοστ μελετούσε στο Youtubeκαταδύσεις από το βατήρα των τριών μέτρων. Ο αγαπημένος του ήταν
ο ελληνικής καταγωγής Γκρεγκ Λουγκάνις, μεγάλος σταρ του αγωνίσματος την
δεκαετία του ’80, ομοφυλόφιλος- άλλος ένα λόγος να μην νιώθει περήφανος για την
ψήφο του. Θα διεξάγονταν επαναληπτικές εκλογές και είχε αποφασίσει ήδη ότι θα επιβράβευε
τον Βασίλη Λεβέντη. Στη δουλειά πια πήγαινε χαρούμενος, έλεγε καλημέρα και
καληνύχτα σε όλους αλλά κρατούσε σαν επτασφράγιστο μυστικό το νέο του χόμπι. Δεν
ήταν καιρός να τον κοροϊδεύουν και για τους κοιλιακούς του.
Ο Αύγουστος ξεκίνησε με τη μικρή ικανοποίηση που του χάρισε
η προαγωγή του. Την Βίκυ την είχε συγχωρήσει. Οι μέρες πριν τις καλοκαιρινές του
διακοπές κυλούσαν σχεδόν ανώδυνα ώσπου ένα βράδυ πριν την προγραμματισμένη άδειά
του αναγκάστηκε να μείνει στο γραφείο μέχρι αργά. Είχε πάει 21.18 καθώς σχολούσε
ανεξήγητα ανήσυχος. Η τρομακτική υγρασία τον απέλπιζε και τα ρούχα που
κολλούσαν πάνω του τού θύμιζαν την ασάλευτη ρουτίνα του. Μόνο όταν κατέβηκε από
το λεωφορείο, το θυμήθηκε: Η πισίνα έκλεινε κάθε βράδυ στις 21.00. Ένα δάκρυ
ξεχείλισε το ποτήρι. Γύρισε σπίτι, έβαλε το μαγιό του βιαστικά και ανέβηκε στην
ταράτσα. Σήμερα δεν ήταν στο πρόγραμμα να βαρέσει υπερωρία. Σήμερα ήταν να
τραβήξει μαλακία ύστερα από καιρό, να δοκιμάσει μία βουτιά με μεγαλύτερο βαθμό
δυσκολίας, να μυρίσει πάλι το αντηλιακό που θα της έβαζε με τον υψηλό δείκτη
προστασίας. Εάν επιζούσε από τη νύχτα, αύριο, ξεκούραστος, θα προσπαθούσε να τη
βρει στα τηλέφωνα. Τώρα όμως έπαιρνε φόρα και βουτούσε στο νερό του, στο κενό
του, θυμωμένος ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του. «Μία ακόμη αυτοκτονία εξαιτίας
των βάρβαρων πολιτικών του μνημονίου» συμφωνούσαν την επομένη σύσσωμα τα
κόμματα της αντιπολίτευσης.
«Σταματήστε να ξεψαχνίζετε τον κάδο κάθε λίγο και λιγάκι, σηκωθείτε
και φύγετε» είπε πριν λίγο μία κυράτσα από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου
απευθύνοντας το λόγο στα πλάσματα που τρέφονται από τα σκουπίδια της. Χθες που
κατέβασα τα δικά μου, ήταν στην ώρα τους παρόλο που δεν είχαμε ραντεβού. Μία μάνα
με τα δυο της παιδάκια, χωρίς κανένα τακτ, ούτε με άφησαν καλά-καλά να τα παρατήσω
προσεκτικά και όρμηξαν σαν να ήταν τα σκυλάκια μου για να τα περιεργαστούν. Επειδή
λοιπόν δεν τους χάιδεψα το κεφαλάκι ως όφειλα αλλά τράπηκα σε φυγή, χρωστούσα
μια απάντηση στη φωνή του πρώτου, στο χθεσινό εαυτό μου: «Μήπως θες να έρθεις
να ψάχνεις στη θέση τους; Ντύσου και έλα να βάλεις ένα χεράκι» είπα και απομακρύνθηκα
ακόμα μεγαλύτερος μαλάκας από πριν.
«Ένας σκύλος», μου είπε μια φίλη μου τρομαγμένη καθώς
περπατούσαμε στο Λευκό Πύργο. «Τόσοι άνθρωποι γύρω σου και φοβάσαι το σκυλί;»,
τη ρώτησα και αμέσως πάγωσα παριστάνοντας το ακούνητο, αμίλητο κι αγέλαστο
αγαλματάκι. Ήταν παράδοξο που μια τέτοια, τετριμμένη κουβέντα έβγαινε από το
στόμα μου καθότι ούτε φιλόζωο, ούτε μισάνθρωπο με λες. Τις επόμενες μέρες
προσπάθησα να με καταλάβω.
Κάτω από το σπίτι μου εδώ και δύο χρόνια μαζεύονται
ιδιοκτήτες σκυλιών. 7 με 9 έχουμε πρόγραμμα. Και δεν είναι ότι σε ενοχλούν τα γαβγίσματα. Κάθε άλλο. Κάπως πρέπει να συνεννοηθούν και τα ζωντανά. Είναι τα
νεκρά που σε ενοχλούν, τα νεκρά τα εγκεφαλικά κύτταρα, το βόλεμα των ανθρώπων
που κρατούν τα λουριά, η αδιαφορία για την ενόχληση που καθημερινά δημιουργούν,
η νοοτροπία με την οποία ασκούν εξουσία σε έναν χώρο που δεν τους ανήκει. Τους
καλύπτει βλέπετε η σιωπή της γειτονιάς, η διακριτικότητα της οποίας είναι
εξίσου λειτουργική όταν ακούγονται φωνές που κινδυνεύουν.
«Υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν χωρίς να έχουν υποπτευθεί τι
είναι ο άλλος» έγραφε ο Σαρτρ, μα δυστυχία είναι να μην έχουν υποπτευθεί τι
είναι οι ίδιοι. Να μερικές φράσεις που επαναλαμβάνουν διαρκώς: «Εγώ αυτό που
ξέρω είναι». Στοπ. Μας ενδιαφέρει αυτό που δεν φαντάζεσαι. «Να καταλάβω τι;».
Να καταλάβεις τα πάντα ρε μαλάκα. «Ένα μυαλό έχω». Ε δεν είναι αρκετό, δανείσου
κι ένα δεύτερο. Απέναντι σ’αυτούς που τα ξέρουν όλα και είναι απλώς ενοχλητικοί,
αράζουν εκείνοι που μπορούν να πιστέψουν σε όλα, ενώ την τρίτη κατηγορία
αποτελούν όσοι μπορούν να επωφεληθούν από όλα. Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι
αρπάξει ο κώλος μας, αυτό ήταν ανέκαθεν το κόνσεπτ, δεν βρίσκω όμως το λόγο να
το κάνουμε χυδαίο. Πόσο χαίρεσαι ακόμα τις γνήσιες αυταπάτες των ανθρώπων, τις
αξιοπρεπείς φυγές, τις ερωτικές βραδιές, τα Σ/κ της ουτοπίας, τα
αδιαπραγμάτευτα πάθη, μία υπέρβαση σαν αυτή του Σαμαρά που συνήθως περιμένει τη
μπάλα στα πόδια αλλά για να μας κάνει ευτυχισμένους, πήγε να τη συναντήσει αυτός
στη σέντρα του Σάλπι. Δόξα και τιμή σε αυτούς που κατοικούν ποιητικά πάνω στη
γη που λέει και ο ποιητής, μάλλον για τύπους σαν τον Αντρέα Πίρλο.
Ας μείνουμε όμως λιγάκι στον ποιητή, μην προσπεράσουμε
βιαστικά λόγω Euro. «Η
αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους». Η αγάπη είναι φόβος. Τόσο
απλά, τόσο ωμά, το έγραψε ο Αναγνωστάκης. Χωρίς φόβο, δεν υπάρχει αγάπη. Ο
Σταυρόπουλος δίνει μία γροθιά ακόμα: «Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για
να καταλάβω ότι οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και
όχι αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα». Ξέρω τέτοιους αρκετούς-λιγότεροι
υποδεικνύουν εμένα. Τέλος, λέει η Αγγελάκη-Ρουκ: «Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο».
Να τον φοβόμαστε λοιπόν το φόβο, δε λέω, το είπα κι εγώ πολλές φορές τα
τελευταία δύο χρόνια, ούτε η ποιήτρια νομίζω θα διαφωνούσε. Αλλά να φοβόμαστε
πού και πού κι αυτό που ποτέ δε θα παραδεχόμασταν σε μία παρέα όπως αυτή του
πάρκου: Πως η καλοσύνη μας λιγόστεψε, πως δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν να
μένουν τόσο στόματα πεινασμένα κι άλλα τόσα κλειστά από την πολλή αγάπη.
«Επειδή έχουμε πάψει να φοβόμαστε τον άνθρωπο, έχουμε
συγχρόνως πάψει να τον αγαπάμε, να τον σεβόμαστε, να ελπίζουμε σε αυτόν». Διάνα
πάλι πέφτει ο Νίτσε που εμπνέει τους Χρυσαυγίτες, στους οποίους τελικώς κάποτε
θα χρωστάμε χάρη. Αυτό αποφάσισα να ισχυρίζομαι για να ξορκίζω το κακό. Το 7% μας
θύμισε ότι τον άνθρωπο, θέλουμε δε θέλουμε, θα τον φοβόμαστε από δω και στο
εξής. Δεν είναι πια του χεριού κανενός- ίσως προτιμά να τον πατάν στ’αλήθεια τα
πόδια του τα ίδια(Θανάσης Παπακωνσταντίνου). Αλίμονό τους αν ούτε τώρα τον
υπολογίσουν οι Πάγκαλοι και οι Μέρκελ του κόσμου τούτου. Αλίμονο αν ο φόβος δε
μας αναγκάσει να ρίξουμε μία ματιά στα παιδιά που κάθονται σιωπηλά σε αφιλόξενα
θρανία, σε όσους πέφτουν πάνω μας στο δρόμο μόνο και μόνο για να τους
προσέξουμε, σε όσους σε λίγο θα μας σκουντάνε με το όπλο, σε όσους επιμένουν θυμωμένοι
πως το αυθεντικό κι απόλυτο σκοτάδι είναι οι ίδιοι, σε όσους είναι έτοιμοι πάλι
από κάτι ανόητο να πειστούν. Να στρέψουμε το βλέμμα πάνω τους από φόβο και μετά
να πούμε ότι το κάναμε από υπερβολική αγάπη. Κανένα πρόβλημα. Δε θα τα
χαλάσουμε.
Με
τα φρου-φρου και τ’ αρώματα, τη φροντίδα και το προδέρμ, φτάσαμε εδώ που
φτάσαμε. Τα πιο έξυπνα συνθήματα μας κλείδωσαν έξω από το λαβύρινθο
του Καστοριάδη. Ποιος σκέφτεται όταν έχει να ζήσει; Οι μπλόφες περί πλούσιων
συναισθημάτων λειτουργούν αλλά δεν ωφελούν. Υπό προϋποθέσεις, είμαστε
επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλο. Τέρμα οι κουδουνίστρες, τα γλειφιτζούρια και τα
παρακαλώ περάστε. Οι προϋποθέσεις που ενδέχεται σύντομα να δημιουργηθούν είναι
πολύ διαφορετικές από αυτές που ονειρεύτηκε ο Τσε. Αν μισιόμαστε, ας το αποκαλύψουμε
ο ένας στον άλλο εκ των προτέρων. Δεν χρειάζεται το facetoface, έχουμε κι έναν υπολογιστή να θρέψουμε:
ένα γραπτό μήνυμα, ένα Inbox
στο Facebook, ένα
dmστο
Twitter, έχει
προχωρήσει η τεχνολογία-πώς αλλιώς θα έμενε στάσιμος ο χρήστης; Διαφορετικά κάντε
έρανο για βενζίνη και πάμε θάλασσα (Σκυλιά-γατιά δεκτά).
Τις προάλλες είχα στα δύο μέτρα τον Ψαραντώνη και δεν
τόλμησα να του πω πόσο τον αγαπώ. Τόσο λούζερ είμαι. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω.
Φαινόταν κουρασμένος. Γύρισα σπίτι και έβαλα να ακούσω τον Δία που ήτονε ξεκούραστος
και βοσκός, τι άλλο;
Στο μικρό και αποτυχημένο μου πέρασμα από τον Αγγελιοφόρο, τον
Πάνο Θεοδωρίδη δεν τον συνάντησα ποτέ. Και καλύτερα δηλαδή γιατί δεν θα ήξερα
τι να του πω. Είχα αποφασίσει πάντως ότι θα έκρυβα την άγνοιά μου στη σιωπή. Συχνά
δεν τον καταλάβαινα με την πρώτη ανάγνωση και σα να μην έφτανε αυτό, το βλοσυρό
βλέμμα της φωτογραφίας σχεδόν με τρόμαζε. Η εντύπωση που θα σχημάτιζε για την αφεντομουτσουνάρα
μου θα ήταν αναμφίβολα καταδικαστική: Να ένας ακόμα ανόητος νεαρός που κάνει
πρακτική στο τίποτα. Του απέδιδα σκέψεις που δεν θα έκανε-οι βιαστικές κρίσεις
είναι προνόμιο των ηλιθίων- αλλά το ότι δεν γνωριστήκαμε τελικώς με βόλεψε. Δεν
θα πω ότι τον διάβαζα ανελλιπώς. Παραήταν ζόρικος και απαιτητικός ώρες-ώρες και
οι οικονομικές αναλύσεις μου είχαν κάνει ήδη το μυαλό κιμά. Τον διάβαζα μόνο όταν
ήθελα να νιώσω τελείως ανεπαρκής για τα δικά μου γραπτά, όταν διψούσα να κάνω
τη ζωή μου λίγο πιο δύσκολη και να βάλω το νιονιό μου να δουλέψει σε ένα παράλληλο,
πιο ουσιώδες σύμπαν. Ο συγγραφέας φαινόταν ότι δεν είχε τη διάθεση να γίνει από
όλους κατανοητός, στάση που εκτός από τη γοητεία που σου προκαλούσε, δήλωνε
εντιμότητα. Ένας άνθρωπος ελεύθερος αρνείται να πει την «αλήθεια» στον κόσμο. Η
στήλη του, δίχως υπερβολή, θα ήταν ξεχωριστό μάθημα στο δικό μου εργαστήρι
δημοσιογραφίας. Το μοντέλο παίρνω πόζα και προπαγανδίζω, δε θα πουλούσε άλλο. Για
την ανικανοποίητη φαντασία, το ρεπορτάζ θα ήταν απλώς η πρώτη ύλη. Δημοσιογράφοι
και αναγνώστες θα έσκαβαν πιο βαθιά ταξιδεύοντας στα όρια της ελληνικής γλώσσας.
Μερικές πέννες, εκτός από άλλοθι για την κομματική ατζέντα
των εφημερίδων τους, αποτελούν αναχώματα στο φασισμό. Ο Βρανάς στα Νέα ή ο
Μπουκάλας στην Καθημερινή, δεν επιτρέπουν σε κανέναν να πει ότι όλοι είναι
ίδιοι. Δεν σου τα είπαν καλά φίλε. Θα διαβάσεις αυτούς κι αυτούς και θα έρθεις
στις επόμενες εκλογές να μας τα ξαναπείς. Μία από τις μεγαλύτερες ικανοποιήσεις
που μου προσέφερε αυτή η πόλη ήταν οι άνθρωποι που διάβαζαν τον Θεοδωρίδη από
το οπισθόφυλλο στο περίπτερο και δεν αγόραζαν Αγγελιοφόρο. Αν όλοι υιοθετούσαμε
την υπεύθυνη στάση τους, οι εφημερίδες θα αργοπέθαιναν, δεν θα έβρισκα ποτέ
δουλειά αλλά η ελπίδα θα ανέκαμπτε. Οι ιδιοκτήτες θα μπορούσαν να
υπερηφανεύονται μάλιστα για τον πατριωτισμό και τη διαλλακτικότητά τους. Μα ο πολιτισμός τους ξεβρακώθηκε ξανά, τούτη τη φορά για χάρη του Κυριάκου και της Όλγας.
Πριν ένα χρόνο το Protagonείχε λογοκρίνει τον δικό μας
Τριαρίδη. Δεν ακούστηκε τίποτα. Ο συγγραφέας παραήταν διπλωματικός για τα hardμου
γούστα. «Μερικές φορές διαβάζω το άρθρο της εφημερίδας μου για να ξέρω πώς
σκέφτεται ο αρχισυντάκτης μου και επομένως για να ξέρω ποια πρέπει να είναι η
ειλικρινής και αυθόρμητη πολιτική μου πεποίθηση» έγραφε κάποτε ένας Ιταλός
σατιρικός συγγραφέας, ο Ντίνο Σέγκρε (Πιτιγκρίλλι). Δεν άλλαξαν πολλά. Σε ένα
κείμενό του από το καλοκαίρι του ’99 ο πρώην συνεργάτης του Αγγελιοφόρου
φαίνεται πως το γνώριζε: «Στην ουσία
ξέρουμε για το μέλλον πολλά περισσότερα απ΄ό,τι για το παρελθόν. Δυστυχώς η
ευτυχώς, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το μέλλον».
Και ο Θεοδωρίδης κύριε; Γιατί κύριε; Θα τον αντικαταστήσει
άραγε επάξια ο Πίου, το μαύρο το πιστόλι, ή να φέρουμε εκείνη τη σπουδάστρια
δημοσιογραφίας από το εργαστήρι του Αντ1 και να πάρουμε διαρκείας όλοι; Έγραφε
στο Twitterτης τις προάλλες ΕΜΑ-ΤΕΙΜΙ-ΧΡΙΣΙ ΑΒΓΙ μες στην τρελή χαρά!
Το ερώτημα είναι ασφαλώς ρητορικό και δε θα απασχολήσει το δημοτικό συμβούλιο.
Η δική μου πόλη δεν προβληματίζεται εξάλλου. Κόβει το άρθρο του Πετεφρή και
ανακυκλώνει το υπόλοιπο χαρτί.
Υ.Γ. Ο Θεοδωρίδης δεν ανήκει. Δεν υπάρχει από πίσω του ιδεολογικός χώρος που θα τρέξει να τον ηρωοποιήσει ή να τον υπερασπιστεί στα Social Media. Μiα τόσο μεγάλη δυστυχία θα τη σιχαινόταν
κι ο ίδιος. Ο Αγγελιοφόρος δεν πρωτοτύπησε. Του έτριψε στη μούρη τη φράση του
Καζαντζάκη: «Θέλει, λέει, να ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε
τον!». Ωστόσο, παρά την ηρωική έξοδο του επιλόγου, δεν προτείνω να
σαμποτάρουν οι Θεσσαλονικείς την εφημερίδα που παραπαίει και έχει απολύσει ήδη
κόσμο και κοσμάκη. Θα είχα την ηλίθια απαίτηση όμως από τους αναγνώστες της να
διαμαρτυρηθούν αφού πιο ξεκάθαρο:«Δε σε σέβομαι» έχει να ακουστεί από το πρώτο
μνημόνιο. Αν όραμά τους ήταν να την κάνουνε φυλλάδα, υπάρχει κι η Espresso.
Σου γράφω ένα γράμμα τρολόπαιδο, όχι πως θέλω να στο δώσω. Με πλήγωσες. Βασανίζομαι και συ μου λες πως δε σας νοιάζει. Εκπροσωπείς φαίνεται κι άλλους ηλίθιους και χαίρομαι πολύ που έχεις μία κάποια παρέα. Αλλά εγώ, πώς μπορώ να βοηθήσω; Προσπάθησες να με πληγώσεις και να μου πεις ότι δεν έχω απήχηση λες και είμαι ο βολευτής σου. Μα μάθε μαλάκα μου πως θα έγραφε κανείς για την απήχηση μόνο αν αυτή ήτανε γυναίκα-δευτεροκλασάτος κατά συνείδηση δηλώνω όπως ο Petefris από τα βαφτίσια του blog. Μάθε μαλάκα μου πως σχολιάζω σε διάσημα Portal και δεν καταδέχομαι να βάλω τη διεύθυνση του blog μου όταν ο αρθρογράφος είναι για τον πούτσο σαν και σένα. Μάθε μαλάκα μου πως δεν βάζω φωτογραφία μου στο Twitter μέχρι να γίνει η προσωπικότητά μου εξίσου καυλωτική με την εμφάνισή μου-είμαι γνήσιος αντιεξουσιαστής εγώ. Μάθε μαλάκα μου πως απολαμβάνω να αναγνωρίζω την αξία όπου τη δω και να είμαι πρώτος σε Retweetια-ρίξε και μία ματιά στα blogs από δίπλα να ξεστραβωθείς. Μάθε μαλάκα μου πως δεν γράφω για να μου κάνεις likes στην Parallaxi και πως Facebook δεν έχω. Μάθε μαλάκα μου πως οι μεγάλοι της γης αυτής, απήχηση δεν είχαν και δεν την επιδίωξαν. Μάθε μαλάκα μου πως εμείς, οι εαυτοί μου κι εγώ, έρημοι και ισχυροί δω μέσα, προπαγάνδα δεν κάνουμε ούτε αναπαράγουμε άγνοια. Δεν ευκαιρούμε να είμαστε πολύ ευχάριστοι και ανασφάλειες δεν έχουμε για να είμαστε συνέχεια αστείοι. Είμαστε από αυτούς που μουρή δεν πουλάνε και μας λέτε μαλάκες εσείς οι αρχιμαλάκες. Μάθε μαλάκα μου ακόμα πως τα κουλουράκια-τα σχόλια που συνήθως γράφουνε μηδέν-τα αφήνω ζεστά και ανοιχτά πέντε χρόνια τώρα γιατί δε με ενδιαφέρει η εντύπωση που θα αποκο-ι-μίσεις. Δημοκρατία πάση θυσία μαλάκα μου. Και κρίση, μαλάκα μου, αυτό που βάζεις το μυαλό σου να δουλέψει. Μάθε επιτέλους να μη χέζεις όπου βρεις. Μεγάλωσες, δε νομίζεις; Μάθε επίσης μωρέ μαλάκα πως και για τη δικιά σου δυστυχία γράφω. Για να μάθεις να αντλείς την ομορφιά και να καθαρίζεις την ψυχή σου απ'τα σκατά που σε ταΐζουν κάθε μέρα. Αφού ο Σταυρακάκης και ο Τζούγανος δε σε έπεισαν, άκου Σκουλά, μάθε μπαλίτσα και ζωή, μάθε τι θα πει ελευθερία και έρωτας σε ζωντανή περιγραφή. Μάθε μπαλίτσα ρε άρχοντα. Μην περιφέρεις άλλο το δηλητήριό σου-θα το βρεις στο φαγητό σου. Μαζί θα προχωρήσουμε, παλιομαλάκα, θα το δεις. Θες δε θες θα μ'αγαπήσεις και λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις. Όποτε νιώσεις την ανάγκη να μου βρίσεις και τη μάνα, μη διστάσεις, να ξαναμπείς. Αλήθεια, μάστορα, κανένας σκούρος παίζει στη γειτονιά;
Όσο μεγαλώνω, όλο και περισσότεροι άνθρωποι διαγκωνίζονται
μέσα μου για το τι πρέπει να γράψω και τι όχι. Τους μαζεύω λοιπόν στην είσοδο της
πολυκατοικίας και τους αφήνω να μαλώσουν. Στροβιλίζονται ανήσυχοι γύρω μου, απολαμβάνουν
τη σύγχυσή μου, διακόπτουν ο ένας τον άλλο, χτυπάνε κουδούνια για να μαζευτούν
κι οι υπόλοιποι. Αδύνατο να τους απασχολήσω παραπάνω από ένα λεπτό. Έχουν τη
δική τους ατζέντα. Στο τέλος αποφασίζουμε δημοκρατικά και αναλαμβάνει ένας από
όλους να ξεκαθαρίσει τη θέση μου. Γιατί οφείλω να έχω μία γνώμη, μία θέση, μία
άποψη, μία και μόνο μία. Και όχι μόνο οφείλω να έχω μία άποψη, αλλά επιβάλλεται
να είναι στιβαρή και αμετακίνητη. Είναι ζήτημα κύρους. Όλοι αυτοί οι μικροί
κύριοι που διαπραγματεύονται τη φωνή μου, μ’αφήνουν ακάλυπτο και με μπερδεύουν.
Αλλά και να μπορούσα, δεν θα τους έσπαγα στο ξύλο. Αν δεν τους σεβόμουν κι δεν
τους άκουγα προσεκτικά θα κινδύνευα να χαρακτηριστώ «άντρας». Για ρεφορμιστές
είναι ελαφρώς καλύτερα τα πράγματα.
Διαβάζοντας, εκτός από μερικές ωραίες φράσεις, συγκρατώ μόνο
το αίμα και μου μένει η εξάντληση. Δε γίνομαι Ρεπουσικός σε καμία περίπτωση. Είναι
εγκληματικό και ολέθριο να προπαγανδίζουμε ωραιοποιημένα, λογοτεχνίζοντα, ψεύδη
δίνοντας πάτημα στην Ακροδεξιά. Απλώς όταν μαλώνω με ανθρώπους που κατέχουν την
απόλυτη αλήθεια, υποφέρω. Δε θέλω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου όταν με
υποδέχονται ενοχλημένοι στο τρελοκομείο τους. Τίποτα δεν τους διαφεύγει εφόσον
ο ιδεοληπτικός ζουρλομανδύας παραμένει σφιχτά δεμένος στη θέση του. Λίγο να
παρεκκλίνεις από το δόγμα συμπληρώνουν το όνομά σου στη λίστα των υπόπτων. Τότε
είναι που αρχίζω και συμπεριφέρομαι σαν ένοχος, αλλάζω θέμα για να μην καρφωθώ,
μιλάω για τον καιρό, κουνάω το κεφάλι επιδοκιμαστικά, παραδέχομαι ότι δεν έχω
μελετήσει το θέμα σε βάθος, αναγνωρίζω στο συνομιλητή μου την αρετή του, τον
ευχαριστώ που διέθεσε το χρόνο του για να μου κάνει κήρυγμα, του ζητώ συγγνώμη
που δεν συμφώνησα μαζί του από την αρχή, τον παρακαλώ να ξανασυναντηθούμε για
να μου τα ξαναπεί, τον αποχαιρετώ και γυρνάω σπίτι μόνο και μόνο για να
συνειδητοποιήσω ότι παρά την άριστη διαγωγή μου, παραμένω άνεργος. Τι πράμα κι
αυτό να τα γνωρίζουν όλα και μόνο αυτοί να τους αρέσουνε πολύ; Πόσες ελπίδες να
τους δίνουν οι γιατροί; Είναι τυχαίο που πριν ένα χρόνο κάναμε bestseller«Την
Τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο»; Αυτό μας ενδιέφερε ανέκαθεν. Σύμπτωση που
εντυπωσιαζόμαστε αντί να γελάμε με όσους είναι έτοιμοι να μας ανακοινώσουν ΟΛΗ
ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ στα βιβλία τους; Μία πίστη ψάχναμε πάντοτε να ξεφορτώσουμε τις
ελπίδες μας. Εκεί που αγοράζουν χρυσαφικά, να αγοράζουνε άραγε και δίκια; Για
μια καλή τιμή θα το αποχωριζόμουν.
Ορισμένοι άνδρες του Κοινοβουλίου έχουν σειρά, παίρνουν
μικρόφωνο, σφίγγουν τη γραβάτα τους, βάζουν και έναν τηλεοπτικό δημοσιογράφο
πλάι τους που τους εύχεται καλή όρεξη και ξεκινούν. Δε μιλάω. Παρακολουθώ γεμάτος
αγωνία την προσπάθειά τους να με χωνέψουν. Αν κολλάω στο λάρυγγα, τραβούν
καζανάκι ως συνήθως. Η λεηλασία του άλλου είναι ακόμα το χόμπι τους αλλά εγώ ξαναμαζεύω χαρτάκια του Euro.
Τι ασίγαστη διάθεση να χειραγωγούν και να πουλούν άποψη από τα μαγαζάκια τους!
Όλα κι όλα. Βρέξει χιονίσει, έχουν πάντοτε μία κακή κουβέντα να πουν για τον
άλλο. Δε τον συγχωρούν από την πρώτη στιγμή, πόσο μάλλον όταν νιώθουν ότι
μειονεκτούν. Εδώ ο Κασιδιάρης γυμνάζεται και οι συνομιλητές του χτενίζονται
όπως παλιά. Αφύσικο πλέον δεν είναι να δέρνεις στα τηλεοπτικά πλατό. Αφύσικο
είναι να πολιτεύεσαι όπως παλιά. Πώς να μην πάρει τα πάνω της η μαγκιόρα Ακροδεξιά
όταν την αντικρούει η Μιλένα Αποστολάκη; Κάτι τέτοιοι κι αν έχουν ξεχάσει να
πεθάνουν. «Είναι τραγικό να μας διεκδικεί το ένα κόμμα, όταν δε θέλουμε να
ξέρουμε για το άλλο, και να πρέπει να ανήκουμε σε τούτο, επειδή περιφρονούμε
εκείνο» (Κράους). Όλοι ίδιοι ήταν και στο παρελθόν ώσπου ήρθε ο ναζισμός και μπήκαμε
σε μία σειρά.
Στα SocialMedia,
τα πολιτιστικά ερείπια όπου χαριεντιζόμαστε ημιλιπόθυμοι, μόνο ο Χατζιδάκις μπορεί να λέει ότι ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Και δεν ξέρω αν μπορεί
επειδή ήταν ο Χατζιδάκις ή επειδή είναι νεκρός. Η λέξη ενδεχομένως είναι σχεδόν
ανεπίτρεπτη αλλά εμένα με ξετρελαίνει. Κάπου είδα γραμμένο το παρακάτω σύνθημα από
έναν αναρχικό: «Θάνατος στους ουδέτερους» αλλά δε χαμπαριάζω. Ενδεχομένως! Πιθανότατα!
Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου! Θεέ μου, τι ηδονή! Με το Σύριζα τα λεφτά θα
βρίσκονταν- ενδεχομένως. Με τον Σαμαρά θα ερχόταν η ανάπτυξη- ενδεχομένως. Με
το ΠΑ.ΣΟ.Κ θα είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα-ενδεχομένως. Με το Κ.Κ.Ε θα ήμασταν
στον επίγειο παράδεισο- ενδεχομένως. Το ενδεχομένως είναι η ελευθερία μου. Το
μόνο που αξίζει είναι αυτό το ενδεχομένως. Το μόνο που θέλω να ξέρετε για μένα
είναι αυτό το ενδεχομένως. Ενδεχομένως Μιχάλης Αποστολίδης. Μιχάλης ενδεχομένως
Αποστολίδης. Μιχάλης Αποστολίδης ενδεχομένως. Όπου και να το βάλετε, ακούγεται
μία χαρά.
Τα χασμουρητά κόβονται απότομα από το χαστούκι. Τι ευτυχής
συγκυρία για να ξυπνήσουμε. Να δείξουμε αλληλεγγύη. Να μην τους ξαναψηφίσουμε. Με
τη Χρυσή Αυγή, όπως ενδεχομένως να υποπτευθήκατε, δεν υπάρχει ενδεχομένως. Δεν
θα καταδικάσουμε σήμερα τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Κάτι μου λέει εξάλλου
ότι θα ξεχάσουμε πάλι τον καπιταλισμό- όποιος δε θέλει να μιλήσει για τον
καπιταλισμό, θα ήταν καλύτερα να σωπαίνει και για το φασισμό έγραφε κάποτε ο MaxHorkheimer. Αυτό που είπε ευθαρσώς ο θεωρητικός της Ακροδεξιάς Κώστας Πλεύρης, δυσκολευόταν να το ξεκαθαρίσει στο μυαλό του ο πολιτικός και δημοσιογραφικός κόσμος της χώρας κάμποσες μέρες.
Τα συμφέροντα κι αν είναι ανεγκέφαλα. Ασφαλώς, η Αριστερά κάποια στιγμή πρέπει
να αποφασίσει ανάμεσα στο «η Φαντασία στην εξουσία» και στο «Φασίστες,
κουφάλες, έρχονται κρεμάλες». Τα δυο τους είναι παντελώς ασυμβίβαστα αλλά δεν
είναι τώρα η ώρα να ανοίξουμε κι αυτή τη συζήτηση όταν κάθε βράδυ σχεδόν στο
κέντρο της Αθήνας έχουμε πογκρόμ. Το μεταναστευτικό ξέφυγε αλλά το παιδί που
σκότωσε τον Αλβανό διαρρήκτη μας λέει να κλειδώσουμε τα όπλα σπίτι. Τι να εννοεί;
Απεναντίας οι Χρυσαυγίτες με τις αγριοφωνάρες τους γίνονται πιο
κατανοητοί. Πώς να μη γοητευτεί η γκόμενα του Facebookαφού
ακόμα κι αυτή, παρόλο που ποτέ δεν ασχολήθηκε, μπούχτισε από την ξύλινη γλώσσα, το δήθεν, την προπαγάνδα, τα διλήμματα
και την τρομοκρατία; Ψηφίζει Χρυσή Αυγή για την αλλαγή, είναι γενικώς φιλήσυχη,
αλλάζει φωτογραφία προφίλ κάθε μέρα, της αρέσουν τα κωλόπαιδα επειδή μόνο
εκείνα αγαπούν αληθινά όπως λέει και το γκρουπάκι και έχει γραμμένη στα παλιά
της τα γοβάκια την Άρεντ και την Κοινοτοπία του Κακού που είναι έτοιμη να υποστηρίξει.
Βαρέθηκε. Αυτή είναι η λέξη κλειδί. Βαρέθηκε-πώς να περιμένουμε να καταλάβει
ότι η ζωή της είναι αυτό που βαρέθηκε; Από πέρυσι έχει να πάει για ψώνια κι
αυτά στις εκπτώσεις! Τώρα είναι απασχολημένη να μισεί. Θέλει κάτι αληθινό και ο
φασισμός διαθέτει ωμότητα και αλήθεια. Παρουσιάζεται μπροστά της γυμνός όπως
τον γέννησε η μάνα του και γίνεται ο κόσμος που δεν την ντροπιάζει. Το
ιδεολογικό κενό του καταναλωτισμού δεν μπορεί να καλυφθεί παρά μόνο με μίσος
όταν μάλιστα η ανεργία αυξάνει με γοργούς ρυθμούς. Αυτά συμβαίνουν όταν δεν
εξηγείς από την πρώτη στιγμή στο λαό σου πού έχουμε μπλέξει, πόσο διαρκεί το
μνημόνιο, ποιες θα είναι οι συνολικά οι θυσίες, ποιοι οι κίνδυνοι, ποιες οι
προοπτικές. Αυτά συμβαίνουν όταν η Δημοκρατία θυσιάζεται στο βωμό της «σωτηρίας»,
όταν δεν βρίσκεται ούτε ένας σφυγμός της Δικαιοσύνης. Αφού οι περισσότεροι
πολιτικοί δεν είναι έτοιμοι να απαρνηθούν την πελατεία τους, δεν είναι παράξενο
που ό,τι πιο «φρέσκο» κυκλοφορεί στην πολιτική ζωή της χώρας είναι οι φίλοι του
Κασιδιάρη.
Η έννοια συνείδηση λείπει προς το παρόν από το σταυρόλεξο.
Απαιτεί πολλά από τον ερασιτέχνη λύτη. Είναι η λέξη που εμφανίζεται συνήθως
τελευταία, αφού έχεις εξαντλήσει όλα τα λάθη που μπορείς να κάνεις. Δεν μπορείς
μάλιστα να αναφέρεσαι σε αυτή γιατί είναι σα να κλέβεις, σα να μαρτυράς το happyendπου
κανείς δε θέλει να δει έτσι απάνθρωπα που κυλάει το έργο. Ο λαός δεν είναι αρκετά πλούσιος ώστε να μπορεί να διατηρεί εκτός από
το νοικοκυριό του και μία συνείδηση. Κάποιος Άγγλος το είχε πει αυτό. Ο
Χένρι Μίλλερ πάντως ήταν αυτός που έγραφε στην Εποχή των δολοφόνων: «Ποιος
είναι ο καλλιτέχνης του λόγου που συγκλόνισε τον κόσμο στο βαθμό που το πέτυχε ο
Χίτλερ; Ποιο ποίημα τον αναστάτωσε όπως η ατομική βόμβα; Με ποια όπλα ο ποιητής
μπορεί να υπερισχύσει; Ή με ποια όνειρα; Πού κρύβεται η περίφημη
φαντασία του; Η πραγματικότητα μας τυφλώνει ολόγυμνη αλλά πού είναι το τραγούδι
που της αξίζει;». Πώς να αγνοήσεις το ερώτημα; Ο διαβασμένος Φύρερ έγραψε 900
σελίδες και αιματοκύλισε την ανθρωπότητα για το δίκαιο αγώνα του. Ο Αντόρνο, με
το που αφουγκράστηκε τη θηριωδία, μάζεψε βιαστικά τις κόλλες από τους ποιητές. Τι
κάνετε μωρέ; Σταματήστε την ποίηση. Όχι άλλη ποίηση. Δεν είναι δυνατόν να
γράφετε ποιήματα μετά το Άουσβιτς, τους είπε και ο αφορισμός του ενισχύει το
αρχικό ερώτημα. Πώς να αφοσιωθούμε στον πολιτισμό όταν προελαύνει ο φασισμός; Ποιοι
λογοτέχνες, ποιοι ποιητές, ποιοι συνθέτες θα αναλάβουν τον άχαρο ρόλο να
αφυπνίσουν το λαό τους που αργοπεθαίνει; Με ποια μέσα, με ποιο ύφος, με ποια
μορφή, με ποια ένταση, με ποιο κόστος; Μπορούν να σώσουν κάτι άλλο εκτός από
τον εαυτό τους; Πώς να γρατζουνίσεις συνειδήσεις χωρίς να το πάρουν χαμπάρι; Μία
βόλτα στο Διαδίκτυο θα τους έπειθε πάντως πως οι λέξεις δεν αρκεί πια να
γράφονται, πρέπει και να χαστουκίζουν. Η σιωπή δεν είναι επιθυμητή.
Ωστόσο και να μη φανούν οι πνευματικοί άνθρωποι στην
πολιτική ή την τηλεόραση, ζουν ανάμεσά μας. Οι πιο περήφανοι, που είναι συνήθως
και οι πιο σπουδαίοι, περιμένουν εμάς να πάμε κοντά τους. Αριστουργήματα πάντα
θα γράφονται. Θα έλεγε κανείς ότι ήδη περισσεύουν. Αναγνώστες περιμένουν
περίεργους και πεισματάρηδες. Μπορεί να φανεί ελιτίστικο, αλλά τη σοβαρότητα
της κατάστασης αντιλαμβάνονται περισσότερο όσοι έχουν το νου τους στα βιβλία κι
όχι στα ταμειακά διαθέσιμα. Όσοι θεωρούν πως μία πιθανότητα υπάρχει ακόμα: Η
παιδεία και είναι μηδαμινή. Οι άλλες πιθανότητες είναι βίαιες και ασφαλώς πιο
κοντινές στην ιδιοσυγκρασία μας. Το έγκλημα μας έβρισκε παραδοσιακά σύμφωνους. Είναι
άραγε σκόπιμα αφελείς οι άνθρωποι των γραμμάτων που συνεχίζουν τη δουλειά τους
σα να μη συμβαίνει τίποτα ή είναι κι αυτοί προσκυνημένοι; Μπορούμε να
γενικεύσουμε, να τους βάλουμε σε ένα τσουβάλι και να τελειώνουμε μαζί τους; Η
λογοτεχνία που λέει ότι η κτηνωδία ξεκινάει από την ανικανοποίητη δίψα για
αγάπη και δικαιολογεί τους φασίστες, πρέπει να απαγορευτεί άραγε για χάρη της
πόλωσης; Ή πρέπει να μπει στο συρτάρι μέχρι να αρχίσουν να μας δανείζουν οι
αγορές και αποσυρθεί ο Μιχαλολιάκος στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας; Η στιγμή πάντως που θα κληθούμε να διαλέξουμε
πατρίδα πλησιάζει και η βαρβαρότητα φαντάζει ιδανικός προορισμός για χαμένους, η
κρίση μοναδική ευκαιρία για προσκύνημα στα άγια χώματά της. Τι ελληνικό έχει το μίσος εναντίον όλων μένει να φανεί. Θα το διαψεύσουμε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;
Ο Κάφκα γράφει κάπου: «Μερικές φορές μέσα στην αλαζονεία του
ανησυχεί περισσότερο για τον κόσμο παρά για τον εαυτό του». Το παθαίνει συχνά
αυτό όποιος γράφει. Καλύτερα όμως να πορευτούμε με αλαζονεία παρά με
αυταρέσκεια. Χωρίς αλαζονεία τι μπαίνεις να κάνεις στη μάχη; Ο Μπράντμπερι
έφυγε. Κάθε μέρα οι πυροσβέστες του Fahrenheit 451 ανάβουν και σβήνουν φωτιές. Τα βιβλία δεν μπορούν
να αλλάξουν τον κόσμο, αυτό το ξέραμε- καλύτερα να πούμε το άλλο με τον Κοσμά τον Αιτωλό. Μπορούν πιο εύκολα να τον κάψουν και να τον εκδικηθούν που ακόμα τα
σέβεται και δεν τα ανοίγει, να τον αποτελειώσουν επειδή εκείνος που τα ξεφυλλίζει
έχει προαποφασίσει τι θα πιστέψει όπως ο Χίτλερ. Όπου κλείνει ένα σχολείο, παραφράζοντας
το απόφθεγμα του Ουγκώ, θα λέγαμε πως ανοίγει μία Χρυσή Αυγή. Ο φασισμός που συμβαίνει
τώρα επιβάλλει ωστόσο βιβλιοψεκασμούς. Όποιος νομίζει ότι είναι αργά, είναι
απλώς ρεαλιστής. Δεν προσφέρει υπηρεσία στην πατρίδα. Κάτι πάγκοι έχουν στηθεί
στην παραλία. Μη διστάσετε.
Υ.Γ1. Τη στιγμή που τελείωνα το κείμενο, επισκέφτηκα από
περιέργεια ακροδεξιά μπλογκς και έπεσα πάνω σε ένα διαμαντάκι. Ο αρθρογράφος
ειρωνεύεται με ευφυή δήθεν αλλά χυδαίο στην πραγματικότητα τρόπο τη λεσβία Λιάνα που πρέπει να ευχαριστήσει τον Ηλία για το χαστούκι. Την έκανε να
αισθανθεί γυναίκα κάτι που κανένας σπαγκοραμμένος κομμουνιστής δεν κατάφερε.
Αυτό που με εντυπωσίασε στο κείμενο του νεοναζί ήταν ο στίχος της Πλαθ με τον
οποίο ξεκινούσε: «Κάθε γυναίκα λατρεύει ένα φασίστα». Άνανδροι όταν δέρνουν
γυναίκες και μετανάστες, άνανδροι και οι πιο έξυπνοι από δαύτους όταν ξεκουράζουν
τα ποντίκια τους στο χαρτί. Ο στίχος είναι από το περίφημο ποίημα της Πλαθ για τον ναζιστή πατέρα της που όπως λέει ήθελε να σκοτώσει. Στο τέλος του ποιήματος
ανακοινώνει ανακουφισμένη ότι τον ξεπέρασε. Από το τέλος που έδωσε στη ζωή της,
ωστόσο, μάλλον ο μπάσταρδος, όπως η ίδια τον ονομάζει, είχε προλάβει να απλώσει
το χεράκι του στη μοίρα της. Ο αρθρογράφος αυθαίρετα επίσης και εξίσου άνανδρα θεωρεί
μόνο τους φίλους του Κασιδιάρη αρσενικά. Μόνο εκείνοι καυλώνουν και ξέρουν να
φερθούν στη γυναίκα όπως στ’αλήθεια επιθυμεί: τη βαράνε αλύπητα και εάν
επιζήσει της ρίχνουν και ένα παθιασμένο φιλί για να την επιβραβεύσουν για το
γερό σαγόνι της. Οι γυναίκες ωστόσο δεν μας καλούν να γίνουμε νεοναζί για να
τις κατακτήσουμε. Δε χρειάζεται να μισήσουμε τόσο τον εαυτό μας. Προτιμούν να
είμαστε καθημερινά ποιητές και εραστές που ξέρουν τι θα πει χιονιάς, με
ικανότητες χαμόγελου και επικοινωνίας. Εκτός από τους φούρνους και τα τάγματα
ασφαλείας, επιτρέπεται ακόμα να εμπνεόμαστε από τον έρωτα, τη δημιουργία, τις
τέχνες, την ελευθερία, την ιδέα της Δημοκρατίας, την ίδια τη θυσία και την
προσφορά. Θέλω να πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να ανάψουν διαβάζοντας
ένα πρόστυχο ποίημα του Αντωνάκου, του Σταυρόπουλου ή του Νιάρχου, παρά με
καλέσματα μίσους διαφόρων υπανθρώπων που χρειάζονται βοήθεια. Αν είναι να μας
πουλήσουν έρωτα για να τους ψηφίσουμε όσοι δε τυφλωθήκαμε ακόμα από την ομαδική
μαλακία που τραβάνε στα κανάλια καθημερινά παρά το εμπάργκο, ας είναι. Ελπίζω
ότι θα προτιμήσετε τελικά τον αδυσώπητο Ομάρ των Απαράδεκτων και εύχομαι να το
κάνετε γρήγορα. Όπου υπάρχουν άνθρωποι που δικαιολογούν καθημερινά την παρουσία
τους, δεν υπάρχει κόλαση, παρά τη βία που μετράει τη γη, παρά την αδικία από
την οποία δεν γλίτωσε κανείς.
ΥΓ2. Εάν η Χρυσή Αυγή θριαμβεύσει ξανά, θα υποστηρίξω με
σθένος την ανεξαρτητοποίηση της Κρήτης. Στο Κοινοβούλιο δε θα έχουμε τα
φασισταριά γιατί το δίλημμα παραείναι σαφές για τους μερακλήδες του νησιού. Μουντάκης
ή τανκς! Ευτυχώς, οι μερακλήδες το ‘χουνε και ξέρουνε πως γλεντούνε, ξέρουνε να
πεθαίνουνε μα ξέρουνε και να ζούνε, γι’αυτό στον ίδιο το Θεό παράκληση θα κάνω,
μη τσι πειράζει όσους γλεντούν στον κόσμο τον απάνω, Θε μου Πανάγαθε Θεέ
κοίταξε να βρεις τρόπους, να παίρνεις μόνο ψεύτικους και τσι κακούς αθρώπους,
ξεδιάλεγε τσι τσ’ άχρηστους και τσι ψευτονταήδες, να αφήνεις μόνο στη ζωή
αθρώπους μερακλήδες, που ξέρουνε και τραγουδούν και παίζουνε και χορεύουν, και
αγαπούν και χαίρονται και δε σε κοροιδεύουν, να ξαναρχίσει μια ζωή γεμάτη
καλοσύνη, αγάπη και καλή καρδιά στον κόσμο να πομείνει, κάμε το Θε μου ετούτο
να μην επαναστήσω, κι όλους τσι μερακλήδες μου θα τσι μονοπαντίσω, να αρχίξω
γλέντι και χαρά και όπου το βγάλει η βράση, ή που θα σιάξει ο ντουνιάς ή που θα
σιοχαλάσει. Αυτά. Μετά από 10-20 χρόνια και αφού πρώτα έχει συμβάλει στο
αιματοκύλισμα της πατρίδας, θα υποδεχτούμε στην παρέα μας τον μετανάστη Ηλία που
δεν θα έχει χαρτιά. Αφού προκληθεί ένας μικρός πανικός όταν κάποιος προσπαθήσει
ανεπιτυχώς να μαχαιρώσει τον «ξένο», θα σηκωθεί να χορέψει όπως τόσο του άρεσε κάποτε να κάνει. Τρυφερή είναι η ήττα, μου άρεσε πάντα ο τίτλος εκείνου του βιβλίου.
Δεν αλλάζουμε. Μήτε κάλτσες μήτε αφεντικά μήτε
απόψεις, ή αλλάζουμε τόσο αργά που δεν αξίζει πια τον κόπο. Γεννηθήκαμε πιστοί
εμείς, μέχρι σκασμού. Louis-Ferdinand
Céline.
Εκ βαθέων, Κύριε, τι αρχίδι
που είμαι!Arthur Rimbaud.
Μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη της ισχυρής Ελλάδας ο Θανάσης
Τριαρίδης δεν την παλεύει. Ενώ εμείς ξεφυλλίζουμε Nitroκαι Cosmopolitanγαρνίροντας με αντηλιακό τις αυταπάτες μας, εκείνος δημοσιεύει στη
Φιλολογική Βραδινή δέκα παρατηρήσεις που αφορούν στο «Εάν αυτό είναι άνθρωπος»
του επιζήσαντα από το ΆουσβιτςΠρίμο Λέβι. Τι πίνει και δε μας δίνει;Στη δέκατη σημείωση διαβάζουμε την αδιάφορη προειδοποίηση: «Τα Άουσβιτς
υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν επειδή τα φτιάχνουν άνθρωποι σαν όλους εμάς,
ή όλοι εμείς· κι ακόμη, πως όσο λησμονούμε τη βεβαιότητα να ακουστεί το κοφτό
σιγανό Wstavac ένα πρωί, τόσο
μεγαλώνει ο κίνδυνος να είμαστε εκείνοι που θα το προφέρουμε». Το Wstavacήταν το εφιαλτικό παράγγελμα για την πρωινή έγερση στο Άουσβιτς. Το νέο
Wstavac, τηρουμένων των
αναλογιών, κυρίες και κύριοι, είναι το εγέρθητι του Καιάδα και μερικές γκόμενες ήδη το βρίσκουν σέξι. Ο άντρας Χρυσαυγίτης θα φορεθεί πολύ αυτό το καλοκαίρι. Δεν
είναι όμως το θέμα μας η μόδα.
Το βράδυ των εκλογών διασκέδασα μετρώντας ψηφοδέλτια της
μεγάλης έκπληξης των εκλογών. Τα είχα χάσει. Οι αγκυλωτοί σταυροί τρυπούσαν
τους φακέλους. Μου έλειπε οξυγόνο παρόλο που όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Όχι,
δεν ήμουν σε φούρνο. Ούτως ή άλλως, ο αρχηγός λέει πως δεν υπήρχαν. Σκεφτόμουν
τα βιβλία που ακονίζω σπίτι. Την «Κοινοτοπία του Κακού» της Άρεντ, το «Απέναντι
στο Ακραίο» του Τοντόροφ, το «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» του
Πρίμο Λέβι, το «Πέρα από την ανοχή και την εξιλέωση» του Αμερύ. Θυμόμουν
μάλιστα και την ακριβή τους θέση στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να ξεγελάσω την
ανησυχία μου. Τα ψηφοδέλτια ωστόσο παρέμεναν 34 και δεν είχα δικαίωμα ούτε να
τα σκίσω ούτε να τα βγάλω άκυρα. Ανοίγοντας το ραδιόφωνο, διαπίστωνα ότι το σοκ
που έκανε τα χέρια μου να τρέμουν ήταν, στην αρχή τουλάχιστον, κυρίως δικό μου.
Μπαίνοντας στα Social Media η απελπισία σχεδόν μου ανήκε. Μάιος, μήνας
επαναστάσεων, ένιωθα ηττημένος. Χαιρόμουν για τη συντριβή του δικομματισμού.
Ντρεπόμουν- άνοιξε γης μέσα να μπω κόσμε
ψεύτη- για το 7%. Ήθελα πρώτη φορά να μου ζητήσουν συγγνώμη και να
παραιτηθούν όσοι ξύπνησαν στο λαό τους εμετικά νεοναζιστικά ένστικτα. Μου
πέρασε από το μυαλό να φύγω από τη χώρα, να πάω αλλού. Έφταιγε απλά το ότι δεν
είχα κοιμηθεί; Μπα. Να την πηδήξω ήθελα και δεν ήτανε εκεί. Μα ούτε ο έρωτας
είναι το θέμα μας.
Ο Γιάννης Μπουτάρης, η Νατάσσα Μποφίλιου , ο Θανάσης Χειμωνάς, η Ξένια Κουναλάκη και ο Δημήτρης Ψαρράς είχαν καταθέσει τις προτάσεις τους. Όλες τους είχαν κάτι κοινό: ήταν
για πέταμα. Στο φασισμό απαντούσαν βιαστικά και δίχως φαντασία με φασισμό,
γεγονός που αντιλήφθηκε ακόμα και η Χρύσπα. Το γνωστό ανέκδοτο συνοψίζει το
σκεπτικό τους: Δεν είμαι εγώ ρατσιστής, αυτοί είναι μαύροι. Η λιγοστή δύναμη που απέμεινε στην οροθετική Δημοκρατία
μας ωστόσο απέρρεε ανέκαθεν από το ότι άφηνε τους εχθρούς της να
δραστηριοποιούνται εις βάρος της (Κριαράς). Το ζήτημα, τουλάχιστον για όσους
δεν ήξεραν τι ψήφισαν στις 6 του Μάη, παραήταν απλό. Οι μεγαλοδημοσιογράφοι
έβαλαν τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή φυγαδεύοντάς τη προεκλογικά, οι μεγαλοδημοσιογράφοι
όφειλαν και να τη βγάλουν. Ήτανε υπόθεση 15 γαμημένων λεπτών. Ο Γουόρχολ τα
είχε υπολογίσει σωστά.Τη σκυτάλη εντούτοις από τον εξαιρετικό Σρόιτερ δεν
έχασαν και έσπευσαν να πάρουν οι Ευαγγελάτος, Παυλόπουλος, Θεοδωράκης και
Θέμος, αποδεικνύοντας πως η ΧΑ είναι εύκολος αντίπαλος για δημοσιογράφους, όχι
για τηλεαστέρες που εκτελούν χρέη τους και θεωρούν πως η άγνοια πρέπει να
παραμείνει κυβέρνηση όλων των Ελλήνων.
Να αλλάξουμε κανάλι, τώρα, θα ήταν σαν να αλλάζουμε κόλαση(Μ. Ελευθερίου). Το μυαλό πολλών νέων εξάλλου στην
ψηφιακή εποχή αυτοϊκανοποιείται αποδεδειγμένα με την πρώτη ατάκα. Δεν έχει
χρόνο ούτε για τσιγάρο μετά. Κανείς δεν ολοκληρώνει τη σκέψη του. Του αρκεί να
ολοκληρώσει την έξυπνη φράση του. Μόνο στο περίπου ξέρω από πού έχει ξεφύγει
όλη αυτή η σύγχυση, ποιοι γονείς ήταν απόντες, ποιοι δάσκαλοι είναι υπεύθυνοι,
σε ποια γιουροβιζιονική γκαρνταρόμπα έκρυβε η κοινωνία τόση γύμνια, ποιες
πόλεις σέβονται ακόμα όσους είναι βέβαιοι και λησμονούν όσους διχάζονται. Ο Τατσόπουλος είναι χειρότερος φασίστας, θα σου πούνε. Δεν έχει σημασία γιατί
παθιάστηκε. Ένας άντρας δεν πρέπει να ξεφεύγει. Ενώ ο Κασιδιάρης, είναι
ξεκάθαρος, τα λέει καλά αγαπημένοι αναγνώστες, μερικοί θα συμφωνείτε. Τι να πει
κι ο Πεσσόα που υπηρέτησε την ειλικρίνεια όσο κανείς με τα χιλιάδες πρόσωπά του.
Η τάση για μία τελική λύση, το άλλοτε δημιουργικό και το άλλοτε επικίνδυνο τέρας μέσα μας, καθόλου άγνωστη σε όσους την επισημαίνουν, μας
δελεάζει να απλουστεύσουμε τα πράγματα, να υποτιμήσουμε εντέλει τον εαυτό μας.
Μας καλεί σε μία γοητευτική καθότι αιώνια φυγή, να κάνουμε πράξη την πιο
αρρενωπή δειλία μας. Κλείνουμε αφτιά- ζήτημα επιβίωσης βλέπετε- και πέφτουμε
για ύπνο: παιδικό λάθος αναμφίβολα για άντρες που νομίζουν πως έτσι θα επιβληθούν
ενώ όλα ξεκινούν από τη δική τους υποταγή στην τίγρη μέσα τους. Ο μετανάστης θα
απελαθεί πιο γρήγορα απ’ό,τι ο ξένος που κοιμάται στην ψυχή. Παιχνιδάκι η νίκη
της τεστοστερόνης που υψώνει φωνή, ξυρίζει κεφάλι και εισηγείται μίσος. Που
λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως ο άνθρωπος με την πολυπλοκότητά του, τις
αντιφάσεις του, τα αδιέξοδά του, την παρακμή του, είναι μία κουραστική απάτη. Σίγουρα
το μοντέλο Τσοχατζόπουλου χρεοκόπησε. Η αντιπρόταση ωστόσο της ΧΑ δεν συνιστά παρά
ένα διαφορετικό είδος υποκρισίας- ας την ονομάσουμε υποκρισία πυγμής. Μία γέννα του σαπισμένου συστήματος στο οποίο οφείλει εν πολλοίς την ύπαρξή της και δήθεν καταγγέλλει. Άραγε ο πρώην Υπουργός που είναι έτοιμος να εκτελεστεί σε δημόσια
θέα είναι κιόλας νεκρός; Και ποιοι είναι εκείνοι που εκμεταλλευόμενοι την
αθλιότητά του έρχονται σαν νέα Άρεια Φυλή να μας παραδειγματίσουν; Από τι καθρέφτες
πέρασαν και με πόσες σκέψεις τους στ’αλήθεια πήγαν; Ας έχουν υπόψη τους και
αυτοί και οι βιολογικοί γονείς τους (ΠΑ.ΣΟ.Κ-Ν.Δ) ότι κανένας δεν ξεμπέρδεψε για
πάντα από τον εαυτό του φωνάζοντας συνθήματα. Αργεί ακόμα πολύ η μοιραία συνάντηση;
Ο JohnnyLeeClary,
πρώην αρχηγός της Κου Κλουξ Κλαν, προβληματίστηκε όταν ο μαύρος αιδεσιμότατος WadeWattsεπέμενε να του λέει: «Σ’αγαπώ ό,τι κι αν κάνεις και θα προσεύχομαι για σένα». Σήμερα κηρύττει την αγάπη και
την ανεκτικότητα ως άντρας που αναγνωρίζει τα λάθη του. Ο Μιχαλολιάκος, που για
λόγους ευνόητους τελευταία την είδε παιδί των λουλουδιών, ξέρει καλά πως τα
πορνοκάναλα παίζουν καμία φορά και τα Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας. Τα παιδιά
με τις μαύρες μπλούζες τα αγαπά μόνο και μόνο επειδή του μοιάζουν. Δε θέλει να γίνουν
τίποτα περισσότερο από τον ίδιο-αυτό κι αν είναι προδοσία εναντίον της πατρίδας.
Στα σκληρά πρόσωπά τους, όση αριστεροσύνη κι αν τρώω στη μάπα, συνεχίζω να
αναγνωρίζω τους πληγωμένους συντρόφους μου, τους ευαίσθητους δολοφόνους του Λουίς Σεπούλβεδα, μερικούς αγνοημένους αγγέλους.
Πρέπει όχι μόνο να τους υποστούμε στο εξής αν επιμείνουμε να τοποθετήσουμε τους
καθοδηγητές τους στα βουλευτικά έδρανα αλλά και να επιδιώξουμε το διάλογο μαζί
τους. Θέλει πάθος για ζωή μια τέτοια προσέγγιση και πεισματάρικη αφέλεια,
ανθρώπους καθαρούς, ευαίσθητους και ευφυείς σαν κάτι γέρους στα ορεινά της
Κρήτης που είναι φασίστες με τον έρωτα και την ελευθερία-οι μόνες
«προσωπικότητες» που ζουν ακόμα στην Ελλάδα. Διαφορετικά ας μην προτάσσουμε την
ηθική μας ανωτερότητα απέναντί τους γιατί γινόμαστε περισσότερο γελοίοι απ’όσο
ήδη είμαστε στα μάτια τους. Αυτό που έπαθαν θα μπορούσαμε να το πάθουμε κι εμείς.
Μην απορήσετε τελικά αν τα θυμωμένα παιδιά αποδειχτούν πιο ζωντανά από όλους
μας. Είναι καθήκον μας να κερδίσουμε το σεβασμό τους, να τους μιλήσουμε με υπομονή,
να αισθανθούν πως κάποιος άνθρωπος έπεσε ξαφνικά πάνω τους. Αν δεν το κάνουμε,
το πάθος για τη σφριγηλή ιδεολογία τους θα κερδίσει την μπανάλ αλαζονεία μας.
Το τέλος θα είναι οδυνηρό αλλά και τόσο μα τόσο προβλέψιμο.
Lightφασισμός, θα το λέμε και θα το ξαναλέμε, είναι φυσικά όσα
συμβαίνουν. Τον εκπροσωπούν επάξια οι απίθανοι τύποι που μας έφεραν εδώ και
τώρα μας σώζουν. Σε κάθε επικαιροποίηση του μνημονίου, επικαιροποιούσαν και
έναν Χίτλερ μέσα στον καθένα μας. Ο Φίρερ όμως πρέπει να συντριβεί άμα τη
εμφανίσει του. Η εξέγερση είναι αναγκαίο να γίνει με όρους ανθρώπινους, όρους
ζωής και δημιουργίας, όρους αυγής αληθινής. Ήταν η ίδια η Δημοκρατία που μας
έβαλε μπροστά στο δίλημμα Τραπεζίτες ή Χρυσαυγίτες, η ίδια η Δημοκρατία πρέπει
και να μας απαλλάξει απ’ αυτό. Αν δεν το κάνει, υπάρχει πάντοτε εκείνο το
χωριό.
Ας μη με δείρουν πολύ όσοι υποστηρίζουν με πάθος τη ΧΑ και
τύχει να με διαβάσουν. Αλήτης και ρουφιάνος είμαι γι’αυτούς υγιής, αλήτης και
ρουφιάνος θα είμαι και με μώλωπες. Σε αρκετά απ’όσα λένε εξάλλου δεν έχουν
άδικο. Το αν έχουν δίκιο όμως είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση που πρέπει
να τους απασχολήσει σοβαρά εάν στ’ αλήθεια έχουν κάτι να προτείνουν εκτός από στρατιωτική
πειθαρχία και μαγκιά συνοικιακού γυμναστηρίου. Με δυο λόγια, χωρίς ουρανό,
θάλασσα και ένα κορμί, για να μην πω πάλι λέξη «κακή», αδέρφια Ευρωπαίοι, η
λιτότητα θα ήταν ορθολογική. Χωρίς ουρανό, θάλασσα και ένα κορμί, αδέρφια
Χρυσαυγίτες, θα είχε δίκιο η δική σας η Αυγή. Καιρός να κοιτάξετε στην Βιάννο που σας διώξαν ή κι αλλού. Κατά τα άλλα αλληλεγγύη παντού, με ντου, γαμώ το
Δ.Ν.Τ.
Υ.Γ Το κείμενο
ασφαλώς και δεν το έχω γράψει εγώ. Μπήκε το όνομά μου από κάτω εν αγνοία μου.
Μετά από χρόνια θα αποδειχτεί ότι ο Νίκος Μιχαλολιάκος ήταν ο συντάκτης του. Στο
άκουσμα της συνταρακτικής αποκάλυψης οι ατομικές συνειδήσεις θα γίνουν ξαφνικά συνειδήσεις
ολόκληρης της ανθρωπότητας (Κρισναμούρτι) και θα πάψουν να αποτελούν
αποκλειστικά μία εβραϊκή επινόηση όπως πρόλαβε να διδάξει ο Αδόλφος. Ύστερα, αρκετά
απότομα, κι ενώ στα όνειρά μου θα περπατώ αμέριμνος σε μία έκθεση νεκρού
βιβλίου, θα ξυπνήσω γιατί θα ακουστεί πιο βροντερό από ποτέ εκείνο το Wstavac.
Ross Montgomery – Το πράγμα στον αριθμό 52
-
Αυτό που μένει μετά την απώλεια Ίσως με κεκτημένη ταχύτητα από τις
αναγνωστικές μου προτιμήσεις σε βιβλία ενηλίκων, αγαπώ ιδιαίτερα τις
ιστορίες που δεν εξ...
ΤΙ (ΣΚΑΤΑ) ΕΧΟΥΝ ΣΤΟ ΝΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΤΙ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΙ :
-
[image: Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα ο Παρθενώνας και κείμενο που
λέει "EVERYTHING THAT'S INTERE INTERESTING STING IS NEW? ?"]
Η ενσυναίσθηση αφορού...
Σιντική: το ανθρώπινο σώμα ως μέσο
-
του Βασίλη Παπαστεργίου Η ιδέα ότι ο άνθρωπος και το ανθρώπινο σώμα δεν
μπορούν να εκλαμβάνονται και να χρησιμοποιούνται ως μέσα για την επίτευξη
άλλων σ...
Το δέντρο έρχεται, Munir Hachemi
-
Μια ιδιότυπη δυστοπία (ή ευτοπία, όπως το βλέπει κανείς) είναι το «Δέντρο
έρχεται» του Μουνίρ Ατσέμι. Ένας αρχαιολόγος ανακαλύπτει σε έναν μακρινό
π...
Кончится лето , τα υπόλοιπα ταληράκια
-
Έδω και ένα χρόνο μου έχει κολλήσει αυτό το ωραίο και άγνωστο ρώσικο dark
wave τραγούδι που σαν άλλοι πυξ λαξ μεταφέρει ένα αδιόρατο συναίσθημα
τέλους χωρί...
Αυτενέργεια, αυτονομία και ΤΝ
-
Παρουσιάζουμε εδώ, σε δική μας απόδοση, επιλεγμένα αποσπάσματα από ένα πολύ
ενδιαφέρον άρθρο των Αλεξάντερ Τζανγκ και Λαβ Βάρσνι, ερευνητών σε θέματα
ηλε...
Ανάμεσα στο Χαφτάν και την Καμπούλ
-
Λέω να συνεχίσω την περιήγηση στην οθωμανική πεζογραφία της, ας πούμε,
πρώιμης νεότερης περιόδου. Έπεσα πάνω σ’ αυτό το κείμενο, μια ιστορία
γραμμένη πιθαν...
Δεν αυτοκαταστράφηκα ακόμη
-
Νόμιζα ο -στα όρια γνωστού δοστογιεφσκικού ήρωα και ιγκιποπικού άλμπουμ-
αδαής Παναής ότι τα βιβλία αυτοβοήθειας και αυτοβελτίωσης είναι καινούργιο
φυντάνι...
Ολονυχτία, Θάνος Ξηρός
-
Νύχτα βαθιά να σέρνεται στην άσφαλτο
Νταλίκα τριαξονική κεράσια φορτωμένη και
γιαρμάδες
Πλημμυρισμένη φώτα και καϋμούς του Καζαντζίδη
Τσιγάρα σέρτικα, πατ...
Μπαλόνια πάρτυ αξίας $1 εκατ.
-
Για πρώτη φορά μεταφράζω δημοσίευση ενός ατόμου που παρακολουθώ κι εκτιμώ
αφάνταστα, της Caitlin Johnstone, για ένα θέμα που το έπαιξαν πρόσφατα τα
μ...
The Yerevan Sessions
-
Επρόκειτο, βέβαια, για κάποιον άλλον δικαστή, έναν χοντρό άνδρα με μαύρη
φουντωτή γενειάδα που του έφτανε μέχρι ψηλά στα μάγουλα, επίσης εκείνος ο
πίνακας ...
Καταπάτηση
-
"Η Iστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω" (Τζέημς
Τζόυς)
Ο χρόνος που καλύπτει η Καταπάτηση αρχίζει περίπου από κει που τελειών...
Η πίστη ως ερωτική χρονικότητα
-
Ας εξετάσουμε πρώτα τις αγάπες που είχα για κάποιο χρόνο πριν τις προδώσω ή
τις εγκαταλείψω. Κι όμως, τους μένω πιστός, και μάλιστα οριστικά. Όχι
βέβαια χά...
ΤΕΛΟΣ
-
Οι εποχές αλλάζουν. Οι αναγνώστες αλλάζουν. Εμείς αλλάζουμε.
Ας το παραδεχτούμε.
Το ιστολόγιο αυτό τελειώνει εδώ. Ψιθυριστά όπως άρχισε.
Νέες αναρτήσεις...
της λησμονιάς που εμμένει
-
πάλι θα πεις
για εκείνα τα πουλιά
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
για κουτσουλιές για χνώτα
για την ανάξια βάρκιζα
για τις αρβύλες
τις σαπρές
σιωπές
στρι...
Πληγή στο καλάμι
-
Πριν να ζητήσω να σκάσουν τα πουλιά
Πέρασα την γέφυρα Φόρθστρητ στο Εδιμβούργο
Βέβαιος πως τέρμα οι λαογραφίες αφού
Με περίμενε ζωή κρυστάλλου και χάλυβα...
Όταν η κουτάλα συνάντησε το ρόπαλο
-
Πρώτα απ’ όλα, διευκρινίζω ότι η εικόνα από πάνω είναι φωτοσοπιά. Το
αυθεντικό εξώφυλλο έχει για κεντρική φωτογραφία κουκουλοφόρους μέσα σε
καπνούς από χημ...
Brexit: Το αναπάντεχο καλοκαίρι της Βρετανίας
-
*{Το άρθρο αυτό γράφτηκε λίγες εβδομάδες μετά το Βρετανικό δημοψήφισμα για
την έξοδο από την ΕΕ, και δημοσιεύτηκε στο τεύχος καλοκαιριού του
περιοδικού ...
"Εργασια"
-
- Καλημερα σας, σας τηλεφωνω για το ιντερβιου που ειχαμε μαζι σας. Θα
θελαμε να ξεκινησουμε συνεργασια μαζι σας
- Πολυ ωραια. Σας ευχαριστω
- Οποτε απο Δευτ...
Σκέψεις για τις ευρωπαικές και αμερικάνικες αγορές
-
Πολυς λόγος έγινε τα τελευταία χρόνια της κρίσης για την εισοδηματική
ανισότητα στις ΗΠΑ κυρίως και λιγότερο στις υπόλοιπες αναπτυγμένες
καπιταλιστικές ...
ΣΕΡΓΚΕΗ ΓΕΣΕΝΙΝ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Από τα «Ποιήματα»
-
*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το
χ...
4 βιβλία για το καλοκαίρι.
-
Οι λίστες είναι δημοφιλείς, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Υπάρχει μία
για τον καθένα και υπόσχονται λύσεις στα πάσης φύσεως διλήμματα, ταξιδιωτών
και...
Αναστασία
-
Είναι μια σπηλιά είναι ένα νησί ένα πετράδι Είναι η λάβα κ το στερέωμα μία
κοιλάδα Είναι βουνά, ο γαλαξίας κ ο βυθός ο θησαυρός Είναι η γη είναι πηγή
είναι...
"Οι 22 κύκλοι"
-
Βυθισμένος στις σκέψεις του, πέρασε την πόρτα ενός άλσους. Δεν το σκέφτηκε
πολύ, πάντα έβρισκε στη φύση τη διαφυγή που έψαχνε από το μυαλό του. Χωρίς
κάπ...
ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ
-
Το blog αυτό, μετά από 1200 αναρτήσεις και περισσότερες από 600.000
προβολές των σελίδων του "γέμισε".
Γι' αυτό μετακομίζει σε νέα διεύθυνση:
www.s...
Ας σπρωχτούμε, κι όπως πέσουμε*
-
Εδώ τα ΑΤΜ κλείνουν στις 10 το βράδυ. Δηλαδή όχι τα ίδια τα μηχανήματα,
αλλά οι είσοδοι των προθαλάμων των τραπεζών. Στην τράπεζα της γειτονιάς
μου, ο άστε...