Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Πρώιμη αρτηριοσκλήρωση

Το ζήτημα της ενότητας τον απασχολούσε γιατί του φαινόταν πολύ εύκολο να πέσει στις χειρότερες παγίδες. Την εποχή που ήταν φοιτητής- το 1930, στην οδό Βιαμόντε- είχε διαπιστώσει με έκπληξη (πρώτον) και με ειρωνεία (δεύτερον) πως ένας σωρός άνθρωποι στρογγυλοκάθονταν βολικά σε μια υποτιθέμενη προσωπική ενότητα που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά λεκτική ενότητα και πρώιμη αρτηριοσκλήρωση του χαρακτήρα. Αυτοί οι άνθρωποι σκάρωναν ένα σύστημα από αρχές , οι οποίες δεν είχαν ποτέ επαληθευτεί εκ των έσω και που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια παραχώρηση στο λόγο, στη λεκτική αντίληψη των δυνάμεων-έλξεις και απωθήσεις- που είχαν καθυποταχτεί, εκτοπιστεί και αντικατασταθεί από τα λεκτικά τους ισοδύναμα. Κι έτσι το καθήκον, η ηθική, το ανήθικο και το χωρίς ηθική, η δικαιοσύνη, η συμπόνια, το ευρωπαϊκό ή το αμερικανικό, η μέρα και η νύχτα, οι σύζυγοι και οι αρραβωνιαστικιές και οι φίλες, ο στρατός και η τράπεζα, η σημαία και το χρυσάφι των Γιάνκηδων ή των Ρώσων, η αφηρημένη τέχνη και η μάχη του Κασέρος κατέληγαν να είναι κάτι σαν δόντια ή μαλλιά, κάτι που το αποδεχόσουν και το ενσωμάτωνες μοιραία, κάτι που δε ζούσε και που δεν ήταν δυνατό να αναλυθεί γιατί έτσι είναι.

Ο βιασμός του ανθρώπου από το λόγο, η ηγεμονική εκδίκηση του λόγου ενάντια στο γονιό του, γέμιζαν με πικρή έλλειψη αυτοπεποίθησης τους στοχασμούς του Ολιβέιρα, γιατί ήταν αναγκασμένος να στηριχθεί στον ίδιο του τον εχθρό για να ανοίξει δρόμο ως το σημείο που θα ήταν ίσως δυνατό να τον αποδιώξει και να συνεχίσει-πώς και με τι μέσα, σε ποια λευκή νύχτα ή μαύρη μέρα;-για να φτάσει σε μια ολοκληρωτική συμφιλίωση με τον ίδιο του τον εαυτό και με την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε. Έπρεπε να φτάσει στο λόγο χωρίς τις λέξεις (πόσο μακρινό, πόσο απίθανο), να συλλάβει χωρίς τη βοήθεια της ορθολογιστικής συνείδησης τη βαθιά ενότητα, κάτι που τελικά ήταν σαν μια αίσθηση αυτού που τώρα δεν ήταν τίποτα περισσότερο παρά το γεγονός πως βρισκόταν εκεί και έπινε ματέ, κοιτάζοντας το γυμνό κωλαράκι του Ροκαμαδούρ, τα χέρια της Μάγα που πηγαινοέρχονταν με μπαμπάκια, ακούγοντας τα ουρλιαχτά του Ροκαμαδούρ που, πράγμα φανερό, δεν του άρεσε καθόλου να του πασπατεύουν τον πισινό.

Χούλιο Κορτάσαρ, Το Κουτσό, Εκδόσεις Εξάντας, Μετάφραση Κώστα Κουντούρη.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Φαρμακονήσια

Ο Μπρεχτ βρισκόταν στις Η.Π.Α την εποχή των δικών της Μόσχας και, όπως μας λένε, επισκέφτηκε κάποιον που εξακολουθούσε να είναι αριστερός αλλά ήταν αγρίως αντισταλινικός και είχε εμπλακεί για τα καλά στις αντιδίκες υπό την αιγίδα του Τρότσκυ. Η συζήτηση στράφηκε στην έκδηλη αθωότητα των κατηγορουμένων της Μόσχας και ο Μπρεχτ, αφού πρώτα έμεινε πολλή ώρα αμίλητος, εντέλει είπε:« Όσο πιο αθώοι είναι, τόσο πιο πολύ τους αξίζει να πεθάνουν». Η φράση ακούγεται εξωφρενική. Μα τι είπε πραγματικά; Όσο πιο αθώοι από ποιάν άποψη; Από την άποψη για την οποία τους κατηγορούσαν, βέβαια. Και για ποιο πράγμα τους κατηγορούσαν; Για το ότι συνωμότησαν εναντίον του Στάλιν. Συνεπώς, επειδή ακριβώς δεν είχαν συνωμοτήσει εναντίον του Στάλιν, και ήταν αθώοι για το έγκλημα, υπάρχει μια κάποια δικαιοσύνη στην αδικία. Μήπως δεν ήταν σαφές καθήκον της παλιάς φρουράς να εμποδίσει έναν άνθρωπο, τον Στάλιν, να μετατρέψει την επανάσταση σε γιγάντιο έγκλημα; Περιττεύει να πούμε ότι ο οικοδεσπότης του Μπρεχτ δεν το κατάλαβε, εξαγριώθηκε και τον έδιωξε απ’το σπίτι του. Έτσι, μία από τις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες ο Μπρεχτ μίλησε εναντίον του Στάλιν, έστω και με τον περιπαικτικό επιφυλακτικό του τρόπο, πήγε στράφι.

Χάννα Άρεντ, Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, Εκδόσεις Νησίδες, Μετάφραση Βασίλη Τομανά.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Το ρίσκο του πόνου

Οι πράξεις δεν αποδεικνύουν τίποτα. Η λέξη όμως – τα πάντα! Μαρίνα Τσβετάγιεβα.

Συναντώ τελευταία μία «σκέψη» που μου δημιουργεί έναν ανεξήγητο εκνευρισμό: «Δεν θέλω λόγια. Πράξεις θέλω». Η φράση, καθώς διαδίδεται από προφίλ σε προφίλ, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη δημοφιλία της. Πολλοί φαίνεται πως έχουν χρόνο και δεν τον εκμεταλλεύονται. Ας μου επιτραπεί η μεταφραστική απόπειρα, μία υπόθεση και ίσως κάτι περισσότερο: Δεν έχουμε πολλά να μοιραστούμε. Το φλερτ είναι εμπαιγμός. Το πρώτο βήμα είναι για τα λιγούρια. Ζήτω οι ανασφάλειες. Το παιχνίδι είναι στημένο. Φοβόμαστε την ήττα. Λατρεύουμε τα λεφτά. Πιστεύουμε στα λάικ και στα υλικά αγαθά. Δεν θέλουμε σχέσεις που γεννιούνται από τις συγκρούσεις, τις ανατροπές και τις αμφιβολίες. Γι' αυτό ερωτευόμαστε τις πράξεις: τον εαυτό μας. Πάρτε επομένως θέση. Είστε μαζί μας ή εναντίον μας; Αν μας θέλετε, μη μας καθυστερείτε. Κάντε λογαριασμό και φέρτε μας την απόδειξη. Αφήστε τα λόγια και κάντε κάτι ηρωικό για να μας πείσετε. Ξέχασα προχθές να σου το πω: σου πάνε οι αλυσίδες σου μωρό μου. Με τα χεράκια μου τις διάλεξα.

Το μαγικό ταίρι, που όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε κάποια στιγμή στη ζωή, μας απαλλάσσει από τις ευθύνες της περιπέτειας, της προσπάθειας και της δυσκολίας. Όσο αργεί, μας κάνει στην πραγματικότητα το πιο μεγάλο δώρο. Μέσα από τις ερωτικές ταλαιπωρίες αντλούμε τη σοφία μας. Οι ιδανικές καταστάσεις κρύβουν πάντα την απειλή μιας γοητευτικής αποχαύνωσης. Να αρνηθούμε τα οφέλη μίας πράξης και να αφοσιωθούμε στους πλατωνικούς έρωτες; Όχι. Μόνο οι πεζοί όμως θα ερωτεύονταν μια πράξη. Μονάχα οι δειλοί. Γιατί οι πράξεις είναι η άμεση επιβεβαίωση του ειδώλου στον καθρέφτη. Τα λόγια είναι επικίνδυνα καθώς μας καλούν να ενηλικιωθούμε, να κρίνουμε και να αποφασίσουμε. Τα λόγια κρύβουν, αποκαλύπτουν, διαστρεβλώνουν. Τα λόγια είναι ο έρωτας, ποιος αμφιβάλλει; Οι πράξεις υποτίθεται αποδεικνύουν, προφανώς ό,τι και τα λουλούδια στην αγαπημένη έπειτα από κάθε κέρατο.

Όσοι, επομένως, τις προτιμούν, υποτιμώντας όσα ο λόγος έχει να τους προσφέρει, είναι πιθανότεροι υποστηρικτές οποιασδήποτε βαρβαρότητας. Πιο ανασφαλείς, καταντούν εντέλει και οι πιο αχάριστοι. Θέλω πράξεις-εγώ δεν πράττω. Ζητώ αντάλλαγμα για την αγάπη που νιώθω κι ουσιαστικά εκβιάζω. Αναζητώ σωτήρα και κοίτα να γίνεις αυτός. Εγώ δεν παίρνω πρωτοβουλίες, δεν επιλέγω, δεν δημιουργώ, δεν απελευθερώνομαι. Κάνω ό,τι κάνεις. Κοιτώ την αποδοτικότητά σου, το αποτέλεσμα, το κέρδος από μία σχέση. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε μια ζωή διαφορετική, στην οποία ο έρωτας θα αρπάζει τα φτερά των ερωτευμένων και μόνο με εκείνα θα μπορεί να πετά. Η φαντασία θα έπαιρνε αμέσως την εξουσία. Στο κλασικό φιλοσοφικό δίλημμα «ελευθερία ή ασφάλεια», η απάντηση θα ήταν δεδομένη. Ο έρωτας θα υπήρχε μόνο τη στιγμή του ξεσπάσματός του. Με το που εκφυλιζόταν σε επανάσταση, με το που γινόταν δηλαδή καθεστώς, για να δανειστώ τις σκέψεις του Καμύ από τον Επαναστατημένο άνθρωπο, ο χρόνος θα μετρούσε αντίστροφα.

Ο Ραούλ Βανεγκέμ είναι θυμωμένος στη Βίβλο των Ηδονών: «Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες». Οι νόμοι του έρωτα-η τρέλα, η απληστία, η μεταμόρφωση, η διεκδίκηση, ο πόλεμος-δεν γίνονται αποδεκτοί. Η γκρίνια και η μιζέρια απειλούν να χαλάσουν τη γιορτή. Ένας επίμονος φόβος θανάτου στραγγαλίζει τα πάντα. Προγράμματα ερωτικής προσαρμογής εκπονούνται αδιαλείπτως μέσα σε τεμπέλικα μυαλά. Αν παρατηρήσει κανείς την αντίληψη των περισσοτέρων ανθρώπων για τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, εξηγούνται τα Άουσβιτς. Ρομποτάκια, όμως, που δίνουν αναφορά δίχως να παίρνουν χαρά, επιθυμούσαν ανέκαθεν οι εκμεταλλευτές των ανθρώπων. Πείτε όχι, αφού μπορείτε, σε νέα μνημόνια. Χίλιες φορές μία άτακτη χρεοκοπία.

Ένας οδηγός για αρχάριους θα το έγραφε ως έξης: Πράξεις ζητάει όποιος δεν είναι ερωτευμένος. Αν απλά δεν υπήρχε ανταπόκριση, θα κατέστρωνε σχέδια εξόδου από τη σιωπή. Είναι δύσκολο, εντέλει, να δεχτούμε πως όσο αλλάζουμε, κανείς δεν μπορεί να μας απορρίψει. Θα ήμασταν αναγκασμένοι να θέτουμε τον εαυτό μας διαρκώς υπό αμφισβήτηση, να ελέγχουμε την υποκρισία της ιδιοσυγκρασίας μας, να ενισχύουμε την επικοινωνιακή μας ικανότητα, να επινοούμε από την αρχή τον εαυτό μας. Αύριο αν τραγουδούσαμε έναν άλλο σκοπό, το αντικείμενο του πόθου μας ίσως μας έκανε την τιμή. Η φιλολογία με πλήγωσες, με στεναχώρησες, δεν μου φέρθηκες εντάξει, αναμφίβολα μας κολακεύει. Ένα μεγάλο ποσοστό των τραγουδιών θα τονώσουν εξάλλου τον εγωισμό μας και θα μας υποβιβάσει στην κατάσταση του αδικημένου. Ως πότε;

Τα λόγια δεν κάνουν το κακό. Η ενοχοποίηση του λόγου μόνο ηλιθιότητα μπορεί να σημαίνει. Στο μέλλον, λέμε τώρα, όλοι θα είναι σε θέση να καταλάβουν ότι ο λόγος είναι πράξη και μάλιστα μείζονος σημασίας. Τα λόγια εξανθρωπίζουν τα τέρατα. Με τα λόγια, εξάλλου, μπορώ να πείσω κάποιον ότι θα ζήσει για πάντα. Να τον κάνω να ονειρευτεί, να γελάσει και να προβληματιστεί. «Να πετάξω μια προσβολή αντί για μία πέτρα και να θεμελιώσω τον πολιτισμό». Με τα λόγια κατακτώ την ελευθερία μου. Αν δεν τα ανακαλύψω, προσθέτω έναν δεύτερο θάνατο πάνω μου όσο ζω. Άλλωστε, όσοι θα ήταν ικανοί να αγαπούν, θα ήξεραν και να τιμούν έναν Θεό που τους χάρισε τα βέλη του όταν θα αποχωρούσε. Οι έρωτες θα αντικαθίσταντο από άλλους για να μη γίνουν τύραννοι με λιγότερα δράματα. Στα διαζύγια θα το γλεντούσαμε. Τι κρίμα, αλήθεια, που συνεχίζουμε να γυρνάμε τον κόσμο αλλά να μην ταξιδεύουμε, να ζούμε μπροστά στους άλλους αλλά όχι μαζί τους, να επιλέγουμε τις πράξεις ενώ δεν είμαστε ακόμη ικανοί για καμία σπουδαία. Κρίμα, μα εντέλει δίκαιο.

Κάποιοι, εν τω μεταξύ, καταθέτουν τις δικές τους προτάσεις: να είστε προσεκτικοί με τους ανθρώπους. Συγκινεί η θέση των ευαίσθητων που ζητούν, έστω, μία εγγύηση δυστυχίας. Θεωρούν τους εαυτούς τους κάτι διαφορετικό, ένα είδος ανώτερο ενδεχομένως. Στην πραγματικότητα μιλάει η αδυναμία. Ας τους ξανατρομάξουμε: δεν νοείται να αξιώνεις ευτυχία χωρίς να αναλαμβάνεις το ρίσκο του πόνου. Φαίνεται, σε κάθε περίπτωση, προτιμότερο ένα σ'αγαπώ που δεν ίσχυσε παρά ένα σ'αγαπώ που δεν γεννήθηκε. Τίποτα, εντέλει, δεν μπορεί να πληγώσει περισσότερο από πλάσματα ανίκανα να σου προξενήσουν οιοδήποτε συναίσθημα. Ο φόβος, τότε, θα είναι τυφλός. Για τον έρωτα θα ξέρουμε ολοένα και λιγότερα.  

 

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Άντε παράτα μας

Με τον Καμύ ειδωθήκαμε μία φορά. Αλλά δεν τα πήγαμε καλά. Τον είχα διαβάσει και έτρεφα κάποιον σεβασμό για λογαριασμό του, κυρίως επειδή μου φαινόταν έντιμος. Τον θεωρούσα, αν όχι μέτριο, πάντως συγγραφέα δεύτερης κατηγορίας. Είχε διαβάσει, στον εκδοτικό οίκο Γκαλλιμάρ, το Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού σε χειρόγραφο, και μου είπε το εξής: «Και τώρα πρέπει να μπείτε στον κόσμο των ιδεών». «Άντε παράτα μας» του απάντησα. Όπως καταλαβαίνετε, αυτός ο καθηγητάκος του Γυμνασίου μου έκανε το δάσκαλο! Είχε διαβάσει μερικούς συγγραφείς, αλλά δεν είχε ίχνος φιλοσοφικής παιδείας και τολμούσε να πει «Και τώρα…» λες και μιλούσε σε κανένα μαθητούδι. Ήταν πολύ μειωτικό για μένα, ακούς εκεί να μου πει ότι θα μπω στον κόσμο των ιδεών, λες και ήμουνα κανένας επαρχιώτης πρωτάρης. Και μάλιστα με υπεροπτικό τόνο:  «Και τώρα…». Εγώ που είχα διαβάσει τέλος πάντων κάποιους μεγάλους φιλοσόφους, να πάρω μαθήματα από τον καθηγητάκο. Παρευθύς αποφάσισα να τον εκδικηθώ.

Εκδικήθηκα αλλά όχι αμέσως, και για την ακρίβεια δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο. Απλώς έγραφα τα βιβλία μου. Στην αρχή, συχνά με συνέκριναν με τον Καμύ. Ήταν διάσημος, τα βιβλία του πουλούσαν διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα. Μετά από λίγα χρόνια, κατάφερα ώστε η κριτική να με αποσυνδέσει από αυτόν, πράγμα διόλου εύκολο αν λάβουμε υπόψη τη φήμη του. Ξέρετε, αν συγχαίρω για κάτι τον εαυτό μου είναι ότι δεν έδωσα ποτέ δεκάρα για κανέναν. Αυτή άλλωστε τη συμβουλή δίνω σε όλους τους συγγραφείς. Όταν ένας άνθρωπος δεν πιστεύει στον εαυτό του, όταν δεν τρέφει μυστική πίστη γι’αυτό που θέλει να κάνει, για την αποστολή του, δεν πρέπει να αποτολμήσει το εγχείρημα. Δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη σε κανέναν, αλλά να πιστεύουμε μονάχα στον εαυτό μας. Διαφορετικά, δεν αξίζει τον κόπο. Δεν πρέπει να ζητάμε συμβουλές, ούτε να προστρέχουμε σε οιονδήποτε παρά μόνο για λεπτομέρειες. Ερωτήσεις του τύπου «τι πρέπει να κάνω-τι δεν πρέπει να κάνω» δεν έχουν νόημα. Η ζωή και το έργο ενός συγγραφέα είναι περιπέτειες που πρέπει να αναλάβει ένας και μόνο.

E.M. Cioran, Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν, Εκδόσεις Printa, Μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Τα σύννεφα του φασισμού

Στο Γυμνάσιο, όπως περπατούσα, έπεσε πάνω μου ένας συμμαθητής μου. Χωρίς λόγο. Το ατύχημα δεν δικαιολογούνταν από τις συνθήκες. Άρχισε τις συγγνώμες. Την επόμενη μέρα το ίδιο. Μιχάλη, είσαι καλά, εντάξει; Δεν είχε φίλους και ομολογώ πως, εκτός από μερικές καλημέρες, σταμάτησα να του δίνω σημασία. Φοβήθηκα. Στην Αμερική θα ερχόταν μια μέρα να μας καλημερίσει με το πιστόλι του. Τον συμπόνεσα αλλά είχα και δουλειές. Εφηβεία ήταν αυτή, κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι του συνέβαινε.

Σε μία από τις σπάνιες επισκέψεις μου στη σχολή γινόταν εκδήλωση με καλεσμένους τον Μπίστη και τον Κούλογλου. Όταν ο τελευταίος παρατήρησε ότι τα αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν αναφέρονται στους νεκρούς των Ιρακινών αλλά μόνο στους Αμερικανούς, κάποιος σήκωσε το χέρι του: «Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει αλλά κάθε φορά που γίνεται μια τραγωδία στο εξωτερικό, ο δημοσιογράφος σπεύδει γεμάτος αγωνία να ρωτήσει: "Υπάρχουν Έλληνες ανάμεσα στους νεκρούς;". Όχι; Ας περάσουμε στο επόμενο θέμα. Οι Ιρακινοί νεκροί μας πείραξαν;». Θυμάμαι την έκπληξη στα πρόσωπά τους. Η σιγή που κρατούν οι φοιτητές σε τέτοιες συναθροίσεις «μοιάζει πολύ με ηλιθιότητα». Η παρέμβαση του μας έβγαλε ασπροπρόσωπους. Δεν το είχαν σκεφτεί. Αθώα φαινομενικά η δημοσιογραφική ερώτηση. Ερώτηση μόνο για Έλληνες.

Ο Μοχάμεντ Άλι δικαιολόγησε κάποτε την άρνησή του να πολεμήσει στο Βιετνάμ ως εξής: «Κανένας Βιετκόγκ δεν με έχει πει νέγρο». Ένας ναυτικός δηλώνει σε βίντεο από συσσίτιο της Χρυσής Αυγής: «Εμένα δε με χτύπησε κανένας Χρυσαυγίτης, αυτοί με χτυπάνε κάθε μέρα». Ενδιαφέρουσα αν μη τι άλλο η ενστικτώδης ταύτιση στην αντίδραση. Το μυαλό του ναυτικού λειτουργεί όπως του Άλι. Παιδικά, αλλά από την ανάποδη. Κι αν για μία στιγμή υποθέσουμε ότι όσοι πηγαίνουν και στέκονται στις ουρές είναι ταλαιπωρημένοι, εξαπατημένοι και αμόρφωτοι, ποιος έχει την ευθύνη για αυτό το χάλι; Αλήθεια πρέπει να σκεφτούμε κάτι εξυπνότερο από το να τους μισήσουμε. Το λέω για να τ' ακούω.

Ο Πιέρ Μιλζά σημειώνει στους Μελανοχίτωνες της Ευρώπης: «Οι βουλευτικές εκλογές του Απριλίου του 2000 επιβεβαίωσαν την πλήρη διάλυση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Οι δυο οργανώσεις που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία, η Πρώτη Γραμμή και η Εθνική Συμμαχία, συγκέντρωσαν το 0.18% και 0,22% αντίστοιχα. Δεν θα μπορούσαν να πέσουν χαμηλότερα. Ωστόσο δεν θα ήταν σωστό να συμπεράνουμε ότι οι Έλληνες είναι αλλεργικοί στα θέματα τα οποία κινητοποιούν, κάτω από άλλους ουρανούς, κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την πελατεία των εθνικολαϊκίστικων οργανώσεων. Η ξενοφοβία, η εχθρότητα έναντι των μειονοτήτων, ο ρατσισμός κι ο αντισημιτισμός υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία. Μέχρι στιγμής, καμία υπολογίσιμη πολιτική δύναμη δεν κατόρθωσε να επωφεληθεί από αυτή την κατάσταση». Οι ουρανοί άλλαξαν και η πολιτική δύναμη βρέθηκε.

Συνεχίζω να διαβάζω βιβλία για το φασισμό. Βλέπω στον ύπνο μου ότι την κρίσιμη στιγμή γίνομαι χρήσιμος στην κοινωνία: «Τα μάθατε; Δεν γίνεται να είστε Νεοναζί. Ακούστε γιατί». Οι φασίστες υποδέχονται τα νέα με την έκπληξη που ο Κούλογλου κι ο Μπίστης αντιμετώπισαν τον νεαρό φοιτητή. Η λογική επικρατεί. Άκυρο το ρεζιλίκι με το ναζιστιλίκι. Λίγο πριν ξυπνήσω, μπαίνει στο όνειρο το παιδί που με χτύπησε. Αυτή τη φορά είναι οπλισμένο. Πυροβολεί αδιακρίτως. Εκλιπαρεί για συγχώρεση.                                                        
                                                                                                                   (Για την Parallaxi)

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ο Γιωργάκης από το Θιβέτ

Το απόσπασμα που θα διαβάσετε βρίσκεται στο βιβλίο: «Γέρων Παΐσιος, ο Αγιορείτης, Ο Ασυρματιστής του Στρατού και του Θεού», του Συνταγματάρχη Καραΐσκου  Δημητρίου. Η ιστορία φέρει τον τίτλο: «Ο Γιωργάκης από το Θιβέτ». Η έκδοση του Γενικού Επιτελείου Στρατού, όπως μαθαίνουμε στη δεύτερη σελίδα, παρουσιάζει επιλεγμένα κεφάλαια από το μόλις εκδοθέν βιβλίο του ιερομονάχου Ισαάκ. Πρόκειται για τις ιστορίες που ο Γέρων Παστίτσιος δεν μπορούσε παρά να σατιρίσει. Ή μάλλον, έτσι νόμιζε.

Ἦρθε στό Ἅγιον Ὄρος καί γύριζε στά μοναστήρια ἕνας νέος ἡλικίας 16- 17 χρόνων, ὁ Γιωργάκης. Ἀπό ἡλικίας τριῶν ἐτῶν οἱ γονεῖς του τόν ἔβαλαν σέ βουδδιστικό μοναστήρι στό Θιβέτ. Προχώρησε πολύ στήν Γιόγκα, ἔγινε τέλειος μάγος, μποροῦσε νά καλῆ ὅποιον δαίμονα ἤθελε. Εἶχε μαύρη ζώνη καί ἤξερε τέλεια καράτε. Μέ τήν δύναμη τοῦ Σατανᾶ ἔκανε ἐπιδείξεις πού προξενοῦσαν ἐντύπωση. Χτυποῦσε μέ τό χέρι του μεγάλες πέτρες καί ἔσπαζαν σάν καρύδια. Μποροῦσε νά διαβάζη κλειστά βιβλία. Ἔσπαζε στήν παλάμη του φουντούκια, ἔπεφταν κάτω τά τσόφλια καί οἱ καρποί ἔμεναν κολλημένοι στό χέρι του. Κάποιοι μοναχοί ἔφεραν τόν Γιωργάκη στόν Γέροντα γιά νά τόν βοηθήση. Ρώτησε τόν Γέροντα, τί δυνάμεις εἶχε καί τί μποροῦσε νά κάνη. Ἀπάντησε ὅτι ὁ ἴδιος δέν ἔχει καμμιά δύναμη καί ὅτι ὅλη ἡ δύναμη εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Γιωργάκης θέλοντας νά ἐπιδείξη τήν δύναμή του συγκέντρωσε τό βλέμμα του σέ μιά μεγάλη πέτρα πού ἦταν σέ ἀπόσταση καί ἡ πέτρα ἔγινε θρύψαλα. Τότε ὁ Γέροντας σταύρωσε μιά μικρή πέτρα καί τοῦ εἶπε νά τήν σπάση καί αὐτή. Αὐτός συγκεντρώθηκε, ἔκανε τά μαγικά του, ἀλλά δέν κατάφερε νά τήν σπάση. Τότε ἄρχισε νά τρέμη, καί οἱ σατανικές δυνάμεις, πού νόμιζε ὅτι ἔλεγχε, μή μπορώντας νά σπάσουν τήν πέτρα, στράφηκαν ἐναντίον του καί τόν ἐκσφενδόνισαν στήν ἄλλη ὄχθη τοῦ ρέματος. Ὁ Γέροντας τόν μάζεψε σέ ἄθλια κατάσταση. «Ἄλλη φορά», διηγήθηκε ὁ Γέροντας, «ἐνῶ συζητούσαμε, ξαφνικά σηκώθηκε, μοῦ ἔπιασε τά χέρια καί μοῦ τά γύρισε πρός τά πίσω. «Ἄν μπορῆ, ἄς ἔρθη νά σ᾿ ἐλευθερώση ὁ Χατζεφεντῆς», μοῦ εἶπε. Τό αἰσθάνθηκα σάν βλασφημία. Κούνησα ἔτσι λίγο τά χέρια μου καί τινάχθηκε πέρα. Μετά σάν ἀντίδραση πήδησε ψηλά καί πῆγε νά μέ χτυπήση μέ τό πόδι του, ἀλλά τό πόδι του σταμάτησε κοντά στό πρόσωπό μου, σάν νά βρῆκε ἕνα ἀόρατο ἐμπόδιο! Μέ φύλαξε ὁ Θεός. Τή νύχτα τόν κράτησα καί κοιμήθηκε στό Κελλί μου. Οἱ δαίμονες τόν ἔσυραν μέχρι κάτω στόν λάκκο καί τόν ἔδειραν γιά τήν ἀποτυχία του. Τό πρωί σέ κακή κατάσταση, τραυματισμένος, γεμᾶτος ἀγκάθια καί χώματα, ὡμολογοῦσε: «Μέ ἔδειρε ὁ Σατάν, γιατί δέν μπόρεσα νά σέ νικήσω». Ἔπεισε τόν Γιωργάκη νά τοῦ φέρη τά μαγικά του βιβλία καί τά ἔκαψε. Ὁ Γέροντας τόν κράτησε λίγο κοντά του καί τόν βοήθησε, ὅσο ἔκανε ὑπακοή. Ἐνδιαφέρθηκε νά μάθη, ἄν εἶναι βαπτισμένος, καί μάλιστα ἔμαθε καί σέ ποιά Ἐκκλησία εἶχε βαπτισθῆ. Ὁ Γιωργάκης συγκλονισμένος ἀπό τήν δύναμη καί τήν χάρι τοῦ Γέροντα, ἐπιθυμοῦσε νά γίνη μοναχός ἀλλά δέν μπόρεσε. Ὁ Γέροντας χρησιμοποιοῦσε τήν περίπτωση τοῦ Γιωργάκη γιά νά ἀποδείξη πόσο μεγάλη εἶναι ἡ πλάνη αὐτῶν πού νομίζουν ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ἴδιες, ὅλες τόν ἴδιο Θεό πιστεύουν, καί ὅτι δέν διαφέρουν οἱ Θιβετιανοί μοναχοί ἀπό τούς Ὀρθοδόξους.

 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Εκτσογλανισμός

 
Ο Μακιαβέλι του έρωτα

(Δεν) Γίνονται πράγματα

Είχαμε μείνει (στο περασμένο post) εκεί όπου επρόκειτο να αρχίσω συνεργασία με το Protagon, και  είχα τρακ, σαν πρωτάκι. Εν τω μεταξύ πέρασαν δέκα μέρες, δημοσιεύθηκαν 4 άρθρα μου και πήγαν καλά. Όλα μπήκαν στην λίστα με τα πιο διαβασμένα και μάζεψαν πολλά σχόλια. (doncat.blogspot.gr)

Οι γιορτές πέρασαν, ο νέος χρόνος ήρθε κι εγώ που πάντα λίγο φοβάμαι κάθε τι καινούριο, μένω σ' εκείνη την όμορφη βραδιά και χαμογελώ ακόμα. Σε όλους σας στέλνω τις ευχές μου για μια ακόμα φορά. Να είστε καλά, να χαμογελάτε όσο μπορείτε περισσότερο και ας είναι αυτή η χρονιά πραγματικά γεμάτη τύχη για όλους μας! (mantapsichogios.blogspot.gr)

I just went for a coffee with my boyfriend and then we head back home. Now we are gonna cuddle and watch a movie or something. Tomorrow afternoon I am returning back to Thessaloniki after I have my nails done. Hehe. Any ideas? (christyandthecity.blogspot.gr)

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Κατά βάθος

Ξανά βροχή, όλη μέρα. Τίποτα άλλο παρά βροχή, βρομιά, κουνούπια. Παλεύω με μιαν όλο και αυξανόμενη απόγνωση. Πρώτα απ’όλα, οι Έλληνες: μια πλεμπάγια απατεώνες και λωποδύτες. Ήρθα στην Ελλάδα να πολεμήσω για την ελευθερία της, όμως οι Έλληνες είναι ακόμα ικανοί για ελευθερία; Και το κλίμα. Τα πάντα μουχλιασμένα. Ψείρες και ψύλλοι και ένας αέναος πονοκέφαλος. Και οι Σουλιώτες μου: ένας συρφετός παλιάνθρωποι, άπληστοι, μέθυσοι. Κι ακόμα και οι φίλοι μου: ο Πιέτρο αγόρασε (με δικά μου έξοδα) μερικά τόπια ύφασμα. Ας είχε την καλοσύνη να μου το πει. Ο συνταγματάρχης Στάνχοουπ βουλιάζει όλο και περισσότερο στη λιβελογραφική μανία του. Κι αυτός ο εκκεντρικός γέρος ο Μαυροκορδάτος που δεν έχει ούτε την ευαισθησία ούτε την αίσθηση του διοικείν, αποδεικνύεται ένα είδος βυζαντινού lunaire. Ήρθα στην Ελλάδα από μια μεγάλη επιθυμία να ανανεωθώ και να αποξεχαστώ. Είχα βάλει σκοπό μου να επιτελέσω μια πράξη ανδρείας που θα ακύρωνε όλο το παρελθόν. Ήθελα να ρίξω το κορμί μου στη μάχη και στο μακελειό-όμως γελιόμουν και εδώ. Αυτό που με ωθούσε, κατά βάθος, δεν ήταν ο ηρωισμός, δεν ήταν μια παρόρμηση αφοσίωσης, ούτε ένας ανιδιοτελής ιδεαλισμός. Ήταν η ανάγκη να απεκδυθώ, σαν φίδι που αλλάζει δέρμα, το κτηνώδες και εγωιστικό παρελθόν μου.

Φρέντερικ Πρόκος, Μπάιρον: Τα χειρόγραφα του Μεσολογγίου, Ελευθεροτυπία 2011, Μετάφραση Παναγιώτη Σκόνδρα.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Έτυ Χίλεζουμ



Όποιος δεν αντιλαμβάνεται καμία ομοιότητα ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους, που βλέπει όλο το κακό στους άλλους και κανένα στον εαυτό του, αυτός είναι τραγικά καταδικασμένος να μιμηθεί αυτό τον εχθρό. Όποιος απεναντίας ανακαλύπτει πως είναι όμοιος με τον εχθρό, γιατί αναγνωρίζει το κακό και μέσα του, αυτός είναι αληθινά διαφορετικός. Όποιος αρνείται να δει την ομοιότητα, φτάνει να την ενισχύσει. Όποιος την παραδέχεται, ήδη τη μειώνει. Έτυ Χίλεζουμ, Θύμα των Ναζί.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Οι πλειστηριασμοί είναι φίλοι μας

Με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο, κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει. Έζρα Πάουντ.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει σε μία επιστολή του προς τη Γαλάτεια λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή: «Θαρρώ πως οι αρετές της ράτσας μας αναδείχνονται μόνο έξω από κρατικά καθεστώτα. Ως Κρατικός ο Έλληνας είναι φρικαλέος. Ως Οδυσσέας περιπλανόμενος, εργαζόμενος, εμπορευόμενος, σκεπτόμενος, χωρίς δικό του Κρατικό Σύστημα, σαν τους Εβραίους, είναι μοναδικός στον κόσμο. Μπορεί, όπως οι Εβραίοι, να γίνει δραστικότατο προζύμι για ν'ανεβεί η γης. Η γνώμη μου αυτή φαντάζει εγκληματική. Είναι παραπολύ πρόωρη, πολύ επικίντυνη αν πραγματοποιηθεί τώρα που η εθνική συνείδηση πυρώνει και στενεύει τους λαούς. Αν ήμουν πολιτικός, όχι μόνο δε θα την έλεγα την ιδέα αυτή μα και δεν θα την είχα».

Δύο φορές έχει πάει στην Αμερική ο πρωθυπουργός του τελευταίους μήνες. Και τις δύο φορές συνάντησε τον κύριο Τζέιμι Ντίμον. Ποιος είναι αυτός ο δαίμονας; Είναι ο πρόεδρος της JP Morgan Chase, μία εκ των ισχυρότερων επενδυτικών τραπεζών της Αμερικής. Μιλάμε για έναν κολοσσό του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι Ελληνάρες θα έλεγαν αμέσως Εβραίος. Κι όμως. Έκπληξη. Ο κύριος Ντίμον είναι ελληνικής καταγωγής, ελληνικότατης, εγγονός ενός Σμυρνιού που μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να γίνει ένας εξαιρετικά πετυχημένος χρηματιστής. Μάλιστα η τράπεζά του πρωταγωνίστησε στην κρίση με τα στεγαστικά δάνεια και ήταν εκείνη η οποία έβαλε στο παιχνίδι τα περίφημα cds που τίναξαν τα πάντα στον αέρα. Βρήκα μάλιστα σάιτ που καμαρώνει γι'αυτόν και τον αναφέρει ως τον Έλληνα σωτήρα της Wall Street. Ο ξεπεσμός μας δεν έχει τελειωμό. Στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού αποκάλυπτε για το πρόσφατο ταξίδι του στην Καθημερινή: «Δεν είμαστε οι μοναδικοί που ζητάμε επενδύσεις. Όπως ο δικός μας πρωθυπουργός έτσι και οι πρωθυπουργοί της Τουρκίας, της Ινδίας κ.λπ. κάνουν τις ίδιες επαφές, καταλαβαίνετε ότι ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος». Αυτό θα πει καλλιστεία. Η JP Morgan στις εκθέσεις της για την Ελλάδα προτείνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, να ξεφορτωθούμε τη Δημοκρατία και τα εργασιακά δικαιώματα. Τα τηλεοπτικά κανάλια, μετά το κούρεμα των δανείων τους και τη νέα παράταση που πήρε η επιβολή του ειδικού φόρου ύψους 20% στις διαφημίσεις, κάτι μου λέει πως θα βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Πριν μερικές μέρες διαβάσαμε στο Bloomberg: «Στελέχη του ΤΑΙΠΕΔ συνάντησαν τον δισεκατομμυριούχο διαχειριστή hedge funds Τζον Πόλσον στη Νέα Υόρκη. Έχει άλλωστε εκφραστεί εδώ και καιρό το ενδιαφέρον του για τα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού δημοσίου». Ποιος είναι αυτός ο κύριος; Κάπου τον είχα ξανακούσει. Δυσκολεύτηκα να θυμηθώ καθώς εδώ και δύο χρόνια έχω σταματήσει να διαβάζω τα οικονομικά ρεπορτάζ- απόδειξη ότι ξέρω ν' αγαπώ θα έλεγε ο Μπουκόφσκι. Έσπασα το κεφάλι μου αλλά τα κατάφερα. Εκτός από το ότι βρισκόταν κι εκείνος στον 50ο όροφο της JP Morgan όπου ο Σαμαράς συνάντησε τον Ντίμον, εκτός από το ότι έχει τοποθετηθεί σε ελληνικές τράπεζες όπως ακούγεται, ο κύριος Πόλσον ήταν αυτός που τζογάρισε πτωτικά έναντι του ευρώ και πήρε θέσεις εναντίον των ελληνικών ομολόγων στα τέλη του '09-αρχές του '10. Το αποτέλεσμα της κερδοσκοπικής του προσπάθειας μας ανακοινώθηκε στο Καστελλόριζο από τον Γιώργο Παπανδρέου. Δεν είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα τελικά, αρκεί να θυμάσαι μερικά ονόματα. Ο Πόλσον ήταν ο άνθρωπος που είχε προβλέψει την κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις τον δικαίωσαν και ο σχετικά άγνωστος άνδρας έγινε «εν μια νυκτί» εκατομμυριούχος. Σε καλή μεριά.

Δεν ξέρω αν το θυμάστε: Κάποτε στο Deal ο τραπεζίτης τηλεφωνούσε για να κάνει προσφορά στον παίκτη. «Σου δίνω τόσα για να σταματήσεις», του έλεγε. Εκείνος συνήθως αρνιόταν. Στις μέρες μας οι τραπεζίτες παίρνουν και ρωτούν: «Πόσα μας δίνετε για να σταματήσουμε»; Τα σημάδια ήταν μπροστά μας. Η τρελή σκέψη του Καζαντζάκη φαίνεται πως πραγματοποιείται. Η ταμπέλα ελληνικό κράτος είναι σαν πινακίδα χωριού της Κρήτης, πεσμένη στο χώμα και γεμάτη μπαλωθιές. Και τα παιδιά παίζουν ακατάπαυστα. Πουλάνε και αγοράζουν σε ένα παγκόσμιο βιντεογκέιμ που τα έχει όλα: εκμετάλλευση, στρατηγική, εκβιασμούς, τζόγο, χρήματα και φτώχεια για τους άλλους. Ο πόλεμος μαίνεται. Οι πρωθυπουργοί χτυπούν το κουδούνι σιγανά και ταπεινά, αφήνουν στο τραπέζι τις πίτσες διακριτικά και παίρνουν δρόμο, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά οι επενδυτές δεν θα λησμονήσουν τη χώρα τους. Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα. Ο Κέβιν, πάντως, ήταν «Μόνος στο σπίτι» χριστουγεννιάτικα και κατόρθωσε να διώξει τους ληστές. Είναι ευκαιρία μέσα στις γιορτές να θυμηθούμε πώς υπερασπίζεσαι την πρώτη σου κατοικία. Αν το 2014 τη γλιτώσουμε, το 2015 θα είναι η χρονιά μας.

Αποτύχαμε να μπλέξουμε μαζί τους. Αρκετοί από μας υπήρξαν φρικαλέοι. Καλό είναι να θυμόμαστε όμως πού και πού ποιοι κάνουν κουμάντο για να μη μας τρελάνουν τελείως οι εισηγητές των θεωριών της τεμπελιάς, των δύο άκρων και της ιδιωτικοποίησης των πάντων. Μπορώ να δεχτώ το δίκιο του ισχυρού, είμαι αρκετά μεγάλο παιδί. Τώρα, δημοσιογράφοι που εκτιμάτε, θα σας βάλουν την ιδέα να τους δώσετε και τα σπίτια σας. Σιγά το δύσκολο. Σημασία σ' αυτή τη ζωή έχει να ξέρεις να κρύβεσαι πίσω από τη λογική. Τη λογική της εξουσίας.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Κάτι δικά μου

Δεν είμαι φασίστας. Δεν είμαι μπολσεβίκος. Είμαι μόνος. Μιγκέλ ντε Ουναμούνο.

Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ' αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νοιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σ’ ένα μοναχά εικοσιτετράωρο απ’ τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν, και δεν καταλαβαίνουν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξαναποκτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μάστρο-Στέφανο, τότε μοναχά οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια Ασφάλεια». Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη. Χρόνης Μίσσιος.

Η επανάσταση δεν υπαγορεύεται. Υπάρχει μία και μόνο δυνατή επανάσταση κι είναι εκείνη που κάνουμε μόνοι μας, εκείνη που ωριμάζει στο κάθε άτομο, που αναπτύσσεται μέσα του αργά, με υπομονή, με ανυποταξία. Η επανάσταση είναι υπομονή, είναι ανυποταξία, δεν είναι βιασύνη, δεν είναι χάος, δεν είναι αυτό που σας διηγούνται οι δημαγωγοί με τη μαγική ράβδο. Μη δίνετε προσοχή σε όποιον σας υπόσχεται θαύματα, μη δίνετε προσοχή σε όποιον αναλαμβάνει να αλλάζει τα πράγματα ώσπου να πεις τρία σαν μάγος. Οι μάγοι δεν υπάρχουν. Τα θαύματα δεν υπάρχουν. Οι αρχηγοί σάς κοροϊδεύουν, ηλίθιοι, που είστε συνηθισμένοι να σας σέρνουν όλοι από τη μύτη, να υποκύπτετε. Αυτή η επίφαση της δημοκρατίας μπορεί να σβήσει με ένα φύσημα αν ακολουθήσετε τις φλυαρίες των ψευτοεπαναστατών. Ας την κρατήσουμε σφιχτά τη λίγη αυτή ελευθερία που μας χαρίστηκε. Χαρισμένη, ναι, και η χαρισμένη ελευθερία δίνει πάντοτε πικρούς καρπούς. Αλέξανδρος Παναγούλης.

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το έχω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχω περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νοιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νοιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων. Άρης Αλεξάνδρου.

Όμως δεν θα έχουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτήσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο. ( Έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε, γινόσουν ύποπτος). Ού να χαθούνε. Εμ κι εμείς τα ανθρωπάκια που δεχτήκαμε χρόνια να τρώμε στην μάπα τη ραγιά; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ΄ όσο ξέρω κι οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτα. Δεν έχουμε χρόνο πιά για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα κι οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις, πιστεύω. Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα. Μάριος Χάκκας.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Ώριμη σκέψη

-Για να μου πείτε ότι είμαι ωραία έπρεπε να περιμένετε τρεις εβδομάδες;

-Ο Κέπλερ πριν πει ότι το τετράγωνο του χρόνου της πλανητικής περιφοράς είναι ανάλογο με τον κύβο του μεγάλου άξονα της τροχιάς, το σκεφτόταν δεκαεφτά χρόνια.
Pitigrilli.

Ο Θεός λαΐκιζε υπέροχα

Το χαράτσι, τα παιδιά, μοναχός να κρίνεις, άλλο να σ’ τα παίρνουνε κι άλλο ναν τα δίνεις. Κ. Βάρναλης.

Ο λογοτεχνικός δάσκαλος του Μπουκόφσκι ήταν ο πατέρας του. Όταν τον σάπιζε στο ξύλο και του μάθαινε τον πόνο. Τον πόνο δίχως λόγο. Έτσι, έλεγε, μπόρεσα να πω αυτό που με απασχολούσε. Η χώρα, τέσσερα χρόνια τώρα, ψάχνει τα λόγια της. Τα ουγκ είναι το τραύλισμα. Το ξύλο έρχεται σε δόσεις. Τα επόμενα τέσσερα ενδέχεται να βγει και από την Ευρωζώνη, αφού η τελευταία δεν θα υπάρχει, για να ολοκληρωθεί με επιτυχία το πείραμα δημοσιονομικής προσαρμογής σε συνθήκες ασφυξίας. Εν ολίγοις, θα γίνει ό,τι οι περισσότεροι προβλέψαμε: θα πεθάνουμε γιατρεμένοι, διχασμένοι, αποκαμωμένοι. 120 χρόνια μετά, δυστυχώς επτωχεύσαμεν ξανά.

Επειδή δεν έχουμε λόγια, έχουμε νούμερα. Αν δεν είχε φύγει τόσος κόσμος, η ανεργία θα είχε αυτοδυναμία. Θυμάμαι που ανέβαινε μισή μονάδα και η κοινή γνώμη σοκαριζόταν. 9,2% από 8,7%. Συμφορά. Οι νέοι, που είχαν πάντα δίκιο, τώρα ενοχλούν. They don't need no education. Όταν τα μυαλά φεύγουν, είναι επόμενο ο φασισμός να συγκινεί. Αυτοί που μένουν, δεν φτάνει που θα είναι τυχεροί αν βρουν να δουλέψουν για 500 ευρώ, είναι υποχρεωμένοι να ακούνε στις 8 τα νέα του Κασιδιάρη. Μερικοί είναι τόσο άτυχοι που τον έκαναν και ίνδαλμα. Το «Ζήτω ο Θάνατος», η κραυγή που σκότωσε τον Ουναμούνο, είναι η επόμενη πίστα για τα πειραματόζωα. Δίνουμε μάλιστα τα σπίτια μας στις τράπεζες για να επιβεβαιώσουμε το μύθο της ελληνικής φιλοξενίας. Διπλάσιος ο τουρισμός του χρόνου, σπάει κάθε ρεκόρ, μπράβο στην Όλγα την Κεφαλογιάννη.

Οι άνεργοι, πιο σιωπηλοί, ζουν με λόγια δανεικά. Σηκώνονται κάθε πρωί, ντύνονται και κάθονται στον υπολογιστή, παριστάνοντας τους εργαζόμενους. Αντιγράφουν τις ατάκες τους, μπαίνουν στην ψυχολογία τους και κάνουν πρόβα για τη μεγάλη στιγμή. Τα κείμενα που περιγράφουν όσα βιώνουν είναι συνήθως πιο καταθλιπτικά από την ίδια την κρίση, λες και τα γράφουν ασφαλίτες προκειμένου να φρενάρουν τις κοινωνικές αντιδράσεις. Η διαστρέβλωση είναι η εξής: Στα ρεπορτάζ, δεν ακούμε τις κατάρες των απολυμένων, δεν στεκόμαστε παρέα στις ουρές του ΟΑΕΔ, στο αεροδρόμιο δεν αποχαιρετάμε μετανάστες, στη Λευκάδα και στη Χίο δεν τους περισυλλέγουμε νεκρούς. Μαζί τα φάγαμε, αλλά δεν ψάχνουμε μαζί δουλειά, χώρια αναστενάζουμε τα βράδια, στο Σκάιπ μόνο συναντιόμαστε με τους αγαπημένους. Όχι μοναχικοί, μοναξιασμένοι. Η κρίση παραμορφώνει, επιτίθεται, διαβρώνει. Μιλάμε βεβαίως. Και ζούμε και χαιρόμαστε και χιούμορ διαθέτει το μαγαζί. Τα λόγια όμως, λίγο αν τα μετακινήσεις, σηκώνουν πολλή σιωπή. Πού κουράγιο να ταξιδέψουμε στις ψυχές των άλλων, να γιατρέψουμε την πληγή τους, να μοιραστούμε τις δυσκολίες τους.

Εθελοτυφλώντας εξάλλου και με λίγη θετική ενέργεια, κοιτώντας προς την Κεντροαριστερά, μπορούμε να λέμε πως δεν είναι δα και τόσο άσχημα τα πράγματα, πως εμείς θα τη βγάλουμε λάδι, πως είναι αποκλειστικά και μόνο στο χέρι μας η επιβίωση. Η επιβίωση του τόπου σε τίνος τα χέρια βρίσκεται άραγε; Είναι λύση να σηκωθούμε να φύγουμε όλοι; Ποιο είναι το όραμα της δουλοπρέπειας; Το να μιλάς, πάντως, σπάνια απαιτούσε μεγαλύτερο ρίσκο. Διότι τώρα κανείς δεν ακούει. Υπάρχει εξάλλου, έχω την αίσθηση, αναξιοπρέπεια τόσο στον κυνισμό όσο και στους συναισθηματισμούς. Κι η τραγωδία μοιάζει αναπότρεπτη καθώς δεν κάνει μόνο το ΔΝΤ κακά μαθηματικά. Κάνουμε κι εμείς. Tο βάρος του παράλογου σε συνδυασμό με την πίεση που προκαλεί η συγκυρία, δεν ευνοούν την κριτική του απέναντι. Είναι διαφορετικές οι αφετηρίες μας, το σώμα που κουβαλάμε, η μόρφωσή μας, το περιβάλλον που μεγαλώσαμε, ο δρόμος που επιλέξαμε, η ματιά που βλέπουμε τα πράγματα, η ιδιοσυγκρασία μας. Είναι πολλές οι ξένες δυνάμεις. Και τώρα κάνουν κουμάντο αυτές.

Περπατώ συνήθως γρήγορα. Τίποτα δεν μπορεί να με αναστατώσει περισσότερο από ένα άσχημο βλέμμα όταν δεν το έχω ανάγκη. Δεν πειράζω κανένα, έτσι λέω, και τα ψιλά μου τα σκορπάω. Εκείνη όμως καθόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τα μάτια μας διασταυρώθηκαν. Κουρασμένη, μόνη, γεμάτη τύψεις για τα δυο παιδιά της που περίμεναν να φάνε και συνεννοούνταν κάτι χαμηλόφωνα. Διέκρινα την ευγένεια της μητέρας στη στάση του σώματός τους. Ντράπηκα να γυρίσω πίσω ή να μιλήσω, προσπέρασα και έσφιξα τα πέντε ευρώ που είχα στην τσέπη, θυμωμένος για την αίσθηση ότι δεν είχα δικαίωμα να τους τα δώσω, με ταπεινωμένο τον υποτιθέμενο ανθρωπισμό μου μπροστά στην αξιοπρέπεια που θα αρνούνταν οποιαδήποτε φιλανθρωπία γιατί θέλει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Για την αξιοπρέπεια που πεθαίνει δίχως πάταγο, την περηφάνια που δεν έχει πάρει την άδεια της πολιτείας, τις καρδιές που χτυπούν παρά το όχι των οικονομικών δεικτών.

Επέστρεψα σπίτι και άκουσα ύστερα από καιρό το Μεγάλο μας Τσίρκο. Αφού καταλάγιασε η συγκίνηση από το «Λαέ μη σφίξεις κι άλλο το ζωνάρι», σκέφτηκα την ανεύθυνη ματιά του Καμπανέλλη που καθαγιάζει τον κοσμάκη, όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργός, και συνειδητοποίησα τη διαστροφή που έχει φέρει η νέα γλώσσα. Είναι τόσο μεγάλη όση ήταν τα χρόνια του στάιλινγκ όπου πλησιάζοντας μία κοπέλα σκεφτόμασταν αν η μπλούζα της ταίριαζε με το παντελόνι της. Ο ελληνικός λαός δεν είναι ακριβώς αθώος, δεν είναι όμως ακριβώς και ένοχος. Δεν πρόκειται εξάλλου για τιμωρία για να υπολογίσουμε αν ήρθε η ώρα της αποφυλάκισης. Φαίνεται, πάντως, σαν ψέμα πως πριν 65 χρόνια, το Δεκέμβρη του '48, πάνω στα συντρίμμια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ψήφιζε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Θα είχε ενδιαφέρον να διαβαστούν ξανά τα 30 άρθρα εκείνου του κουρελόχαρτου.

Όταν ο Κέινς συνάντησε στο Cambridge τον Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν, έγραψε στη γυναίκα του: «Ο Θεός ήρθε. Τον γνώρισα στο τρένο των 5.15».Το 1944, ο Αυστριακός φιλόσοφος, αρνούμενος τη στατιστικοποίηση της φρίκης και την αριθμητική αποτίμηση του θανάτου, σημείωνε ποιητικά: «Καμία κραυγή οδύνης δεν μπορεί να είναι πιο δυνατή από την κραυγή ενός μόνο ανθρώπου. Ή, πάλι, κανένας πόνος δεν μπορεί να ξεπεράσει τον πόνο ενός μόνο ανθρώπου. Ολόκληρος ο πλανήτης δεν μπορεί να υποφέρει περισσότερο από μία και μόνο ψυχή». 

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ο Αντίχριστος

Η ιδιωτικότητα θα μπορούσε να οριστεί ως ο ζωτικός εκείνος χώρος όπου ακόμα και οι βασιλείς πηγαίνουν μόνοι τους. Αν έχεις σχέση, δεν παίρνεις το κινητό του συντρόφου σου επειδή τον υποπτεύεσαι, αν είσαι μάνα δεν ανοίγεις το ημερολόγιο του παιδιού σου επειδή ανησυχείς, αν είσαι ρεπόρτερ της Εσπρέσσο αρνείσαι να ψάξεις το θέμα σου στα σκουπίδια των διασήμων. Ιδιωτικότητα είναι να σκέφτεσαι ότι καρυδώνεις τον συνάδελφό σου ενώ του χαμογελάς, οι φαντασιώσεις που θες να μοιράζεσαι μόνο με τον/την σύντροφό σου, η ίδια η ελευθερία της σκέψης σου που συνθέτει τη μοναδικότητα κάθε ύπαρξης. Η αξία που αποδίδεται σε αυτή ισούται με την αξία που έχει η μετοχή της ζωής σου στο Χρηματιστήριο του σφαγείου μας.

Ο Νίκος Δήμου συνομιλεί με έναν νέο που δεν προλαβαίνει να αρθρώσει κουβέντα. Είναι ένας νέος γερασμένος, αφού δεν είναι ακόμα έτοιμος να αμφισβητήσει κάποιον σοφότερό του. Κυρίως ακούει και βάζει σε λίγη τάξη το μυαλό του. Όταν  πάντως δειλά κάνει λόγο για τον Μεγάλο Αδερφό του Διαδικτύου, ο συγγραφέας τον μαλώνει: «Μου θυμίζεις τις θεούσες που βλέπουν το Θηρίο του 666 στις διαγραμμίσεις του Bar Code». Ο Δήμου δικαιολογεί την απάντησή του λέγοντας πως ένα κράτος που σέβεται την ελευθερία του πολίτη, θα είναι ηθικό με ή χωρίς τεχνολογία. Μα ασφαλώς. Έτσι μας έχουν μάθει οι διαφημίσεις βουτύρου. Σπάνια όμως γίνονται θαύματα. Δεν υπάρχουν ηθικά κράτη από την εποχή της Αντιγόνης του Σοφοκλή.

Ο Ουμπέρτο Έκο παρατηρεί ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2000: «Οι χιλιάδες άνθρωποι που ακούμε στο δρόμο, στο εστιατόριο ή στο τρένο να μιλούν στο κινητό για τις πιο ιδιωτικές υποθέσεις τους, ή να σκηνοθετούν ερωτικές τραγωδίες μέσω δορυφόρου, δεν παρακινούνται από την ανάγκη να ειδοποιήσουν για κάτι σημαντικό, αλλιώς θα μιλούσαν χαμηλόφωνα, φυλάγοντας ζηλότυπα το μυστικό τους. Αγωνιούν να πληροφορήσουν όλον τον κόσμο ότι παίρνουν αποφάσεις σε μια βιομηχανία ψυγείων, ότι αγοράζουν και πουλούν στο Χρηματιστήριο, ότι οργανώνουν συνέδρια, ότι τους εγκατέλειψε ο σύντροφός τους. Πλήρωσαν για να αγοράσουν κινητό και να εξοφλούν αλμυρότατους λογαριασμούς που τους επιτρέπουν να επιδεικνύουν μπροστά σε όλους την προσωπική τους ζωή». Είναι παράδοξο επομένως, υπογραμμίζει, να υπερασπίζεσαι την ιδιωτικότητα σε μία κοινωνία επιδειξιομανών. Η κατάσταση, δεκατρία χρόνια μετά, φαίνεται μη αναστρέψιμη. Ο Ιταλός φιλόσοφος ξεκαθαρίζει ότι καθήκον των αρχών δεν είναι μόνο να σέβονται όσους το επιθυμούν, αλλά να προστατεύουν και εκείνους που δεν μπορούν πια να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτό μάλιστα, θα ήταν ένα ηθικό κράτος διαφήμισης βουτύρου.

Ο Έντουαρντ Σνόουντεν πριν λίγο καιρό μας επιβεβαίωσε αυτό που ήδη γνωρίζαμε και δεν θέλαμε να πιστέψουμε. «Είχα το δικαίωμα να υποκλέπτω τον καθένα: εσένα - λέει απευθυνόμενος στον δημοσιογράφο της Γκάρντιαν-, έναν ομοσπονδιακό δικαστή, ακόμη και τον Πρόεδρο». Ήταν η πιο συνταρακτική αποκάλυψη του 21ου αιώνα. Η αρχική περιγραφή του ήταν βγαλμένη κατευθείαν από τη διαφήμιση βουτύρου που λέγαμε: «Γεια σας. Ονομάζομαι Ed Snowden. Λίγο περισσότερο από ένα μήνα πριν, είχα οικογένεια, ένα σπίτι στον παράδεισο και ζούσα με μεγάλη άνεση. Είχα επίσης τη δυνατότητα, χωρίς κανένα ένταλμα, να έχω πρόσβαση και να διαβάζω τις επικοινωνίες σας. Την επικοινωνία του καθενός ανά πάσα στιγμή. Μια εξουσία που μπορεί να αλλάζει τη μοίρα των ανθρώπων». Οι ρυθμίσεις ασφαλείας στο Facebook ήταν εδώ και καιρό ανέκδοτο στο Onion. Φανταστείτε λοιπόν ότι κανένας σας λογαριασμός δεν σας ανήκει.

Η ανθρωπότητα δεν βρήκε χρόνο να ακούσει. Η κρίση επιβάλλει κουλτούρα συνεργασιών σε όλα τα επίπεδα. Το θέμα, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει να προβάλλεται μόνο και μόνο για να μπορεί να αλλάζει το περιεχόμενό του. Χάριν της αντικειμενικότητας, το ουσιώδες σκανδαλωδώς διαφεύγει. Το πρόβλημα δεν είναι οι παρακολουθήσεις μεταξύ των ηγετών. Είναι το άτομο. Ο ένας για τον οποίο κάποτε ο Βολταίρος ξεσήκωνε την Ευρώπη. Κάποιος Γιόζεφ Κ. που μια ωραία πρωία συλλαμβάνεται ή διαπομπεύεται από τις τηλεοράσεις προτού προλάβουμε να μάθουμε γιατί. Είναι η Μαρία η οποία εκτός από μία δουλειά, θέλει να ερωτεύεται, να συνωμοτεί, να ονειρεύεται, να ρεύεται, να απατάει και να καταστρώνει σχέδια ανάκτησης της οικονομικής εξουσίας των πολιτών από τις τράπεζες. Είναι τα συστήματα παρακολούθησης σε χέρια λιγότερο «ευγενικών» καθεστώτων.

Ο Σνόουντεν δεν λήστεψε κάποια τράπεζα. Δεν σκότωσε μπάτσους για να αποδείξει τα επαναστατικά του αισθήματα. Κομμάτι μέχρι πρότινος του συστήματος, ούτε καν αριστερός, φαίνεται στα μάτια μας σαν ένας ακόμα ιδιότροπος που έπρεπε να σωπάσει. Το γεγονός ότι όλοι μπορούμε να πέσουμε θύματα εκβιασμού από κάθε είδους καθεστώς ή εξουσία, δεν φαίνεται να μας απασχολεί. Η προειδοποίησή του μας αφορά υπερβολικά για να τη λάβουμε υπόψη μας σοβαρά. Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε εμείς. Ο πολιτισμός που γεννιέται από την ελευθερία και παράγει περισσότερη ελευθερία (Σάμπατο), δεν ευδοκιμεί παρά στις διαφημίσεις βουτύρου. Ο Μεγάλος Αδερφός απειλείται μόνο από τα ίδια του τα αδέρφια.

«Καταφέρατε να προκαλέσετε συζήτηση. Δεν χρειάζεται να συνεχίσετε να γράφετε», προειδοποίησε κυβερνητικός αξιωματούχος της βρετανικής κυβέρνησης την Γκάρντιαν-τώρα το ηθικό βρετανικό κράτος ρωτά τον διευθυντή της αν αγαπάει την πατρίδα. Εξάλλου, η ελευθερία και η δημοκρατία θα κινδύνευαν, όπως επιμένει ο Σνόουντεν, αν κάποιος τις θεωρούσε ακόμα σημαντικές, όχι όταν οι πολίτες περιμένουν από τους μπράβους να ξεβρωμίσουν τον τόπο οριστικά απ' αυτές. Ήρωας ή προδότης, αναρωτιούνται τα αφιερώματα. Δεν μας λένε ότι η προδοσία απαιτεί ηρωισμό. Μπορεί να έπρεπε να καταδώσουν τη χώρα τους, τον εαυτό τους ή το αφεντικό τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο οι τρελοί να μιλούν κι ο Εντ Σνόουντεν, ο βουτυρομπεμπές. Τα ελληνοχριστιανικά σάιτ συνωμοσιολογίας, πάντως, μιλούν πλέον ανοιχτά για την έλευση του Αντίχριστου.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: Χωρίς μάσκες, δεν υπάρχει ελευθερία. Η πρώτη συναίνεση έχει αποσπαστεί κυνικά. Η ζωή σου δεν έχει αξία μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Δεν είναι γκρίνια. Είναι το νέο ήθος που δημιουργεί ψεκασμένους, υπόσχεται Wi-fi στους ανέργους και μισεί τους άστεγους.

                                                                                                                   (Για την Parallaxi)