Αλμπάνηδες, κομπογιαννίτες, τσαρλατάνοι (από την ΕφΣυν)
-
Αναδημοσιεύω σήμερα το προχτεσινό άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών,
στην τακτική εβδομαδιαία στήλη μου «Μέσα από τις λέξεις». Το υλικό είναι
περίπου ...
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015
Έλα κι απόψε κοπελιά
Τον έρωτα; Τον κάνω συχνά αλλά δεν τον συζητώ ποτέ. Μαρσέλ Προυστ.
Η Ιουλία Lespinasse, διάσημη για το φιλολογικό σαλόνι της, επιστήθια φίλη του Ντ’Αλαμπέρ, ήταν ερωτευμένη με τον στρατηγό Guibert. Χωρίς ανταπόκριση. Του έγραφε: «Σας αγαπώ όπως πρέπει κανείς ν’αγαπά, με πλησμονή, με τρέλα, με ενθουσιασμό, με απελπισία. Σας αγαπώ πέρα από τη δύναμη της ψυχής και του σώματός μου. Δυο πράγματα στον κόσμο δεν υποφέρουν τη μετριότητα: οι στίχοι κι ο έρωτας. Ω φίλε μου, η ψυχή μου υποφέρει. Δεν έχω πια λόγια παρά μόνο κραυγές». Λίγο μετά το γάμο του Guibert, η Ιουλία Lespinasse αρρώστησε και πέθανε. Μόλις δύο χρόνια έπειτα από τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, η Lespinasse ίσως επιθύμησε να έχει το τέλος λογοτεχνικής ηρωίδας επιστολικού μυθιστορήματος. Δεν αποκλείεται, κυριευμένη από πάθος για τον μικρότερό της Guibert, να είδε στον εαυτό της κάτι από την Ιουλία του Ρουσώ ή τη Φαίδρα του Ρακίνα. Τίποτα δεν δείχνει ότι προσπάθησε να αποφύγει το αδιέξοδο. Αντίθετα το ενίσχυσε μέχρι την οριστική εκμηδένισή της. Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη, ποιος μπορεί να μιλήσει για αλήθεια και να μη φανεί αστείος; Οι επιστολές της διαβάζονται μέχρι σήμερα.
Όταν έχασε την παιδική της φίλη Νάντια, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, κορυφαία Ρωσίδα ποιήτρια, ήταν 12 χρόνων. Από τη σχέση τους, τουλάχιστον όσον αφορά στην Τσβετάγιεβα, δεν έλειπε το ερωτικό στοιχείο. Ο πατέρας της αδικοχαμένης, θυμάται η Μαρίνα, είχε σημειώσει ένα ποίημα στο λεύκωμα της κόρης του που επαναλάμβανε το στίχο: «Μην εμπιστεύεσαι τους άντρες, φίλη μου». Πιθανόν ήταν κάποιο στιχούργημα δικής του έμπνευσης (ή μήπως Πούσκιν;), δυστυχώς δεν βρήκα περισσότερες πληροφορίες. «Δεν πίστεψα ποτέ στη δυσπιστία», σημειώνει η Τσβετάγιεβα με ανεπανάληπτη ευαισθησία: «Απεναντίας, πίστεψα στον πρώτο που συνάντησα». Το ύφος της εποχής προέτρεπε μια νέα, προικισμένη και από καλή οικογένεια προς τέτοιου είδους σκέψεις. Δεν πρόκειται για το φόβο αλλοίωσης της γυναικείας παρθενίας, λέει, αλλά για την παρακμή ενός ολόκληρου πολιτισμού που εκδικούνταν τα παιδιά του για όσα είχαν στερηθεί οι γονείς. Αργότερα, προσπαθώντας να εξηγήσει πώς μια κοπέλα μεγαλύτερη προτιμούσε εκείνη για παρέα, μια παιδούλα, γράφει: «Ίσως ακολουθούσες την ποιήτρια που τώρα σε ανασταίνει».
Σήμερα, η τελευταία επίδραση στον τρόπο που κατανοούμε τον έρωτα είναι πιθανότατα οι 50 αποχρώσεις του γκρι- δίχως ίχνος ταλέντου η κυριούλα που έγινε εκατομμυριούχος αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό. Οι ανήσυχες καρδιές βρίσκουν παρηγοριά στο έντεχνο τραγούδι, αφού η ποίηση παραμένει σχετικά απρόσιτη. Από τον έρωτα μέχρι θανάτου έως την εκμάθηση της δυσπιστίας, η απόσταση παραμένει χαοτική. Η ισορροπία μεταξύ των δύο ήταν ανέκαθεν υπόθεση του καθενός. Πέρυσι, για παράδειγμα, μία παρεξήγηση κρατούσε μακριά κάποιο ζευγάρι, ώσπου το αγόρι έφυγε πρόωρα. Του είχε αφιερώσει κάποτε εκείνο του Χαρούλη. Αν, τότε. Αν γίνεις αυτό που ήσουν, θα έρθω κοντά σου. Το αν έγινε έμμονη ιδέα. Η επανασύνδεση αναίτια αναβαλλόταν. Αν, τότε, ποτέ. Ο πολιτισμός που άθελά του ψεύδεται, ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας. Ασφαλώς, βλέποντας τα πράγματα πιο ψύχραιμα, τα τραγούδια δεν υποχρεούνται να τονίζουν την αλήθεια που επείγει, αλλά να περιγράφουν τις διαθέσεις, τα ψέματα και τους εγωισμούς των ανθρώπων. Προστατευμένος μέσα στην πόλη, σίγουρος για το αύριο που του υπόσχονται, με πίστη στην ιατρική και στο αήττητο της θνητότητάς του, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αισθάνεται την ανάσα του θανάτου στο σβέρκο του. Δυστυχώς, όμως, shit happens.
Άρχισε να μ' ενοχλεί και τ' άλλο του Θανάση: «Άμοιρη ψυχή, μην ξεγελαστείς». Ο στίχος επικεντρώνεται στην αδυναμία του ερωτευμένου. Μα τι είναι ο έρωτας, θα ρωτήσει κάποιος, αν δεν είναι αυτή ακριβώς η αδυναμία; Εν μέρει θα 'χει δίκιο. Δεν είναι έρωτας όμως μια αδυναμία που παραλύει και γίνεται εύκολη αυτοδικαίωση κάποιας άμοιρης ψυχής. Θέλω, αλλά φοβάμαι. Δεν φταίω, ξεγελάστηκα. Τι σόι απαγορεύεται είναι αυτό; Τι θα γίνει δηλαδή αν πληγωθεί, τι θα συμβεί αν φτάσει στα άκρα, τι θα χάσει αν «ένα φιλί αμέθυστο έρθει και του ζητήσει»; Προφανώς τίποτα. Ο Παπακωνσταντίνου ξέρει καλά πως τον άνθρωπο πατάν στ'αλήθεια τα πόδια του τα ίδια. Υπονοώ όμως, για να μην κρύβομαι πίσω απ' το δάχτυλό μου, ότι κορίτσια που δάκρυζαν με το «Μιλώ για σένα» έκαναν γάμους συμφέροντος προκειμένου να πάρουν το αίμα τους πίσω: όταν δεν μπορείς να αναμετρηθείς με τον έρωτα, δεν μπορείς να αναμετρηθείς και με τον θάνατο, προτιμώντας να τον ζήσεις εν ζωή.
Ο ρόλος του καθοδηγητή ή του λογοκριτή έχει πολλούς υποψηφίους, αλλά ευτυχώς δεν φτιάχτηκε για κανέναν από μας. Πάντα κάθε άνθρωπος θα επηρεάζεται από ερεθίσματα που ο ίδιος θα επιτρέπει να τον επηρεάσουν, από όσα νομίζει πως του ταιριάζουν, από αυτά που τον εκφράζουν μια δεδομένη στιγμή περισσότερο. Όλο και κάποιος Γκαίτε, ένας αυταρχικός πατέρας ή απλά κάποιος στίχος θα θέτει ερωτήματα. Η ζωή θα φορτώνεται με «γραφειοκρατία», η οποία από τη μία θα την κάνει πλουσιότερη κι από την άλλη θα την απειλεί με τρικλοποδιά. Στην πραγματικότητα, εμείς είμαστε αυτοί που θέλουμε να περάσουμε μέσα από την κόλαση. Να δυστυχήσουμε και να ευτυχήσουμε με το δικό μας τρόπο. Να βγούμε νικητές αφού κοιτάξουμε τον γκρεμό. Ίσως μονάχα με το πέρασμα των χρόνων η συμβουλή εκείνου του θείου του Σταντάλ ανακτά την αξία της: «Όταν μια γυναίκα σε εγκαταλείπει, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες κάνε ερωτική εξομολόγηση σε μιαν άλλη». Η βιασύνη, αν και ανισόρροπη, έχει περισσότερη υγεία με το μέρος της. Σκοντάφτει δηλαδή κι όποιος αργεί.
Τα λουλούδια μαράθηκαν, τα σοκολατάκια φαγώθηκαν. Και τα ζευγαράκια που ήδη χώρισαν, ενώ πριν μερικές μέρες αντάλλαζαν όρκους αιώνιας αγάπης, ξέρουν ότι δεν βρισκόμαστε μήτε σε ανθοπωλείο μήτε σε ζαχαροπλαστείο. Ο Ιαβέρης, αναφερόμενος στην οδηγική συμπεριφορά, είχε προειδοποιήσει: όταν έρχεται η στιγμή του φρεναρίσματος, τα χάνεις. Στο κακό αποδεικνύεσαι ηλίθιος. Ο θάνατος δεν καταλαβαίνει πάντοτε από ζώνες ασφαλείας. Γι'αυτό ο Μήτσος Σταυρακάκης έγραψε: «Έλα κι απόψε κοπελιά στην εδική μου αγκάλη, να κλέψομε μια δεκαριά μέρες του Χάρου πάλι». Όταν πρωτάκουσα την μαντινάδα του μικρός, νόμιζα πως την έγραψε άνθρωπος άρρωστος, κάποιος που πεθαίνει, ένας Κρητικός που σκέφτεται να δοκιμάσει το one night stand. Δεν έδωσα σημασία.
(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)
Η Ιουλία Lespinasse, διάσημη για το φιλολογικό σαλόνι της, επιστήθια φίλη του Ντ’Αλαμπέρ, ήταν ερωτευμένη με τον στρατηγό Guibert. Χωρίς ανταπόκριση. Του έγραφε: «Σας αγαπώ όπως πρέπει κανείς ν’αγαπά, με πλησμονή, με τρέλα, με ενθουσιασμό, με απελπισία. Σας αγαπώ πέρα από τη δύναμη της ψυχής και του σώματός μου. Δυο πράγματα στον κόσμο δεν υποφέρουν τη μετριότητα: οι στίχοι κι ο έρωτας. Ω φίλε μου, η ψυχή μου υποφέρει. Δεν έχω πια λόγια παρά μόνο κραυγές». Λίγο μετά το γάμο του Guibert, η Ιουλία Lespinasse αρρώστησε και πέθανε. Μόλις δύο χρόνια έπειτα από τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, η Lespinasse ίσως επιθύμησε να έχει το τέλος λογοτεχνικής ηρωίδας επιστολικού μυθιστορήματος. Δεν αποκλείεται, κυριευμένη από πάθος για τον μικρότερό της Guibert, να είδε στον εαυτό της κάτι από την Ιουλία του Ρουσώ ή τη Φαίδρα του Ρακίνα. Τίποτα δεν δείχνει ότι προσπάθησε να αποφύγει το αδιέξοδο. Αντίθετα το ενίσχυσε μέχρι την οριστική εκμηδένισή της. Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη, ποιος μπορεί να μιλήσει για αλήθεια και να μη φανεί αστείος; Οι επιστολές της διαβάζονται μέχρι σήμερα.
Όταν έχασε την παιδική της φίλη Νάντια, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, κορυφαία Ρωσίδα ποιήτρια, ήταν 12 χρόνων. Από τη σχέση τους, τουλάχιστον όσον αφορά στην Τσβετάγιεβα, δεν έλειπε το ερωτικό στοιχείο. Ο πατέρας της αδικοχαμένης, θυμάται η Μαρίνα, είχε σημειώσει ένα ποίημα στο λεύκωμα της κόρης του που επαναλάμβανε το στίχο: «Μην εμπιστεύεσαι τους άντρες, φίλη μου». Πιθανόν ήταν κάποιο στιχούργημα δικής του έμπνευσης (ή μήπως Πούσκιν;), δυστυχώς δεν βρήκα περισσότερες πληροφορίες. «Δεν πίστεψα ποτέ στη δυσπιστία», σημειώνει η Τσβετάγιεβα με ανεπανάληπτη ευαισθησία: «Απεναντίας, πίστεψα στον πρώτο που συνάντησα». Το ύφος της εποχής προέτρεπε μια νέα, προικισμένη και από καλή οικογένεια προς τέτοιου είδους σκέψεις. Δεν πρόκειται για το φόβο αλλοίωσης της γυναικείας παρθενίας, λέει, αλλά για την παρακμή ενός ολόκληρου πολιτισμού που εκδικούνταν τα παιδιά του για όσα είχαν στερηθεί οι γονείς. Αργότερα, προσπαθώντας να εξηγήσει πώς μια κοπέλα μεγαλύτερη προτιμούσε εκείνη για παρέα, μια παιδούλα, γράφει: «Ίσως ακολουθούσες την ποιήτρια που τώρα σε ανασταίνει».
Σήμερα, η τελευταία επίδραση στον τρόπο που κατανοούμε τον έρωτα είναι πιθανότατα οι 50 αποχρώσεις του γκρι- δίχως ίχνος ταλέντου η κυριούλα που έγινε εκατομμυριούχος αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό. Οι ανήσυχες καρδιές βρίσκουν παρηγοριά στο έντεχνο τραγούδι, αφού η ποίηση παραμένει σχετικά απρόσιτη. Από τον έρωτα μέχρι θανάτου έως την εκμάθηση της δυσπιστίας, η απόσταση παραμένει χαοτική. Η ισορροπία μεταξύ των δύο ήταν ανέκαθεν υπόθεση του καθενός. Πέρυσι, για παράδειγμα, μία παρεξήγηση κρατούσε μακριά κάποιο ζευγάρι, ώσπου το αγόρι έφυγε πρόωρα. Του είχε αφιερώσει κάποτε εκείνο του Χαρούλη. Αν, τότε. Αν γίνεις αυτό που ήσουν, θα έρθω κοντά σου. Το αν έγινε έμμονη ιδέα. Η επανασύνδεση αναίτια αναβαλλόταν. Αν, τότε, ποτέ. Ο πολιτισμός που άθελά του ψεύδεται, ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας. Ασφαλώς, βλέποντας τα πράγματα πιο ψύχραιμα, τα τραγούδια δεν υποχρεούνται να τονίζουν την αλήθεια που επείγει, αλλά να περιγράφουν τις διαθέσεις, τα ψέματα και τους εγωισμούς των ανθρώπων. Προστατευμένος μέσα στην πόλη, σίγουρος για το αύριο που του υπόσχονται, με πίστη στην ιατρική και στο αήττητο της θνητότητάς του, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αισθάνεται την ανάσα του θανάτου στο σβέρκο του. Δυστυχώς, όμως, shit happens.
Άρχισε να μ' ενοχλεί και τ' άλλο του Θανάση: «Άμοιρη ψυχή, μην ξεγελαστείς». Ο στίχος επικεντρώνεται στην αδυναμία του ερωτευμένου. Μα τι είναι ο έρωτας, θα ρωτήσει κάποιος, αν δεν είναι αυτή ακριβώς η αδυναμία; Εν μέρει θα 'χει δίκιο. Δεν είναι έρωτας όμως μια αδυναμία που παραλύει και γίνεται εύκολη αυτοδικαίωση κάποιας άμοιρης ψυχής. Θέλω, αλλά φοβάμαι. Δεν φταίω, ξεγελάστηκα. Τι σόι απαγορεύεται είναι αυτό; Τι θα γίνει δηλαδή αν πληγωθεί, τι θα συμβεί αν φτάσει στα άκρα, τι θα χάσει αν «ένα φιλί αμέθυστο έρθει και του ζητήσει»; Προφανώς τίποτα. Ο Παπακωνσταντίνου ξέρει καλά πως τον άνθρωπο πατάν στ'αλήθεια τα πόδια του τα ίδια. Υπονοώ όμως, για να μην κρύβομαι πίσω απ' το δάχτυλό μου, ότι κορίτσια που δάκρυζαν με το «Μιλώ για σένα» έκαναν γάμους συμφέροντος προκειμένου να πάρουν το αίμα τους πίσω: όταν δεν μπορείς να αναμετρηθείς με τον έρωτα, δεν μπορείς να αναμετρηθείς και με τον θάνατο, προτιμώντας να τον ζήσεις εν ζωή.
Ο ρόλος του καθοδηγητή ή του λογοκριτή έχει πολλούς υποψηφίους, αλλά ευτυχώς δεν φτιάχτηκε για κανέναν από μας. Πάντα κάθε άνθρωπος θα επηρεάζεται από ερεθίσματα που ο ίδιος θα επιτρέπει να τον επηρεάσουν, από όσα νομίζει πως του ταιριάζουν, από αυτά που τον εκφράζουν μια δεδομένη στιγμή περισσότερο. Όλο και κάποιος Γκαίτε, ένας αυταρχικός πατέρας ή απλά κάποιος στίχος θα θέτει ερωτήματα. Η ζωή θα φορτώνεται με «γραφειοκρατία», η οποία από τη μία θα την κάνει πλουσιότερη κι από την άλλη θα την απειλεί με τρικλοποδιά. Στην πραγματικότητα, εμείς είμαστε αυτοί που θέλουμε να περάσουμε μέσα από την κόλαση. Να δυστυχήσουμε και να ευτυχήσουμε με το δικό μας τρόπο. Να βγούμε νικητές αφού κοιτάξουμε τον γκρεμό. Ίσως μονάχα με το πέρασμα των χρόνων η συμβουλή εκείνου του θείου του Σταντάλ ανακτά την αξία της: «Όταν μια γυναίκα σε εγκαταλείπει, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες κάνε ερωτική εξομολόγηση σε μιαν άλλη». Η βιασύνη, αν και ανισόρροπη, έχει περισσότερη υγεία με το μέρος της. Σκοντάφτει δηλαδή κι όποιος αργεί.
Τα λουλούδια μαράθηκαν, τα σοκολατάκια φαγώθηκαν. Και τα ζευγαράκια που ήδη χώρισαν, ενώ πριν μερικές μέρες αντάλλαζαν όρκους αιώνιας αγάπης, ξέρουν ότι δεν βρισκόμαστε μήτε σε ανθοπωλείο μήτε σε ζαχαροπλαστείο. Ο Ιαβέρης, αναφερόμενος στην οδηγική συμπεριφορά, είχε προειδοποιήσει: όταν έρχεται η στιγμή του φρεναρίσματος, τα χάνεις. Στο κακό αποδεικνύεσαι ηλίθιος. Ο θάνατος δεν καταλαβαίνει πάντοτε από ζώνες ασφαλείας. Γι'αυτό ο Μήτσος Σταυρακάκης έγραψε: «Έλα κι απόψε κοπελιά στην εδική μου αγκάλη, να κλέψομε μια δεκαριά μέρες του Χάρου πάλι». Όταν πρωτάκουσα την μαντινάδα του μικρός, νόμιζα πως την έγραψε άνθρωπος άρρωστος, κάποιος που πεθαίνει, ένας Κρητικός που σκέφτεται να δοκιμάσει το one night stand. Δεν έδωσα σημασία.
(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015
Καλή πρόοδο
Αν ο Μπωντλαίρ δεν υποχωρεί όταν είναι αντιμέτωπος με την
έκφραση του Κακού, με το ζωγράφισμα του βίτσιου και της ασχήμιας, αν δεν
διστάζει να προχωρήσει τον δαυλό του ως και τα πιο επίφοβα βάθη της καρδιάς του
ανθρώπου, το κάνει όχι γιατί αρέσκεται στη νοσηρότητα, ή για να ιδιοτυπήσει,
αλλά από συνειδητή βούληση. Αντίθετα από τους περισσότερους συγχρόνους του,
ερωτευμένους με γραφικότητες, είτε με τις απρόσμενες πόζες, αρνείται να γίνει
άθυρμα των μεγάλων λέξεων και των λογοτεχνικών «στάσεων». Γι’ αυτόν, όπως θα
πει ο Ζαν Μαρσενάκ, η ποίηση δεν υπήρξε ποτέ μια δικαιολογία, ούτε μια ευκαιρία
για να εθελοτυφλεί. Είναι, όμως, ανηλεής και με τον ίδιο τον εαυτό του. Ο
Μπωντλαίρ γνώρισε τις πτώσεις, τις ασωτείες, τις παραιτήσεις της βούλησης.
Παραδόθηκε στο αλκοόλ, τα ναρκωτικά, γεύτηκε ορισμένες σεξουαλικές διαστροφές.
Υπήρξε οκνηρός και ασυνεπής. Όμως δεν απαρνήθηκε ποτέ την οξυδέρκειά του. Η
ηθική του υγεία ήταν εκπληκτική. Κρίνει χωρίς επιείκεια ό,τι συνετέλεσε στην «απώλειά»
του. Καταδικάζει ό,τι τον έκανε να πισωδρομήσει. Γι’ αυτόν είναι σαν να
γράφτηκε η λαξευτή εκείνη φράση του Τζο Μπουσκέ:« Σε ορισμένους ανθρώπους
έλαχε, σαν εξαιρετική τύχη, να μην μπορούν να αυταρέσκονται». Μάταια θα
αναζητούσαμε στη λογοτεχνία μας ένα τόσο χτυπητό παράδειγμα διανοητικής ακεραιότητας.
Ο Μπωντλαίρ δεν ψάχνει ποτέ για δικαιολογία. Δεν καταφεύγει στην καταπιεσμένη
απολογία του βίτσιου του, έχει το θάρρος να καταγγείλει τα σφάλματά του. Η
λατρεία του Εγώ, την οποία θέτει ως μείζονα αρχή του δανδισμού, δεν είναι
αυταρέσκεια ή τύφλωση. Είναι η επιδίωξη ενός συνεχούς καλύτερου, μια αληθινή
«Ανάληψη», μια αληθινή ασκητική. «Η ειλικρίνεια», γράφει κάπου, «μέσο
πρωτοτυπίας». Θα μπορούσε να προσθέσει: πηγή ηθικής προόδου.
Λυκ Ντεκών, Μπωντλαίρ, Εκδόσεις Πλέθρον, Μετάφραση Γιώργου Σπανού.
Λυκ Ντεκών, Μπωντλαίρ, Εκδόσεις Πλέθρον, Μετάφραση Γιώργου Σπανού.
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015
Ήχοι της Κρήτης (κι άλλα)
Ο Νίκος τραγουδάει στα τζιτζίκια.
Ο Τσουρούπης στο 6.13 ξεκινάει τις προετοιμασίες, στο 6.20 το
ιστιοφόρο του ανοίγει πανιά, στο 6.50 βγαίνει στα ανοιχτά.
Ο Πάρις σε πυροβολεί στα πόδια στο 14.02. Είσαι υποχρεωμένος να
χορέψεις.
Η λύρα κελαηδάει, τσιλιμπουρδίζει και, προς το τέλος, μαστιγώνει τους
άπιστους.
Καλπασμοί.
Λαούτο προκαλεί λύρα και καβγαδίζουν σα σκύλος με γάτα στο 2.34.
I
sound my
barbaric yawp
over the roofs
of the world. Walt Whitman.
Κωπηλασία.
Ανατίναξη στο "Πάνω στα χέρια σου κρατείς" (4.42).
Ο Παντελής Σταυρουλάκης άκουσε τον αέρα και έγραψε το συρτό του.
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015
Η νύχτα του φόνου
Η μόνη θρησκευτική τελετή που αγαπώ είναι το γαμήσι. Κι όταν ακούω
μουσική, μου λείπει πάλι αυτό. Το αίμα. Ο ιδρώτας. Οι μυρωδιές. Ο
αγώνας των κορμιών. Ο πόνος. Ένας φόνος. Να λερωθώ. Να βρίσω. Να πληγώσω. Να ουρλιάξω.
Μεγαλώνοντας, βλέποντας την παγίδα που μου έστηνε η μόρφωση, η καριέρα και η
ευπρέπεια, ήθελα να είμαι από την Κρήτη. Δεν ήθελα να είμαι από το Μέγκα όπως ο
Σταύρος. Κι ο Τζούγανος όταν με βρήκε λίγο πριν τα 20, παρόλο που ήταν mainstream, μου έμαθε πως δεν είναι άσχημο να είσαι παλικάρι με αρχίδια. Να
ερωτεύεσαι λεβέντικα και να μιλάς για το μυαλό σου. Εκείνο το βράδυ που είχαμε
πάρει αυτοκίνητο για να πάμε από τον Άγιο στο Ηράκλειο, δεν το μετάνιωσα στιγμή.
2005. Στα 36 του εκείνος, στα ντουζένια του. Υπερβολή και μέτρο στη σωστή
αναλογία. Ο Μιχάλης έπιανε το λαούτο τότε και περίμενες ότι κάτι μεγάλο θα
γίνει μπροστά σου. Είχε πόζα; Είχε. Είχε κόκα; Είχε. Αλλά είχε και αλήθεια
ακόμα. Στο άλλο βίντεο από την ίδια εκτέλεση, κάποιος είχε γράψει σε γκρίκλις
κάτι που ποτέ δεν ξέχασα: Prepei na eixe skotwsei ti gynaika tou pio prin. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο ακριβής.
Γι'αυτό μ΄αρέσει ακόμα να το βλέπω. Θρηνούσε και την ξεπερνούσε. Της έλεγε ότι
τη λατρεύει και τη διαολόστελνε. Της ζητούσε συγγνώμη και τη μαχαίρωνε. Στα
καμαρίνια τον περίμενε η επόμενη να πηδηχτούν. Να του βγάλει τα λευκά γιατί είχαν γεμίσει κόκκινους λεκέδες. Δυστυχώς όμως δεν
ξαναπαντρεύτηκε. Άλλο φόνο δεν είδαμε. Η πτώση ήρθε από την επόμενη χρονιά.
Ήταν πια άλλος καλλιτέχνης, διάσημος, δεξιοτέχνης αλλά αδιάφορος και
κουραστικός. Ο πολύς κόσμος γνώρισε τον άλλο. Κι όταν λέω Τζουγανάκης, δεν
συνεννοούμαστε. Τουλάχιστον όμως ήμουν εκεί. Τη νύχτα του φόνου.
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015
Η Τζιχάντ είμαι εγώ
Οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Τσαρλς Μπουκόφσκι.
Μου αρέσει που ο τελευταίος άγιος της Εκκλησίας μας πήγε από καρκίνο του προστάτη επειδή μάλλον δεν πολυχρησιμοποιούσε το όργανό του. Μου αρέσει που ο Κρίστοφερ Χίτσενς, αφού έγραψε το βιβλίο του «ο Θεός δεν είναι μεγάλος», πήγε κι αυτός από καρκίνο. Μου αρέσει που εκείνος ο τρελαμένος με την υγιεινή διατροφή και το τζόγκινγκ πέθανε ενώ έκανε τζόγκινγκ. Μου αρέσουν όλες αυτές οι ιστορίες. Έχουν πλάκα, δε νομίζετε; Πιο πολύ μου αρέσει που εκείνη η πορνοστάρ, η Νάντια Στάιλς, αφού γύρισε κάμποσες τσόντες όλων των ειδών, μετάνιωσε για ό,τι σπέρμα είχε καταπιεί. Εμφανίστηκε δακρυσμένη και υποσχέθηκε να μεταφέρει από δω και στο εξής το μήνυμα του αληθινού Κυρίου. Μου άρεσε, δε, ακόμα περισσότερο όταν επέστρεψε στη Βιομηχανία μετά από 2-3 χρόνια για να ρουφήξει το καυλί του Μαντίγκο. Γενικά λατρεύω τις φάρσες που αφορούν στο τι προσκυνάει ο καθένας και τις ανατροπές τους. Για δεξιούς που έγιναν αριστεροί και για αριστερούς που έγιναν δεξιοί, ας μη μιλήσουμε, θα πάρει χρόνο. Δεν ήξερα το Σαρλί Εμπντό και γι'αυτό δεν σκέφτηκα την άποψή μου τις προηγούμενες μέρες. Επισκέφτηκα ωστόσο την Athens Voice, το Protagon και άλλα σάιτ για να μάθω τι πρέπει να πιστεύω ως πολίτης ενός ανώτερου πολιτισμού. Εντέλει βρήκα αυτό το κείμενο από το 2006 που με εκφράζει αρκετά. Αγαπώ τη σάτιρα, αγαπώ όμως και τη διακριτικότητα, αυτό είναι το πρόβλημά μου. Προτιμώ το πίσω απ' την πλάτη, το χαμηλόφωνο, το χιούμορ που χρησιμοποιεί προφυλάξεις και διαθέτει αγάπη γι' αυτόν που σατιρίζει. Δεν μου αρέσει όταν γίνεται εξουσία, νόμος και δίκη. Και είναι μεγάλη εξουσία να μπορείς να κάνεις ανθρώπους να γελάνε. Η κατάχρησή της είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Το παρακάτω περιστατικό είναι ασήμαντο αλλά έχει όλα τα συστατικά που βασανίζουν την παγκόσμια συνεννόηση: Προχθές ένας χιουμορίστας έγραψε στο Τουίτερ ότι η κρητική μουσική είναι για νεκρούς, πως ακούει να σκούζουν δελφίνια. Χαριτωμένο, αλλά έχει πει και καλύτερα! Όντως, πολλά κρητικά είναι απαίσια. Η μουσική της Κρήτης όμως δεν είναι ό,τι έχει ακούσει ο συγκεκριμένος στην ιδιωτική του τηλεόραση. Είμαι ήδη αρκετά θυμωμένος για την εικόνα που έχει πολύς κόσμος με ευθύνη των Μ.Μ.Ε. Εδώ ας πούμε τις προάλλες άκουγα καλπασμούς, μπορεί κάποτε να ακούσω και δελφίνια, τίποτα δεν αποκλείω. Επειδή είναι ο τρίτος ή ο τέταρτος που έκανε ατάκα την προκατάληψη και την άγνοιά του για το εν λόγω ζήτημα, επειδή εμένα αυτή η μουσική με κράτησε ζωντανό πριν ένα χρόνο, επειδή το δικό μου όριο στη βλακεία μπαίνει εκεί που ξεκινά το (θρησκευτικό;) συναίσθημά μου, εκνευρίστηκα και του έστειλα έναν Σταυρακάκη. Η φωνή του Βασίλη και η λύρα του Ross δεν θα του άφηναν περιθώρια αν καθάριζε τα αφτιά του. Έστειλα ένα τραγουδάκι κι εκείνος δεν απάντησε ποτέ. Ως ανώτερος; Ως πιο δημοφιλής; Ή απλά ως κάποιος που κάνει την πλάκα του και δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του; Πάντως με αγνόησε επιδεικτικά. Έπρεπε να ακούσω τη σιωπή του: «Ήταν απλά μια ακόμη ατάκα που δεν ήθελε να πει τίποτα, νεαρέ». Εγώ όμως είμαι από άλλο ανέκδοτο. Η σιωπή μου στα Social Media είναι η αγάπη μου. Σκορπίζω ομορφιά και το βουλώνω γιατί έχω μπουχτίσει από αθλιότητα. Δε θα φτιάξω εγώ το ρωμαίικο, αμφιβάλλω αν μπορώ να του κάνω καλό με οποιοδήποτε τρόπο. Προτιμώ να διασκεδάζω μόνο αυτούς που θέλω. Προσπαθώ να μην προσβάλλω κανένα. Και δεν μου αρέσει να με υποτιμούν. Είμαι δηλαδή ένας κοινός σχεδόν άνθρωπος, με ιδιαίτερες ευαισθησίες, πολλά χαρίσματα και ισάριθμα ελαττώματα. Εκείνη την ώρα, λοιπόν, γούσταρα να ταπεινώσω την ευφυΐα που υπέθεσα πως νομίζει ότι μπορεί να έχει πάντα, το ομολογώ. Ξαναδιαβάστε την πρόταση αν μπερδευτήκατε γιατί σ'αυτήν βρίσκεται όλη η παρεξήγηση που η ανθρωπότητα δεν θα λύσει. Σκέφτηκα τον Άλι να γρονθοκοπεί τον Τερέλ: " What's my name, what's my name?". Και δεν ήθελα να πει το δικό μου όνομα, αλλά του Vasili Stavrakaki, του Μωάμεθ μου. Μη μου πείτε πως εσείς δεν έχετε δικούς σας. Δεν έχω χιούμορ όταν κάποιος προσβάλλει όσα αγαπώ; Έχω, αλλά όχι πάντα. Δεν θέλω να πάω στον Πνευματικό μου να εξομολογηθώ γι'αυτό. Δεν αμάρτησε ούτε αυτός, ούτε εγώ. Αν γνωριζόμασταν και πετούσε την ατάκα σε μία παρέα, το κλίμα θα ήταν χαλαρό, ίσως συνεννοούμασταν, ίσως και όχι. Το πιθανότερο είναι να μου έλεγε ότι αυτή είναι η γνώμη του, αλλά δεν παίρνει και όρκο. Εγώ θα αδιαφορούσα ως πολιτισμένος άνθρωπος, αφού ούτε την άδειά του χρειάζομαι ούτε την έγκρισή του για το τι παίζουν τα ακουστικά μου. Στο τέλος της συνάντησης μπορεί να είχαμε γίνει κολλητοί, να μην τον είχα εκτιμήσει αλλά αυτός να έλεγε σε όλους πόσο γαμάτος είμαι ή το αντίστροφο. Η απόσταση όμως, σε συνδυασμό με τη μούγγα του, την προσβολή που ένιωσα, τη συναισθηματική φόρτιση της συγκεκριμένης ημέρας και την αποδοχή της χαζομαρίτσας που έγραψε, με έκανε να σκέφτομαι πως θέλω να του κάνω ανφόλο, που είναι κάτι σα μπουκέτο, ας μην κοροϊδευόμαστε, παρόρμηση που καταπολέμησα επιτυχώς. Αν δεν την ομολογήσω, θα την καταπιέσω χειρότερα. Διαπίστωσα ξανά πόσο άδικος μπορώ να γίνω. Αν είχε πετάξει την ατάκα στα Ζωνιανά, τώρα θα τον κλαίγαμε και θα ήταν κρίμα να υπάρχει μόνο στις ιστορίες της πρώτης παραγράφου. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Αν εγώ με την παιδεία που υποτίθεται πως έχω, αν εγώ που διαβάζω ποίηση, αν εγώ που γοητεύομαι από την εξαντλητική σκέψη και τη μεγάλη λογοτεχνία, αν εγώ που έχω σκοτώσει τους περισσότερους από τους Θεούς μου, αν εγώ που δεν έχω πειράξει άνθρωπο, τυραννιέμαι ακόμα από τέτοια ένστικτα, αχρείαστα και βλακώδη, ε λοιπόν, τότε, δεν μπορώ να το παίζω σοκαρισμένος από τον τζιχαντιστή. Εγώ είμαι η Τζιχάντ. Λυπάμαι, δηλαδή, δυτικέ μου πολιτισμέ, αλλά πάλι ψεύδεσαι, δεν έχεις καταλάβει τίποτα, δεν θες να εξηγήσεις τίποτα, είσαι δέκα φορές ένοχος και σ' έχω βαρεθεί.
Δεν καμαρώνω για τις ουρές στον Παΐσιο. Καταλαβαίνω όμως τα γεροντάκια. Καταλαβαίνω και τον πατέρα μου που όσο μεγαλώνει, αν και διάβασε χιλιάδες βιβλία, γυρνάει όλο και πιο συχνά τη συχνότητα στο 4Ε. Αγαπώ τους Έλληνες που πέθαιναν νέοι, που είχαν σοφούς κι όχι αγίους, που φιλοσοφούσαν και δεν ανέχονταν κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι τους. Αλλά τους αγαπώ γιατί ακόμα το λέει η καρδιά μου. «Υπάρχει μεγαλύτερη παραίτηση από την πίστη;» Ο Σιοράν γνωρίζει την απάντηση, ωστόσο, συμπληρώνει γιατί δεν είναι ανόητος: «Η υγεία είναι το αποφασιστικό όπλο ενάντια στη θρησκεία. Βρείτε το οικουμενικό ελιξίριο: ο Θεός θα εξαφανιστεί αμετάκλητα. Είναι μάταιο να γοητεύσουμε τον άνθρωπο με άλλα ιδεώδη: θα είναι πιο αδύναμα και από τους αρρώστους. Ο Θεός είναι η σκουριά μας, η ανεπαίσθητη φθορά της υπόστασής μας». Ένας φίλος έχασε μάνα, πατέρα και αδερφή, τον έναν άνθρωπό του πίσω απ' τον άλλο σε διάστημα μερικών ετών. Δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία και τώρα είναι στο Άγιο Όρος. Πήγα να τον κρίνω, θύμωσα μαζί του, του 'γραψα κάτι, το αποθήκευσα στα πρόχειρα κι έπειτα γύρισα μια μεγαλοπρεπή μούτζα στον εαυτό μου. Εσείς θα ήσασταν αλλού; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε κι όχι από τη θέση ισχύος που βρισκόμαστε μονίμως. Η δική μας φλύαρη κοσμοθεωρία μπορεί να μην εκτελεί κόσμο (λέμε τώρα), αλλά σίγουρα όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει με την ίδια σκληρότητα ή με την ίδια ελαφρότητα, το ίδιο κάνει. Αν τα καταφέρουμε, ύστερα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί αποτυγχάνει η σάτιρα να «φωτίσει» τον κόσμο. Τη σάτιρα, αλήθεια, θα τη φωτίσει κανείς ή μόνο σφαίρες έχουν απομείνει;
Μου αρέσει που ο τελευταίος άγιος της Εκκλησίας μας πήγε από καρκίνο του προστάτη επειδή μάλλον δεν πολυχρησιμοποιούσε το όργανό του. Μου αρέσει που ο Κρίστοφερ Χίτσενς, αφού έγραψε το βιβλίο του «ο Θεός δεν είναι μεγάλος», πήγε κι αυτός από καρκίνο. Μου αρέσει που εκείνος ο τρελαμένος με την υγιεινή διατροφή και το τζόγκινγκ πέθανε ενώ έκανε τζόγκινγκ. Μου αρέσουν όλες αυτές οι ιστορίες. Έχουν πλάκα, δε νομίζετε; Πιο πολύ μου αρέσει που εκείνη η πορνοστάρ, η Νάντια Στάιλς, αφού γύρισε κάμποσες τσόντες όλων των ειδών, μετάνιωσε για ό,τι σπέρμα είχε καταπιεί. Εμφανίστηκε δακρυσμένη και υποσχέθηκε να μεταφέρει από δω και στο εξής το μήνυμα του αληθινού Κυρίου. Μου άρεσε, δε, ακόμα περισσότερο όταν επέστρεψε στη Βιομηχανία μετά από 2-3 χρόνια για να ρουφήξει το καυλί του Μαντίγκο. Γενικά λατρεύω τις φάρσες που αφορούν στο τι προσκυνάει ο καθένας και τις ανατροπές τους. Για δεξιούς που έγιναν αριστεροί και για αριστερούς που έγιναν δεξιοί, ας μη μιλήσουμε, θα πάρει χρόνο. Δεν ήξερα το Σαρλί Εμπντό και γι'αυτό δεν σκέφτηκα την άποψή μου τις προηγούμενες μέρες. Επισκέφτηκα ωστόσο την Athens Voice, το Protagon και άλλα σάιτ για να μάθω τι πρέπει να πιστεύω ως πολίτης ενός ανώτερου πολιτισμού. Εντέλει βρήκα αυτό το κείμενο από το 2006 που με εκφράζει αρκετά. Αγαπώ τη σάτιρα, αγαπώ όμως και τη διακριτικότητα, αυτό είναι το πρόβλημά μου. Προτιμώ το πίσω απ' την πλάτη, το χαμηλόφωνο, το χιούμορ που χρησιμοποιεί προφυλάξεις και διαθέτει αγάπη γι' αυτόν που σατιρίζει. Δεν μου αρέσει όταν γίνεται εξουσία, νόμος και δίκη. Και είναι μεγάλη εξουσία να μπορείς να κάνεις ανθρώπους να γελάνε. Η κατάχρησή της είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Το παρακάτω περιστατικό είναι ασήμαντο αλλά έχει όλα τα συστατικά που βασανίζουν την παγκόσμια συνεννόηση: Προχθές ένας χιουμορίστας έγραψε στο Τουίτερ ότι η κρητική μουσική είναι για νεκρούς, πως ακούει να σκούζουν δελφίνια. Χαριτωμένο, αλλά έχει πει και καλύτερα! Όντως, πολλά κρητικά είναι απαίσια. Η μουσική της Κρήτης όμως δεν είναι ό,τι έχει ακούσει ο συγκεκριμένος στην ιδιωτική του τηλεόραση. Είμαι ήδη αρκετά θυμωμένος για την εικόνα που έχει πολύς κόσμος με ευθύνη των Μ.Μ.Ε. Εδώ ας πούμε τις προάλλες άκουγα καλπασμούς, μπορεί κάποτε να ακούσω και δελφίνια, τίποτα δεν αποκλείω. Επειδή είναι ο τρίτος ή ο τέταρτος που έκανε ατάκα την προκατάληψη και την άγνοιά του για το εν λόγω ζήτημα, επειδή εμένα αυτή η μουσική με κράτησε ζωντανό πριν ένα χρόνο, επειδή το δικό μου όριο στη βλακεία μπαίνει εκεί που ξεκινά το (θρησκευτικό;) συναίσθημά μου, εκνευρίστηκα και του έστειλα έναν Σταυρακάκη. Η φωνή του Βασίλη και η λύρα του Ross δεν θα του άφηναν περιθώρια αν καθάριζε τα αφτιά του. Έστειλα ένα τραγουδάκι κι εκείνος δεν απάντησε ποτέ. Ως ανώτερος; Ως πιο δημοφιλής; Ή απλά ως κάποιος που κάνει την πλάκα του και δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του; Πάντως με αγνόησε επιδεικτικά. Έπρεπε να ακούσω τη σιωπή του: «Ήταν απλά μια ακόμη ατάκα που δεν ήθελε να πει τίποτα, νεαρέ». Εγώ όμως είμαι από άλλο ανέκδοτο. Η σιωπή μου στα Social Media είναι η αγάπη μου. Σκορπίζω ομορφιά και το βουλώνω γιατί έχω μπουχτίσει από αθλιότητα. Δε θα φτιάξω εγώ το ρωμαίικο, αμφιβάλλω αν μπορώ να του κάνω καλό με οποιοδήποτε τρόπο. Προτιμώ να διασκεδάζω μόνο αυτούς που θέλω. Προσπαθώ να μην προσβάλλω κανένα. Και δεν μου αρέσει να με υποτιμούν. Είμαι δηλαδή ένας κοινός σχεδόν άνθρωπος, με ιδιαίτερες ευαισθησίες, πολλά χαρίσματα και ισάριθμα ελαττώματα. Εκείνη την ώρα, λοιπόν, γούσταρα να ταπεινώσω την ευφυΐα που υπέθεσα πως νομίζει ότι μπορεί να έχει πάντα, το ομολογώ. Ξαναδιαβάστε την πρόταση αν μπερδευτήκατε γιατί σ'αυτήν βρίσκεται όλη η παρεξήγηση που η ανθρωπότητα δεν θα λύσει. Σκέφτηκα τον Άλι να γρονθοκοπεί τον Τερέλ: " What's my name, what's my name?". Και δεν ήθελα να πει το δικό μου όνομα, αλλά του Vasili Stavrakaki, του Μωάμεθ μου. Μη μου πείτε πως εσείς δεν έχετε δικούς σας. Δεν έχω χιούμορ όταν κάποιος προσβάλλει όσα αγαπώ; Έχω, αλλά όχι πάντα. Δεν θέλω να πάω στον Πνευματικό μου να εξομολογηθώ γι'αυτό. Δεν αμάρτησε ούτε αυτός, ούτε εγώ. Αν γνωριζόμασταν και πετούσε την ατάκα σε μία παρέα, το κλίμα θα ήταν χαλαρό, ίσως συνεννοούμασταν, ίσως και όχι. Το πιθανότερο είναι να μου έλεγε ότι αυτή είναι η γνώμη του, αλλά δεν παίρνει και όρκο. Εγώ θα αδιαφορούσα ως πολιτισμένος άνθρωπος, αφού ούτε την άδειά του χρειάζομαι ούτε την έγκρισή του για το τι παίζουν τα ακουστικά μου. Στο τέλος της συνάντησης μπορεί να είχαμε γίνει κολλητοί, να μην τον είχα εκτιμήσει αλλά αυτός να έλεγε σε όλους πόσο γαμάτος είμαι ή το αντίστροφο. Η απόσταση όμως, σε συνδυασμό με τη μούγγα του, την προσβολή που ένιωσα, τη συναισθηματική φόρτιση της συγκεκριμένης ημέρας και την αποδοχή της χαζομαρίτσας που έγραψε, με έκανε να σκέφτομαι πως θέλω να του κάνω ανφόλο, που είναι κάτι σα μπουκέτο, ας μην κοροϊδευόμαστε, παρόρμηση που καταπολέμησα επιτυχώς. Αν δεν την ομολογήσω, θα την καταπιέσω χειρότερα. Διαπίστωσα ξανά πόσο άδικος μπορώ να γίνω. Αν είχε πετάξει την ατάκα στα Ζωνιανά, τώρα θα τον κλαίγαμε και θα ήταν κρίμα να υπάρχει μόνο στις ιστορίες της πρώτης παραγράφου. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Αν εγώ με την παιδεία που υποτίθεται πως έχω, αν εγώ που διαβάζω ποίηση, αν εγώ που γοητεύομαι από την εξαντλητική σκέψη και τη μεγάλη λογοτεχνία, αν εγώ που έχω σκοτώσει τους περισσότερους από τους Θεούς μου, αν εγώ που δεν έχω πειράξει άνθρωπο, τυραννιέμαι ακόμα από τέτοια ένστικτα, αχρείαστα και βλακώδη, ε λοιπόν, τότε, δεν μπορώ να το παίζω σοκαρισμένος από τον τζιχαντιστή. Εγώ είμαι η Τζιχάντ. Λυπάμαι, δηλαδή, δυτικέ μου πολιτισμέ, αλλά πάλι ψεύδεσαι, δεν έχεις καταλάβει τίποτα, δεν θες να εξηγήσεις τίποτα, είσαι δέκα φορές ένοχος και σ' έχω βαρεθεί.
Δεν καμαρώνω για τις ουρές στον Παΐσιο. Καταλαβαίνω όμως τα γεροντάκια. Καταλαβαίνω και τον πατέρα μου που όσο μεγαλώνει, αν και διάβασε χιλιάδες βιβλία, γυρνάει όλο και πιο συχνά τη συχνότητα στο 4Ε. Αγαπώ τους Έλληνες που πέθαιναν νέοι, που είχαν σοφούς κι όχι αγίους, που φιλοσοφούσαν και δεν ανέχονταν κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι τους. Αλλά τους αγαπώ γιατί ακόμα το λέει η καρδιά μου. «Υπάρχει μεγαλύτερη παραίτηση από την πίστη;» Ο Σιοράν γνωρίζει την απάντηση, ωστόσο, συμπληρώνει γιατί δεν είναι ανόητος: «Η υγεία είναι το αποφασιστικό όπλο ενάντια στη θρησκεία. Βρείτε το οικουμενικό ελιξίριο: ο Θεός θα εξαφανιστεί αμετάκλητα. Είναι μάταιο να γοητεύσουμε τον άνθρωπο με άλλα ιδεώδη: θα είναι πιο αδύναμα και από τους αρρώστους. Ο Θεός είναι η σκουριά μας, η ανεπαίσθητη φθορά της υπόστασής μας». Ένας φίλος έχασε μάνα, πατέρα και αδερφή, τον έναν άνθρωπό του πίσω απ' τον άλλο σε διάστημα μερικών ετών. Δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία και τώρα είναι στο Άγιο Όρος. Πήγα να τον κρίνω, θύμωσα μαζί του, του 'γραψα κάτι, το αποθήκευσα στα πρόχειρα κι έπειτα γύρισα μια μεγαλοπρεπή μούτζα στον εαυτό μου. Εσείς θα ήσασταν αλλού; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε κι όχι από τη θέση ισχύος που βρισκόμαστε μονίμως. Η δική μας φλύαρη κοσμοθεωρία μπορεί να μην εκτελεί κόσμο (λέμε τώρα), αλλά σίγουρα όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει με την ίδια σκληρότητα ή με την ίδια ελαφρότητα, το ίδιο κάνει. Αν τα καταφέρουμε, ύστερα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί αποτυγχάνει η σάτιρα να «φωτίσει» τον κόσμο. Τη σάτιρα, αλήθεια, θα τη φωτίσει κανείς ή μόνο σφαίρες έχουν απομείνει;
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015
Ένας ποιητής
Ένας ποιητής μπορεί ν’ αντέξει τα πάντα. Κάτι που είναι το ίδιο με το
να πεις πως ένας άνθρωπος μπορεί ν’ αντέξει τα πάντα. Αλλά δεν είναι αλήθεια:
λίγα είναι τα πράγματα που μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος. Να τα αντέξει στ’
αλήθεια. Ένας ποιητής, αντίθετα, μπορεί να τ’ αντέξει όλα.
Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τηλεφωνήματα, Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου.
Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τηλεφωνήματα, Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου.
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014
Θρήσκευμα: Άουσβιτς
Ρωσικά σώματα στρατού που, μετά την κατάληψη του Καίνιγκσμπεργκ και της Βιέννης, απελευθερώθηκαν για το πέρασμα του Όδερου, προήλασαν, μια στρατιά εκατομμυρίων, κατά της ερειπωμένης, εγκαταλελειμμένης ήδη από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες πρωτεύουσας του Ράιχ, ολοκλήρωσαν με το βαρύ τους πυροβολικό ό,τι από καιρό είχε γίνει από αέρος και πλησίαζαν τώρα στο κέντρο της πόλης. Ο αποτρόπαιος άνδρας που πέρυσι μόλις ξέφυγε ζωντανός- με μια τρεμάμενη ζωή παράφρονων πια αναλαμπών- από την απόπειρα απελπισμένων πατριωτών, οι οποίοι επιδίωκαν να σώσουν την τελευταία ικμάδα, το μέλλον, διέταξε τους στρατιώτες του να πνίξουν την επίθεση κατά του Βερολίνου σε ωκεανό αίματος και να τουφεκίσουν κάθε αξιωματικό που θα μιλούσε για παράδοση. Η διαταγή αυτή εκτελέστηκε πολλές φορές. Ταυτόχρονα, περίεργες, επίσης όχι πια τελείως έλλογες ραδιοφωνικές εκπομπές σε γερμανική γλώσσα, περιπλανιόντουσαν στους αιθέρες: τόσο ορισμένες που ζητούσαν την ευμένεια των νικητών για τον πληθυσμό, ακόμη και τους σμπίρους της Γκεστάπο, ως πολυσυκοφαντημένους, όσο και άλλες που μιλούσαν για ένα απελευθερωτικό κίνημα με την ονομασία «Βέρβολφ»: έναν σύνδεσμο μανιακών αγοριών, τα οποία, κρυμμένα σε δάση απ’ όπου επέδραμαν τις νύχτες, είχαν ήδη προσφέρει υπηρεσίες στην πατρίδα με ανδρείους φόνους εισβολέων. Ω, αξιοθρήνητη γελοιότητα! Έτσι αποκαλούνται ως το τέλος, και όχι χωρίς τη γνώριμη απήχηση, το ωμό παραμύθι, το άγριο ίζημα των θρύλων στην ψυχή του λαού.
Εν τω μεταξύ, ένας υπερατλαντικός στρατηγός βάζει τον πληθυσμό της Βαϊμάρης να παρελαύνει μπρος στα κρεματόρια του εκεί στρατοπέδου συγκεντρώσεως και κηρύσσει- μπορεί να πει κανείς : αδίκως;-, κηρύσσει αυτούς τους πολίτες, οι οποίοι φαινομενικά εντίμως ασχολούνταν με τις δουλειές τους και προσπαθούσαν να μην ξέρουν, μολονότι ο άνεμος φυσούσε τη δυσωδία του καμένου ανθρώπινου κρέατος στις μύτες τους, τους κηρύσσει συνενόχους στις θηριωδίες που αποκαλύπτονται τώρα και τους καταναγκάζει να τις δουν με τα μάτια τους. Ας κοιτάξουν- κοιτάζω μαζί τους, αφήνω με τη σκέψη μου να με σπρώχνουν οι αράδες τους κοιτάζοντας με απάθεια ή αναριγώντας. Το χοντρότοιχο υπόγειο μαρτυρίων στο οποίο μετέτρεψε τη Γερμανία μια δεσποτεία ανάξια, εξαρχής ορκισμένη στο μηδέν, διερράγη, και η καταισχύνη μας απλώνεται έκδηλη μπροστά στα μάτια του κόσμου, των ξένων επιτροπών, στις οποίες τώρα επιδεικνύονται, όπου βρεθούν, αυτές οι απίστευτες εικόνες και οι οποίες εξιστορούν στους τόπους τους: ό,τι έχουν δει ξεπερνά σε φρίκη όσα θα μπορούσε να φανταστεί ανθρώπου νους. Λέω: η καταισχύνη μας. Γιατί, είναι μήπως υποχονδρία να ομολογείς στον εαυτό σου ότι καθετί γερμανικό, ακόμα και το γερμανικό πνεύμα, η γερμανική σκέψη, ο γερμανικός λόγος έχουν πληγεί από αυτή την ατιμωτική αποκάλυψη και έχουν κατακρημνιστεί σε βαθιά αμφισβήτηση; Είναι νοσηρή συντριβή να αναρωτιέσαι πώς θα μπορέσει στο μέλλον η Γερμανία εν γένει με οποιαδήποτε μορφή της να αποθρασυνθεί και να ανοίξει το στόμα μιλώντας για ανθρώπινα ζητήματα;
Αυτά που έρχονται σήμερα στο φως μπορεί κανείς να τα ονομάσει σκοτεινές δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης εν γένει- όμως είναι γερμανοί άνθρωποι, μυριάδες, εκατοντάδες χιλιάδες που τα έκαναν αυτά, μπρος στα οποία ανατριχιάζει η ανθρωπότητα και, ό,τι και αν έχει ποτέ υπάρξει με γερμανικό τρόπο, είναι δακτυλοδεικτούμενο ως βδέλυγμα και ως δείγμα του κακού. Πώς θα είναι να ανήκεις σε έναν λαό που η ιστορία του κυοφορούσε αυτή τη φρικτή αποτυχία, έναν λαό σαστισμένο με τον εαυτό του, ψυχικά αποκαμένο, ο οποίος παραδέχεται ότι έχει χάσει κάθε ελπίδα πως μπορεί να αυτοκυβερνηθεί και θεωρεί ότι το καλύτερο είναι να γίνει αποικία ξένων δυνάμεων, σε έναν λαό που θα αναγκαστεί να ζει αποκλεισμένος με τον εαυτό του όπως οι Εβραίοι του γκέτο, επειδή φοβερό, συσσωρευμένο μίσος γύρω του δεν θα του επιτρέπει να βγει από τα σύνορά του- σε έναν λαό που δεν μπορεί να βγει στο φως;
Κατάρα, κατάρα στους διαφθορείς, που έβαλαν στο σχολείο του κακού ένα είδος ανθρώπων στην αρχή έντιμο, δικαιόφρον, τόσο φιλομαθές, που τόσο του άρεσε να ζει στη θεωρία! Πόσο καλό κάνει να τους αναθεματίζεις, πόσο καλό θα έκανε το ανάθεμα αν έβγαινε από στήθος ελεύθερο και ξέγνοιαστο! Μια αγάπη όμως για την πατρίδα, η οποία θα είχε το θάρρος να ισχυριστεί ότι το κράτος του αίματος, που τώρα ζούμε το ξεφύσημα της αγωνίας του, που για να μιλήσω όπως ο Λούθηρος, «φόρτωσε στο σβέρκο του» ακαταμέτρητα εγκλήματα, που το μούγκρισμα των διακηρύξεών του, οι ακυρωτικές για τα ανθρώπινα δικαιώματα εξαγγελίες του παρέσυραν το πλήθος σε υπερευτυχές παραλήρημα, κάτω από τις φανταχτερές σημαίες του οποίου η νεολαία μας παρήλαυνε με αστραφτερά μάτια, λάμποντας αυτάρεσκα με ακλόνητη πίστη- ότι αυτό ήταν κάτι απολύτως ξένο προς τη φύση του λαού μας, κάτι εκβιασμένο και δίχως ρίζες μέσα της- αυτού του είδους η αγάπη για την πατρίδα θα μου φαινόταν περισσότερο μεγαλόψυχη παρά ευσυνείδητη. Αυτή η δεσποτεία δεν ήταν λόγω και έργω απλώς η στρεβλωμένη, εκχυδαϊσμένη, βδελυρή πραγματοποίηση ενός φρονήματος και μιας αντίληψης του κόσμου, στον χαρακτήρα της οποίας πρέπει να αναγνωρίσει κανείς αυθεντικότητα και την οποία με δέος ο οπαδός του χριστιανικού ουμανισμού βρίσκει αποτυπωμένη στα χαρακτηριστικά των μεγάλων μας, των σε παράστημα και επιβλητικότητα ενσαρκώσεων της γερμανικότητας; Ρωτώ- και μήπως ρωτάω πολλά; Αχ, είναι μάλλον κάτι παραπάνω από απλό ερώτημα το ότι αυτός ο λαός στέκει τώρα με το βλέμμα χαμένο μπροστά στο μηδέν, ακριβώς επειδή η τελευταία και πιο ακραία προσπάθειά του να βρει την ολωσδιόλου δική του πολιτιστική μορφή καταβυθίζεται σε τόσο φρικτή αποτυχία.
Τόμας Μαν, Δόκτωρ Φάουστους, Εκδόσεις Πόλις, Μετάφραση Θόδωρου Παρασκευόπουλου.
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014
Στη Μαντόνα
Η γυναίκα στο διπλανό τραπέζι, που «σκυλοβαρέθηκε εδώ πέρα
σήμερα» (01.54), ενώ παρακολουθεί τον μεγαλύτερο τραγουδιστή της Κρήτης, είναι
η ίδια που βρίζει ο Χικς. Τρομάζει πάντα η ομορφιά.
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014
Γιατί άραγε
Η διαδικασιοκρατική αντίληψη, αν θέλει να διατηρήσει τη λογική της
συνοχή, είναι αναγκασμένη να εισαγάγει λαθραία- ή να καταλήξει σε- δύο
τουλάχιστον αποφάσεις, αποφάσεις ουσίας και πραγματικότητας: α) οι πραγματικοί,
δεδομένοι θεσμοί της κοινωνίας είναι, ως έχουν, συμβατοί με την λειτουργία
αληθινά δημοκρατικών διαδικασιών, β) τα άτομα όπως κατασκευάζονται απ'την
κοινωνία μπορούν να θέσουν σε λειτουργία τις καθιερωμένες διαδικασίες σύμφωνα
με το πνεύμα τους και να τις υπερασπιστούν. Αυτές οι αποφάσεις απαιτούν πολλές
προϋποθέσεις και επιφέρουν πολλές συνέπειες. Θα αναφέρω μόνο δύο. Η πρώτη είναι
πως συναντάμε και πάλι εδώ το θεμελιώδες ζήτημα της δίκαιης εφαρμογής, όχι με
την έννοια της ουσίας, αλλά κατ' αρχήν με τη στενή λογική έννοια, την οποία
είχαν ήδη επεξεργαστεί ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Υπάρχει πάντοτε έλλειψη
αντιστοιχίας ανάμεσα στο υπό κρίσιν υλικό και την ίδια τη μορφή του νόμου- το
υλικό είναι αναγκαστικά συγκεκριμένο και μοναδικό, ο νόμος αφηρημένος και
καθολικός. Η έλλειψη αντιστοιχίας μπορεί να ξεπεραστεί μόνο χάρη στη
δημιουργική εργασία του δικαστή, «ο οποίος βάζει τον εαυτό του στη θέση του
νομοθέτη»- πράγμα που σημαίνει ότι καταφεύγει σε συλλογισμούς ουσίας. Αυτό
ξεφεύγει κατ' ανάγκην από τα όρια της οποιασδήποτε διαδικασιοκρατίας.
Η δεύτερη είναι πως, για να είναι τα άτομα ικανά να θέσουν τις
δημοκρατικές διαδικασίες σε λειτουργία σύμφωνα με το «πνεύμα» τους, θα πρέπει
ένα σημαντικό μέρος της εργασίας της κοινωνίας και των θεσμών της να είναι
στραμμένο προς την παραγωγή ατόμων που θα αντιστοιχούν σε αυτόν τον ορισμό,
δηλαδή δημοκρατικών έστω και με την αυστηρά διαδικασιοκρατική έννοια του όρου,
ανδρών και γυναικών. Τότε όμως πρέπει να αντιμετωπίσουμε το δίλημμα: είτε
αυτή η αγωγή των ατόμων είναι δογματική, αυταρχική, ετερόνομη-οπότε η δήθεν
δημοκρατία γίνεται το πολιτικό ισοδύναμο μιας θρησκευτικής τελετουργίας. Είτε
τα άτομα που πρέπει να «εφαρμόσουν τις διαδικασίες»- να ψηφίσουν, να
νομοθετήσουν, να εκτελέσουν τους νόμους, να κυβερνήσουν- έχουν διαπαιδαγωγηθεί
με τρόπο κριτικό. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η θέσμιση της κοινωνίας
πρέπει να προσδώσει θετική αξία στο κριτικό πνεύμα καθαυτό-και τότε ανοίγει
το κουτί της Πανδώρας με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών, η δημοκρατία
ξαναγίνεται κίνημα αυτοθέσμισης της κοινωνίας, δηλαδή νέος τύπος καθεστώτος, με
την πλήρη έννοια του όρου.
Τόσο οι δημοσιογράφοι, όσο και οι πολιτικοί φιλόσοφοι, που φαίνεται
πως αγνοούν τα πάντα σχετικά με τις μακροχρόνιες έριδες των δύο τελευταίων
αιώνων γύρω από τη «φιλοσοφία του δικαίου», μας μιλούν συνεχώς για το «κράτος
δικαίου». Αν όμως το «κράτος δικαίου» (Rechtsstaat) δεν
ταυτίζεται με το «κράτος του νόμου» (Gesetzesstaat), αυτό οφείλεται
αποκλειστικά στο ότι προχωρεί πέρα από την απλή συμμόρφωση προς τις «διαδικασίες».
Οφείλεται στο ότι το ζήτημα της δικαιοσύνης τίθεται και θίγει ακόμα και τους
ήδη ισχύοντες κανόνες δικαίου. Το ζήτημα όμως της δικαιοσύνης είναι το
ζήτημα της πολιτικής, από τη στιγμή που η θέσμιση της κοινωνίας έχει πάψει να
είναι ιερή ή παραδοσιακή. Η «βασιλεία του νόμου», στο εξής, δεν μπορεί να
παρακάμψει το ερώτημα: ποιοι νόμοι, γιατί αυτός ο νόμος κι όχι κάποιος άλλος;
Ακόμα και η «τυπικά δημοκρατική» απάντηση: ο νόμος είναι νόμος γιατί είναι
απόφαση των περισσοτέρων (αφήνω φυσικά κατά μέρος εδώ το ζήτημα του αν είναι
πράγματι έτσι) δεν μπορεί να αποκλείσει το ερώτημα: και γιατί άραγε πρέπει
να είναι έτσι;
Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της
ασημαντότητας, Εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, Μετάφραση Κώστα Κουρεμένου.
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014
Ηθικά τέρατα
Έχει περίπου ένα χρόνο που εδώ στην Parallaxi ένας ιστορικός της
Μεσογείου αρνήθηκε να μας απαντήσει σε ερώτηση για το ναυάγιο της Λαμπεντούζα.
Σε μερικές ώρες θα μιλούσε στο Ολύμπιον κι όλοι θα θαύμαζαν τον κορυφαίο
πανεπιστημιακό από κοντά. Όποιος κι αν ήταν ο ακριβής λόγος της μούγγας του
κυρίου, το όνομα του οποίου φρόντισα να ξεχάσω, ο νους αναπόφευκτα έτρεξε στον
Πύργο του Κυανοπώγωνα: «Οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα πανεπιστήμια,
τα ερευνητικά κέντρα, στα οποία και μέσω των οποίων γίνεται κυρίως η μετάδοση
των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών, μπορεί κάλλιστα να ευδοκιμούν δίπλα
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης».
Το καλοκαίρι, βλέποντας τις εικόνες από τη Γάζα, δοκίμασα να γράψω. Αλλά τι; Aπέτυχα. «Αν δεν πονάει κανείς βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αν δεν αισθάνεται φρίκη, αν δεν προσπαθεί να καταργήσει οτιδήποτε προκαλεί αυτόν τον όλεθρο, αυτό το μακελειό, τότε, αυτές είναι αντιδράσεις ενός ηθικού τέρατος. Και εμείς, τα μέλη της μορφωμένης τάξης δεν είμαστε τέρατα. Η αποτυχία μας είναι αποτυχία φαντασίας, αποτυχία συμμετοχής: αποτύχαμε να λάβουμε υπόψη μας αυτή την πραγματικότητα». Οι σκέψεις της Βιρτζίνια Γουλφ για τον πόλεμο μας φαίνονται αφελείς. Θεωρεί πως όλοι οι καλόπιστοι άνθρωποι, βλέποντας τον πόνο που προκαλεί, θα στρατευτούν εναντίον του. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Στον "Φωτεινό θάλαμο" ο Μπαρτ βοηθάει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα λιγότερο συναισθηματικά. Η φωτογραφία, πιστεύει, μπορεί να είναι ανατρεπτική όχι όταν φοβίζει, αλλά όταν είναι στοχαστική. Από τα δύο παιδιά ενός ιδρύματος που πάσχουν από νοητική υστέρηση, για παράδειγμα, παραδέχεται ότι δεν βλέπει τα πελώρια κεφάλια, αλλά παρατηρεί μόνο την αποκεντρωμένη λεπτομέρεια, τον πελώριο γιακά του πιτσιρίκου, την κούκλα του κοριτσιού: «Είμαι ένας άγριος, ένα παιδί- ή ένας μανιακός. Αποδιώχνω κάθε γνώση, κάθε παιδεία, φυλάγομαι από το να κληρονομήσω τη ματιά ενός άλλου». Τι άλλο είμαστε μπροστά στη δυστυχία παρά τρομαγμένα παιδιά;
Αφού το Ισραήλ ισοπέδωσε τη Γάζα, τώρα δεν διανοείται να μην επενδύσει στην ανοικοδόμησή της. Η ανάσταση των νεκρών κολλάει σε γραφειοκρατικά ζητήματα και προς το παρόν δεν χρηματοδοτείται. Όσα παιδιά δεν έχασαν τη ζωή τους- ανόητη φράση, λες κι έχασαν τα κλειδιά τους-, πάσχουν τώρα από ενούρηση, βλέπουν εφιάλτες και στο σχολείο είναι πιο επιθετικά. Να μπλοκάρουμε επομένως ή όχι τους νεκρόφιλους στο Facebook; Πνευματικές αναζητήσεις συγγραφέων που έχουν ξεσαλώσει, σιωπές ιστορικών που έρχονται στην πόλη για να μας διαφωτίσουν, αμηχανίες σαν τις δικές μας εξηγούν γιατί ευδοκιμούν στις μέρες μας κάποια άλλα στρατόπεδα. Ο κύριος Τζιφόπουλος έλυσε και τις τελευταίες απορίες. Υγεία, για όλους εμάς τους υγιείς, σημαίνει συχνά την επίδειξη της αρρώστια μας.
(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)
Το καλοκαίρι, βλέποντας τις εικόνες από τη Γάζα, δοκίμασα να γράψω. Αλλά τι; Aπέτυχα. «Αν δεν πονάει κανείς βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αν δεν αισθάνεται φρίκη, αν δεν προσπαθεί να καταργήσει οτιδήποτε προκαλεί αυτόν τον όλεθρο, αυτό το μακελειό, τότε, αυτές είναι αντιδράσεις ενός ηθικού τέρατος. Και εμείς, τα μέλη της μορφωμένης τάξης δεν είμαστε τέρατα. Η αποτυχία μας είναι αποτυχία φαντασίας, αποτυχία συμμετοχής: αποτύχαμε να λάβουμε υπόψη μας αυτή την πραγματικότητα». Οι σκέψεις της Βιρτζίνια Γουλφ για τον πόλεμο μας φαίνονται αφελείς. Θεωρεί πως όλοι οι καλόπιστοι άνθρωποι, βλέποντας τον πόνο που προκαλεί, θα στρατευτούν εναντίον του. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Στον "Φωτεινό θάλαμο" ο Μπαρτ βοηθάει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα λιγότερο συναισθηματικά. Η φωτογραφία, πιστεύει, μπορεί να είναι ανατρεπτική όχι όταν φοβίζει, αλλά όταν είναι στοχαστική. Από τα δύο παιδιά ενός ιδρύματος που πάσχουν από νοητική υστέρηση, για παράδειγμα, παραδέχεται ότι δεν βλέπει τα πελώρια κεφάλια, αλλά παρατηρεί μόνο την αποκεντρωμένη λεπτομέρεια, τον πελώριο γιακά του πιτσιρίκου, την κούκλα του κοριτσιού: «Είμαι ένας άγριος, ένα παιδί- ή ένας μανιακός. Αποδιώχνω κάθε γνώση, κάθε παιδεία, φυλάγομαι από το να κληρονομήσω τη ματιά ενός άλλου». Τι άλλο είμαστε μπροστά στη δυστυχία παρά τρομαγμένα παιδιά;
Αφού το Ισραήλ ισοπέδωσε τη Γάζα, τώρα δεν διανοείται να μην επενδύσει στην ανοικοδόμησή της. Η ανάσταση των νεκρών κολλάει σε γραφειοκρατικά ζητήματα και προς το παρόν δεν χρηματοδοτείται. Όσα παιδιά δεν έχασαν τη ζωή τους- ανόητη φράση, λες κι έχασαν τα κλειδιά τους-, πάσχουν τώρα από ενούρηση, βλέπουν εφιάλτες και στο σχολείο είναι πιο επιθετικά. Να μπλοκάρουμε επομένως ή όχι τους νεκρόφιλους στο Facebook; Πνευματικές αναζητήσεις συγγραφέων που έχουν ξεσαλώσει, σιωπές ιστορικών που έρχονται στην πόλη για να μας διαφωτίσουν, αμηχανίες σαν τις δικές μας εξηγούν γιατί ευδοκιμούν στις μέρες μας κάποια άλλα στρατόπεδα. Ο κύριος Τζιφόπουλος έλυσε και τις τελευταίες απορίες. Υγεία, για όλους εμάς τους υγιείς, σημαίνει συχνά την επίδειξη της αρρώστια μας.
(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014
Ένα πανίσχυρο εγώ
Χιλιετίες πολιτισμού συσκότισαν το τι είστε, σας έκαναν να πιστέψετε
ότι δεν είστε εγωιστές, αλλά η κλήση σας είναι να είστε ιδεαλιστές («καλοί
άνθρωποι»). Αποτινάξτε από πάνω σας αυτό! Μην αναζητάτε την ελευθερία, που σας
στερεί ακριβώς τον εαυτό σας, με την «άρνηση του εαυτού», αλλά αναζητείστε τον
εαυτό σας, γίνετε εγωιστές, γίνετε ο καθένας σας ένα πανίσχυρο εγώ. Ή,
σαφέστερα: αναγνωρίστε τον εαυτό σας και πάλι, αναγνωρίστε τι είστε πραγματικά,
και παρατήστε τις υποκριτικές προσπάθειες, τη μωρή μανία σας να είστε κάτι άλλο
απ’ αυτό που είστε. Τις αποκαλώ υποκριτικές, επειδή μείνατε μολαταύτα εγωιστές
όλες αυτές τις χιλιετίες, αλλά κοιμισμένοι, αυτοεξαπατώμενοι, τρελοί εγωιστές,
εσείς εαυτόν τιμωρούμενοι, εσείς βασανιστές του εαυτού σας. Ποτέ ακόμη δεν
μπόρεσε μία θρησκεία να κάνει δίχως υποσχέσεις και επαγγελίες, είτε για το
επέκεινα είτε το εδώ κάτω. Διότι ο άνθρωπος θέλει να ανταμείβεται και δεν κάνει
τίποτε «τζάμπα». Τι είναι όμως εκείνο το «να κάνεις το καλό για το καλό» δίχως
βλέψη ανταμοιβής; Λες κι εδώ επίσης δεν περιέχεται η ανταμοιβή στην ικανοποίηση
που θα δώσει αυτό. Συνεπώς, ακόμη και η θρησκεία στηρίζεται στον εγωισμό μας
και τον εκμεταλλεύεται. Υπολογισμένη για τις επιθυμίες μας, πνίγει πολλές άλλες
για χάρη μιας. Αυτό προκαλεί τότε το φαινόμενο του εξαπατημένου εγωισμού, όπου
ικανοποιώ όχι τον εαυτό μου, αλά μια από τις επιθυμίες μου, π.χ την ενόρμηση
της ευδαιμονίας. Η θρησκεία μού υπόσχεται το ύψιστο αγαθό. Για να το αποκτήσω,
αγνοώ όλες τις άλλες επιθυμίες και δεν τις ικανοποιώ πια. Όλες οι πράξεις και
οι προσπάθειες σας είναι μυστικός, συγκαλυμμένος και κρυμμένος εγωισμός. Επειδή
όμως είναι εγωισμός, τον οποίο δεν θέλετε να παραδεχτείτε και κρύβετε από τον
ίδιο τον εαυτό σας, άρα εγωισμός όχι φανερός και δημόσιος, άρα ασύνειδος, δεν
είναι εγωισμός αλλά δουλεία, υποτέλεια, άρνηση του εαυτού. Είστε εγωιστές, και
δεν είστε, επειδή αρνείστε τον εγωισμό.
Μαξ Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του, Εκδόσεις Θύραθεν, Μετάφραση Ζήση Σαρίκα.
Μαξ Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του, Εκδόσεις Θύραθεν, Μετάφραση Ζήση Σαρίκα.
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014
Οι υπογραμμίσεις δικές μου
Αν βλέπουμε τους φιλοσόφους με ένα είδος καχυποψίας ή και ειρωνείας,
αυτό γίνεται γιατί διακρίνουμε ότι είναι πολύ ανυποψίαστοι και πέφτουν εύκολα
έξω, δηλαδή μας ενοχλεί, όχι τόσο η αφέλεια και η παιδικότητά τους, αλλά το
ψεύδος. Μα οι φιλόσοφοι, αντίθετα, κραυγάζουν όλοι για τις ικανότητές
τους κάθε φορά που πλησιάζουν έστω και ελάχιστα, την αλήθεια, ισχυριζόμενοι πως
έφτασαν στην ανακάλυψή της μέσα από μια καθαρή, λογική και ανέμελα διαλεκτική
διαδικασία, σαν να είναι ουρανοκατέβατη. Σ'αυτό το σημείο διαφέρουν από
εκείνους τους αποκρυφιστές που επειδή είναι άξεστοι αλλά και πιο τίμιοι από
τους πρώτους, λένε πως είναι εμπνευσμένοι-ενώ αυτοί παίρνουν μια θέση
προκατάληψης και έχουν μια υποκριτική επιθυμία με αιτίες που αναζητούν
κοπιαστικά: όλοι τους δεν είναι παρά δικηγόροι που συνηγορούν προς τις
προκαταλήψεις τους που τις έχουν ονομάσει αλήθειες. Αλλά απέχουν πολύ
από τη γενναιότητα που θα είχε κάποια συνείδηση η οποία θα ομολογούσε αυτή την
κατάσταση κι ακόμη από την καλαισθησία της τόλμης που θέλει να κάνει τους
άλλους να καταλάβουν είτε από γενναιότητα, είτε για να εφιστήσουν την
προσοχή σε εχθρούς και φίλους ή ακόμη από ειρωνεία προς την παραπάνω κουταμάρα.
Ο παλιόφιλος Καντ με τον παρόμοια αλύγιστο και σεπτό του ταρτουφισμό, μας
παρακινεί από την διαλεκτική του και τα κρυφά της περάσματα που μας πηγαίνουν
με παραπλάνηση στην, όλο κατηγορίες, εντολή του, κάνει εμάς τα καλοθρεμένα
παιδιά να χαμογελάμε γιατί όταν επιτηρούμε αυτές τις μυγιάγγιχτες προσταγές των
δασκάλων της ηθικής και των γερασμένων ηθικολόγων δεν διασκεδάζουμε καθόλου. Το
ίδιο συμβαίνει και με τον Σπινόζα που μασκάρεψε τη φιλοσοφία του με μαθηματικές
απατεωνιές και τη θωράκισε για να κόψει από την πρώτη στιγμή το θάρρος σ'
εκείνους που θα τολμούσαν να επιτεθούν κι ακόμη να ρίξουν τα μάτια τους και
στην ανίκητη Παρθένα, την Παλλάδα Αθηνά. Στ' αλήθεια, όλη αυτή η επικάλυψη
πόσο καλά μας φανερώνει το φόβο και τη δειλία ενός νοσηρού και απομονωμένου
τύπου.
Φρειδερίκος Νίτσε, Πέραν του καλού και του κακού, Εκδόσεις Δαμιανού, Μετάφραση Ελένης Καλκάνη.
Φρειδερίκος Νίτσε, Πέραν του καλού και του κακού, Εκδόσεις Δαμιανού, Μετάφραση Ελένης Καλκάνη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


