Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Πού είναι τα τέρατα

Κάποτε ο καταδικασμένος φτάνει επιτέλους στην αθωότητα. Αλλά ο παρατηρητής δεν έχει καν επίγνωση της ενοχής του. Για ένα έγκλημα το οποίο εξιλεώνεται στη φυλακή, υπάρχουν δέκα χιλιάδες άλλα που διαπράττονται άσκεφτα από εκείνους οι οποίοι καταδικάζουν. Δεν υπάρχει αρχή ή τέλος σ’αυτό. Όλοι ενέχονται, ακόμα και οι πιο άγιοι των αγίων. Το έγκλημα αρχίζει με τον Θεό. Θα τελειώσει με τον άνθρωπο όταν βρει και πάλι τον Θεό. Το έγκλημα βρίσκεται παντού, σε όλες τις ρίζες και τις ίνες του είναι μας. Κάθε λεπτό της μέρας προσθέτει νέα εγκλήματα στο ημερολόγιο, τόσο από αυτά που εξιχνιάζονται και τιμωρούνται όσο και από εκείνα που παραμένουν κρυφά. Οι εγκληματίες διώκουν τους εγκληματίες. Οι κρίνοντες κρίνουν τους κρίνοντες. Οι αθώοι βασανίζουν τους αθώους. Παντού, σε κάθε οικογένεια, κάθε φυλή, κάθε μεγάλη κοινότητα, εγκλήματα, εγκλήματα, εγκλήματα. Συγκριτικά, ο πόλεμος είναι πιο καθαρός. Ο δήμιος είναι ευγενική περιστερά, συγκριτικά. Ο Αττίλας, ο Ταμερλάνος, ο Τζένγκις Χαν, άμυαλα ανδρείκελα συγκριτικά. Ο πατέρας σου, η αγαπημένη μάνα σου, η γλυκιά η αδερφή σου, ξέρεις τι βρομερά εγκλήματα έχουν μες στα στήθη τους; Μπορείς να κρατήσεις τον καθρέφτη απέναντι στη μοχθηρία όταν βρίσκεται σιμά σου; Έχεις κοιτάξει στον λαβύρινθο της ίδιας σου της αξιοκαταφρόνητης καρδιάς; Έχεις ζηλέψει καμία φορά τον κακούργο για την ντομπροσύνη του; Η μελέτη του εγκλήματος αρχίζει με τη γνώση του εαυτού σου. Όλα όσα περιφρονείς, όλα όσα απεχθάνεσαι, όλα όσα απορρίπτεις, όλα όσα καταδικάζεις και επιζητείς να μεταστρέψεις με την τιμωρία ξεπηδάνε από σένα. Η πηγή τους είναι ο Θεός που τον τοποθετείς έξω, πάνω και πέρα. Το έγκλημα είναι ταύτιση, πρώτα με τον Θεό, μετά με την ίδια σου την εικόνα. Το έγκλημα είναι όλα όσα είναι έξω από τον σωρό, όσα ζηλεύουμε, εποφθαλμιούμε, λαχταρούμε. Το έγκλημα κάνει να γυαλίζουν χιλιάδες κοφτερά λεπίδια κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας ακόμα, όταν ο ξύπνος δίνει τη θέση του στον ύπνο. Το έγκλημα είναι ένας πελώριος μουσαμάς απλωμένος από τη μια απεραντοσύνη στην άλλη. Πού είναι τα τέρατα που δεν γνωρίζουν το έγκλημα; Σε ποια βασίλεια κατοικούν; Ποιος τα εμποδίζει να καταπνίξουν το σύμπαν;

Χένρι Μίλερ, Κλιματιζόμενος εφιάλτης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Ναι, είναι δυνατό

Είναι γελοίο. Κάθουμαι εδώ στη μικρή κάμαρή μου, εγώ ο Μπρίγκε, που έγινα είκοσι οχτώ χρονώ και που κανένας δεν ξέρει. Κάθουμαι εδώ και δεν είμαι τίποτα. Και όμως αυτό το τίποτα αρχίζει να σκέπτεται, και σκέπτεται, πέντε σκάλες ψηλά, ένα γκρίζο παρισινό δειλινό, τούτη τη σκέψη: Είναι δυνατό, σκέπτεται, να μην είδε κανείς, να μη διέγνωσε και να μην είπε ακόμα τίποτα το πραγματικό και αξιόλογο; Είναι δυνατό να ‘χε κανείς στη διάθεσή του αιώνες για να ιδεί, να σκεφτεί και να σημειώσει και ν’ άφησε τους αιώνες να περάσουν σαν ένα σχολικό διάλειμμα, οπότε τρώγει κανείς το βουτυρωμένο του ψωμί κι ένα μήλο; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό, μ’όλες τις εφευρέσεις και τις προόδους, μ’ όλον τον πολιτισμό, τη θρησκεία και την κοσμική σοφία, να ‘μεινε κανείς στην επιφάνεια της ζωής; Είναι δυνατό, κι αυτή ακόμα την επιφάνεια, που θα ‘τανε πάντα κάτι, να την εσκέπασαν μ΄ένα απίστευτα ανιαρό ρούχο, ώστε να δείχνει σαν έπιπλο σαλονιού τις καλοκαιρινές διακοπές; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να ‘χει παρεξηγηθεί ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία; Είναι δυνατό να ‘ναι το παρελθόν ψεύτικο, επειδή πάντα μίλησαν για τις μάζες του, ακριβώς σα να διηγούνταν για ένα συρφετό πολλών ανθρώπων, αντί να μιλήσουν για τον ένα, γύρω απ’ τον οποίο στεκόντανε αυτοί, επειδή ήταν ξένος και πέθανε; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να πίστεψε κανείς πως πρέπει να αναπληρώσει ό,τι έχει συμβεί προτού γεννηθεί; Είναι δυνατό πως θα ‘πρεπε κανείς να υπενθυμίσει στον καθένα ότι έχει γεννηθεί από όλους τους προηγούμενους, και συνεπώς το ήξερε και δε θα ‘πρεπε ν’ ακούσει τους άλλους που ήξεραν άλλα; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό όλοι αυτοί οι άνθρωποι να γνωρίζουν με ακρίβεια ένα παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε; Είναι δυνατό να μη σημαίνουν τίποτα γι’αυτούς όλες οι πραγματικότητες; Πως η ζωή τους κυλάει ολότελα ασύνδετη, σαν ένα ρολόγι μέσα σε μια άδεια κάμαρη; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να μην ξέρει κανείς τίποτα για τα κορίτσια, που ωστόσο ζούνε; Είναι δυνατό να λέγει κανείς «οι γυναίκες», «τα παιδιά», «τ’αγόρια» και να μη μαντεύει (να μη μαντεύει παρόλη τη μόρφωση) πως αυτές οι λέξεις από καιρό πια δεν έχουν πληθυντικό, παρά αμέτρητους ενικούς; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που λένε Θεός και πιστεύουν πως αυτό είναι κάτι κοινό; Κοίταξε μονάχα δύο παιδιά του σχολείου: αγοράζει το ένα ένα μαχαιράκι, και την ίδια μέρα αγοράζει κι ο γείτονάς του ένα εντελώς όμοιο. Και τα δείχνουν ο ένας στον άλλον ύστερα από μιαν εβδομάδα τα δυο μαχαιράκια, και προκύπτει πως έχουν μονάχα ασήμαντες πια ομοιότητες. Τόσο διαφορετικά καταντήσανε σε διάφορα χέρια. Είναι δυνατό να πιστεύει κανείς πως θα μπορούσε να ‘χει έναν Θεό χωρίς να τον μεταχειρίζεται; Ναι, είναι δυνατό. Όταν όμως όλα αυτά είναι δυνατά, όταν έχουν έστω και μια πιθανότητα δυνατότητας-τότε πρέπει βέβαια, για χάρη όλων στον κόσμο, κάτι να γίνει. Ο πρώτος τυχών, εκείνος που έκανε αυτή την ανησυχαστική σκέψη, πρέπει να αρχίσει κάτι ν’αναπληρώνει απ’ τα παραμελημένα, έστω κι αν είναι ένας οποιοσδήποτε, όχι εντελώς ο αρμοδιότερος: επειδή ακριβώς δεν υπάρχει άλλος. Αυτός ο νεαρός, ασήμαντος ξένος, ο Μπρίγκε, πρέπει να καθίσει, πέντε σκάλες ψηλά, και να γράψει, μέρα και νύχτα: ναι, να γράψει, αυτό θα ‘ναι το τέλος.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, Εκδόσεις Ροδακιό, Μετάφραση  Δημ. Στ. Δήμου.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Τι αξιοθρήνητη επινόηση

Έχω βαρεθεί την ζωή, ο κόσμος μου προκαλεί ναυτία. Είναι ανούσιος και δεν έχει ούτε γεύση, ούτε νόημα. Ακόμη κι αν ήμουν πιο πεινασμένος κι από τον Πιερρό, δεν θα επιθυμούσα να τραφώ από την εξήγηση που θα έδιναν οι άνθρωποι. Όπως βυθίζουμε το δάχτυλο στην γη για να αναγνωρίσουμε τον τόπο που βρισκόμαστε, έτσι κι εγώ βυθίζω το δάχτυλό μου μέσα στην ζωή: δεν έχει καμμία οσμή. Πού βρίσκομαι; Ο κόσμος τι θέλει να πει; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ποιος με ξεγέλασε για να με πετάξει εδώ και τώρα με εγκατέλειψε; Ποιος είμαι; Πώς εισήλθα στον κόσμο; Γιατί δεν με ρώτησαν, γιατί δεν με πληροφόρησαν για τους τρόπους και τις συνήθειες, αλλά με ενσωμάτωσαν στις τάξεις σαν να με είχε αγοράσει ένας στρατολόγος της φρουράς; Με ποια ιδιότητα έδειξα ενδιαφέρον γι’ αυτή την τεράστια επιχείρηση που ονομάζουν, η πραγματικότητα; Και γιατί πρέπει να ενδιαφέρομαι γι’αυτήν; Δεν πρόκειται για μια υπόθεση ελεύθερη; Και αν είμαι υποχρεωμένος να ενδιαφέρομαι, πού είναι ο διευθυντής για να του κάνω μια παρατήρηση; Δεν υπάρχει διευθυντής; Σε ποιον θα απευθύνω τα παράπονά μου; Η ζωή είναι το αντικείμενο μιας συζήτησης: Μπορώ να ζητήσω να ληφθεί υπ’ όψιν η γνώμη μου; Κι αν πρέπει να δεχτώ τη ζωή έτσι όπως είναι, δεν θα ήταν καλύτερα να γνωρίζω πώς ακριβώς είναι; Ένας απατεώνας: τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ο Κικέρων δεν λέει ότι βρίσκουμε έναν απατεώνα όταν ρωτήσουμε: cui bono, ποιος ωφελείται; Ας αναρωτηθεί ο καθείς και εγώ ρωτώ τον καθένα αν είχα κάποια ωφέλεια όταν προκάλεσα την δυστυχία μου και την δυστυχία ενός νέου κοριτσιού. Τι σημαίνει να είσαι ένοχος; Μια υπόθεση μαγείας; Δεν ξέρουμε πώς να απαντήσουμε με ακρίβεια. Κανείς δεν έχει διάθεση να απαντήσει; Το πρόβλημα λοιπόν δεν έχει την τελευταία σημασία για όλους τους συν-ενδιαφερομένους;  Η λογική μου σταματά, ή μάλλον, την εγκαταλείπω. Την μια στιγμή είμαι κουρασμένος, εκμηδενισμένος και σχεδόν νεκρός από αδιαφορία. Την άλλη στιγμή γίνομαι έξαλλος από θυμό και πάω απελπισμένος από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, αναζητώντας κάποιον άνθρωπο επάνω στον οποίο να ξεσπάσει η οργή μου. Όλο το είναι μου φωνάζει την αντίφαση. Με ποιο τρόπο έγινα ένοχος; Γιατί τότε μου φωνάζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ότι είμαι ένοχος; Τι αξιοθρήνητη επινόηση είναι η ανθρώπινη γλώσσα εκφράζοντας ένα πράγμα όταν σκέφτεται κάτι άλλο!

Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Για το μυστήριο του ανθρώπου, Εκδόσεις Ευθύνη, Μετάφραση Σόνιας Κουμαντάρου-Πρεβελάκη.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Boycott Brazil 2014

Πριν 100 χρόνια μια μπάλα, για μία νύχτα, σταμάτησε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αφού όμως είναι το γοητευτικότερο θηλυκό του κόσμου, που όλοι επιθυμούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους, από τον πρόεδρο της Φίφα μέχρι τον τελευταίο παίκτη του στοιχήματος, μήπως να την ξεφουσκώναμε; O Χομεϊνί και οι Ταλιμπάν το έπραξαν. Μωρέ λες; Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει για εμάς, εδώ που φτάσαμε, αυτό το boycott Brazil 2014; Η καταδίκη του συγκεκριμένου Μουντιάλ είναι ένα ζήτημα στο οποίο οι περισσότεροι συμφωνούμε. Μια επίθεση όμως, χωρίς την ταυτόχρονη και σαφή υπεράσπιση του ποδοσφαίρου, δηλαδή την άμυνα, προσθέτει ένα ακόμη ουγκ. Γιατί το ποδόσφαιρο είναι τέχνη. Κι όποιος προτείνει μποϊκοτάζ, χωρίς να διευκρινίζει αν το ποδόσφαιρο αξίζει να σωθεί, θυμίζει το φασίστα που απειλεί να κάψει τα βιβλία. Το ματς χάνεται με γκολ από τα αποδυτήρια.

Ο Τσε έλεγε ότι το ποδόσφαιρο είναι όπλο για την Επανάσταση. Κι ό,τι κι αν κάνει η Φίφα ή ο Καπιταλισμός, πάντα θα είναι όπλο για την Επανάσταση-στη Βραζιλία σε τελική ανάλυση τους δίνει αφορμή να εξεγερθούν παίζοντας μπάλα στα οδοφράγματα. Αρκεί να έχεις δει μια ντρίμπλα του Μπέργκαμπ, μια κούρσα του Ανρί, μία πάσα του Ζιντάν ή ένα φάουλ του Ντελ Πιέρο για να το αντιληφθείς. Τα πρόσωπα των παιδιών που την κλωτσάνε στο πάρκο θα ήταν το απόλυτο επιχείρημα υπέρ του. Ήταν εξάλλου ο (τερματοφύλακας) Αλμπέρ Καμύ που εξήγησε ότι η εξέγερση πρέπει να είναι δύναμη ζωής κι όχι θανάτου. Πώς στο καλό θα νικήσουμε, με τι ορμή, χαρά και πάθος; Το ζητούμενο θα ήταν να μη φτιάχνεται η μπάλα αυτή από κάποια άλλα παιδιά σε μια χώρα του Τρίτου Κόσμου. Στο "Μια θρησκεία χωρίς άπιστους", πάντως, δύο δημοσιογράφοι του Ριζοσπάστη (τότε), που θα είχαν ίσως κάθε λόγο να μισούν τα Μουντιάλ και να κραυγάζουν: «Πάλι ποδόσφαιρα θα δείτε;», την υπερασπίζονται συγκλονιστικά, αφού αποδεικνύουν ότι το ποδόσφαιρο θριαμβεύει γιατί είναι άπιαστο σαν όλα τα ωραία. Δίχως τη στρογγυλή θεά ο κόσμος θα ήταν πιο ζοφερός, η μπάλα απορροφά τη βία και δεν τη γεννάει, αποβλακώνει όποιον θέλει να αποβλακωθεί (όπως εξάλλου κάλλιστα μπορεί να κάνει και η Τέχνη), αφήνει να ονειρεύεται εκείνον που θέλει να ονειρευτεί, κάνει σοφότερο εκείνον που θέλει να στοχαστεί.

Το τραγουδάκι όμως είναι αδιέξοδο και ζητάει ξανά την πλήρη διαστροφή της ανθρώπινης φύσης: Η φιλοδοξία είναι κακό πράγμα. Το εγώ είναι μισητό. Το ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων είναι του διαβόλου, το είπε και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Στο σχολείο θα πιανόμαστε χεράκι-χεράκι τα ευνουχισμένα αγοράκια και θα τερματίζουμε μαζί. Όλα τα ματς θα λήγουν 0-0. Τους έρωτες θα τους συμφωνούμε για να μη στεναχωριέται κανείς. Όσοι ξεχωρίζουν ή διαφέρουν, να το κάνουν διακριτικά, να μην πληγώνουν τα άλλα παιζζζάκια. Μόνο η αγάπη, δηλαδή ο φόβος σύμφωνα με τον ποιητή, θα μας ενώνει με τους άλλους. Ούτε έρωτας, ούτε θάνατος, ούτε φυσικά ζωή. Να ζήσουμε ήσυχοι και σκυθρωποί! Υπάρχει ένα τεράστιο μίσος για την ελευθερία πίσω απ' αυτά, που φοράει το μανδύα της παγκόσμιας ευτυχίας, ικανό να γεννήσει τους χειρότερους ολοκληρωτισμούς. Το γήπεδο παραμένει ωστόσο το μεγάλο σχολείο γιατί όλα είναι δρόμος. Στο γήπεδο μαθαίνεις να συγχαίρεις κάποιον που κάνει μια ωραία ενέργεια, να πασάρεις σε αυτόν που είναι σε καλύτερη θέση, να συνεργάζεσαι, να μη μισείς τον αντίπαλο, να είσαι δίκαιος σε ένα πεδίο όπου ο καθένας επιθυμεί να κλέψει και να αδικήσει, «να χάνεις και να μην αισθάνεσαι σκουπίδι, να κερδίζεις και να μην αισθάνεσαι Θεός» και δεκάδες άλλα πράγματα που σε κάνουν άνθρωπο. Να παλέψουμε κόντρα στη Φίφα και τους χορηγούς της, μάλιστα. Μην αφήσουμε όμως να αλωνίζουν κι όσοι το μόνο που βλέπουν είναι η Φίφα και οι χορηγοί της. Γνωρίζουμε τι μπίζνα είναι το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και τι εγκλήματα διαπράχθηκαν στη Βραζιλία. Θα ήταν ζωτικό όμως να μπορούμε ακόμα να βλέπουμε με τα μάτια ενός μικρού αγοριού όσα θα μπορούσαν να μας εμπνεύσουν. Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα, έγραφε ο Σαραντάρης και δεν προτείνω κάτι λιγότερο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διοργάνωση αποτελεί ληστεία σε βάρος του βραζιλιάνικου λαού. Κάτι μάθαμε από τους Ολυμπιακούς του 2004.

Είναι φυσιολογικό να μην καταλαβαίνει κάποιος πόσο μαγικό παιχνίδι είναι το ποδόσφαιρο όταν δεν το γνωρίζει ή οι εικόνες που έχει αφορούν αποκλειστικά στην ελληνική χουλιγκανική πραγματικότητα. Είναι όμως περίπου σαν να απαρνιέσαι την ποίηση επειδή γράφει και ο Μπογδάνος. Το Παγκόσμιο Κύπελλο θα το παρακολουθήσουμε για τον ίδιο λόγο που το παιδί, παρόλο που το σπίτι γκρεμίζεται, πάει και παίζει. Γιατί ο γάμος θα γίνει το βράδυ στην ώρα του, παρόλο που το πρωί στο ίδιο χωριό, είχανε κηδεία. Παίρνουν πολλά οι ποδοσφαιριστές; Σταμάτα να μιλάς σαν temporarily embarrassed millionaire, νομίζω ότι δεν αγαπάς τη δικαιοσύνη αλλά απλά ζηλεύεις. Τονώνει τον εθνικισμό; Απαγορέψτε το και θα τον τονώσουν τα βουνά και τα λαγκάδια. Μα να πανηγυρίσω γκολ που θα πανηγυρίσει κι ο φασίστας; Ναι. Και να το πανηγυρίσεις πιο πολύ. Από πότε σταμάτησες να φλερτάρεις την γυναίκα που γουστάρεις επειδή την διεκδικούν 45 κάγκουρες και 60 κλαρινογαμπροί; Ψόφος στα Μουντιάλ; Ψόφος, δεν έχω αντίρρηση, αφού συνεννοούμαστε με συνθήματα όλο και συχνότερα τελευταία. Ζήτω όμως το ποδόσφαιρο. Όπως θα ευχόμασταν ψόφο στον φασίστα Έζρα Πάουντ και θα λέγαμε ζήτω ο ποιητής Έζρα Πάουντ. Εφόσον ο καθένας μας έχει δεκάδες αντιφάσεις, θυμίζουμε τους Ναζί ή τους Τριανταφυλλόπουλους του κόσμου όταν απαιτούμε μια ανθρωπότητα καθαρή απ' το «κακό». Ο Κωστής Παπαγιώργης το έγραφε απλά: «Όσοι θέλουν ειρηνικούς αγωνιστικούς χώρους είναι όσοι θέλουν τους ζωντανούς χωρίς τους νεκρούς, τη μέρα χωρίς τη νύχτα, τις τράπεζες χωρίς τους ληστές».

Η υπερβολή στα Social Media έκλεψε την παράσταση. Για όσους άνοιξαν τώρα τους δέκτες τους, για να χρησιμοποιήσω ένα από τα χιλιάδες κλισέ του παιχνιδιού που μας κάνουν να γελάμε, θα έλεγε κανείς ότι οι φαβέλες δημιουργήθηκαν εξαιτίας του Μουντιάλ. Θέλουμε να ακουστεί η φωνή της πραγματικής Βραζιλίας, λένε πολλοί. Κατανοητό. Μια δήλωση υπέρ του ποδοσφαίρου, δεν κοστίζει παρόλα αυτά. Απεναντίας, επιλέγονται τίτλοι όπως: «Η μπάλα που σκοτώνει». Πρέπει να αμαυρωθεί λιγάκι και η μπάλα. Ο λεκές να μείνει και πάνω της. Δεν επιτρέπεται να χάνεις ούτε μισό θάνατο από το πρωί για να θεωρείσαι άνθρωπος. Δεν θα χαίρεσαι, δεν θα γελάς, και μέσα στην κατάθλιψη, αποκαμωμένος, απογοητευμένος, θα πέφτεις για ύπνο. Ο φόβος θα κερδίζει. Η επανάσταση θα μένει στα χαρτιά.

Θα παρακολουθήσω το Μουντιάλ για την ομορφιά των πρωταγωνιστών και των ιστοριών του όπως κάνω πάντα. Οι αμετανόητοι ποδοσφαιρόφιλοι γινόμαστε με κάθε ευκαιρία ίσοι και αντάξιοι ενός παιδιού, όπως ονειρευόταν ο Ρίλκε. Οι λαοί εξάλλου δεν χρειάζονται ούτε δυνάστες αλλά ούτε και προστάτες. Το ποδόσφαιρο είναι όπλο για την Επανάσταση. Εκεί τελειώνει κάθε συζήτηση, εκεί αρχίζει το ματς.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

(Δεν) Υπάρχουν άλλοι παράδεισοι

Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο, κι αυτά τ’ ασύλληπτα τα αναλογίζομαι όπως δεν τα αναλογίζονται όσοι βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα πλάι μου. Όταν, καμιά φορά, απαγγέλλω στίχους του Σουίνμπερν, λένε πως το κάνω με τη φωνή του. Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας· δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώνοντας μας απ’ το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.
 
 
Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι

Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά

Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή,

Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.

Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία

Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει

Λιγοστεύει κάθε μέρα,

Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση.

Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας

Σκαλί σκαλί

Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι

Και αφού ξέρουμε εξάλλου

Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι

Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία

Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

Ρομπέρτο Χουαρόθ, Κατακόρυφη Ποίηση, Εκδόσεις Τα τραμάκια, Μετάφραση Αργύρη Χιόνη.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

( Όχι) Σαν το σκυλί

Ωστόσο, τα χέρια του ενός κυρίου είχαν τυλιχτεί κιόλας γύρω απ’ τον λαιμό του Κ., κι ο άλλος έμπηξε το χέρι βαθιά στην καρδιά και το γύρισε δύο φορές. Με μάτια που έσβηναν, ο Κ. πρόλαβε να δει τα πρόσωπα των δύο κυρίων, που σκυμμένοι κοντά στο πρόσωπό του, με τα μάγουλά τους κολλητά, παρακολουθούσαν την εκτέλεση της απόφασης: «Σαν το σκυλί!» είπε, λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του.

Φραντς Κάφκα, Η Δίκη, Εκδόσεις Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Μετάφραση Γιάννη Βαλούρδου.


Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Έξω από την αλήθεια

Για να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι και ίσοι, πρέπει να έχουμε καταλάβει τα καθήκοντά μας. Για να έχουμε καταλάβει καλά τα καθήκοντά μας, πρέπει να είμαστε όλοι απολύτως συνειδητοί. Αλλά το να είμαστε απολύτως συνειδητοί συνεπάγεται να είμαστε απολύτως δυστυχισμένοι. Η ισότητα, αδύνατη αυτή καθαυτήν, θα ισοδυναμούσε με μια απέραντη και ατελείωτη δυστυχία, με μια απέραντη και ασύλληπτη οδύνη. Και η οδύνη θα μας καθιστούσε ασύνειδους, και θα πέφταμε πάλι στην αδικία, πάλι στον πόλεμο, πάλι, πιο επιδέξιοι και πολλαπλοί, στην πανούργα πρακτική του κακού και του εγκλήματος. Το πλέον μεγαλειώδες των επιχειρημάτων υπάρχει μόνο λόγω της αδυναμίας των κριτικών. Δεν υπάρχει πιθανή θεωρία που να μην είναι πιθανό να καταστραφεί, που μια πιθανή κριτική να μην ακυρώνει. Η μοναδική βεβαιότητα είναι ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα. Και μάλιστα θα έλεγα: δεν έχουμε καν αυτή τη βεβαιότητα. Είμαι λιγότερο σύμφωνος με τον Σωκράτη απ’ ό,τι με τον Φρανσίσκο Σάνσες. Δεν λέω «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», αλλά «δεν ξέρω καν ότι δεν ξέρω». Το ελάττωμα των σκεπτικιστών είναι ότι δεν είναι εντελώς σκεπτικιστές. Πρέπει να αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον σκεπτικισμό, να δυσπιστούμε ως προς την ίδια την αμφιβολία. Για οποιαδήποτε ιδέα που μου έρχεται δεν ξέρω παρά μόνο αυτό: είναι λάθος. Για οποιαδήποτε απόλαυση, ότι δεν είναι πλήρης. Για οποιαδήποτε πράξη, ότι είναι ανώφελη. Συγκεκριμένα, ακόμη κι αυτό δεν το ξέρω. Γι’αυτό δεν ξέρω παρά μόνο αυτό. Είμαι παράδοξος; Αυτά που λέω δεν είναι κατανοητά; Είναι γιατί έχω δίκιο. Ο κόσμος είναι το μεγάλο παράδοξο και η μεγάλη ακατανόητη πραγματικότητα. Μόλις βεβαιώσουμε κάτι, σφάλλουμε. Μόλις πιστέψουμε κάτι, πλανιόμαστε. Μόλις γινόμαστε κατανοητοί, περιοριζόμαστε ipso facto και τοποθετούμαστε έξω από την αλήθεια.

Φερνάντο Πεσσόα, Ο Ερημίτης του Μαύρου Βουνού, Εκδόσεις Νεφέλη, Μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Η αληθινή συντέλεια

Μια νεκρή ανθρωπότητα κείται πλάι στα έργα της, που της κόστισε τόσο πνεύμα για να τα ανακαλύψει, ώστε δεν της απέμενε άλλο για να τα χρησιμοποιήσει. Ήμασταν αρκετά περίπλοκοι για να κατασκευάσουμε τη μηχανή και είμαστε υπερβολικά πρωτόγονοι για να την αφήσουμε να μας υπηρετεί.

Για την ώρα νίκησε η φύση. Αλλά σαν εξυπνότερη θα υποχωρήσει, κάνοντας σε μια κούφια πλέον ανθρωπότητα χαλάλι τον θρίαμβο να αφανισθεί και έτσι να εκπληρώσει την πιο μεγάλη της επιθυμία.

Ο τραγικός χαρακτήρας μιας ξεπεσμένης ανθρωπότητας, η οποία είναι πολύ λιγότερο κατάλληλη για τη ζωή μέσα στον πολιτισμό απ’ ό,τι μια γεροντοκόρη για το μπουρδέλο και αναζητεί παρηγοριά στην ηθική για να ξεχάσει τη σύφιλη, έχει οξυνθεί λόγω της διαρκούς παραίτησης από κάθε ψυχική ανανέωση.

Την επείγουσα ανάγκη να μετατραπούν τα πανεπιστήμια σε μπουρδέλα, ώστε η επιστήμη να ξαναελευθερωθεί, δεν κατανοεί κανένα πολιτικό κόμμα. Αλλά οι καθηγητές θα έβρισκαν θέσεις εργασίας ως θυρωροί, αφού θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι γενειάδες και το αξιοπρεπές παρουσιαστικό είναι δεδομένο, οπότε τα έσοδα από τα δίδακτρα θα εισέρρεαν άφθονα.

Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί ακόμα να υπάρχει ένας κόσμος.

Οι δημοσιογράφοι είναι τόσο μετριόφρονες που τσαλαπατούν τα φύτρα της πνευματικής σποράς, αφανίζοντάς την για πάντα. Εγώ είμαι μεγαλομανής: Ξέρω ότι δεν θα έρθει ο καιρός μου.

Είναι τραγικό να μας διεκδικεί το ένα κόμμα, όταν δεν θέλουμε να ξέρουμε το άλλο, και να πρέπει να ανήκουμε σε τούτο, επειδή περιφρονούμε εκείνο. Από το ύψος της αληθινής πνευματικότητας όμως η πολιτική φαίνεται μόνο σαν αισθητικό μπιχλιμπίδι και η ορχιδέα σαν κομματικό λουλούδι.

Το κοινό δεν αισθάνεται τόσο βέβαιη υπεροχή απέναντι σε τίποτε όσο απέναντι σε έναν συγγραφέα που δεν κατανοεί, αλλά εμποροϋπάλληλοι, που πίσω από τον πάγκο ενός μαγαζιού δεν θα τα κατάφερναν ή δεν τα κατάφεραν, είναι οι άγιοί του. Οι δημοσιογράφοι θεία χάριτι μπορούν να γράφουν ό,τι θέλουν. Εμένα όμως μου αμφισβητείται το δικαίωμα να εκφράσω με λόγια τη βαθύτατη πίκρα μου, διότι μόνο τις διαθέσεις του αναγνώστη επιτρέπεται να υπηρετεί μια πέννα που γράφει για αναγνώστες. Οι αναγνώστες μου είναι οι λευκοί που λυντσάρουν έναν νέγρο αν έχει κάνει κάτι φυσικό. Εγκαταλείπω πανηγυρικά τη φυλή και προτιμώ να μη διαβάζομαι καθόλου παρά να με διαβάζουν άνθρωποι που με θεωρούν υπεύθυνο για την πνευματική τους καθυστέρηση. Αυτή προοδεύει-τι θα απογίνω εγώ;

Καρλ Κράους, Η κουλτούρα των Μέσων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Μετάφραση Λευτέρη Αναγνώστου.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Μια ολόκληρη ζωή

Να ‘μαστε στην καρδιά μιας προεκλογικής περιόδου κι η μεγάλη σύγχρονη κωμωδία ξαναρχίζει για μια ακόμη φορά. Αν ζούσε ο Μολιέρος σήμερα, σε μια προεκλογική εκστρατεία θα μελετούσε τις ορέξεις και την ανοησία των ανθρώπων. Είναι ένας καθολικός οργασμός, ένα ξεδίπλωμα όλων των μετριοτήτων, είναι το ανθρώπινο κτήνος ξαμολημένο μ’ όλες τις κενοδοξίες και τις ποταπότητές του. Στον εικοστό αιώνα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι υπέροχο. Τούτη την ώρα όμως η εκλογική κουζίνα είναι από τις λιγότερο ορεκτικές. Γέλασα, στη γωνία μου, με τον ξεσηκωμό των πολιτικών και του Τύπου, όταν τους γνωστοποιήθηκε ότι θα διέθεταν τρεις, όλες κι όλες, βδομαδούλες προεκλογικής αναταραχής. Έβαλαν τις φωνές περί εμπαιγμού, κακοπιστίας, κι η λέξη υφαρπαγή πλανήθηκε στον αέρα. Ναι, αυτή η άτιμη κυβέρνηση τους υπεξαιρούσε την απόλαυσή τους, τους έπαιρνε από το στόμα το ψωμί της αταξίας. Για σκεφτείτε! Μοναχά τρεις εβδομάδες για να γράψουν ανόητες και ανακριβείς προγραμματικές διακηρύξεις, να κατηχήσουν κάτι αξιολύπητα ανθρωπάκια που πουλιούνται για ένα ποτήρι κρασί, να γεμίσουν τον Τύπο με φρικτά κείμενα που δεν κάνουν ούτε για κοπριά, να βυθίσουν τη χώρα σε μια ανυπόφορη ένταση απ’ την οποία το έθνος εξέρχεται με τα μάτια πρησμένα και το κεφάλι άδειο, όπως ύστερα από μια νύχτα μέθης. Ναι, είν’ ένα μέτρο άδικο, απαράδεκτο-έπρεπε να ‘χαμε τουλάχιστον τρεις μήνες για να γευτούμε αυτή τη νοστιμιά, έπρεπε να ‘χαμε μια ολόκληρη ζωή.

Εμίλ Ζολά, Μισώ, Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Αλέξανδρου Βέλιου.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Μόνο και μόνο

Ένα βράδυ που δειπνούσε ο Ντην στο σπίτι-δούλευε ήδη σ’ένα πάρκινγκ στη Νέα Υόρκη-έσκυψε από πάνω μου, ενώ χτυπούσα γρήγορα στη γραφομηχανή μου και είπε: «Εμπρός, φίλε μου, δεν πρέπει να κάνουμε τα κορίτσια να περιμένουν, βιάσου!». «Μια στιγμή», του λέω, «μόλις τελειώσω αυτό το κεφάλαιο είμαι δικός σου» -κι ήταν ένα απ’ τα καλύτερα κεφάλαια του βιβλίου. Μετά ντύθηκα και τραβήξαμε για τη Νέα Υόρκη να βρούμε τα κορίτσια. Στο λεωφορείο, όπως τρέχαμε μέσα στο αβυσσαλέο υπερφυσικό και φωσφορίζον Λίνκολν Τάνελ στηριγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κουνούσαμε τα χέρια, ξεφωνίζοντας και κουβεντιάζοντας ξέφρενα, άρχιζα να την ψωνίζω όπως ο Ντην.  Ήταν ένα παιδί παράφορα κυριευμένο απ’ τη ζωή, κι αν ήταν απατεώνας, κι αν δούλευε τον κόσμο, ήταν μόνο και μόνο επειδή ήθελε να ζήσει μ’ όλες του τις δυνάμεις και ν’ανακατευτεί με τους άλλους που διαφορετικά δεν θα του ‘διναν καμία σημασία. Με δούλευε και το ‘ξερα (για στέγη και τροφή, για την «τέχνη της γραφής» κλπ.) και ήξερε πως το γνώριζα (αυτή ήταν η βάση της σχέσης μας), αλλά καρφί δεν μου καιγόταν και τα πηγαίναμε περίφημα, χωρίς ιστορίες και χωρίς να τη σπάμε ο ένας στον άλλο. Χοροπηδούσαμε ο ένας γύρω απ’ τον άλλο σαν ερωτοχτυπημένοι καινούριοι φίλοι. Πήγε να με δασκαλέψει για τόσα πράγματα που προφανώς θα μπορούσα να του μάθω. Για ό,τι αφορούσε τη δουλειά μου, έλεγε: «Απάνω τους, αυτό που κάνεις είναι μεγάλο». Κρυφοκοίταζε πάνω απ’ τον ώμο μου, καθώς έγραφα και ξεφώνιζε: «Μα, ναι! Υπέροχα! Ιδιοφυές φίλε μου!» ή ακόμα: «Αλίμονο!», και σκούπιζε το πρόσωπό του με το μαντήλι του. «Μα την πίστη μου, φίλε μου, υπάρχουν τόσο πράματα να κάνει κανείς, τόσα πράγματα να γράψει! Και πώς μάλιστα ν’αρχίσει να τα περνάει όλα στο χαρτί, χωρίς αυτά τα λεπτά εμπόδια κι όλους αυτούς τους κανόνες, τα ταμπού της λογοτεχνίας και τους μπαμπούλες της γραμματικής».

Τζακ Κέρουακ, Στο Δρόμο, Εκδόσεις Βήμα Βιβλιοθήκη, Μετάφραση Δήμητρας Νικολοπούλου.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Κρήτη- The voice

Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για να περάσουμε τη νύχτα, αλλά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τα ουράνια. Χένρι Ντέιβιντ Θορώ.

Πέρασε κιόλας ένας μήνας που ο Πάκο εκοιμήθη κι όσοι δεν άκουσαν το Entre Dos Aguas δύσκολα θα μάθουν τι θα πει «να κλαις για αμαρτίες που δεν έχεις διαπράξει και να θρηνείς για τραγωδίες που δεν είναι δικές σου». Οι μελωδίες είναι ολόκληρες φιλοσοφίες. Αν ψάξουμε στις ζωντανές ηχογραφήσεις, τις φωτογραφίες της μουσικής, θα βρούμε τις ερωτήσεις. Οι μουσικές εξηγούν τον κόσμο. Σημασία έχει να καταλάβουμε τι λένε.

Η κυριαρχία μιας μουσικής που δεν ανακάτευε τις ψυχές, βασάνιζε τον Βακαλόπουλο. Οι πόλεις συνθηκολόγησαν, έγραφε στη Γραμμή του Ορίζοντος. Η λύπη και η στεναχώρια αντικατέστησαν τον πόνο, πήραν κάτι και από την ένταση της χαράς, εξόρισαν τη σιωπή. Οι μουσικές που γκρέμιζαν μέγαρα ή που δραπέτευαν από ωδεία-καθόλου δεν τα εκτιμούσε ο Χατζιδάκις-, δεν είχαν πολλή τύχη. Η ένταση παρέμενε ψηλά μόνο για τα ανώδυνα ακούσματα. Σκοποί που σου έπαιρναν το μυαλό δεν στήριζαν την κοινωνική συνοχή, έθεταν σε κίνδυνο την παραγωγικότητα των εργαζομένων, απειλούσαν το κυρίαρχο τσιμέντο. Η Κρήτη δεν μπορούσε παρά να ευθυγραμμιστεί. Δεν πονούσε ούτε εκείνη. Παρίστανε ότι πονούσε. Ξερνούσε ψέμα, κακογουστιά, εγκλήματα, άγχος να αποδείξει ότι δεν ξόφλησε. Όσοι θυμόντουσαν ότι κάποτε ήταν ικανή για όλα τα συναισθήματα, βρέθηκαν εκτός μόδας. Το τηλεοπτικό ήθος ανεχόταν, πάντως, για μερικά λεπτά στα πλατό του τη χαζοχαρούμενη λεβεντογέννα. Καλεσμένοι ήταν οι διασκεδαστές του νησιού-καλλιτέχνες δεν τους έλεγες. Ήταν τέτοια όμως η δύναμη της μουσικής που όλοι χτυπούσαν παλαμάκια, ένα χορευτής θα δοκίμαζε μερικές παράτολμες φιγούρες, κάποιες αυτοσχέδιες μαντινάδες για την εκπομπή και αυτό ήταν όλο. Η χώρα όλη είχε πατήσει σκατά αλλά από διακριτικότητα κανείς δεν έλεγε τίποτα.

Πώς να ανεχτεί ο πολιτισμός μας μια μουσική που βρίσκεται τόσο κοντά σε όσα ψιθυρίζει η φύση; Τι σχέση είχε με την Ελλάδα μια μουσική τόσο αδιαπραγμάτευτα ελληνική; Κι όλα εκείνα τα πανηγύρια, πόσο ντρόπιαζαν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Η πατρίδα, η μεγαλύτερη συμφορά που μας βρήκε, αλίμονο. Αν καταφέρναμε πιο έγκαιρα να δούμε το ιερό σε αυτό που θεωρούμε άσχημο, όπως το κατάλαβε νωρίς ένας Ιρλανδός, θα παίρναμε ένα μάθημα πλούτου και ευτυχίας. Τα σχολεία όμως δεν διδάσκουν Ross Daly, ούτε ότι η Joanne Milne άκουσε μουσική για πρώτη φορά στα 40 της χρόνια αυτή την εβδομάδα. Από το νησί, εξάλλου, όσοι θα μπορούσαν να προτείνουν άμεσα κάτι στην Joanne σε λίγο που θα ψάχνει ομορφιά στις μουσικές του κόσμου, γνωρίζουν πως δεν έλειψαν οι μεγάλοι ερμηνευτές μετά τον Ξυλούρη: Ο Σκουλάς, ο Μανωλιούδης, ο Πυθαρούλης. Στη φωνή που επέλεξα όμως αισθάνεσαι τον μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, ακούς τα κύματα που σκάνε στη λύρα καθώς το δοξάρι κωπηλατεί στη χορδή, νιώθεις την καύλα της για να το πω πιο απλά. Την καύλα που σμίγει με την ποιότητα, την ευγένεια, τις ρίζες του τόπου κι ένα συναίσθημα πέρα για πέρα αυθεντικό.

Τώρα λοιπόν που ο Αντέννα θα επιλέξει την επόμενη μεγάλη Voice που δεν θα κάνει καριέρα, ζητώ από τον Βασίλη Σταυρακάκη να έρθει στην ομάδα μου. Ο άνθρωπος είναι εκτός συναγωνισμού. Μια κατηγορία μόνος του. «Το ντουέντε δεν βρίσκεται στο λαρύγγι. Το ντουέντε ανεβαίνει από τις γυμνές πατούσες των ποδιών» σημείωνε ο Λόρκα. Ίσως γι'αυτό ο Βασίλης όταν λέει μαντινάδες, σηκώνει το χέρι του ψηλά, μερακλίδικα κι όχι φασιστικά. Ενδεχομένως οφείλεται σε αυτή τη μυστηριώδη δύναμη που, όταν τον έχω στα αυτιά μου, νομίζω ότι θα απογειωθώ, καθώς όλο και πιο σπάνια φωνές σε ανατινάζουν όπως η δική του, μυρίζουν τόσο έντονα κρασί, εκφράζουν αυτό που θα μπορούσε να σημαίνει ο τόπος μας, με έναν λαό πιο ευτυχισμένο, λιγότερο υποκριτή και φοβισμένο.

Ο Μπάρμπα Μανώλης κάθε απόγευμα βάζει το καλό του παντελόνι και πηγαίνει στο καφενείο του χωριού. Εκεί όπου κάποτε, αν αργούσε, δεν έβρισκε να κάτσει. Τώρα είναι μόνος. Ο Βασίλης παίρνει αυτές τις άδειες θέσεις και τις κάνει καρέκλες μουσικές.
 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Οι αριστούχοι

Υστεροφημία άλλη καμιά δε ζητώ παρά μονάχα πως σε αγάπησα. Robert Desnos.
 

«Άριστο», είπε ο Όμηρος, «είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται. Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό είναι, όταν γεν­νηθεί, αμέσως να πεθαίνει». Όλο το ελληνικό πνεύμα βρίσκεται στην παραπάνω διατύπωση. Αργότερα μας το πάσαραν στη συσκευασία του "live fast, die young" και μας εντυπωσίασαν, στην Κρήτη το λέμε να ζήσεις μόνο μιαν αυγή. Οι καλοί πεθαίνουν νέοι, κι αυτό ακούστηκε, αλλά δεν έπεισε. Αν η πιο παρηγορητική φράση που σκαρφιστήκαμε οι θνητοί για τον αδόκητο χαμό είναι αυτή, δεν αδικώ όλους όσοι προτιμούν να πιστεύουν σε κάποιο Θεό. Το μεγάλο ψέμα τρώει το μικρό.

Όποιος είναι πάνω από τριάντα, καλύτερα να μας αδειάζει τη γωνιά, γράφει ο Γκαίτε. Μετά τα σαράντα χρόνια του ανθρώπου αυτοί που μπορούν να ζήσουν είναι οι ηλίθιοι και οι απατεώνες, δίνει μία δεκαετία δώρο ο Ντοστογιέφσκι. Αφορισμοί λογοτεχνών θα πείτε, τίποτα άλλο παρά μία ελιτίστικη συνήθεια ενός ανθρώπου που διαβάζει και κάνει επίδειξη γνώσεων για να νιώσει ευφυέστερος. Έχουν καμιά εκπαιδευτική αξία όλα αυτά; Μας κάνουν σοφότερους; Τι 30, τι 40, τι 50. Με τα 25 και τα 26, τι κάνουμε; Πώς κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν η ομορφιά δυο γυναικών που αγαπήσαμε, απότομα εξαφανίζεται;

 
Η αιωνόβια του Κισλόφσκι θέλει να ζήσει περισσότερο. Δεν της αρκεί ένας αιώνας. Η γιαγιά στον Ταΰγετο να μη ζήσει περισσότερο. Τι να τον κάνει τον αιώνα; Παλιά με βασάνιζε η άτυπη κόντρα. Ποια από τις δύο κατέχει την αλήθεια; Τι θα επέλεγα; Με πόσα χρόνια θα 'μαι ευχαριστημένος; Όταν η ζωή σου έχει συμπεριφερθεί ευγενικά, χάνεις χρόνο αναλογιζόμενος διάφορα ερωτήματα με τα οποία δεν θα βρεθείς αντιμέτωπος. Ένας από τους λόγους για τους οποίους μου λείπει η παιδική μου ηλικία είναι επειδή δεν πέθαινε κανείς. Τα νέα δεν έφταναν μέχρι την αυλή του σχολείου. Δεν διαβάζαμε μεθοδικά ενώ παίζαμε ακούραστα. Είχαμε πιάσει το νόημα.

 
Είναι πιο φτωχή η χώρα κι ας μην ανακοινώθηκε επίσημα. Μα θάνατος δεν είναι το νεκρό σώμα της Ε. που δεν είδα ή τα νέα της Λ. που δεν ήρθαν ποτέ. Είναι η προπαγάνδα του καθεστώτος, οι φτωχοί που έχουν αφεθεί στους κάδους τους, τα αγάπη ρε μουνιά και τα πουτάνα όλα, το κρυφό μίσος για καθετί που δεν αιχμαλωτίζεται, τα ανταλλάγματα που απαιτεί κάθε ειλικρινές ενδιαφέρον (βαρβαρότητα της αμοιβαιότητας το έλεγε η Λ.), τα ρούχα της δουλειάς, η σκλαβιά της επικαιρότητας, η αυθεντία της αναγνωρισιμότητας, η φιλανθρωπία, τα «σ'αγαπώ γιατί είσαι σαν εμένα», τα «λυπάμαι πολύ Μιχάλη», τα «πρόσεχε, θα πληγωθείς», τα «περνάμε τέλεια», τα «κάτι μου λείπει», τα «δουλίτσα να υπάρχει», τα επίμονα «με τι ασχολείσαι;», τα «ή θα είσαι μαζί μου ή εναντίον μου», τα αντίο και οι συγγνώμες που δεν ειπώθηκαν, οι θλίψεις που μονιμοποιήθηκαν, η αντικειμενική ενημέρωση, η πνευματική εξαθλίωση, οι απόψεις και τα δίκια, η ουτοπία που τεμπελιάζει αυτάρεσκα, τα νέα κόμματα, οι σημαίες, η αλαζονεία της κουλτούρας που τραγουδάει για να ξεχωρίσει αδερφέ μου απ'τον κόσμο, οι κόρνες πριν τους γάμους, τα γραπτά που δεν βλέπει η νύχτα, τα ταξί έξω από τα μέγαρα μουσικής και οι βραδιές ποίησης που φέτος δεν είχατε λεφτά να διοργανώσετε. 

Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο; Εγώ λέω ναι. Μη λέτε, όμως, μέλλον, μη λέτε δικαιοσύνη. Δεν σας έμαθε η μαμά να μη βάζετε στο στόμα κακές λέξεις; Ο πρόωρος θάνατος σε αναγκάζει να καταπιείς τα ψέματά σου και να ζήσεις με τα λάθη σου. Με όσα είχες αναβάλει για αύριο-ποιο αύριο; Ξεσκίζει τα λόγια, γελοιοποιεί τα κλάματα, διασπά τις φιλοσοφικές άμυνες. Πολύ απλά, σε κάνει ηλίθιο. Ποια αξιοπρέπεια σου έχει μείνει; Να τον αγνοείς, να μην τον λογαριάζεις, να μιλάς για όσους έφυγαν σαν να είναι εδώ. Θέλουν μια κάποια έπαρση τα δάκρυα. Έζησες έστω μιαν αυγή; Βγάλε το σκασμό. Να 'σαι έτοιμος να φύγεις, κατά προτίμηση με μία χειραποσκευή μέχρι οκτώ κιλά, μη χρεωθείς εξτρά.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Μία πρώην

Όταν ο Ernest Delahaye ρώτησε τον 25χρονο Αρθούρο Ρεμπώ αν ασχολείται ακόμα με τη λογοτεχνία, εκείνος απάντησε: «Δεν την σκέφτομαι πια». Τόσο απλά.

Καρλότα

Αφού διάβασα 15 σελίδες, τοποθέτησα προσεκτικά το Κουτσό πάνω στο στήθος μου. Παρατηρώντας το να ανεβοκατεβαίνει και καθώς κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να φάει τα μούτρα του, κατάλαβα πως ένα βιβλίο, αυτό που δεν γράφω, χτυπούσε στη θέση της καρδιάς. Αυτή τη φορά με είχε προλάβει η Καρλότα.


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Όταν έκλαψε ο Σουμάχερ

Είναι επικίνδυνο να ζεις έστω μία μέρα. Βιρτζίνια Γουλφ.

Όταν πια σταμάτησα να βλέπω  F1 και να υποστηρίζω τη Φεράρι, άρχισε να σαρώνει τα πρωταθλήματα στο τιμόνι της. Στον εγωκεντρικό μου κόσμο ήταν η έλλειψη ενδιαφέροντός μου που τον απελευθέρωσε. Χωρίς καμία πίεση ξεκίνησε να σπάει το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο και μερικοί άρχισαν να τον συγκρίνουν με τον Σέννα. Την Πρωτομαγιά του ’94 είχε δει το ατύχημα του Βραζιλιάνου πιο κοντά από κάθε άλλο. Η δική του Μπένετον γέμιζε τους καθρέφτες της Γουίλιαμς, την πίεζε και την εξαγρίωνε. Η μάχη για το πρωτάθλημα ανάμεσα στον παλιό και στον νέο, πάνω που πήγαινε να φουντώσει, θα κοβόταν απότομα. Στον εγωκεντρικό κόσμο του Μίχαελ Σουμάχερ ήταν λες και το δικό του μονοθέσιο έβγαλε από την πίστα τον Άιρτον. Στο τέλος της χρονιάς θα του αφιέρωνε το πρωτάθλημα.

Έτσι από τις πρώτες κιόλας μέρες αδιαφόρησα. Η έλλειψη αγωνίας μου θα τον ανέσταινε. Πεθαίνει ρε μαλάκα ο Σουμάχερ; Είναι απλά κάποιες ειδήσεις που δε θες να παραδεχτείς ότι σοκάρουν την άτρωτη εικόνα που έχεις για τους ήρωες των παιδικών σου χρόνων. Όχι ότι τον συμπαθούσα και πολύ. Τον έβρισκα βαρετά τέλειο, βαρετά Γερμανό, βαρετά πειθαρχημένο. Οι ζαβολιές του φαίνονταν κι αυτές υπολογισμένες. Δεν είχαν την παιδικότητα και τον κωλοπαιδισμό του Σέννα, γι’αυτό και τις περισσότερες φορές ήταν αποτυχημένες όπως το ’97 που, βλέποντας να χάνει το πρωτάθλημα από τον Βιλνέβ, προσπάθησε να τον βγάλει από την πίστα. Ο Άιρτον, μερικά χρόνια πριν, με αντίπαλο τον Προστ στην Ιαπωνία, το είχε κάνει καλύτερα.
Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που έπιασε στις νίκες τον μεγάλο Βραζιλιάνο. Τον πήραν τα κλάματα. Με λυγμούς και αναφιλητά. Κλαίει ρε μαλάκα ο Σουμάχερ; Κι όμως, έκλαιγε και τον καμάρωνα για πρώτη φορά. Και νομίζω πως στον εγωκεντρικό του κόσμο, δεν έκλαιγε ακριβώς για τον μεγάλο του αντίπαλο. Έκλαιγε πάλι για τον εαυτό του. Επειδή του έλειπε ο ανταγωνισμός, οι κόντρες που δεν έγιναν μεταξύ τους, εκείνος που κοιτάζοντάς τον, θαυμάζοντάς τον, ζηλεύοντάς τον, γιατί όχι, ήθελε να γίνει καλύτερος. Τουλάχιστον όμως έκλαιγε. Μπορούσες να τον αγαπήσεις.
 
Ένα χρόνο μετά την απόσυρση του Προστ, ο Σέννα σκοτώνεται. Ένα χρόνο μετά την οριστική απόσυρσή του από την F1, ο Μίχαελ Σουμάχερ κινδυνεύει να πεθάνει στα 45 του. Θαρρείς πως η έλλειψη της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας αδρεναλίνης να έλκει την τραγωδία. Αρκετά όμως με τη μεταφυσική. Όλα στη ζωή είναι τυχαία, τίποτα δεν γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Για παράδειγμα, όταν τον Μάρτη του '91 ο Σέννα μένει στο Ιντερλάγκος με την έκτη ταχύτητα κολλημένη στο κιβώτιο, δεν τον βοηθάει κάποια ανώτερη δύναμη να τερματίσει. Βρίσκει μέσα του ό,τι δεν έχει. Κι αφού προλαβαίνει να κόψει πρώτος το νήμα, σχεδόν καταρρέει. Δεν θα κλάψει όπως ο Σουμάχερ. Θα πονέσει όμως. Θα σπάσει. Θα καταλάβουν όλοι ότι είναι ανθρώπινος, φτιαγμένος από σάρκα και οστά. Εκείνη είναι η στιγμή που γίνεται Θεός για τους συμπατριώτες του.
 
Παραδόξως, μία από τις καλύτερες πένες στη χώρα, σχολιάζοντας τις αντιδράσεις για το κώμα του Γερμανού πιλότου, υπονόησε ότι κακώς λυπόμαστε όσους επαγγελματικά κοντράρουν το θάνατο και έχουν το θράσος να κάνουν μάλιστα και παιδιά. Σα δεν ντρέπονται, να πηγαίνουν σε χιονοδρομικά κέντρα και να κατεβαίνουν αψήφιστα τις βουνοπλαγιές. Θαρρείς πως οι γιατροί που ψάχνουν θεραπείες για τον καρκίνο ή που χειρουργούν, οι επιστήμονες που μελετούν, οι συγγραφείς που δημιουργούν θα όφειλαν μεμιάς να σταματήσουν και να υποκλιθούν στην αναπότρεπτη μοίρα του ανθρώπου. Να πεθάνουμε όλοι πιο ήσυχα, λιγότερο δραστήρια, δίχως να πίνουμε, να καπνίζουμε και να βάζουμε σε κίνδυνο την υγεία μας. Η ζωή όμως διψάει για βλάσφημους. Εξάλλου ο Σέννα και ο Σούμι, τις 999 φορές από τις 1000, ήξεραν τι κάνουν. Μακάρι οι δικές μας πορείες-οι πράξεις, τα λόγια, οι επαναστάσεις -να έπαιρναν κάτι από την ορμή και την ακρίβειά τους.

                                                                                        (Κείμενο για την Parallaxi)