Ωστόσο, τα χέρια του ενός κυρίου είχαν τυλιχτεί κιόλας γύρω απ’ τον λαιμό του Κ., κι ο άλλος έμπηξε το χέρι βαθιά στην καρδιά και το γύρισε δύο φορές. Με μάτια που έσβηναν, ο Κ. πρόλαβε να δει τα πρόσωπα των δύο κυρίων, που σκυμμένοι κοντά στο πρόσωπό του, με τα μάγουλά τους κολλητά, παρακολουθούσαν την εκτέλεση της απόφασης: «Σαν το σκυλί!» είπε, λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του.
Φραντς Κάφκα, Η Δίκη, Εκδόσεις Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Μετάφραση Γιάννη Βαλούρδου.
Για να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι και ίσοι, πρέπει να έχουμε
καταλάβει τα καθήκοντά μας. Για να έχουμε καταλάβει καλά τα καθήκοντά μας,
πρέπει να είμαστε όλοι απολύτως συνειδητοί. Αλλά το να είμαστε απολύτως
συνειδητοί συνεπάγεται να είμαστε απολύτως δυστυχισμένοι. Η ισότητα, αδύνατη
αυτή καθαυτήν, θα ισοδυναμούσε με μια απέραντη και ατελείωτη δυστυχία, με μια
απέραντη και ασύλληπτη οδύνη. Και η οδύνη θα μας καθιστούσε ασύνειδους, και θα
πέφταμε πάλι στην αδικία, πάλι στον πόλεμο, πάλι, πιο επιδέξιοι και πολλαπλοί,
στην πανούργα πρακτική του κακού και του εγκλήματος. Το πλέον μεγαλειώδες των
επιχειρημάτων υπάρχει μόνο λόγω της αδυναμίας των κριτικών. Δεν υπάρχει πιθανή
θεωρία που να μην είναι πιθανό να καταστραφεί, που μια πιθανή κριτική να μην
ακυρώνει. Η μοναδική βεβαιότητα είναι ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα. Και μάλιστα
θα έλεγα: δεν έχουμε καν αυτή τη βεβαιότητα. Είμαι λιγότερο σύμφωνος με τον Σωκράτη
απ’ ό,τι με τον Φρανσίσκο Σάνσες. Δεν λέω «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», αλλά «δεν
ξέρω καν ότι δεν ξέρω». Το ελάττωμα των σκεπτικιστών είναι ότι δεν είναι εντελώς
σκεπτικιστές. Πρέπει να αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον σκεπτικισμό, να
δυσπιστούμε ως προς την ίδια την αμφιβολία. Για οποιαδήποτε ιδέα που μου
έρχεται δεν ξέρω παρά μόνο αυτό: είναι λάθος. Για οποιαδήποτε απόλαυση, ότι δεν
είναι πλήρης. Για οποιαδήποτε πράξη, ότι είναι ανώφελη. Συγκεκριμένα, ακόμη κι
αυτό δεν το ξέρω. Γι’αυτό δεν ξέρω παρά μόνο αυτό. Είμαι παράδοξος; Αυτά που
λέω δεν είναι κατανοητά; Είναι γιατί έχω δίκιο. Ο κόσμος είναι το μεγάλο
παράδοξο και η μεγάλη ακατανόητη πραγματικότητα. Μόλις βεβαιώσουμε κάτι,
σφάλλουμε. Μόλις πιστέψουμε κάτι, πλανιόμαστε. Μόλις γινόμαστε κατανοητοί,
περιοριζόμαστε ipsofactoκαι τοποθετούμαστε έξω από την αλήθεια.
Φερνάντο Πεσσόα, Ο Ερημίτης του Μαύρου Βουνού, Εκδόσεις
Νεφέλη, Μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα.
Μια νεκρή ανθρωπότητα κείται πλάι στα έργα της, που της κόστισε
τόσο πνεύμα για να τα ανακαλύψει, ώστε δεν της απέμενε άλλο για να τα
χρησιμοποιήσει. Ήμασταν αρκετά περίπλοκοι για να κατασκευάσουμε τη μηχανή και
είμαστε υπερβολικά πρωτόγονοι για να την αφήσουμε να μας υπηρετεί.
Για την ώρα νίκησε η φύση. Αλλά σαν εξυπνότερη θα
υποχωρήσει, κάνοντας σε μια κούφια πλέον ανθρωπότητα χαλάλι τον θρίαμβο να
αφανισθεί και έτσι να εκπληρώσει την πιο μεγάλη της επιθυμία.
Ο τραγικός χαρακτήρας μιας ξεπεσμένης ανθρωπότητας, η οποία
είναι πολύ λιγότερο κατάλληλη για τη ζωή μέσα στον πολιτισμό απ’ ό,τι μια
γεροντοκόρη για το μπουρδέλο και αναζητεί παρηγοριά στην ηθική για να ξεχάσει
τη σύφιλη, έχει οξυνθεί λόγω της διαρκούς παραίτησης από κάθε ψυχική ανανέωση.
Την επείγουσα ανάγκη να μετατραπούν τα πανεπιστήμια σε
μπουρδέλα, ώστε η επιστήμη να ξαναελευθερωθεί, δεν κατανοεί κανένα πολιτικό
κόμμα. Αλλά οι καθηγητές θα έβρισκαν θέσεις εργασίας ως θυρωροί, αφού θα
μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι γενειάδες και το αξιοπρεπές παρουσιαστικό είναι
δεδομένο, οπότε τα έσοδα από τα δίδακτρα θα εισέρρεαν άφθονα.
Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του
πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή
του πνεύματος μπορεί ακόμα να υπάρχει ένας κόσμος.
Οι δημοσιογράφοι είναι τόσο μετριόφρονες που τσαλαπατούν τα
φύτρα της πνευματικής σποράς, αφανίζοντάς την για πάντα. Εγώ είμαι μεγαλομανής:
Ξέρω ότι δεν θα έρθει ο καιρός μου.
Είναι τραγικό να μας διεκδικεί το ένα κόμμα, όταν δεν
θέλουμε να ξέρουμε το άλλο, και να πρέπει να ανήκουμε σε τούτο, επειδή
περιφρονούμε εκείνο. Από το ύψος της αληθινής πνευματικότητας όμως η πολιτική
φαίνεται μόνο σαν αισθητικό μπιχλιμπίδι και η ορχιδέα σαν κομματικό λουλούδι.
Το κοινό δεν αισθάνεται τόσο βέβαιη υπεροχή απέναντι σε
τίποτε όσο απέναντι σε έναν συγγραφέα που δεν κατανοεί, αλλά εμποροϋπάλληλοι,
που πίσω από τον πάγκο ενός μαγαζιού δεν θα τα κατάφερναν ή δεν τα κατάφεραν,
είναι οι άγιοί του. Οι δημοσιογράφοι θεία χάριτι μπορούν να γράφουν ό,τι
θέλουν. Εμένα όμως μου αμφισβητείται το δικαίωμα να εκφράσω με λόγια τη
βαθύτατη πίκρα μου, διότι μόνο τις διαθέσεις του αναγνώστη επιτρέπεται να
υπηρετεί μια πέννα που γράφει για αναγνώστες. Οι αναγνώστες μου είναι οι λευκοί
που λυντσάρουν έναν νέγρο αν έχει κάνει κάτι φυσικό. Εγκαταλείπω πανηγυρικά τη
φυλή και προτιμώ να μη διαβάζομαι καθόλου παρά να με διαβάζουν άνθρωποι που με
θεωρούν υπεύθυνο για την πνευματική τους καθυστέρηση. Αυτή προοδεύει-τι θα
απογίνω εγώ;
Καρλ Κράους, Η κουλτούρα των Μέσων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,
Μετάφραση Λευτέρη Αναγνώστου.
Να ‘μαστε στην καρδιά μιας προεκλογικής περιόδου κι η μεγάλη σύγχρονη
κωμωδία ξαναρχίζει για μια ακόμη φορά. Αν ζούσε ο Μολιέρος σήμερα, σε μια
προεκλογική εκστρατεία θα μελετούσε τις ορέξεις και την ανοησία των ανθρώπων.
Είναι ένας καθολικός οργασμός, ένα ξεδίπλωμα όλων των μετριοτήτων, είναι το
ανθρώπινο κτήνος ξαμολημένο μ’ όλες τις κενοδοξίες και τις ποταπότητές του.
Στον εικοστό αιώνα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι υπέροχο. Τούτη την ώρα όμως η
εκλογική κουζίνα είναι από τις λιγότερο ορεκτικές. Γέλασα, στη γωνία μου, με
τον ξεσηκωμό των πολιτικών και του Τύπου, όταν τους γνωστοποιήθηκε ότι θα
διέθεταν τρεις, όλες κι όλες, βδομαδούλες προεκλογικής αναταραχής. Έβαλαν τις
φωνές περί εμπαιγμού, κακοπιστίας, κι η λέξη υφαρπαγή πλανήθηκε στον αέρα. Ναι,
αυτή η άτιμη κυβέρνηση τους υπεξαιρούσε την απόλαυσή τους, τους έπαιρνε από το
στόμα το ψωμί της αταξίας. Για σκεφτείτε! Μοναχά τρεις εβδομάδες για να γράψουν
ανόητες και ανακριβείς προγραμματικές διακηρύξεις, να κατηχήσουν κάτι
αξιολύπητα ανθρωπάκια που πουλιούνται για ένα ποτήρι κρασί, να γεμίσουν τον
Τύπο με φρικτά κείμενα που δεν κάνουν ούτε για κοπριά, να βυθίσουν τη χώρα σε
μια ανυπόφορη ένταση απ’ την οποία το έθνος εξέρχεται με τα μάτια πρησμένα και
το κεφάλι άδειο, όπως ύστερα από μια νύχτα μέθης. Ναι, είν’ ένα μέτρο άδικο,
απαράδεκτο-έπρεπε να ‘χαμε τουλάχιστον τρεις μήνες για να γευτούμε αυτή τη
νοστιμιά, έπρεπε να ‘χαμε μια ολόκληρη ζωή.
Ένα βράδυ που δειπνούσε ο Ντην στο σπίτι-δούλευε ήδη σ’ένα πάρκινγκ
στη Νέα Υόρκη-έσκυψε από πάνω μου, ενώ χτυπούσα γρήγορα στη γραφομηχανή μου και
είπε: «Εμπρός, φίλε μου, δεν πρέπει να κάνουμε τα κορίτσια να περιμένουν,
βιάσου!». «Μια στιγμή», του λέω, «μόλις τελειώσω αυτό το κεφάλαιο είμαι δικός σου»
-κι ήταν ένα απ’ τα καλύτερα κεφάλαια του βιβλίου. Μετά ντύθηκα και τραβήξαμε
για τη Νέα Υόρκη να βρούμε τα κορίτσια. Στο λεωφορείο, όπως τρέχαμε μέσα στο
αβυσσαλέο υπερφυσικό και φωσφορίζον Λίνκολν Τάνελ στηριγμένοι ο ένας πάνω στον
άλλο, κουνούσαμε τα χέρια, ξεφωνίζοντας και κουβεντιάζοντας ξέφρενα, άρχιζα να
την ψωνίζω όπως ο Ντην.Ήταν ένα παιδί
παράφορα κυριευμένο απ’ τη ζωή, κι αν ήταν απατεώνας, κι αν δούλευε τον κόσμο,
ήταν μόνο και μόνο επειδή ήθελε να ζήσει μ’ όλες του τις δυνάμεις και ν’ανακατευτεί
με τους άλλους που διαφορετικά δεν θα του ‘διναν καμία σημασία. Με δούλευε και
το ‘ξερα (για στέγη και τροφή, για την «τέχνη της γραφής» κλπ.) και ήξερε πως
το γνώριζα (αυτή ήταν η βάση της σχέσης μας), αλλά καρφί δεν μου καιγόταν και
τα πηγαίναμε περίφημα, χωρίς ιστορίες και χωρίς να τη σπάμε ο ένας στον άλλο.
Χοροπηδούσαμε ο ένας γύρω απ’ τον άλλο σαν ερωτοχτυπημένοι καινούριοι φίλοι.
Πήγε να με δασκαλέψει για τόσα πράγματα που προφανώς θα μπορούσα να του μάθω.
Για ό,τι αφορούσε τη δουλειά μου, έλεγε: «Απάνω τους, αυτό που κάνεις είναι
μεγάλο». Κρυφοκοίταζε πάνω απ’ τον ώμο μου, καθώς έγραφα και ξεφώνιζε: «Μα,
ναι! Υπέροχα! Ιδιοφυές φίλε μου!» ή ακόμα: «Αλίμονο!», και σκούπιζε το πρόσωπό
του με το μαντήλι του. «Μα την πίστη μου, φίλε μου, υπάρχουν τόσο πράματα να
κάνει κανείς, τόσα πράγματα να γράψει! Και πώς μάλιστα ν’αρχίσει να τα περνάει
όλα στο χαρτί, χωρίς αυτά τα λεπτά εμπόδια κι όλους αυτούς τους κανόνες, τα
ταμπού της λογοτεχνίας και τους μπαμπούλες της γραμματικής».
Τζακ Κέρουακ, Στο Δρόμο, Εκδόσεις Βήμα
Βιβλιοθήκη, Μετάφραση Δήμητρας Νικολοπούλου.
Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για να περάσουμε τη νύχτα, αλλά ριζώσαμε
στη γη και ξεχάσαμε τα ουράνια. Χένρι Ντέιβιντ Θορώ.
Πέρασε
κιόλας ένας μήνας που ο Πάκο εκοιμήθη κι όσοι δεν άκουσαν το Entre Dos Aguas
δύσκολα θα μάθουν τι θα πει «να κλαις για αμαρτίες που δεν έχεις διαπράξει
και να θρηνείς για τραγωδίες που δεν είναι δικές σου». Οι μελωδίες είναι
ολόκληρες φιλοσοφίες. Αν ψάξουμε στις ζωντανές ηχογραφήσεις, τις φωτογραφίες
της μουσικής, θα βρούμε τις ερωτήσεις. Οι μουσικές εξηγούν τον κόσμο. Σημασία
έχει να καταλάβουμε τι λένε.
Η κυριαρχία
μιας μουσικής που δεν ανακάτευε τις ψυχές, βασάνιζε τον Βακαλόπουλο. Οι πόλεις
συνθηκολόγησαν, έγραφε στη Γραμμή του Ορίζοντος. Η λύπη και η στεναχώρια
αντικατέστησαν τον πόνο, πήραν κάτι και από την ένταση της χαράς, εξόρισαν τη
σιωπή. Οι μουσικές που γκρέμιζαν μέγαρα ή που δραπέτευαν από ωδεία-καθόλου δεν
τα εκτιμούσε ο Χατζιδάκις-, δεν είχαν πολλή τύχη. Η ένταση παρέμενε ψηλά μόνο
για τα ανώδυνα ακούσματα. Σκοποί που σου έπαιρναν το μυαλό δεν στήριζαν την
κοινωνική συνοχή, έθεταν σε κίνδυνο την παραγωγικότητα των εργαζομένων,
απειλούσαν το κυρίαρχο τσιμέντο. Η Κρήτη δεν μπορούσε παρά να ευθυγραμμιστεί.
Δεν πονούσε ούτε εκείνη. Παρίστανε ότι πονούσε. Ξερνούσε ψέμα, κακογουστιά,
εγκλήματα, άγχος να αποδείξει ότι δεν ξόφλησε. Όσοι θυμόντουσαν ότι κάποτε ήταν
ικανή για όλα τα συναισθήματα, βρέθηκαν εκτός μόδας. Το τηλεοπτικό ήθος
ανεχόταν, πάντως, για μερικά λεπτά στα πλατό του τη χαζοχαρούμενη λεβεντογέννα.
Καλεσμένοι ήταν οι διασκεδαστές του νησιού-καλλιτέχνες δεν τους έλεγες. Ήταν
τέτοια όμως η δύναμη της μουσικής που όλοι χτυπούσαν παλαμάκια, ένα χορευτής θα
δοκίμαζε μερικές παράτολμες φιγούρες, κάποιες αυτοσχέδιες μαντινάδες για την
εκπομπή και αυτό ήταν όλο. Η χώρα όλη είχε πατήσει σκατά αλλά από
διακριτικότητα κανείς δεν έλεγε τίποτα.
Πώς να ανεχτεί ο πολιτισμός μας μια μουσική που βρίσκεται τόσο κοντά
σε όσα ψιθυρίζει η φύση; Τι σχέση είχε με την Ελλάδα μια μουσική τόσο
αδιαπραγμάτευτα ελληνική; Κι όλα εκείνα τα πανηγύρια, πόσο ντρόπιαζαν την
ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Η πατρίδα, η μεγαλύτερη συμφορά που μας βρήκε,
αλίμονο. Αν καταφέρναμε πιο έγκαιρα να δούμε το ιερό σε αυτό που θεωρούμε
άσχημο, όπως το κατάλαβε νωρίς ένας Ιρλανδός, θα παίρναμε ένα μάθημα πλούτου
και ευτυχίας. Τα σχολεία όμως δεν διδάσκουν Ross Daly, ούτε ότι η Joanne Milne
άκουσε μουσική για πρώτη φορά στα 40 της χρόνια αυτή την εβδομάδα. Από το νησί,
εξάλλου, όσοι θα μπορούσαν να προτείνουν άμεσα κάτι στην Joanne σε λίγο που θα
ψάχνει ομορφιά στις μουσικές του κόσμου, γνωρίζουν πως δεν έλειψαν οι μεγάλοι
ερμηνευτές μετά τον Ξυλούρη: Ο Σκουλάς, ο Μανωλιούδης, ο Πυθαρούλης. Στη φωνή
που επέλεξα όμως αισθάνεσαι τον μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, ακούς τα
κύματα που σκάνε στη λύρα καθώς το δοξάρι κωπηλατεί στη χορδή, νιώθεις την
καύλα της για να το πω πιο απλά. Την καύλα που σμίγει με την ποιότητα, την
ευγένεια, τις ρίζες του τόπου κι ένα συναίσθημα πέρα για πέρα αυθεντικό.
Τώρα λοιπόν που ο Αντέννα θα επιλέξει την επόμενη μεγάλη Voice που δεν
θα κάνει καριέρα, ζητώ από τον Βασίλη Σταυρακάκη να έρθει στην ομάδα μου. Ο
άνθρωπος είναι εκτός συναγωνισμού. Μια κατηγορία μόνος του. «Το ντουέντε δεν
βρίσκεται στο λαρύγγι. Το ντουέντε ανεβαίνει από τις γυμνές πατούσες των ποδιών»
σημείωνε ο Λόρκα. Ίσως γι'αυτό ο Βασίλης όταν λέει μαντινάδες, σηκώνει το χέρι
του ψηλά, μερακλίδικα κι όχι φασιστικά. Ενδεχομένως οφείλεται σε αυτή τη
μυστηριώδη δύναμη που, όταν τον έχω στα αυτιά μου, νομίζω ότι θα απογειωθώ,
καθώς όλο και πιο σπάνια φωνές σε ανατινάζουν όπως η δική του, μυρίζουν τόσο
έντονα κρασί, εκφράζουν αυτό που θα μπορούσε να σημαίνει ο τόπος μας, με έναν
λαό πιο ευτυχισμένο, λιγότερο υποκριτή και φοβισμένο.
Ο Μπάρμπα Μανώλης κάθε απόγευμα βάζει το
καλό του παντελόνι και πηγαίνει στο καφενείο του χωριού. Εκεί όπου κάποτε, αν
αργούσε, δεν έβρισκε να κάτσει. Τώρα είναι μόνος. Ο Βασίλης παίρνει αυτές τις
άδειες θέσεις και τις κάνει καρέκλες μουσικές.
Υστεροφημία
άλλη καμιά δε ζητώ παρά μονάχα πως σε αγάπησα. Robert
Desnos. «Άριστο», είπε ο Όμηρος, «είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται. Το
δεύτερο στον άνθρωπο καλό είναι, όταν γεννηθεί, αμέσως να πεθαίνει». Όλο το
ελληνικό πνεύμα βρίσκεται στην παραπάνω διατύπωση. Αργότερα μας το πάσαραν στη συσκευασία του "live
fast, die young" και μας εντυπωσίασαν, στην Κρήτη το
λέμε να ζήσεις μόνο μιαν αυγή. Οι καλοί πεθαίνουν νέοι, κι αυτό ακούστηκε, αλλά δεν έπεισε. Αν η πιο παρηγορητική φράση που σκαρφιστήκαμε οι θνητοί για τον αδόκητο χαμό είναι αυτή, δεν αδικώ όλους όσοι προτιμούν να πιστεύουν σε κάποιο Θεό. Το μεγάλο ψέμα τρώει το μικρό.
Όποιος είναι πάνω από τριάντα, καλύτερα να μας αδειάζει
τη γωνιά, γράφει ο Γκαίτε. Μετά τα σαράντα χρόνια του ανθρώπου αυτοί που μπορούν
να ζήσουν είναι οι ηλίθιοι και οι απατεώνες, δίνει μία δεκαετία δώρο ο
Ντοστογιέφσκι. Αφορισμοί λογοτεχνών θα πείτε, τίποτα άλλο παρά μία ελιτίστικη
συνήθεια ενός ανθρώπου που διαβάζει και κάνει επίδειξη γνώσεων για να νιώσει ευφυέστερος. Έχουν καμιά εκπαιδευτική αξία όλα αυτά; Μας κάνουν σοφότερους; Τι 30, τι 40, τι 50. Με τα 25 και τα 26, τι κάνουμε; Πώς κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν η ομορφιά δυο γυναικών που αγαπήσαμε, απότομα εξαφανίζεται;
Η αιωνόβια του Κισλόφσκι θέλει να ζήσει περισσότερο. Δεν της αρκεί
ένας αιώνας. Η γιαγιά στον Ταΰγετο να μη ζήσει περισσότερο. Τι να τον κάνει τον
αιώνα; Παλιά με βασάνιζε η άτυπη κόντρα. Ποια
από τις δύο κατέχει την αλήθεια; Τι θα επέλεγα; Με πόσα χρόνια θα 'μαι
ευχαριστημένος; Όταν η ζωή σου έχει συμπεριφερθεί ευγενικά, χάνεις χρόνο αναλογιζόμενος διάφορα ερωτήματα με τα οποία δεν θα βρεθείς αντιμέτωπος. Ένας από τους λόγους για τους οποίους μου λείπει η παιδική μου ηλικία είναι
επειδή δεν πέθαινε κανείς. Τα νέα δεν έφταναν μέχρι την αυλή του σχολείου.
Δεν διαβάζαμε μεθοδικά ενώ παίζαμε ακούραστα. Είχαμε πιάσει το νόημα.
Είναι πιο φτωχή η χώρα κι ας μην ανακοινώθηκε επίσημα. Μα θάνατος δεν είναι το
νεκρό σώμα της Ε. που δεν είδα ή τα νέα της Λ. που δεν ήρθαν ποτέ. Είναι η
προπαγάνδα του καθεστώτος, οι φτωχοί που έχουν αφεθεί στους κάδους τους, τα
αγάπη ρε μουνιά και τα πουτάνα όλα, το κρυφό μίσος για καθετί που δεν αιχμαλωτίζεται,
τα ανταλλάγματα που απαιτεί κάθε ειλικρινές ενδιαφέρον (βαρβαρότητα της αμοιβαιότητας το έλεγε η Λ.), τα ρούχα της δουλειάς, η σκλαβιά της επικαιρότητας, η αυθεντία της αναγνωρισιμότητας, η
φιλανθρωπία, τα «σ'αγαπώ γιατί είσαι σαν εμένα», τα «λυπάμαι πολύ Μιχάλη», τα «πρόσεχε,
θα πληγωθείς», τα «περνάμε τέλεια», τα «κάτι μου λείπει», τα «δουλίτσα να υπάρχει», τα επίμονα «με τι
ασχολείσαι;», τα «ή θα είσαι μαζί μου ή εναντίον μου», τα αντίο και οι συγγνώμες που δεν ειπώθηκαν, οι θλίψεις που
μονιμοποιήθηκαν, η αντικειμενική ενημέρωση, η πνευματική εξαθλίωση, οι απόψεις και τα δίκια, η ουτοπία που
τεμπελιάζει αυτάρεσκα, τα νέα κόμματα, οι σημαίες, η αλαζονεία της κουλτούρας που τραγουδάει για να ξεχωρίσει αδερφέ μου απ'τον κόσμο, οι κόρνες πριν τους γάμους,
τα γραπτά που δεν βλέπει η νύχτα, τα ταξί έξω από τα μέγαρα μουσικής και οι
βραδιές ποίησης που φέτος δεν είχατε λεφτά να διοργανώσετε.
Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο; Εγώ λέω ναι. Μη λέτε, όμως, μέλλον, μη λέτε δικαιοσύνη. Δεν σας έμαθε η μαμά να μη βάζετε στο στόμα κακές λέξεις; Ο πρόωρος θάνατος σε αναγκάζει να καταπιείς τα ψέματά
σου και να ζήσεις με τα λάθη σου. Με όσα είχες αναβάλει για αύριο-ποιο αύριο; Ξεσκίζει τα λόγια, γελοιοποιεί τα κλάματα,
διασπά τις φιλοσοφικές άμυνες. Πολύ απλά, σε κάνει ηλίθιο. Ποια
αξιοπρέπεια σου έχει μείνει; Να τον αγνοείς, να μην τον λογαριάζεις, να μιλάς
για όσους έφυγαν σαν να είναι εδώ. Θέλουν μια κάποια έπαρση τα δάκρυα. Έζησες έστω μιαν αυγή; Βγάλε το σκασμό. Να 'σαι έτοιμος να φύγεις, κατά προτίμηση με μία χειραποσκευή μέχρι οκτώ κιλά, μη χρεωθείς εξτρά.
Αφού διάβασα 15 σελίδες, τοποθέτησα
προσεκτικά το Κουτσό πάνω στο στήθος μου. Παρατηρώντας το να ανεβοκατεβαίνει
και καθώς κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να φάει τα μούτρα του, κατάλαβα πως ένα
βιβλίο, αυτό που δεν γράφω, χτυπούσε στη θέση της καρδιάς. Αυτή τη φορά με είχε
προλάβει η Καρλότα.
Είναι επικίνδυνο να ζεις έστω μία μέρα. Βιρτζίνια Γουλφ. Όταν πια σταμάτησα να βλέπωF1
και να υποστηρίζω τη Φεράρι, άρχισε να σαρώνει τα πρωταθλήματα στο τιμόνι της.
Στον εγωκεντρικό μου κόσμο ήταν η έλλειψη ενδιαφέροντός μου που τον
απελευθέρωσε. Χωρίς καμία πίεση ξεκίνησε να σπάει το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο
και μερικοί άρχισαν να τον συγκρίνουν με τον Σέννα. Την Πρωτομαγιά του ’94 είχε
δει το ατύχημα του Βραζιλιάνου πιο κοντά από κάθε άλλο. Η δική του Μπένετον
γέμιζε τους καθρέφτες της Γουίλιαμς, την πίεζε και την εξαγρίωνε. Η μάχη για το
πρωτάθλημα ανάμεσα στον παλιό και στον νέο, πάνω που πήγαινε να φουντώσει, θα
κοβόταν απότομα. Στον εγωκεντρικό κόσμο του Μίχαελ Σουμάχερ ήταν λες και το
δικό του μονοθέσιο έβγαλε από την πίστα τον Άιρτον. Στο τέλος της χρονιάς θα
του αφιέρωνε το πρωτάθλημα.
Έτσι από τις πρώτες κιόλας μέρες αδιαφόρησα. Η έλλειψη αγωνίας μου θα
τον ανέσταινε. Πεθαίνει ρε μαλάκα ο Σουμάχερ; Είναι απλά κάποιες ειδήσεις που
δε θες να παραδεχτείς ότι σοκάρουν την άτρωτη εικόνα που έχεις για τους ήρωες
των παιδικών σου χρόνων. Όχι ότι τον συμπαθούσα και πολύ. Τον έβρισκα βαρετά
τέλειο, βαρετά Γερμανό, βαρετά πειθαρχημένο. Οι ζαβολιές του φαίνονταν κι αυτές
υπολογισμένες. Δεν είχαν την παιδικότητα και τον κωλοπαιδισμό του Σέννα,
γι’αυτό και τις περισσότερες φορές ήταν αποτυχημένες όπως το ’97 που, βλέποντας
να χάνει το πρωτάθλημα από τον Βιλνέβ, προσπάθησε να τον βγάλει από την πίστα.
Ο Άιρτον, μερικά χρόνια πριν, με αντίπαλο τον Προστ στην Ιαπωνία, το είχε κάνει
καλύτερα.
Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που έπιασε στις νίκες τον μεγάλο Βραζιλιάνο.
Τον πήραν τα κλάματα. Με λυγμούς και αναφιλητά. Κλαίει ρε μαλάκα ο Σουμάχερ; Κι
όμως, έκλαιγε και τον καμάρωνα για πρώτη φορά. Και νομίζω πως στον εγωκεντρικό
του κόσμο, δεν έκλαιγε ακριβώς για τον μεγάλο του αντίπαλο. Έκλαιγε πάλι για
τον εαυτό του. Επειδή του έλειπε ο ανταγωνισμός, οι κόντρες που δεν έγιναν
μεταξύ τους, εκείνος που κοιτάζοντάς τον, θαυμάζοντάς τον, ζηλεύοντάς τον,
γιατί όχι, ήθελε να γίνει καλύτερος. Τουλάχιστον όμως έκλαιγε. Μπορούσες να τον
αγαπήσεις.
Ένα χρόνο μετά την απόσυρση του Προστ, ο Σέννα σκοτώνεται.
Ένα χρόνο μετά την οριστική απόσυρσή του από την F1, ο Μίχαελ Σουμάχερ
κινδυνεύει να πεθάνει στα 45 του. Θαρρείς πως η έλλειψη της μεγαλύτερης δυνατής
ποσότητας αδρεναλίνης να έλκει την τραγωδία. Αρκετά όμως με τη μεταφυσική. Όλα
στη ζωή είναι τυχαία, τίποτα δεν γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Για
παράδειγμα, όταν τον Μάρτη του '91 ο Σέννα μένει στο Ιντερλάγκος με την έκτη
ταχύτητα κολλημένη στο κιβώτιο, δεν τον βοηθάει κάποια ανώτερη δύναμη να
τερματίσει. Βρίσκει μέσα του ό,τι δεν έχει. Κι αφού προλαβαίνει να κόψει πρώτος
το νήμα, σχεδόν καταρρέει. Δεν θα κλάψει όπως ο Σουμάχερ. Θα πονέσει όμως. Θα
σπάσει. Θα καταλάβουν όλοι ότι είναι ανθρώπινος, φτιαγμένος από σάρκα και οστά.
Εκείνη είναι η στιγμή που γίνεται Θεός για τους συμπατριώτες του.
Παραδόξως, μία από τις καλύτερες πένες στη χώρα,
σχολιάζοντας τις αντιδράσεις για το κώμα του Γερμανού πιλότου, υπονόησε ότι
κακώς λυπόμαστε όσους επαγγελματικά κοντράρουν το θάνατο και έχουν το θράσος να
κάνουν μάλιστα και παιδιά. Σα δεν ντρέπονται, να πηγαίνουν σε χιονοδρομικά
κέντρα και να κατεβαίνουν αψήφιστα τις βουνοπλαγιές. Θαρρείς πως οι γιατροί που
ψάχνουν θεραπείες για τον καρκίνο ή που χειρουργούν, οι επιστήμονες που
μελετούν, οι συγγραφείς που δημιουργούν θα όφειλαν μεμιάς να σταματήσουν και να
υποκλιθούν στην αναπότρεπτη μοίρα του ανθρώπου. Να πεθάνουμε όλοι πιο ήσυχα,
λιγότερο δραστήρια, δίχως να πίνουμε, να καπνίζουμε και να βάζουμε σε κίνδυνο
την υγεία μας. Η ζωή όμως διψάει για βλάσφημους. Εξάλλου ο Σέννα και ο Σούμι,
τις 999 φορές από τις 1000, ήξεραν τι κάνουν. Μακάρι οι δικές μας πορείες-οι
πράξεις, τα λόγια, οι επαναστάσεις -να έπαιρναν κάτι από την ορμή και την
ακρίβειά τους.
«Μπορεί να θεωρηθώ χοντροκέφαλος αλλά δεν καταλαβαίνω πώς
γίνεται κάποιος να αφιερώνει τριάντα σελίδες για να περιγράψει πώς
στριφογυρίζει στο κρεβάτι του προτού τον πάρει ο ύπνος». Με αυτό το σκεπτικό ένας
αναγνώστης του εκδοτικού οίκου Ollendorfαπέρριψε το Αναζητώντας του Προυστ. Το 1851 ο Μόμπι Ντικ
απορρίπτεται στην Αγγλία με το παρακάτω σχόλιο:« Δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να
λειτουργήσει στην αγορά της παιδικής λογοτεχνίας. Είναι μακροσκελές, το ύφος
του ξεπερασμένο και θεωρούμε ότι δεν αξίζει τη φήμη που φαίνεται να
απολαμβάνει». Το 1856 απορρίπτουν την Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ με την
παρακάτω επιστολή: «Κύριε, θάψατε το μυθιστόρημά σας κάτω από ένα βουνό λεπτομερειών
που είναι μεν καλογραμμένες αλλά εντελώς περιττές». Και το 1862 απορρίπτεται το
πρώτο χειρόγραφο με ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον με τον εξής τρόπο: «Αμφίβολο.
Οι ομοιοκαταληξίες είναι όλες λανθασμένες».
Στον αιώνα μας τώρα, να μερικά παραδείγματα. Κολέτ, Η
Κλοντίν στο σχολείο, 1900:«Δεν θα μπορούσε να πουλήσει ούτε δέκα αντίτυπα».
Χένρι Τζέιμς, Η Ιερή Πηγή, 1901:«Είναι αναμφίβολα εκνευριστικό. Δυσανάγνωστο. Η
αίσθηση της προσπάθειας γίνεται αφόρητα αντιληπτή. Δεν υπάρχει πλοκή». Τζέιμς
Τζόις, Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη, 1916:«Στο τέλος όλο το βιβλίο γίνεται
συντρίμμια. Τόσο η γραφή όσο και οι ιδέες εκρήγνυνται σε μουσκεμένα θραύσματα,
σαν βρεμένη στάχτη». Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Δώθε από τον Παράδεισο, 1920: «Η
ιστορία δεν καταλήγει πουθενά. Ούτε ο χαρακτήρας ούτε η καριέρα του ήρωα
φαίνονται να φτάνουν σε ένα σημείο που να δικαιολογεί το τέλος. Με λίγα λόγια
πιστεύω ότι η ιστορία δεν ολοκληρώνεται». Φωκνερ, Sanctuary: «Θεέ μου, Θεέ μου, δεν
γίνεται να το εκδώσουμε. Θα βρεθούμε όλοι στη φυλακή».
Τζορτζ Όργουελ, η Φάρμα των Ζώων, 1945: «Δεν γίνεται να
πουληθούν ιστορίες με ζώα στις Η.Π.Α».Μπέκετ, Molloy, 1951:«Δεν
έχει νόημα να το δημοσιεύσουμε. Το κακό γούστο του αμερικανικού κοινού δεν
συμπίπτει με το κακό γούστο της γαλλικής αβάνγκαρντ». Για το Ημερολόγιο της Άννας
Φρανκ, 1952: «Αυτή η κοπέλα δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη αντίληψη ή
συναίσθηση του πώς μπορεί αυτό το βιβλίο να αναχθεί πέρα από το επίπεδο ενός απλού
αξιοπερίεργου». Ναμπόκοφ, Λολίτα, 1955:« Θα πρέπει να είναι υλικό ενός ψυχαναλυτή,
πράγμα που μάλλον ισχύει, και στη συνέχεια να μεταπλάστηκε σε μυθιστόρημα που
περιέχει ορισμένα καλογραμμένα αποσπάσματα αλλά είναι εξαιρετικά αηδιαστικό
ακόμα και για τους πιο φωτισμένους φροϋδικούς. Προτείνω να θαφτεί επί χίλια
χρόνια». Τζόζεφ Χέλμερ, Comma
22, 1961: «Δεν μπορώ να καταλάβω τι ήθελε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Πρόκειται
για μια ομάδα Αμερικανών στρατιωτών στην Ιταλία που πέφτουν στο κρεβάτι ο ένας με
τη γυναίκα του άλλου και με Ιταλίδες πόρνες, αλλά χωρίς το πράγμα να
παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Ασφαλώς ο συγγραφέας ήθελε να γίνει
διασκεδαστικός, ίσως να κάνει σάτιρα, αλλά δεν τα καταφέρνει σε κανένα
πνευματικό επίπεδο. Έχει δύο ευρήματα, χείριστα και τα δύο, και τα χρησιμοποιεί
αδιάκοπα. Ατέρμονη πλήξη». Χ. Τζ. Γουέλς, Η Μηχανή του χρόνου, 1895: «Ελάχιστα
ενδιαφέρον για το μέσο αναγνώστη κι όχι ιδιαίτερα βαθύ για τον καταρτισμένο
αναγνώστη». Περλ Μπακ, Η καλή γη, 1931: «Λυπάμαι αλλά το αμερικανικό κοινό δεν
ενδιαφέρεται καθόλου για οτιδήποτε συμβαίνει στην Κίνα». Λε Καρέ, Ο Κατάσκοπος
που γύρισε από το κρύο, 1963: «Ας τον αποχαιρετήσουμε. Ο Λε Καρέ δεν έχει
μέλλον».
Για να περάσουμε από τις εκδοτικές αποφάσεις στη μαχόμενη
κριτική, να τι έγραψε ο EugenePoitouστην RevuedesDeuxMondesτου 1865 για τον Ονορέ Ντε Μπαλζάκ: «Στα μυθιστορήματά του
δεν υπάρχει τίποτα που να προδίδει ιδιαίτερη φαντασία, ούτε η πλοκή ούτε οι
χαρακτήρες των ηρώων. Ο Μπαλζάκ δεν θα καταλάβει ποτέ σημαντική θέση στη
γαλλική λογοτεχνία». Όσο για την Έμιλι Μπροντέ: «Στα Ανεμοδαρμένα Ύψη , τα μειονεκτήματα
της Τζέιν Έιρ (πόνημα της αδερφής της, της Σαρλότ) πολλαπλασιάζονται επί χίλια.
Αν το καλοσκεφτούμε η μόνη παρηγοριά που μας απομένει είναι η σκέψη ότι το
μυθιστόρημα δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλές» (JamesLorimer, NorthBritishReview,
1849). Έμιλι Ντίκινσον: «Η ασυναρτησία και η έλλειψη μορφής των ποιητικών
ορνιθοσκαλισμάτων της- δεν μπορώ να τα χαρακτηρίσω αλλιώς- είναι τρομακτικές» (ThomasBaileyAldrich, TheAtlanticMonthly). Τόμας Μαν: «Οι
Μπούντενμπρουκ δεν είναι άλλο παρά δύο ογκωδέστατα βιβλία, όπου ο συγγραφέας
αφηγείται ασήμαντες ιστορίες ασήμαντου είδους με ασήμαντο στυλ» (EduardEngel, 1901). Χέρμαν Μέλβιλ:
«Το Μόμπι Ντικ είναι ένα θλιβερό, ζοφερό, επίπεδο, εντελώς γελοίο βιβλίο. Κι αυτός
ο τρελός πλοίαρχος είναι πλήξη μέχρι θανάτου» (TheSouthernQuarterlyReview, 1851). Γουόλτ
Γουίτμαν: «Ο Γουόλτ Γουίτμαν έχει με την τέχνη την ίδια σχέση που έχει ένα
γουρούνι με τα μαθηματικά» (TheLondonCritic,
1855).
Το ζήτημα της ενότητας τον απασχολούσε γιατί του φαινόταν πολύ εύκολο
να πέσει στις χειρότερες παγίδες. Την εποχή που ήταν φοιτητής- το 1930, στην
οδό Βιαμόντε- είχε διαπιστώσει με έκπληξη (πρώτον) και με ειρωνεία (δεύτερον)
πως ένας σωρός άνθρωποι στρογγυλοκάθονταν βολικά σε μια υποτιθέμενη προσωπική
ενότητα που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά λεκτική ενότητα και πρώιμη
αρτηριοσκλήρωση του χαρακτήρα. Αυτοί οι άνθρωποι σκάρωναν ένα σύστημα από αρχές
, οι οποίες δεν είχαν ποτέ επαληθευτεί εκ των έσω και που δεν ήταν τίποτα
περισσότερο από μια παραχώρηση στο λόγο, στη λεκτική αντίληψη των
δυνάμεων-έλξεις και απωθήσεις- που είχαν καθυποταχτεί, εκτοπιστεί και
αντικατασταθεί από τα λεκτικά τους ισοδύναμα. Κι έτσι το καθήκον, η ηθική, το
ανήθικο και το χωρίς ηθική, η δικαιοσύνη, η συμπόνια, το ευρωπαϊκό ή το
αμερικανικό, η μέρα και η νύχτα, οι σύζυγοι και οι αρραβωνιαστικιές και οι
φίλες, ο στρατός και η τράπεζα, η σημαία και το χρυσάφι των Γιάνκηδων ή των
Ρώσων, η αφηρημένη τέχνη και η μάχη του Κασέρος κατέληγαν να είναι κάτι σαν
δόντια ή μαλλιά, κάτι που το αποδεχόσουν και το ενσωμάτωνες μοιραία, κάτι που
δε ζούσε και που δεν ήταν δυνατό να αναλυθεί γιατί έτσι είναι.
Ο βιασμός του ανθρώπου από το λόγο, η ηγεμονική εκδίκηση του λόγου
ενάντια στο γονιό του, γέμιζαν με πικρή έλλειψη αυτοπεποίθησης τους στοχασμούς
του Ολιβέιρα, γιατί ήταν αναγκασμένος να στηριχθεί στον ίδιο του τον εχθρό για
να ανοίξει δρόμο ως το σημείο που θα ήταν ίσως δυνατό να τον αποδιώξει και να
συνεχίσει-πώς και με τι μέσα, σε ποια λευκή νύχτα ή μαύρη μέρα;-για να φτάσει
σε μια ολοκληρωτική συμφιλίωση με τον ίδιο του τον εαυτό και με την
πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε. Έπρεπε να φτάσει στο λόγο χωρίς τις
λέξεις (πόσο μακρινό, πόσο απίθανο), να συλλάβει χωρίς τη βοήθεια της
ορθολογιστικής συνείδησης τη βαθιά ενότητα, κάτι που τελικά ήταν σαν μια
αίσθηση αυτού που τώρα δεν ήταν τίποτα περισσότερο παρά το γεγονός πως
βρισκόταν εκεί και έπινε ματέ, κοιτάζοντας το γυμνό κωλαράκι του Ροκαμαδούρ, τα
χέρια της Μάγα που πηγαινοέρχονταν με μπαμπάκια, ακούγοντας τα ουρλιαχτά του
Ροκαμαδούρ που, πράγμα φανερό, δεν του άρεσε καθόλου να του πασπατεύουν τον
πισινό.
Χούλιο Κορτάσαρ, Το Κουτσό, Εκδόσεις Εξάντας, Μετάφραση Κώστα
Κουντούρη.
Ο Μπρεχτ βρισκόταν στις Η.Π.Α την εποχή των δικών της Μόσχας
και, όπως μας λένε, επισκέφτηκε κάποιον που εξακολουθούσε να είναι αριστερός
αλλά ήταν αγρίως αντισταλινικός και είχε εμπλακεί για τα καλά στις αντιδίκες
υπό την αιγίδα του Τρότσκυ. Η συζήτηση στράφηκε στην έκδηλη αθωότητα των
κατηγορουμένων της Μόσχας και ο Μπρεχτ, αφού πρώτα έμεινε πολλή ώρα αμίλητος,
εντέλει είπε:« Όσο πιο αθώοι είναι, τόσο
πιο πολύ τους αξίζει να πεθάνουν». Η φράση ακούγεται εξωφρενική. Μα τι είπε
πραγματικά; Όσο πιο αθώοι από ποιάν άποψη; Από την άποψη για την οποία τους κατηγορούσαν,
βέβαια. Και για ποιο πράγμα τους κατηγορούσαν; Για το ότι συνωμότησαν εναντίον
του Στάλιν. Συνεπώς, επειδή ακριβώς δεν είχαν συνωμοτήσει εναντίον του Στάλιν,
και ήταν αθώοι για το έγκλημα, υπάρχει μια κάποια δικαιοσύνη στην αδικία. Μήπως
δεν ήταν σαφές καθήκον της παλιάς φρουράς να εμποδίσει έναν άνθρωπο, τον Στάλιν,
να μετατρέψει την επανάσταση σε γιγάντιο έγκλημα; Περιττεύει να πούμε ότι ο
οικοδεσπότης του Μπρεχτ δεν το κατάλαβε, εξαγριώθηκε και τον έδιωξε απ’το σπίτι
του. Έτσι, μία από τις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες ο Μπρεχτ μίλησε εναντίον
του Στάλιν, έστω και με τον περιπαικτικό επιφυλακτικό του τρόπο, πήγε στράφι.
Οι πράξεις δεν αποδεικνύουν τίποτα. Η λέξη όμως – τα πάντα! Μαρίνα
Τσβετάγιεβα.
Συναντώ τελευταία μία «σκέψη» που μου δημιουργεί έναν ανεξήγητο
εκνευρισμό: «Δεν θέλω λόγια. Πράξεις θέλω». Η φράση, καθώς διαδίδεται από
προφίλ σε προφίλ, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη δημοφιλία της. Πολλοί φαίνεται
πως έχουν χρόνο και δεν τον εκμεταλλεύονται. Ας μου επιτραπεί η μεταφραστική
απόπειρα, μία υπόθεση και ίσως κάτι περισσότερο: Δεν έχουμε πολλά να
μοιραστούμε. Το φλερτ είναι εμπαιγμός. Το πρώτο βήμα είναι για τα λιγούρια.
Ζήτω οι ανασφάλειες. Το παιχνίδι είναι στημένο. Φοβόμαστε την ήττα. Λατρεύουμε
τα λεφτά. Πιστεύουμε στα λάικ και στα υλικά αγαθά. Δεν θέλουμε σχέσεις που
γεννιούνται από τις συγκρούσεις, τις ανατροπές και τις αμφιβολίες. Γι' αυτό
ερωτευόμαστε τις πράξεις: τον εαυτό μας. Πάρτε επομένως θέση. Είστε μαζί μας ή
εναντίον μας; Αν μας θέλετε, μη μας καθυστερείτε. Κάντε λογαριασμό και φέρτε
μας την απόδειξη. Αφήστε τα λόγια και κάντε κάτι ηρωικό για να μας πείσετε.
Ξέχασα προχθές να σου το πω: σου πάνε οι αλυσίδες σου μωρό μου. Με τα χεράκια
μου τις διάλεξα.
Το μαγικό ταίρι, που όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε κάποια στιγμή στη
ζωή, μας απαλλάσσει από τις ευθύνες της περιπέτειας, της προσπάθειας και της
δυσκολίας. Όσο αργεί, μας κάνει στην πραγματικότητα το πιο μεγάλο δώρο. Μέσα
από τις ερωτικές ταλαιπωρίες αντλούμε τη σοφία μας. Οι ιδανικές καταστάσεις
κρύβουν πάντα την απειλή μιας γοητευτικής αποχαύνωσης. Να αρνηθούμε τα οφέλη
μίας πράξης και να αφοσιωθούμε στους πλατωνικούς έρωτες; Όχι. Μόνο οι πεζοί
όμως θα ερωτεύονταν μια πράξη. Μονάχα οι δειλοί. Γιατί οι πράξεις είναι η άμεση
επιβεβαίωση του ειδώλου στον καθρέφτη. Τα λόγια είναι επικίνδυνα καθώς μας
καλούν να ενηλικιωθούμε, να κρίνουμε και να αποφασίσουμε. Τα λόγια κρύβουν,
αποκαλύπτουν, διαστρεβλώνουν. Τα λόγια είναι ο έρωτας, ποιος αμφιβάλλει; Οι
πράξεις υποτίθεται αποδεικνύουν, προφανώς ό,τι και τα λουλούδια στην αγαπημένη
έπειτα από κάθε κέρατο.
Όσοι, επομένως, τις προτιμούν, υποτιμώντας όσα ο λόγος έχει να τους
προσφέρει, είναι πιθανότεροι υποστηρικτές οποιασδήποτε βαρβαρότητας. Πιο
ανασφαλείς, καταντούν εντέλει και οι πιο αχάριστοι. Θέλω πράξεις-εγώ δεν
πράττω. Ζητώ αντάλλαγμα για την αγάπη που νιώθω κι ουσιαστικά εκβιάζω. Αναζητώ
σωτήρα και κοίτα να γίνεις αυτός. Εγώ δεν παίρνω πρωτοβουλίες, δεν επιλέγω, δεν
δημιουργώ, δεν απελευθερώνομαι. Κάνω ό,τι κάνεις. Κοιτώ την αποδοτικότητά σου,
το αποτέλεσμα, το κέρδος από μία σχέση. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε μια ζωή
διαφορετική, στην οποία ο έρωτας θα αρπάζει τα φτερά των ερωτευμένων και μόνο
με εκείνα θα μπορεί να πετά. Η φαντασία θα έπαιρνε αμέσως την εξουσία. Στο
κλασικό φιλοσοφικό δίλημμα «ελευθερία ή ασφάλεια», η απάντηση θα ήταν δεδομένη.
Ο έρωτας θα υπήρχε μόνο τη στιγμή του ξεσπάσματός του. Με το που εκφυλιζόταν σε
επανάσταση, με το που γινόταν δηλαδή καθεστώς, για να δανειστώ τις σκέψεις του
Καμύ από τον Επαναστατημένο άνθρωπο, ο χρόνος θα μετρούσε αντίστροφα.
Ο Ραούλ
Βανεγκέμ είναι θυμωμένος στη Βίβλο των Ηδονών: «Τις λίγες απολαύσεις που σας
απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις
ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες».Οι νόμοι του έρωτα-η τρέλα, η απληστία, η μεταμόρφωση, η διεκδίκηση, ο
πόλεμος-δεν γίνονται αποδεκτοί.Η γκρίνια και η
μιζέρια απειλούν να χαλάσουν τη γιορτή. Ένας επίμονος φόβος θανάτου
στραγγαλίζει τα πάντα. Προγράμματα ερωτικής προσαρμογής εκπονούνται αδιαλείπτως
μέσα σε τεμπέλικα μυαλά. Αν παρατηρήσει κανείς την αντίληψη των περισσοτέρων
ανθρώπων για τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, εξηγούνται τα Άουσβιτς.
Ρομποτάκια, όμως, που δίνουν αναφορά δίχως να παίρνουν χαρά, επιθυμούσαν
ανέκαθεν οι εκμεταλλευτές των ανθρώπων. Πείτε όχι, αφού μπορείτε, σε νέα μνημόνια.
Χίλιες φορές μία άτακτη χρεοκοπία.
Ένας οδηγός
για αρχάριους θα το έγραφε ως έξης: Πράξεις ζητάει όποιος δεν είναι
ερωτευμένος. Αν απλά δεν υπήρχε ανταπόκριση, θα κατέστρωνε σχέδια εξόδου από τη
σιωπή. Είναι δύσκολο, εντέλει, να δεχτούμε πως όσο αλλάζουμε, κανείς δεν μπορεί
να μας απορρίψει. Θα ήμασταν αναγκασμένοι να θέτουμε τον εαυτό μας διαρκώς υπό
αμφισβήτηση, να ελέγχουμε την υποκρισία της ιδιοσυγκρασίας μας, να ενισχύουμε
την επικοινωνιακή μας ικανότητα, να επινοούμε από την αρχή τον εαυτό μας. Αύριο
αν τραγουδούσαμε έναν άλλο σκοπό, το αντικείμενο του πόθου μας ίσως μας έκανε
την τιμή. Η φιλολογία με πλήγωσες, με στεναχώρησες, δεν μου φέρθηκες εντάξει,
αναμφίβολα μας κολακεύει. Ένα μεγάλο ποσοστό των τραγουδιών θα τονώσουν εξάλλου
τον εγωισμό μας και θα μας υποβιβάσει στην κατάσταση του αδικημένου. Ως πότε;
Τα λόγια δεν κάνουν το κακό. Η ενοχοποίηση του λόγου μόνο ηλιθιότητα μπορεί να σημαίνει. Στο μέλλον, λέμε τώρα, όλοι θα είναι σε θέση να
καταλάβουν ότι ο λόγος είναι πράξη και μάλιστα μείζονος σημασίας. Τα λόγια
εξανθρωπίζουν τα τέρατα. Με τα λόγια, εξάλλου, μπορώ να πείσω κάποιον ότι θα
ζήσει για πάντα. Να τον κάνω να ονειρευτεί, να γελάσει και να προβληματιστεί. «Να
πετάξω μια προσβολή αντί για μία πέτρα και να θεμελιώσω τον πολιτισμό». Με τα
λόγια κατακτώ την ελευθερία μου. Αν δεν τα ανακαλύψω, προσθέτω έναν δεύτερο
θάνατο πάνω μου όσο ζω. Άλλωστε, όσοι θα ήταν ικανοί να αγαπούν, θα ήξεραν και
να τιμούν έναν Θεό που τους χάρισε τα βέλη του όταν θα αποχωρούσε. Οι έρωτες θα
αντικαθίσταντο από άλλους για να μη γίνουν τύραννοι με λιγότερα δράματα. Στα
διαζύγια θα το γλεντούσαμε. Τι κρίμα, αλήθεια, που συνεχίζουμε να γυρνάμε τον
κόσμο αλλά να μην ταξιδεύουμε, να ζούμε μπροστά στους άλλους αλλά όχι μαζί
τους, να επιλέγουμε τις πράξεις ενώ δεν είμαστε ακόμη ικανοί για καμία
σπουδαία. Κρίμα, μα εντέλει δίκαιο.
Κάποιοι, εν τω μεταξύ, καταθέτουν τις δικές τους προτάσεις: να είστε
προσεκτικοί με τους ανθρώπους. Συγκινεί η θέση των ευαίσθητων που ζητούν, έστω,
μία εγγύηση δυστυχίας. Θεωρούν τους εαυτούς τους κάτι διαφορετικό, ένα είδος
ανώτερο ενδεχομένως. Στην πραγματικότητα μιλάει η αδυναμία. Ας τους
ξανατρομάξουμε: δεν νοείται να αξιώνεις ευτυχία χωρίς να αναλαμβάνεις το ρίσκο
του πόνου. Φαίνεται, σε κάθε περίπτωση, προτιμότερο ένα σ'αγαπώ που δεν ίσχυσε
παρά ένα σ'αγαπώ που δεν γεννήθηκε. Τίποτα, εντέλει, δεν μπορεί να πληγώσει
περισσότερο από πλάσματα ανίκανα να σου προξενήσουν οιοδήποτε συναίσθημα. Ο
φόβος, τότε, θα είναι τυφλός. Για τον έρωτα θα ξέρουμε ολοένα και λιγότερα.
Με τον Καμύ ειδωθήκαμε μία φορά. Αλλά δεν τα πήγαμε καλά.
Τον είχα διαβάσει και έτρεφα κάποιον σεβασμό για λογαριασμό του, κυρίως επειδή
μου φαινόταν έντιμος. Τον θεωρούσα, αν όχι μέτριο, πάντως συγγραφέα δεύτερης
κατηγορίας. Είχε διαβάσει, στον εκδοτικό οίκο Γκαλλιμάρ, το Εγκόλπιο
Ανασκολοπισμού σε χειρόγραφο, και μου είπε το εξής: «Και τώρα πρέπει να μπείτε
στον κόσμο των ιδεών». «Άντε παράτα μας» του απάντησα. Όπως καταλαβαίνετε, αυτός
ο καθηγητάκος του Γυμνασίου μου έκανε το δάσκαλο! Είχε διαβάσει μερικούς συγγραφείς,
αλλά δεν είχε ίχνος φιλοσοφικής παιδείας και τολμούσε να πει «Και τώρα…» λες
και μιλούσε σε κανένα μαθητούδι. Ήταν πολύ μειωτικό για μένα, ακούς εκεί να μου
πει ότι θα μπω στον κόσμο των ιδεών, λες και ήμουνα κανένας επαρχιώτης
πρωτάρης. Και μάλιστα με υπεροπτικό τόνο:«Και τώρα…». Εγώ που είχα διαβάσει τέλος πάντων κάποιους μεγάλους
φιλοσόφους, να πάρω μαθήματα από τον καθηγητάκο. Παρευθύς αποφάσισα να τον
εκδικηθώ.
Εκδικήθηκα αλλά όχι αμέσως, και για την ακρίβεια δεν έκανα
τίποτα ιδιαίτερο. Απλώς έγραφα τα βιβλία μου. Στην αρχή, συχνά με συνέκριναν με
τον Καμύ. Ήταν διάσημος, τα βιβλία του πουλούσαν διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα.
Μετά από λίγα χρόνια, κατάφερα ώστε η κριτική να με αποσυνδέσει από αυτόν,
πράγμα διόλου εύκολο αν λάβουμε υπόψη τη φήμη του. Ξέρετε, αν συγχαίρω για κάτι
τον εαυτό μου είναι ότι δεν έδωσα ποτέ δεκάρα για κανέναν. Αυτή άλλωστε τη
συμβουλή δίνω σε όλους τους συγγραφείς. Όταν ένας άνθρωπος δεν πιστεύει στον
εαυτό του, όταν δεν τρέφει μυστική πίστη γι’αυτό που θέλει να κάνει, για την
αποστολή του, δεν πρέπει να αποτολμήσει το εγχείρημα. Δεν πρέπει να έχουμε
εμπιστοσύνη σε κανέναν, αλλά να πιστεύουμε μονάχα στον εαυτό μας. Διαφορετικά,
δεν αξίζει τον κόπο. Δεν πρέπει να ζητάμε συμβουλές, ούτε να προστρέχουμε σε
οιονδήποτε παρά μόνο για λεπτομέρειες. Ερωτήσεις του τύπου «τι πρέπει να
κάνω-τι δεν πρέπει να κάνω» δεν έχουν νόημα. Η ζωή και το έργο ενός συγγραφέα
είναι περιπέτειες που πρέπει να αναλάβει ένας και μόνο.
E.M. Cioran, Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν,
Εκδόσεις Printa, Μετάφραση
Κωστή Παπαγιώργη.
Ross Montgomery – Το πράγμα στον αριθμό 52
-
Αυτό που μένει μετά την απώλεια Ίσως με κεκτημένη ταχύτητα από τις
αναγνωστικές μου προτιμήσεις σε βιβλία ενηλίκων, αγαπώ ιδιαίτερα τις
ιστορίες που δεν εξ...
ΤΙ (ΣΚΑΤΑ) ΕΧΟΥΝ ΣΤΟ ΝΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΤΙ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΙ :
-
[image: Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα ο Παρθενώνας και κείμενο που
λέει "EVERYTHING THAT'S INTERE INTERESTING STING IS NEW? ?"]
Η ενσυναίσθηση αφορού...
Σιντική: το ανθρώπινο σώμα ως μέσο
-
του Βασίλη Παπαστεργίου Η ιδέα ότι ο άνθρωπος και το ανθρώπινο σώμα δεν
μπορούν να εκλαμβάνονται και να χρησιμοποιούνται ως μέσα για την επίτευξη
άλλων σ...
Το δέντρο έρχεται, Munir Hachemi
-
Μια ιδιότυπη δυστοπία (ή ευτοπία, όπως το βλέπει κανείς) είναι το «Δέντρο
έρχεται» του Μουνίρ Ατσέμι. Ένας αρχαιολόγος ανακαλύπτει σε έναν μακρινό
π...
Кончится лето , τα υπόλοιπα ταληράκια
-
Έδω και ένα χρόνο μου έχει κολλήσει αυτό το ωραίο και άγνωστο ρώσικο dark
wave τραγούδι που σαν άλλοι πυξ λαξ μεταφέρει ένα αδιόρατο συναίσθημα
τέλους χωρί...
Αυτενέργεια, αυτονομία και ΤΝ
-
Παρουσιάζουμε εδώ, σε δική μας απόδοση, επιλεγμένα αποσπάσματα από ένα πολύ
ενδιαφέρον άρθρο των Αλεξάντερ Τζανγκ και Λαβ Βάρσνι, ερευνητών σε θέματα
ηλε...
Ανάμεσα στο Χαφτάν και την Καμπούλ
-
Λέω να συνεχίσω την περιήγηση στην οθωμανική πεζογραφία της, ας πούμε,
πρώιμης νεότερης περιόδου. Έπεσα πάνω σ’ αυτό το κείμενο, μια ιστορία
γραμμένη πιθαν...
Δεν αυτοκαταστράφηκα ακόμη
-
Νόμιζα ο -στα όρια γνωστού δοστογιεφσκικού ήρωα και ιγκιποπικού άλμπουμ-
αδαής Παναής ότι τα βιβλία αυτοβοήθειας και αυτοβελτίωσης είναι καινούργιο
φυντάνι...
Ολονυχτία, Θάνος Ξηρός
-
Νύχτα βαθιά να σέρνεται στην άσφαλτο
Νταλίκα τριαξονική κεράσια φορτωμένη και
γιαρμάδες
Πλημμυρισμένη φώτα και καϋμούς του Καζαντζίδη
Τσιγάρα σέρτικα, πατ...
Μπαλόνια πάρτυ αξίας $1 εκατ.
-
Για πρώτη φορά μεταφράζω δημοσίευση ενός ατόμου που παρακολουθώ κι εκτιμώ
αφάνταστα, της Caitlin Johnstone, για ένα θέμα που το έπαιξαν πρόσφατα τα
μ...
The Yerevan Sessions
-
Επρόκειτο, βέβαια, για κάποιον άλλον δικαστή, έναν χοντρό άνδρα με μαύρη
φουντωτή γενειάδα που του έφτανε μέχρι ψηλά στα μάγουλα, επίσης εκείνος ο
πίνακας ...
Καταπάτηση
-
"Η Iστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω" (Τζέημς
Τζόυς)
Ο χρόνος που καλύπτει η Καταπάτηση αρχίζει περίπου από κει που τελειών...
Η πίστη ως ερωτική χρονικότητα
-
Ας εξετάσουμε πρώτα τις αγάπες που είχα για κάποιο χρόνο πριν τις προδώσω ή
τις εγκαταλείψω. Κι όμως, τους μένω πιστός, και μάλιστα οριστικά. Όχι
βέβαια χά...
ΤΕΛΟΣ
-
Οι εποχές αλλάζουν. Οι αναγνώστες αλλάζουν. Εμείς αλλάζουμε.
Ας το παραδεχτούμε.
Το ιστολόγιο αυτό τελειώνει εδώ. Ψιθυριστά όπως άρχισε.
Νέες αναρτήσεις...
της λησμονιάς που εμμένει
-
πάλι θα πεις
για εκείνα τα πουλιά
που κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη
για κουτσουλιές για χνώτα
για την ανάξια βάρκιζα
για τις αρβύλες
τις σαπρές
σιωπές
στρι...
Πληγή στο καλάμι
-
Πριν να ζητήσω να σκάσουν τα πουλιά
Πέρασα την γέφυρα Φόρθστρητ στο Εδιμβούργο
Βέβαιος πως τέρμα οι λαογραφίες αφού
Με περίμενε ζωή κρυστάλλου και χάλυβα...
Όταν η κουτάλα συνάντησε το ρόπαλο
-
Πρώτα απ’ όλα, διευκρινίζω ότι η εικόνα από πάνω είναι φωτοσοπιά. Το
αυθεντικό εξώφυλλο έχει για κεντρική φωτογραφία κουκουλοφόρους μέσα σε
καπνούς από χημ...
Brexit: Το αναπάντεχο καλοκαίρι της Βρετανίας
-
*{Το άρθρο αυτό γράφτηκε λίγες εβδομάδες μετά το Βρετανικό δημοψήφισμα για
την έξοδο από την ΕΕ, και δημοσιεύτηκε στο τεύχος καλοκαιριού του
περιοδικού ...
"Εργασια"
-
- Καλημερα σας, σας τηλεφωνω για το ιντερβιου που ειχαμε μαζι σας. Θα
θελαμε να ξεκινησουμε συνεργασια μαζι σας
- Πολυ ωραια. Σας ευχαριστω
- Οποτε απο Δευτ...
Σκέψεις για τις ευρωπαικές και αμερικάνικες αγορές
-
Πολυς λόγος έγινε τα τελευταία χρόνια της κρίσης για την εισοδηματική
ανισότητα στις ΗΠΑ κυρίως και λιγότερο στις υπόλοιπες αναπτυγμένες
καπιταλιστικές ...
ΣΕΡΓΚΕΗ ΓΕΣΕΝΙΝ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Από τα «Ποιήματα»
-
*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το
χ...
4 βιβλία για το καλοκαίρι.
-
Οι λίστες είναι δημοφιλείς, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Υπάρχει μία
για τον καθένα και υπόσχονται λύσεις στα πάσης φύσεως διλήμματα, ταξιδιωτών
και...
Αναστασία
-
Είναι μια σπηλιά είναι ένα νησί ένα πετράδι Είναι η λάβα κ το στερέωμα μία
κοιλάδα Είναι βουνά, ο γαλαξίας κ ο βυθός ο θησαυρός Είναι η γη είναι πηγή
είναι...
"Οι 22 κύκλοι"
-
Βυθισμένος στις σκέψεις του, πέρασε την πόρτα ενός άλσους. Δεν το σκέφτηκε
πολύ, πάντα έβρισκε στη φύση τη διαφυγή που έψαχνε από το μυαλό του. Χωρίς
κάπ...
ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ
-
Το blog αυτό, μετά από 1200 αναρτήσεις και περισσότερες από 600.000
προβολές των σελίδων του "γέμισε".
Γι' αυτό μετακομίζει σε νέα διεύθυνση:
www.s...
Ας σπρωχτούμε, κι όπως πέσουμε*
-
Εδώ τα ΑΤΜ κλείνουν στις 10 το βράδυ. Δηλαδή όχι τα ίδια τα μηχανήματα,
αλλά οι είσοδοι των προθαλάμων των τραπεζών. Στην τράπεζα της γειτονιάς
μου, ο άστε...