Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Ηθικά συνταρακτικό

Όταν ανθούσε η παιδεία, η βαρβαρότητα ήταν εξ ορισμού ένας εφιάλτης από το παρελθόν. Τώρα πια ξέρουμε πως δεν είναι έτσι. Ξέρουμε πως η τυπική υπεροχή και η αριθμητική επέκταση της εκπαίδευσης δεν αντιστοιχούν σε μεγαλύτερη κοινωνική σταθερότητα και σε πολιτική ορθολογικότητα. Οι ευαπόδεικτες αρετές του γυμνασίου ή του λυκείου δεν εγγυώνται το πώς και το αν θα ψηφίσει η πόλη στο επόμενο δημοψήφισμα. Τώρα πια συνειδητοποιούμε ότι οι ακρότητες της συλλογικής υστερίας και της αγριότητας μπορεί να συνυπάρχουν με την παράλληλη συντήρηση και βεβαίως, με την περαιτέρω ανάπτυξη των θεσμών, της γραφειοκρατίας και των επαγγελματικών κωδίκων της υψηλής παιδείας. Μ’άλλα λόγια, οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, στα οποία και μέσω των οποίων γίνεται κυρίως η μετάδοση των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών, μπορεί κάλλιστα να ευδοκιμούν δίπλα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η διακριτικότητα και η ζωντάνια του έργου τους δεν αποκλείεται να υποφέρει κάτω από την περιβάλλουσα εντύπωση της βίας και του ελέγχου. Υποφέρει όμως απροσδόκητα λίγο. Η ευαισθησία (ιδιαίτερα του καλλιτέχνη), η νοημοσύνη, η επιμέλεια στη γνώση συνεχίζουν σαν να βρίσκονται σε ουδέτερη ζώνη. Επιπλέον γνωρίζουμε- κι εδώ η γνώση είναι απολύτως τεκμηριωμένη αλλά επ’ουδενί, για την ώρα, σε μια έλλογη ψυχολογία-ότι φανερά χαρίσματα λογοτεχνικής εμβάθυνσης και αισθητικής λεπτότητας μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχουν με μια βάρβαρη, σαδιστική συμπεριφορά στο ίδιο άτομο. Άνθρωποι όπως ο Χανς Φρανκ, που οργάνωσε την Τελική Λύση στην ανατολική Ευρώπη, ήταν παθιασμένοι γνώστες και σε ορισμένες περιπτώσεις ερμηνευτές του Μπαχ και του Μότσαρτ. Γνωρίζουμε ότι μες στη γραφειοκρατία των βασανιστών και των υπευθύνων για τους φούρνους υπήρχαν άτομα που εντρυφούσαν στον Γκαίτε, που αγαπούσαν τον Ρίλκε. Η εύκολη δικαιολογία πως αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν τα ποιήματα που διάβαζαν ή τη μουσική που γνώριζαν και που την έπαιζαν τόσο καλά, δεν ευσταθεί. Απλούστατα δεν υπάρχει απόδειξη ότι όλοι αυτοί ήταν λιγότερο ευαίσθητοι στην ανθρώπινη μεγαλοφυΐα, στις ζωντανές ηθικές δυνάμεις της μεγάλης λογοτεχνίας και της τέχνης από οποιονδήποτε άλλο.

George Steiner, Στον Πύργο του Κυανοπώγωνα, Εκδόσεις Scripta, Μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζα.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Περνάμε τέλεια

Το συνθηματικό σφράγισε την εποχή του lifestyle όπως θα την ονομάσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος, άνοιξε επαγγελματικές πόρτες και κέρδισε φοιτητικές εκλογές. Η δήλωση πίστης στη θρησκεία του καταναλωτισμού περνούσε από τη συγκεκριμένη φράση. Στο ένα χέρι το τσιγάρο, στο άλλο χέρι το ποτήρι: η κωμική τραμπάλα ανάμεσα στα δύο λάβαρα της απελευθέρωσης δεν σήκωνε πια όλο το βάρος. Υπήρχαν τα γκάτζετς, οι μάρκες και χίλια δυο πράγματα που θα σε έκαναν μάγκα. Η νεολαία δεν είχε κανένα λόγο να μην ορκίζεται στα ποτήρια που τσούγκριζε ότι περνάει τέλεια. Περνούσε όμως;

Η απάντηση είναι αδιάφορη. Η επανάσταση εξαντλήθηκε εξάλλου με το πρώτο σφηνάκι. Οι νταβατζήδες είχαν πετύχει το στόχο τους. Οι νέοι λαίμαργα ρούφηξαν το δόγμα και λάτρεψαν τις καινούριες τους αλυσίδες. Τώρα δεν ήθελαν να ψυχαγωγηθούν αλλά να διασκεδάσουν. Δεν ήθελαν να απολαύσουν αλλά να ξεσπάσουν. Δεν ήθελαν να σκεφτούν τα δύσκολα αλλά να δουλέψουν για τα εύκολα. Δεν ήθελαν να πιουν αλλά να ξεράσουν. Δεν ήθελαν να κάνουν έρωτα αλλά σεξ, βιντεοσκοπώντας την πράξη. Δεν ήθελαν με τίποτα να περάσουν υπέροχα όπως λέει μία κοπέλα και σπεύδει η φίλη της να τη διορθώσει, φοβούμενη ίσως ότι κάποιος θα τους πετάξει έξω για το λάθος της, αλλά να τραβήξουν φωτογραφίες για το Facebook και να περάσουν τέλεια. Τέλεια ασφαλώς ήταν μόνο η λοβοτομή.

Κάπως έτσι έμαθαν, στοιβαγμένοι όπως ξημεροβραδιάζονταν πριν μερικούς μήνες στις βιβλιοθήκες των Πανεπιστημίων, ότι ο άλλος δεν διαφέρει πολύ από τους ίδιους κι ότι άξιζε μία ευκαιρία πριν τον μισήσουν. Τα πτυχία δεν μοιράζονταν σε ελεύθερους ανθρώπους αλλά κατά κύριο λόγο σε σκλάβους κάθε μπαρούφας που προωθούσε η κλεπτοκρατία. Την ασέλγεια πάνω στην ανάμνηση της παιδικής ηλικίας αναλάμβανε η καθημερινή κραιπάλη. Η κακομοιριά της ψυχής αντικατοπτριζόταν στην αναπηρία της μουσικής. Η μονότονη επανάληψη του ίδιου μοτίβου στη διαπασών δεν ήταν αλληλεγγύη προς τους κουφούς, όπως νομίζαμε μερικοί. Ήθελε απλώς να αποκλείσει κάθε υποψία σκέψης, απαγορεύοντας ταυτόχρονα τη διαφορετικότητα στους δέκτες του μπιτ. Η εξίσωση προς την κατάσταση του ζώου ήταν επιταγή της νύχτας. Τα «πριόνια» έκοβαν τη γλώσσα από τη βάση. Η επικοινωνία είχε απαγορευτεί. Δεν θα μιλούσες αν ήθελες να ανήκεις στους τέλειους. Το ότι εκεί μέσα δεν ήταν ντροπή η απουσία συγκροτημένης προσωπικότητας, ήταν το πιο απελευθερωτικό αίσθημα από όλα. Όλοι ήταν δυνάμει ερωτεύσιμοι με τον ίδιο τρόπο που τα ζώα είναι δυνάμει σφαγιασμένα. Το άδειο βλέμμα ήταν το δικαιολογητικό που σου εξασφάλιζε την είσοδο.

Το πιο φρικιαστικό είναι ότι όντως κάποιοι τα περνούσαν τέλεια. Δεν είχαν μέτρο σύγκρισης. Ήταν φανατικοί ψηφοφόροι του κλαμπ, το οποίο, με τη σειρά του, εφάρμοζε το δικό του μνημόνιο. Αν ακολουθούσες τους κανόνες του, θα περνούσες τέλεια. Αν δεν έβγαινες από την υπαρξιακή σου κρίση, θα έφταιγες εσύ κι όχι η συνταγή. Η έντονη διασκέδαση ήταν άλλωστε φαινομενικά μια δραστική αντιμετώπιση της δυστυχίας, των υποχρεώσεων που αύξαναν και της καταπίεσης που δεν σταματούσε. Ο φασισμός, ασφαλώς, δεν ήταν ότι δεν μπορούσες σε καμία περίπτωση να περάσεις καλά. Ο φασισμός ήταν ότι σπάνια είχες την επιλογή να υπονοήσεις ότι πλήττεις. Το περνάμε τέλεια ήταν εν πολλοίς συνωμοτικό. Πλήττουμε τέλεια. Αλλά αν επαναλαμβάναμε το ψέμα με ένταση, η αλήθεια θα φανερωνόταν στα προφίλ μας-ήμασταν ήδη ψηφοφόροι του Χίτλερ.

Τα ηχεία μεγάλωναν γερούς φασίστες. Το άδειο ήταν το υγιές. Όποιος ήθελε να πηδήξει, ήταν κουλ. Όποιος προσπαθούσε να νιώσει, έπρεπε να τάξει αιώνια αγάπη στο ταίρι του για να γίνει ανταγωνιστικός. Η νεύρωση για την επίτευξη της καλοπέρασης είχε πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Δεν ζούσαμε εμείς αλλά τα είδωλά μας. Αν ήμασταν τυχεροί και περνούσε και μία κάμερα, θα νιώθαμε επιτέλους ολοκληρωμένοι σα διάσημοι. Το σεξ γινόταν πια χωρίς ενοχές ή προφυλάξεις αφού τι άλλο θα μπορούσαν να μοιραστούν τα σώματα εκτός από υγρά; Τα λόγια πληγώνουν, ας ζήσουμε σα ζώα, εκλιπαρούσαν. Οι ιερόδουλες ικανοποιούσαν τουλάχιστον μία σου ανάγκη με διακριτικότητα. Στο κλαμπ κακοποιούσαν απλώς το γούστο και τις αισθήσεις σου. Έτσι πρωτόγονα, μαθαίνοντας ότι δεν χρειάζεται να ακούς κανένα για να περνάς τέλεια, το μπούλινγκ γινόταν αποδεκτό, η βία έμοιαζε απαραίτητη, η ασυδοσία ένα μικρό θαύμα για τις ευθύνες που επέβαλε η κακή κοινωνία που πλέον κανείς δεν επιθυμούσε να αλλάξει.

Στην πραγματικότητα οτιδήποτε τρέντι, στα χρόνια της φούσκας, ανέδιδε μπόχα συντηρητισμού. Πολλά από τα αγόρια κοιμόντουσαν από τότε με τον Παΐσιο στο προσκεφάλι τους, γνωρίζοντας τη φιλοσοφική θεώρηση του Γέροντα για την κόλαση αλλά όχι του Σαρτρ. Τα κορίτσια θα έβγαιναν από εκεί μέσα έτοιμα να παντρευτούν τον πρώτο που θα τους πουλούσε ασφάλεια, ενώ τα πιο εντυπωσιακά κάποιον που θα τις αγόραζε. Αυτό που έπρεπε να μας υποψιάσει είναι ότι όλη αυτή η ομοιομορφία, η πειθαρχία των Νεοελλήνων στην τυποποιημένη τους διασκέδαση, θα τους έβγαινε στην πορεία σε Χρυσαυγιτισμό. Έχω την αίσθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έτοιμο για να αποθεώσει τον Κασιδιάρη από ένα κλαμπ γεμάτο καχεκτικές υπάρξεις. Ένας πνευματικός άνθρωπος που δεν σουφρώνει τα χείλη του, οπωσδήποτε, είναι αδύνατο να απευθυνθεί σε αυτή την πολύ καλά εκπαιδευμένη στην Κατερίνα Στικούδη μάζα. Οι μελαγχολικοί, οι εσωστρεφείς, οι ανήσυχοι, περάσαμε περιόδους που οι τέλειοι μας περνούσαν για άρρωστους επειδή δεν προσαρμοζόμασταν με τίποτα στη σάχλα, στον χαβαλέ που έπαιρνε συνεχώς θάρρος και γινόταν πιο χυδαίος. Συνήθως τα κέντρα διασκέδασης δεν ήταν παρά κέντρα εκπαίδευσης που προετοίμαζαν εργαζόμενους χωρίς δικαιώματα κι αφεντικά χωρίς συνείδηση.

Ακόμα κι ο συνωστισμός στο λιμάνι του μπάρμαν ήταν απόδειξη της απόστασης που μεγάλωνε. Της μεταξύ μας και της απόστασης από τον τόπο μας. Η μοναξιά δεν θα υποχωρούσε. Σε κάθε περίπτωση, φαινόμασταν αποφασισμένοι να εκδικηθούμε μέχρι τέλους εκ μέρους των παππούδων μας που δεν είχαν την ευκαιρία να περάσουν τέλεια. Οι επισκέψεις στο χωριό αραίωναν γιατί είχαμε να εκδικηθούμε και τους εαυτούς μας. Έτσι είχα φτάσει στο σημείο όταν ήμουν πρωτοετής να ντρέπομαι που στην Κρήτη δεν πάω στα Μάλια αλλά στον Νιπιδιτό, ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, έτσι άκουσα μια συμφοιτήτρια να μου λέει ότι κάνει παρέα με την τάδε επειδή μένει κοντά της κι έχει σημειώσεις για τα μαθήματα, έτσι αντιγράψαμε για να γίνουμε μια μέρα πλούσιοι, έτσι πέσαμε τώρα σε κατάθλιψη, έτσι γεράσαμε πριν τα νιάτα μας. Στα καλύτερά μας χρόνια δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά να υπακούμε απρόθυμα σε παραγγέλματα της τηλεόρασης, της μόδας και των ντιτζέι. Δεν είχε κανένας φανταστεί πως όταν ο νεοπλουτισμός ζοριζόταν, θα το έριχνε στα συσσίτια με την ευλογία των σελέμπριτις που μεσουράνησαν στα χρόνια του, πιστός πάντοτε στη βαρβαρότητα και το μίσος του για την ομορφιά. Με αυτή τη μέθοδο, ή μάλλον και με αυτή, δημιουργήθηκαν οι πρώτοι νεοναζί. Καθώς θα ερήμωναν οι χώροι διασκέδασης,  το τέρας θα εγκαινίαζε τα γραφεία του.

Στο τρίτο έτος είχα μάθει από τα λάθη μου. Πλήρωσα είσοδο, περπάτησα πάνω σε πόδια για να φτάσω μέχρι το μπαρ, έκανα μεταβολή και βγήκα έξω. Σπάνια με θυμάμαι τόσο χαρούμενο. Είναι μία χαρά που δεν συμμερίζονται ακόμα τα γυμνασμένα κορμιά με τα ανέκφραστα μάτια, μάλλον γιατί κοστίζει πιο ακριβά από το ποτό τους η επικοινωνία με τους άλλους και με το μέσα τους. Δεν θα κλάψουν γιατί πονούν. Θα κλάψουν μόνο για να τους προσέξουν. Οι γονείς δεν ήξεραν πώς να αγαπήσουν τα παιδιά τους, αυτό είναι όλο. Για αυτό το λόγο τα προγραμμάτισαν να περνάνε τέλεια, τέλεια ανυποψίαστα πως η δυστυχία κάνει τις πιο βαρυσήμαντες δηλώσεις την κρίσιμη στιγμή: Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή και άλλες τέτοιες μαλακίες, που γίνονται εύκολα προφάιλ πικ, στάτους απντέιτ, νέα άλμπουμς αφιερωμένα σε άρρωστα εγώ και τίτλοι τέλους μια χώρας που δεν υπήρχε ποτέ εκεί που την ψάχναμε. Έπρεπε να το είχαμε φανταστεί: αυτό που μας υποδείκνυαν δεν ήταν παρά ένα πτώμα.
 

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Εθνική ντροπή

Το μπλογκ, εκεί που ξεκίνησε να έχει περισσότερους από δέκα αναγνώστες τη μέρα, κοντεύει να κατηγορηθεί για μονομανία. Θέλει ωστόσο να υπογραμμίσει για τελευταία φορά ότι ο Γιάννης Χαρούλης, που όλοι εκτιμούμε και σεβόμαστε, δεν είναι παρά μία τρίχα από το μουστάκι του Σταυρακοβασίλη. Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας ήταν ότι στα χρόνια της μεταπολίτευσης το καλύτερο βιβλίο που διάβασες ήταν ένα που σου είχαν κάνει δώρο, του Νίκου Δήμου, ενώ δεν άκουσες ποτέ αυτόν τον άνθρωπο να τραγουδάει. Δεν είναι τυχαίο που ο μόνος Έλληνας μπροστά στον οποίο το βουλώνω όταν μιλάει, ο Ross Daly malaka fasista (ta greeklish gia na miliso ti glwssa sou), τον έχει κοντά του τόσα χρόνια. Το συγκεκριμένο βιντεάκι έχει 431 προβολές την ώρα που γράφω το ποστ. Οι 400 είναι δικές μου. Ξεπλένω εθνική ντροπή.

Το πρόβλημα είναι πως με αυτή μου την κρίση θα δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν παραπάνω από 431 Έλληνες. Θα μου έλεγαν ότι τον Σταυρακάκη δεν τον έχουν δει στη Μενεγάκη, ότι η Φακλάνα Ντελ Ρέι αγγίζει με περισσότερη λάμψη τις ευαίσθητες χορδές τους, ότι η κρητική μουσική είναι πιο ευχάριστη όταν αποθεώνει τη ζωοκλοπή και παίζεται με ντραμς, ότι ο Παντελίδης είναι πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία τους, αυτή του κακομοίρη, κι ότι στα βραβεία Mad ο Μηδενιστής δεν θα δεχόταν ποτέ να κάνει ντουέτο με τον Βασίλη. Θα μου επιβεβαίωναν δηλαδή ότι το πρόβλημα του τόπου είναι βαθιά πολιτισμικό. Ότι το μόνο που μπορεί να γεννήσει άνετα είναι κοπρίτες, ατάκες και νεοναζισμό.

Ένα ποίημα

Έχω ένα παράθεμα από τον Άγιο Αυγουστίνο που, νομίζω, ταιριάζει πολύ σε αυτό που θέλω να πω. Λέει:« Τι είναι ο χρόνος; Αν οι άνθρωποι δε με ρωτήσουν τι είναι χρόνος, ξέρω. Αν με ρωτήσουν, τότε δεν ξέρω». Έτσι νιώθω κι εγώ για την ποίηση. Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Η μεταφυσική τιμή

Η εξέγερση δεν είναι με κανένα τρόπο μια διεκδίκηση ολοκληρωτικής ελευθερίας. Αντίθετα, η εξέγερση κάνει τη δίκη της ολοκληρωτικής ελευθερίας. Αμφισβητεί ακριβώς αυτή την απεριόριστη εξουσία που δίνει το δικαίωμα σε έναν ανώτερο να παραβιάζει το απαγορευμένο σύνορο. Ο επαναστατημένος, αντί να διεκδικεί μια γενική ανεξαρτησία, θέλει να αναγνωριστεί πως η ελευθερία έχει τα όριά της παντού όπου βρίσκεται μία ανθρώπινη ύπαρξη και το όριο είναι ακριβώς η δυνατότητα εξέγερσης αυτής της ύπαρξης. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αιτία της επαναστατημένης αδιαλλαξίας. Όσο περισσότερο συνειδητοποιεί η εξέγερση πως διεκδικεί ένα δίκαιο όριο, τόσο περισσότερο αλύγιστη είναι. Ο επαναστατημένος απαιτεί αναμφίβολα μια κάποια ελευθερία για τον εαυτό του, αλλά δε ζητά ποτέ το δικαίωμα να καταστρέψει την ύπαρξη και την ελευθερία του άλλου. Δεν ταπεινώνει κανένα. Την ελευθερία που θέλει τη ζητάει για όλους […].

Είναι λοιπόν δυνατό να πούμε πως όταν η εξέγερση καταλήγει στην καταστροφή, είναι παράλογη. Επειδή ζητάει την ενότητα της ανθρώπινης φύσης, είναι δύναμη ζωής κι όχι θανάτου. Η βαθύτατη λογική της στηρίζεται στη δημιουργία κι όχι στην καταστροφή. Για να μείνει αυθεντικό το κίνημά της, δεν πρέπει να εγκαταλείπει πίσω του κανέναν από τους όρους της αντίφασης που το στηρίζουν. Πρέπει να είναι σύγκαιρα πιστό στο ναι που περιέχει και στο όχι που απομονώνουν οι μηδενιστικές ερμηνείες στην εξέγερση. Η λογική του επαναστατημένου είναι να θέλει να υπηρετήσει τη δικαιοσύνη για να μη μεγαλώνει την αδικία της κατάστασης τους ανθρώπου, να προσπαθεί να ακολουθήσει την καθάρια γλώσσα για να μην πυκνώνει το αιώνιο ψέμα και να στοιχηματίζει ενάντια στον πόνο των ανθρώπων υπέρ της ευτυχίας. Το μηδενιστικό πάθος που μεγαλώνει την αδικία και το ψέμα καταστρέφει με τη μανία του το παλιό του αίτημα και αφαιρεί έτσι τις καθαρότερες αιτίες της εξέγερσής του. Σκοτώνει γιατί τρελαίνεται όταν νιώθει πως  αυτός ο κόσμος είναι δοσμένος στο θάνατο. Η συνέπεια της εξέγερσης αντίθετα είναι να αρνιέται τη νομιμοποίηση του εγκλήματος, αφού αρχή της είναι η διαμαρτυρία ενάντια στο θάνατο.

Αλλά αν ο άνθρωπος ήταν ικανός να φέρει από μόνος του την ενότητα στον κόσμο, αν μπορούσε να κάνει να βασιλέψει μόνο με ένα διάταγμα η ειλικρίνεια, η αθωότητα και η δικαιοσύνη, θα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Κι ακόμα, αν μπορούσε να κάνει όλα αυτά, η εξέγερση δεν θα είχε καμία αιτία πια. Υπάρχει εξέγερση γιατί το ψέμα, η αδικία και η βία δημιουργούν την κατάσταση του επαναστατημένου. Δεν μπορεί λοιπόν να ισχυριστεί απόλυτα πως ούτε θα σκοτώσει ούτε θα πει ψέματα χωρίς να απαρνηθεί την εξέγερσή του και να δεχτεί μια για πάντα το φόνο και το κακό. Αλλά δεν μπορεί επίσης να σκοτώνει και να λέει ψέματα, αφού το αντίστροφο κίνημα που θα νομιμοποιούσε το φόνο και τη βία θα κατέστρεφε έτσι τις αιτίες της εξέγερσής του. Ο επαναστατημένος λοιπόν δεν μπορεί να βρει ησυχία. Ξέρει το καλό και κάνει παρά τη θέλησή του το κακό. Η αξία που τον στηρίζει δεν του δίνεται μια για πάντα, πρέπει να τη συγκρατεί συνεχώς. Το είναι που κατακτά χάνεται αν μία νέα εξέγερση δεν το υποστηρίξει.

Πάντως αν δεν μπορεί πάντα να αποφεύγει το φόνο, άμεσα ή έμμεσα, μπορεί να δώσει όλη τη φλόγα και το πάθος του για να μειώσει τη δυνατότητα του εγκλήματος γύρω του. Και βυθισμένος μέσα στα σκοτάδια, η μεγαλύτερη αρετή του θα είναι να μην υποκύψει στο σκοτεινό τους ίλιγγο. Αλυσοδεμένος με το κακό, να τείνει προς το καλό. Αν τέλος σκοτώνει κι ο ίδιος, θα δεχτεί το θάνατο. Πιστός στις αρχές του, ο επαναστατημένος αποδείχνει με τη θυσία πως η πραγματική του ελευθερία δεν υπάρχει σε σχέση με το φόνο αλλά σε σχέση με τον ίδιο του το θάνατο. Ανακαλύπτει ταυτόχρονα τη μεταφυσική τιμή. Ο Καλιάγεφ παίρνει τότε τη θέση του κάτω από την κρεμάλα και δείχνει ολοφάνερα σε όλα τα αδέρφια του το ακριβές όριο όπου αρχίζει και τελειώνει η τιμή του ανθρώπου.

Αλμπέρ Καμύ, Ο Επαναστατημένος άνθρωπος, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Μετάφραση Τζούλιας Τσακίρη.

Υ.Γ Ο Καμύ δεν αναπτύσσει το ιδεολόγημα της μη βίας, το οποίο μαζί με τη θεωρία των άκρων, είναι ό,τι πιο χυδαίο έχει σκαρφιστεί το καθεστώς των μνημονίων. Καταδεικνύει όμως τις αντιφάσεις της εξέγερσης. Θέτει τα ερωτήματα που αφορούν στα όριά της, ρίχνει μία φιλοσοφική βόμβα στα σχέδια των ιδεολόγων που σκέφτονται με όρους μάζας, διχάζεται όπως οφείλει να κάνει ο διανοούμενος σύμφωνα με έναν δικό του ορισμό. Λίγο καιρό μετά θα ένιωθε αμφιβολίες για το βιβλίο αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό όπως θα πάθαινε κάθε έντιμος στοχαστής που ρισκάρει πολλά. Την αγωνία του για τον άνθρωπο ωστόσο δεν θα μπορούσαν να την αμφισβητήσουν ούτε οι μεγαλύτεροι εχθροί του.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Η μύγα στον καθρέφτη

Ο Τριστάνο πεθαίνει. «Οι συγγραφείς είστε παραχαράκτες» λέει. Δεν πιστεύει στη γραφή. Μετανιώνει που θα διηγηθεί τη ζωή του σε έναν από δαύτους αλλά η ανάγκη να εκφραστεί τον υποχρεώνει. Κάποια στιγμή στο βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι, τον αφηγητή αρχίζει να αποσπά μια μύγα. Η μύγα επιμένει να χτυπάει στον καθρέφτη γιατί τον περνάει για παράθυρο. Θέλει να βγει έξω και να πετάξει αλλά το γυαλί την ξεγελά. Κάτι ξεκίνησε να ενοχλεί και μένα στην εικόνα που ο συγγραφέας επανέφερε τρεις ή τέσσερις φορές συνολικά.

Ένας επώνυμος που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα κι έφαγε πόρτα στα βραβεία Mad, θα πρόβαρε τα λόγια του σε έναν ακριβότερο καθρέφτη. Μια μύγα που θα τον παρατηρούσε, θα τον έσωζε από την κατάθλιψη: «Θα έπαιζα σε ένα νέο σίριαλ αλλά δεν μου το επιτρέπουν οι δανειστές μου, θα έκανα σεξ αλλά βρίσκομαι σε διαπραγμάτευση με τους δανειστές μου, θα πήγαινα Μύκονο αν δεν αντιδρούσαν οι δανειστές μου». Οι δανειστές είναι η πιο τρέντι δικαιολογία για αυτό το καλοκαίρι. Οι δηλώσεις του θα προκαλούσαν αίσθηση έως ότου η ανάπτυξη του επέστρεφε μέρος της φωτογένειάς του. Η μύγα, που μάλλον συμβολίζει την κρίση, θα ζαλιστεί από τα αποσμητικά χώρου. Οι δανειστές θα αντικατασταθούν ξανά από θαυμαστές. Τέρμα οι φυλακίσεις και οι έρευνες για φοροδιαφυγή.

Στο κούτελο ενός ανέργου, η μύγα θα του υπενθύμιζε το πρόβλημά του. Δεν υπάρχει πιο κουρασμένος άνθρωπος στον κόσμο από εκείνον. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι άθλος. Κρύβεται από γνωστούς και Social Media όχι γιατί έχει πολύ χρόνο αλλά γιατί δεν προλαβαίνει να λυπάται. Το μίσος τον κατακλύζει και προσπαθεί να κερδίσει αυτή τη διπλή ντροπή. Ένας από αυτούς, πατάει στο Google “Soste me, ginomai fasistas” και οδηγείται στο μπλογκ μου. Δεν βρίσκει απαντήσεις. Το μίσος τώρα στρέφεται εναντίον του οργανισμού του σαν αυτοάνοσο νόσημα. Γράφει την επιστολή. Θέλει να πεθάνει. Το αναβάλει γιατί νιώθει ήδη νεκρός. Η αυτοκτονία απαιτεί ζωτικότητα. Διαβάζει μια ακόμα αγγελία. Στη ζωή θα τον κρατήσει μία ωραία ταινία.

Μια τρίτη μύγα πάνω στον καθρέφτη του καθιστικού, την τηλεόραση, εξοικειώνει την ελληνική οικογένεια με τη φτώχεια. Έχει πετάξει ως εδώ για να παραλάβει τα βρισίδια εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού. Στις τηλεοπτικές οθόνες, οι ζωές των ανθρώπων βρίσκονται σε μποτιλιάρισμα, έχουν πέσει μαζεμένες διαφημίσεις κι ο τρίτος κόσμος δανείζει την καθημερινότητά του στο μαύρο. Έχουμε να πάμε σε μία κηδεία αλλά δε θυμόμαστε σε ποια. Κάτι έχουμε ξεχάσει και δεν είναι ο ανοιχτός θερμοσίφωνας. Μετά από κάθε δελτίο ειδήσεων, βάζουμε κι ένα ρούχο στη βαλίτσα. Εκείνο που μας κυνηγά στην πατρίδα έχει λαχανιάσει, η ανάσα του είναι στο σβέρκο μας, οι προφήτες που δεν ήθελαν να επαληθευτούν θα αποδειχτούν οι πιο αξιόπιστοι.

Στο εξωτερικό ο παράδεισος υποτίθεται πως περιμένει  Έλληνες κατακτητές. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός-μια άλλη Ελλάδα όχι. Ο επαναστατημένος άνθρωπος έλεγε όχι- ο επαναστατημένος Νεοέλληνας λέει μη και περιμένει όλα να γίνουν όπως πριν. Σαν τους Αργίτες στις Μύγες του Σαρτρ, ζούμε με τις τύψεις για ό,τι έγινε σε σημείο μαζοχισμού. Σε σημείο νεοναζισμού. Η τηλεοπτική υστερία ντοπάρει τα φασιστοειδή που διπλασίασαν μέσα σε ένα χρόνο τα ποσοστά τους. Γιατί θέλουν η κόλαση να είμαστε όλοι. Ο ένας πιο επικίνδυνος από τον άλλο. Μια ωραία ατμόσφαιρα σε ένα μπουντρούμι κυβερνητικού αυταρχισμού.

Η μύγα που κουτουλάει στον καθρέφτη, η μύγα στο βιβλίο του Ταμπούκι, δεν είναι παρά η ελληνική κοινωνία. Μπροστά του μεγάλωνε και κάθε φορά που κοιταζόταν, έδειχνε όλο και πιο ρωμαλέα, πιο ανίκητη, πιο νέα. Τώρα θυμώνει που την έκανε μύγα. Αδυνατεί να σκεφτεί τη ζωή δίχως καθρέφτες στους οποίους εκπαιδεύτηκε να ερωτεύεται τον εαυτό της. Νομίζει πως θα βρει διέξοδο στο παλιό της πρόσωπο. Δε βλέπει ούτε και θέλει να μάθει για το παράθυρο. Το ανοίγει μόνο για να πετάξει έξω τη φυγή, την τέχνη, τα όνειρα και τη φαντασία με την ταχύτητα που ταλαντεύεται ανάμεσα “στη χέστρα και την Επανάσταση”, “στις παντόφλες και το οδόφραγμα” . Η δύναμη όμως που έχει υποτάξει τη χώρα δεν πολεμιέται αν δεν εξηγηθούμε αντρίκια. Δεν πολεμιέται χωρίς τους κάθε λογής παραχαράκτες. Δεν πολεμιέται αν γίναμε αλλεργικοί στην ομορφιά και στους ανθρώπους. Θα μας πάρουν και τα σώβρακα.  

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Οι πόλεις συνθηκολόγησαν

Τι ήταν αυτή η μουσική, από πού είχε ξεφυτρώσει αυτό το συγκρότημα, πώς ήταν δυνατόν ν’ακούνε μουσική όλοι μαζί, νέοι, γέροι και παιδιά, να τρώνε και να πίνουν μαζί, να σηκώνονται όλοι μαζί και να χορεύουν; Από κάπου ερχόταν αυτή η παράνομη μουσική που δεν την έπαιζε ποτέ το ραδιόφωνο. Έμοιαζε να κρύβεται, να παίρνει χίλιες προφυλάξεις, να κυκλοφορεί από μυστικά μονοπάτια στα βουνά και να διασχίζει μεταμφιεσμένη τις πόλεις.


Γνώριζαν αυτή τη μουσική και ντρεπόντουσαν, αισθανόντουσαν ήσυχες με τη μουσική του ραδιοφώνου ενώ αυτή εδώ η μουσική τις αναστάτωνε, τις έκανε να ανατριχιάζουν, τις έκοβε στα δύο. Αυτό το συγκρότημα στο πάλκο ερχόταν από πολύ μακριά, φαινόταν να έχει διασχίσει κάμπους και βουνά, έμοιαζε ταλαιπωρημένο, τα μέλη του δεν είχαν καμία διαφορά από αυτούς που διασκέδαζαν.


Η μουσική στο ραδιόφωνο έμοιαζε αέρινη, δαντελένια, άσπιλη, αμόλυντη. Ουράνιες γυναικείες φωνές προειδοποιούσαν ξύπνα αγάπη μου, αλλά αυτή εδώ η μουσική ανακάτευε τα σωθικά και σε τίναζε στον αέρα, ήταν τόσο πραγματική ώστε γινόταν αφόρητη, αυτό το ταλαιπωρημένο συγκρότημα σε έβαζε κάτω και κάποια στιγμή σε σήκωνε ψηλά, σε πέταγε χωρίς να το καταλάβεις, ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που χόρευαν πιασμένοι ο ένας με τον άλλο σε κύκλο, αλλιώς κινδύνευαν να φύγουν ψηλά και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω.


Υπήρχε μια μουσική παράνομη, ταλαιπωρημένη, αφόρητα πραγματική. Κοίταζε στα μάτια τον πόνο, δεν τον εξόριζε όπως το ραδιόφωνο, τον άφηνε να κυλάει και τον έστελνε εκεί όπου για μια στιγμή έπαυε να είναι πόνος και γινόταν κάτι άλλο, πολύ παράξενο. Ερχόταν από πολύ μακριά, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει από πού είχε ξεκινήσει, ήταν αναγκασμένη να κρύβεται γιατί κανείς δεν άντεχε πια τόσο πολύ πόνο, στις πόλεις είχαν συνθηκολογήσει, είχαν αποφασίσει να μην πονάνε πια, μόνο να χαίρονται με μικρές, άσπιλες και αμόλυντες μελωδικές δόσεις.


Η μουσική που έπαιζαν τα αγγλικά συγκροτήματα φαινόταν λίγο παράνομη, δεν ήταν τόσο άσπιλη, τόσο αμόλυντη, σε ανακάτευε λίγο, όχι τόσο πολύ όσο εκείνη των πανηγυριών, αλλά πάντως σε τσίμπαγε, προσπαθούσε να φέρει μια αναστάτωση και τα κατάφερνε. Συμβιβάστηκαν με μεγάλη ανακούφιση μ’ αυτή τη μουσική γιατί ήταν κάπως παράνομη και πόναγε όσο χρειαζόταν, πόναγε λίγο, ελάχιστα, όσο ακριβώς μπορούσες να αντέξεις και μετά γιατρευόσουν αμέσως γιατί κοίταζες τις φωτογραφίες των συγκροτημάτων και οι άνθρωποι εκεί δεν έμοιαζαν ταλαιπωρημένοι ούτε ήταν αναγκασμένοι να οργώνουν τα βουνά, φαινόντουσαν ευχαριστημένοι ακόμα κι όταν έπαιρναν μουτρωμένες πόζες, κατά βάθος ήταν πολύ ευχαριστημένοι, πολύ άνετοι, πολύ ευτυχισμένοι παρ’ όλο που έκαναν τους βασανισμένους .Δεν ήταν βασανισμένοι γιατί τότε δεν θα τους ήξερε κανείς, δεν θα ούρλιαζε κανείς μπροστά τους, θα περνούσαν απαρατήρητοι, δεν θα προκαλούσαν καμιά υστερία. Είχαν καταλάβει ότι έπρεπε να περάσουν λίγο πόνο στη μουσική τους για να τα καταφέρουν, αυτή τη μικρή δόση πόνου που χρειάζεται οποιαδήποτε μουσική ώστε να μην είναι τόσο ραδιοφωνική, τόσο αμόλυντη, τόσο ανύπαρκτη. Συνθηκολόγησαν με τον πόνο και πήραν μερικές πόζες παρανομίας μπροστά στους φωτογράφους. Πρότειναν μια μακρινή υποψία παρανομίας στις συνθηκολογημένες πόλεις και τα κατάφεραν με τη βοήθεια των φωτογράφων, τρύπωσαν στο ραδιόφωνο που χρειαζόταν μια ελαφριά δόση πόνου και τα κατάφεραν, κατάλαβαν ότι έπρεπε να παριστάνουν τους πονεμένους κι εξελίχθηκαν σε δεξιοτέχνες του είδους, κατάλαβαν καλά ότι θα κατακτούσαν τον κόσμο αν έπλεκαν το εγκώμιο του πόνου χωρίς να πονάνε πραγματικά.


Συζητούσαν συνέχεια για την ελαφρά πονεμένη μουσική που τρύπωσε στις εφημερίδες και το ραδιόφωνο, τη μουσική των συνθηκολογημένων πόλεων. Συζητούσαν με μανία, σήκωναν μπαϊράκι κι έλεγαν ότι αυτή είναι η μουσική, έδιναν μια μάχη πολύ σημαντική, έπρεπε να περάσει αυτή η μουσική, να κατακτήσει τα πάντα, ν’ ακούγεται παντού, να μη μείνει τίποτα όρθιο, να κατακλύσει η ψευτοπονεμένη φωτογενής μουσική τις πόλεις, να φτάσει παντού, να διαδοθεί παντού, να μπει σ’ όλα τα σπίτια. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο εκ των προτέρων, η άσπιλη μουσική δεν άντεχε πια και οι συνθηκολογημένες πόλεις χρειαζόντουσαν μια μουσική που να τις αποκοιμίζει διεγείροντάς τις, να τις ηρεμεί εκνευρίζοντάς τις, να τις κοιμίζει θορυβώντας, χρειαζόντουσαν ένα θόρυβο που θα έπαιρνε τη θέση της μουσικής και τα κατάφεραν. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο γιατί οι πόλεις είχαν αποφασίσει να μην πονέσουν ποτέ πια και να κάνουν συνέχεια ότι πονάνε, να γκρινιάζουν συνεχώς, να μην ικανοποιούνται με τίποτα, να τα βάφουν μαύρα μέσα σε ανοιχτόχρωμα διαμερίσματα, να παραπονούνται ώστε να εξορίσουν τον πόνο για πάντα. Οι πόλεις συνθηκολόγησαν.


(Όλα τα αποσπάσματα από τη Γραμμή του ορίζοντος, του Χρήστου Βακαλόπουλου)

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η κυβέρνηση των έξι

«Επειδή διακινούνται διάφορα φαιδρά, ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, ότι δήθεν ψεκάζουμε τον ελληνικό λαό για να μην αντιδρά στα μέτρα λιτότητας, θα ήθελα να διαβεβαιώσω ότι τα αεροπλάνα της αντιχαλαζικής προστασίας μόνη αποστολή έχουν την καταστολή του χαλαζιού» τόνισε την περασμένη εβδομάδα ο αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Μάξιμος Χαρακόπουλος, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του μετά το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης.

Οι Έλληνες πίστευαν αναρίθμητες κουταμάρες ακόμα και για τα σημαντικότερα θέματα παρατηρούσε ο Ηρόδοτος. Οπότε η διευκρίνιση ήταν μάλλον απαραίτητη. Αν υποθέσουμε όμως πως κάποιος δυσκολεύεται με την αυτοκοροϊδία, υπάρχει μια ολόκληρη επιχείρηση που έχει στηθεί για να τον εξοντώσει υπό το πρόσχημα της ενημέρωσης. Γεγονός είναι πως αγοράζουμε πληροφορίες τόσο χυδαία, τόσο αδιάφορα από τα ειδησεογραφικά μαγαζιά όσο κάποιοι μας τις πουλούν. Από τους Πρωταγωνιστές που ειρωνεύονται τις θεωρίες συνωμοσίας μέχρι τον Τράγκα που τις χρησιμοποιεί για τηλεθέαση, υπάρχει ένα χάος που παλιά ίσως ονομάζαμε δημοσιογραφία, έρευνα, κριτική σκέψη. Η εξουσία όμως έχει στόχο να παραμένει αόρατη, να πηγάζει από τους υπονόμους, να βρίσκεται σε ό,τι παραβλέπουμε. Κι η δημοσιογραφία τις περισσότερες φορές δεν πετυχαίνει τίποτα άλλο παρά να της ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει μια ιστορία του Κορτάσαρ όπου πρωταγωνιστής είναι ένας τύπος που πουλάει στο πλήθος φωνές και λέξεις. Άλλοτε φτηνά κι άλλοτε πιο ακριβά, καταφέρνει να τις ξεφορτωθεί. Μεθυσμένος από την επιτυχία του, ζητάει να δει τον τύραννο της χώρας για να του πουλήσει τα τελευταία του λόγια. Δεν υπάρχει καμία απάτη, τον διαβεβαιώνει. Αυτά θα θέλετε να πείτε όταν βρεθείτε στο έλεος των αντιπάλων σας αλλά δεν θα τα καταφέρνετε εξαιτίας του φόβου σας. Με τα λόγια τούτα, θα δημιουργήσετε, του υποσχόταν, την εντύπωση του ιστορικού πεπρωμένου. Στο τέλος ο τύραννος θα δολοφονηθεί, ενώ οι στρατηγοί που θα τον διαδεχτούν θα χάσουν την εξουσία από τις φωνές που συνεχίζουν να αντηχούν.

Αυτός ο τύπος θα μπορούσε να είναι ο δημοσιογράφος-πολιτικός. Αφού πούλησε απόψεις στο πλήθος και εκείνο αγόρασε τη γνώμη του, έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του τυράννου. Έξι δημοσιογράφους διαθέτει το νέο κυβερνητικό σχήμα, καμάρωνε προχθές το Σταρ Τσάνελ. Ήταν μεγάλο σχολείο η δημοσιογραφία αλλά τώρα θα συγχωνευτεί με την κυβέρνηση. Εξάλλου το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο. Οι εξελίξεις έχουν συμβεί. Ο καιρός της επικαιρότητας έχει παρέλθει. Οι καλοί συνάδελφοι στάθηκαν επιμελείς στην καταγραφή των θυμάτων, τώρα θα δημιουργήσουν και μερικά, καθώς μπαίνουμε στη φάση του μεγάλου μακελειού. Για να μην ενοχλούν οι απώλειες, οι κατάλληλοι άνθρωποι θα φροντίζουν, θα εργάζονται και θα πληρώνονται γι’αυτό.

Είμαι Αθήνα αυτές τις μέρες. Εδώ τον κόσμο τον ψεκάζουν. Εδώ η ασχήμια έχει δύναμη τρομακτική. Εδώ τα κορμιά ασφυκτιούν, οι ψυχές μικραίνουν, η τρέλα διασπάει τις άμυνες. Εδώ ή μισείς τον ξένο ή τον διπλανό, εδώ ή μαχαιρώνεις τον μετανάστη ή τον πρωθυπουργό, εδώ ή είσαι με τα οργανωμένα συμφέροντα ή με τα οργανωμένη μίση, ή με τους νεκρούς ή με τους τυφλούς. Εδώ οι υποσχέσεις για πρόοδο δεν είναι άλλες από τις υποσχέσεις της καταστροφής, εδώ δεν γίνεται να μιλάς για ομορφιά αν δεν μιλήσεις για κοινωνική αλλαγή, εδώ είσαι ηλίθιος αν πεις Δημοκρατία, εδώ είναι η έδρα της Χρυσής Αυγής, εδώ ένας άνθρωπος ψάχνει στα σκουπίδια επειδή μία κυβέρνηση περιμένει να την αξιολογήσουν οι δανειστές, όλοι αυτοί που ελέγχουν πόσο θα ζει ο καθένας μας και κάτω από ποιες συνθήκες θα ξεχνάει την ανθρώπινη υπόστασή του. Εδώ τα σαξες στόρις είναι πολλά, ζητιανεύουν, λιποθυμούν για να προσελκύσουμε επενδύσεις, κοιτούν σε σημειώματα την επόμενη διεύθυνση που θα ζητήσουν να τους εκμεταλλευτούν, σιγοψιθυρίζουν ακατανόητες ικεσίες, ζητούν ερό, ερό, νερό γαμώτο. Είναι οι φωνές που συνεχίζουν να αντηχούν.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ή αυτοί ή εμείς

Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή που έχουν οι άλλοι. Η δικιά σου πόλη, η πόλη του καθενός, έχει τις κολόνες φωτισμού στο λάθος σημείο και είναι γεμάτη σκιές εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Στην πόλη σου, ο εφημεριδοπώλης κρεμάει την Ovaciones πλάγια και πρέπει να κάνεις ακροβατικά για να ρίξεις μια ματιά στους τίτλους. Στην πόλη σου το κατάστημα της γωνίας κλείνει οπωσδήποτε στις 7.15, μολονότι όταν τους ρωτήσεις το πρωί τι ώρα θα κλείσουν το βράδυ θα σου πουν στις οχτώ. Στην πόλη σου το κανάλι Εννιά δείχνει με παρεμβολές την ώρα που έχει ταινίες με τον Μπόγκαρτ. Ίσως η προσωπική πόλη του καθενός να έχει ομοιότητες με τις άλλες. Η αθλιότητα, η ανεργία, η αδιαντροπιά της εξουσίας που ψεύδεται ηλεκτρονικά, η τιμή της βενζίνης, το μαύρο σύννεφο που ταξιδεύει από βορειοδυτικά προς νοτιοδυτικά, η κακοκεφιά των γειτόνων του πέμπτου, η στάνταρ γεύση των χάμπουργκερ στα φαστφουντάδικα, η ακαριαία αντίδραση της καθαρίστριας όταν μια λάμπα κινείται απρόβλεπτα και αναγγέλλει το σεισμό. Όλα αυτά όμως είναι διακόσμηση. Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι κατασκευασμένες με υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας που, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια. Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ γούεστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο : αυτοί ή εμείς.

Paco Ignacio Taibo II, Στην ίδια πόλη υπό βροχή, Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Δεν μπορώ να απαντήσω εγώ

Τη λυπόσουν την καψερή. Το δωμάτιό της βρωμούσε ιδρωτίλα, ποδαρίλα και σκόνη από δυο τρεις πολυθρόνες, τα μοναδικά είδη πολυτελείας στο σπίτι της. Εκτός από το άσθμα, υπέφερε και από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν μία από τις περιπτώσεις που ένας γιατρός, συνειδητοποιώντας ότι είναι ανίσχυρος μπροστά στην κατάσταση, νιώθει την επιθυμία μιας ριζικής αλλαγής, που να εξαλείψει την αδικία η οποία ανάγκασε τη γριά γυναίκα να δουλεύει σαν υπηρέτρια μέχρι τον προηγούμενο μήνα για να βγάλει το ψωμί της, ασθαίμοντας, υποφέροντας, μα κρατώντας το κεφάλι ψηλά. Το ζήτημα είναι πως στις φτωχές οικογένειες το μέλος που αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην περιβάλλεται από μία ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας, που κρύβεται με το ζόρι. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι πατέρας, μητέρα, αδερφός. Γίνεται ένας αρνητικός παράγοντας στον αγώνα για επιβίωση και, ως τέτοιος, στόχος μνησικακίας της υγιούς κοινότητας, που θεωρεί την αναπηρία του σαν προσωπική προσβολή γι’αυτούς που πρέπει να τον συντηρήσουν. Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Στα μάτια των ετοιμοθάνατων βλέπεις μια καρτερική έκκληση συγγνώμης και, συχνά, μια απελπισμένη έκκληση παρηγοριάς που χάνεται στο κενό, όπως θα χαθεί γρήγορα και το σώμα μέσα στην απεραντοσύνη του μυστηρίου που μας περιβάλλει. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μία παράλογη διαίρεση, τις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, άλλα είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας. Δεν μπορώ να κάνω πολλά για την άρρωστη. Της γράφω απλώς μια κατάλληλη δίαιτα, ένα διουρητικό και αντιασθματικά διαλύματα. Μου έχουν μείνει μερικές δραμαμίνες και της τις χαρίζω. Όταν βγαίνω με ακολουθούν τα στοργικά λόγια της γερόντισσας και οι αδιάφορες ματιές των συγγενών.

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ημερολόγια μοτοσικλέτας, Εκδόσεις Λιβάνη, Μετάφραση Βαγγέλη Κεφαλλονίτη.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Γελοίοι και ημίθεοι

Γελοίοι για τον Πεσσόα είναι όσοι δεν έχουν γράψει γελοία ερωτικά γράμματα. Κατηγορία απόλυτο αρσενικό, άντρας μετροσέξουαλ, γιάπης της κακιάς ώρας, Χρυσαυγίτης περιωπής, ψυχωτικός επαναστάτης, κομπλεξικός τουιτεράς, οι γελοίοι βρίσκονται λίγο-πολύ παντού και μουγκρίζουν περηφάνια. Η ποίηση είναι για τις αδερφές και η λογοτεχνία για τους φλώρους. Μην εμπιστεύεστε τις λέξεις. Δεν σημαίνουν. Πάρτε παράδειγμα τον Κεδίκογλου: Γιατί να κριθεί από τα λόγια του όταν η τύχη του εξαρτάται από το συμφέρον του; Σεξ, βία, άντε και καμία ατάκα πού και πού! Ξεχάστε το αρχείο της Ερτ. Ο έρωτας αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη. Ο πολιτισμός τη μαστουρώνει. Το μίσος είναι αποτελεσματικότερη νεύρωση.

Οι ημίθεοι του Πεσσόα είναι σαφώς περισσότεροι. Πρωταθλητές σε όλα, πανάξιοι θριαμβευτές και δεν ευνοήθηκαν πουθενά. Απεναντίας μάτωσαν, ίδρωσαν και πέτυχαν. Κανένας χυδαίος, φαύλος, υπερόπτης, κλέφτης, παλιάνθρωπος ή δειλός δεν βρέθηκε ποτέ ανάμεσά τους. Όλοι πρίγκιπες, ασυμβίβαστοι, άνδρες αληθινοί. Εδώ και χρόνια κυβερνούν, σταυρώνουν και σώζουν τη χώρα. Τελειομανείς αλλά στα ψέματα! Ας εμφανιστεί κάποιος να μας εκμυστηρευτεί ότι υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα, ότι είδε μια μέρα το πρόσωπό του στον καθρέφτη και τρόμαξε, κι υποσχόμαστε να μη μας ξεφύγει τίποτα.

125 χρόνια από τη γέννηση του Πορτογάλου ποιητή, γελοίοι και ημίθεοι αυξάνουν ανησυχητικά τη δύναμή τους. Οι δημοσκοπήσεις δεν τους εντοπίζουν. Βρίσκονται στα ψηλά και συνωμοτούν στα χαμηλά. Προετοιμάζουν τον εμφύλιο κι ανυπομονούν να αποδώσουν αδικία. Ή νεόπλουτοι ή νεοναζί. Τίποτα ενδιάμεσο δεν φαίνεται να τους αρκεί. Κανείς ακόμα έτοιμος να σκάψει το λάκκο του. Κανείς να παραδεχτεί μία ατιμία. Κανείς να γελάσει με τον εαυτό του. Το παραμύθιασμα είναι εργασία πλήρους απασχόλησης. Έλα μου όμως που στη ζούγκλα, φτάνει η ώρα των ανθρώπων. Και η αγάπη δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθεια για την αγάπη. Και ευαισθησία δεν θα είναι να μονολογείς τη μοναξιά σου αλλά ν’ ανοίγεις την αγκαλιά σου. Όσο για την ευφυΐα, ας χαριστεί εκεί που πάντοτε ανήκε: στους ανόητους που ανέκαθεν την είχαν μεγαλύτερη ανάγκη.

Χύνουμε δάκρυα παλιά. Πέφτουμε συνεχώς από τα ίδια σύννεφα. Αν κάποτε πλημμυρίσουμε τους δρόμους, να ‘χουμε κεφάλι καθαρό. Μη βγούμε πάλι σαν γελοίοι που αγανάκτησαν, μην περπατάμε πάλι σαν ημίθεοι με σηκωμένο φρύδι. Να πούμε καθαρά και ξάστερα τη φράση του Χ.Μίλλερ που ταιριάζει στο μεσογειακό ταμπεραμέντο μας, τη λαμογιά μας με άλλα λόγια: «Πρέπει κανένας να ζήσει. Να ζήσει πρώτα κι έπειτα να πληρώσει». Στο σύμπαν των αγορών και των δανειστών, αυτή θα είναι η νέα αξιοπρέπεια. Στον πλανήτη των μεταρρυθμιστών από τη μία και των αποστημάτων από την άλλη, αυτός θα είναι ο νέος υπεράνθρωπος. Η χώρα θα χτιστεί από τα λάθη της. Οι γελοίοι και οι ημίθεοι θα είναι ανεπιθύμητοι. Θα ‘χουμε πάρει το μάθημά μας.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Ένας χρόνος ναζισμού: Οι εντυπώσεις μου

Ο φασισμός θεραπεύεται με το διάβασμα κι ο ρατσισμός με το ταξίδι, λέει ο Ουναμούνο. Ισχύει θεωρητικά. Στην πράξη, οι φασίστες μελετούν Γκέμπελς. Ενίοτε και Σκάι. Στην πράξη, οι μόνοι που ταξιδεύουν είναι οι φίλοι μου. Μεταναστεύουν. Ο τόπος ξεβρωμίζει από τους συνομηλίκους μου. Πίσω μένουν τα καλύτερα παιδιά.

Πρώτη μου σκέψη όταν τους είδα στη Βουλή πριν ένα χρόνο, ήταν να τους μισήσω. Αν τους μισούσα, όσο με μισούν, θα εξαφανίζονταν. Λάθος. Ένα απόσπασμα από τον Αγώνα του Χίτλερ ήταν χαστούκι. «Λίγο ενδιαφέρει αν μας ειρωνεύονται ή αν μας αδικούν· αν μας παρουσιάζουν σαν παλιάτσους ή σαν εγκληματίες· το βασικό, το σπουδαιότερο είναι ότι ασχολούνται μαζί μας». Μετά, ανόητα, σκέφτηκα να τους κάνουμε ανέκδοτο. Δεύτερο λάθος. Ο Χάινριχ Μπελ μου υπενθύμισε πως ούτε η πολιτική συνείδηση, ούτε το χιούμορ, σταματούν την επέλαση του Κακού. Ύστερα τα ‘βαλα με τους Γερμανούς  που μας στέλνουν στην αγκαλιά του Μιχαλολιάκου. Τρίτο λάθος. Αν είχαμε τραβήξει όσα οι Γερμανοί μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον ίδιο τον Διάβολο θα φέρναμε στην εξουσία. Τέλος, πέφτοντας πάνω στη δημοσκόπηση όπου το 30% των Ελλήνων δήλωνε ανοιχτά την προτίμησή του για τη Χούντα, έφερα στο νου τα λόγια του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: «Κάντε μας σκλάβους, μα χορτάστε μας».

«Η εφεύρεση της δημοκρατίας είναι κάτι πολύ επαναστατικό για να γίνει αποδεκτό χωρίς επεξήγηση, όχι μόνο τον 5ο αιώνα π.Χ μα ούτε και στα τέλη του 20ου. Το “φυσιολογικό” είναι να διατάζουν οι πιο δυνατοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο πλούσιοι, οι γόνοι των καλύτερων οικογενειών, αυτοί που σκέφτονται πιο βαθιά τα πράγματα ή έχουν σπουδάσει περισσότερο, οι πιο καλοί, οι πιο άγιοι, οι γενναιόδωροι, αυτοί που έχουν μεγαλοφυείς ιδέες για να σώσουν τους υπόλοιπους, οι δίκαιοι, οι αγνοί, οι πανούργοι, οι όποιοι θέλεις, αλλά όχι όλοι. Όλο αυτό, ότι δηλαδή η εξουσία είναι υπόθεση όλων, ώστε όλοι να παρεμβαίνουν, να μιλούν, να ψηφίζουν, να εκλέγουν, να αποφασίζουν, να έχουν ευκαιρία να κάνουν λάθος, να προσπαθούν να εξαπατήσουν ή να επιτρέπουν να τους εξαπατήσουν, να διαμαρτύρονται, να παίρνουν το λόγο χωρίς να τους τον δίνουν, δεν είναι κάτι φυσικό αλλά μία τεχνητή εφεύρεση, ένα αποσυντονιστικό στοίχημα ενάντια στη φύση και στους θεούς. Ένα έργο τέχνης. Οι Έλληνες υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες: η δημοκρατία υπήρξε το αριστούργημά τους, το πιο τολμηρό και ρηξικέλευθο, το πιο συζητημένο έργο τους».

Τα παραπάνω λέει ο Φερνάντο Σαβατέρ στον γιο του. Πρόκειται για τους Έλληνες του Νίτσε που είχαν σοφούς κι όχι αγίους, την Αθήνα του Χ. Μίλλερ όπου χίλια χρόνια αθλιότητας δεν είχαν συντρίψει το πνεύμα της, την Ελλάδα της μεγάλης Εβραίας ελληνίστριας Ζακλίν Ντε Ρομιγί που επαναλάμβανε πως ο λόγος είναι το φρούριο κατά της κτηνωδίας. Οι Χρυσαυγίτες θα ανέπτυσσαν το δικό τους επιχείρημα για να καταλάβουν το φρούριο: τον Πλάτωνα και το μίσος που έτρεφε για τη Δημοκρατία. Ο Καστοριάδης γράφει σχετικά στην Άνοδο της Ασημαντότητας: «Συναντάμε συνεχώς συγγραφείς που μιλούν για ελληνική πολιτική σκέψη εννοώντας τον Πλάτωνα. Είναι γελοίο. Είναι σα να αναζητούσαμε την πολιτική σκέψη της Γαλλικής Επανάστασης στον Ζοζέφ Ντε Μεστρ ή στον Μπονάλ. Η ουσία της ελληνικής πολιτικής δημιουργίας είναι η Δημοκρατία».

Μετράμε ήδη ένα χρόνο από τη στιγμή του μεγάλου ξυπνήματος. Πέρυσι, τέτοια εποχή, μάθαμε πως ποτέ δεν γίναμε ό,τι νομίζαμε πως είμαστε. Η κυρίαρχη τάξη καλωσόρισε το φάντασμα. Τα σκυλιά ξαμολήθηκαν να σπείρουν το φόβο και να γοητεύσουν αγανακτισμένους. Απασχολημένα τα μεγάλα κανάλια και σημαντική μερίδα του τύπου με τη στήριξη του μνημονίου, είδαν με συμπάθεια την ατραξιόν που θα αποπροσανατόλιζε την αντίσταση. Άρχισαν τα μισόλογα. Φόβος; Παράλυση; Κάτι χειρότερο: αδιαφορία, συμπεριφορά φασίζουσα σύμφωνα με τον Ζακ Ελλύλ. Δεν θέλαμε να αναμιχθούμε. Παίξαμε την κολοκυθιά για το ποιος θα μιλήσει. Ο θυμός καταλάγιασε. Το μίσος εξαπλώθηκε. Μαζί τα φάγαμε. Ο τρόμος των Γκούλαγκ έκανε την εμφάνισή του. Η εξίσωση του ναζισμού με τον κομμουνισμού από την Σώτη και τους φίλους της άρχισε-ακόμα κι ο Αλμπέρ Καμύ αναγνωρίζει το μεγαλείο της πρόθεσης του δεύτερου σε σχέση με τον πρώτο. Πήρε μπρος η θεωρία των άκρων.

Το αστείο είναι πως όσοι μαγεύονται από το συγκεκριμένο παραμυθάκι, συμμερίζονται ένα δόγμα σταλινικού τύπου. Ο Ιωσήφ Στάλιν, που τόσο σιχαίνονται, θα ταύτιζε τον Σύριζα με τη Χρυσή Αυγή. Ας το έχουν υπόψη τους αυτό καθώς καμώνονται για την τρομερή ανακάλυψή τους. Αν οι περισσότεροι από δαύτους δεν είχαν υπονομεύσει τη Δημοκρατία επανειλημμένα, δεν θα είχαν ανάγκη τώρα από έναν εχθρό. Η Δημοκρατία εξάλλου δεν χρειάζεται εχθρούς: Έχει τους πολίτες της. Αυτό δεν μετριάζει καθόλου τις ευθύνες του Σύριζα που αφορούν στην λαϊκίστικη ρητορική του. Όποιος χαϊδεύει αυτιά στη συγκεκριμένη συγκυρία, στρώνει το χαλί στους φασίστες. Ένας διαφορετικός λόγος είναι αναγκαίος. Μια αποτυχία της Αριστεράς, θα έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Ωστόσο ο καλός αστικός τύπος βρήκε τη στιγμή να ανοίξει κόντρα με το παλαβό τμήμα της. Όχι φυσικά για τους σωστούς λόγους, όχι από εντιμότητα, χρέος απέναντι στην πατρίδα ή ειλικρινή ανησυχία. Δεν ιδρώνει ακόμα το αυτί του. Αντιτάσσει τη νομιμότητα που τον έχει στα πράγματα. Το διακύβευμα είναι η εξουσία. Υπερασπιζόμενοι  τον ορθό λόγο διάφοροι κύριοι, υπερασπίζονται απλά το δικό τους ανορθολογισμό.

Η μουσική πάντως έχει σταματήσει. Καθηγήτρια που έβαλε στα παιδιά Χατζιδάκι, δέχτηκε παρατήρηση από τη διευθύντρια του σχολείου. Μια μάνα κατήγγειλε την ισλαμική προπαγάνδα. «Εγώ πιστεύω σε εκείνη την ελληνικότητα που εξαφανίζει τις διαφορές» έλεγε ο Μάνος. Ποιος ανέθρεψε την Ελληνίδα μάνα και την κυρία διευθύντρια; Τα δύο άκρα ή μήπως η Αυριανή; Ο μεγάλος δάσκαλος του Μαράσλειου Διδασκαλείου, Δημήτρης Λιαντίνης, έγραφε στη Γκέμμα:« Να υπάρχεις ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς. Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από την φύση. Όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης. Όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων. Ότι αποθεώνεις την εμορφιά. Γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου. Και κυρίως αυτό: Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πως αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν».  Έχουμε λοιπόν την Ελλάδα του Λιαντίνη απέναντι στην Ελλάδα του Κασιδιάρη, την Ελλάδα του Χατζιδάκι απέναντι στην Ελλάδα της διευθύντριας του δημοτικού σχολείου, την Ελλάδα των βιβλιοθηκών απέναντι στην Ελλάδα του Τζαβάρα και της κυβέρνησής του. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το ποια τελικώς θα επικρατήσει. Βέβαιο είναι πως δύο διαφορετικές χώρες ανταγωνίζονται.

«Πόρτα-πόρτα, σπίτι-σπίτι ,να δώσουμε τη μάχη». Η έγνοια για τα ψηφαλάκια πριν την κάλπη έκαναν τις αρχηγάρες να ανησυχούν από τα μπαλκόνια. Είναι η πρώτη φορά που θα με βρουν σύμφωνο. Να ενημερώσουμε τον κόσμο. Χωρίς φωνές. Να τους μιλήσουμε για κείνους τους καλλιτέχνες που θέλουν τόσο να τους λογαριάζουν για προγόνους τους. Να σταθούμε μια φορά στο ύψος τους. Γιατί στη Δημοκρατία είμαστε υποχρεωμένοι να συζητάμε. Μπορεί να μην τα βρούμε ποτέ, αλλά τουλάχιστον θα συζητάμε. Το «Συγχώρεσέ τους, Πατέρα, δεν ξέρουν τι κάνουν» είναι πολύ χριστιανικό για όσους αντιλαμβάνονται την ευθύνη απέναντι στη ζωή και την ιστορία της χώρας. Όσοι κουράστηκαν από τα λόγια και θέλουν πράξεις, όσοι δεν θέλουν να σκεφτούν γιατί ζορίζονται, όσοι έχουν πεθάνει και δεν το ξέρουν, ας καλωσορίσουν το τέρας. Είναι ήδη σπίτι τους.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Ο Φιτζέραλντ στην πρεμιέρα του Μεγάλου Γκάτσμπυ

Η παθιασμένη πίστη στην τάξη, η αδιαφορία για τα κίνητρα ή τις συνέπειες, η προτίμηση της διαίσθησης και της προφητείας, το αίσθημα πως η βιοτεχνία κι η βιομηχανία μπορούσαν να έχουν θέση σε κάθε κοινωνία- η μια μετά την άλλη, όλες αυτές οι πεποιθήσεις (και άλλες) σαρώθηκαν. Έβλεπα πως το μυθιστόρημα, που στην ώριμη ηλικία μου ήταν το ισχυρότερο κι ελαστικότερο μέσο για τη μετάδοση συγκίνησης, υποτασσόταν σε μια μηχανική και συλλογική τέχνη, η οποία βρισκόταν στα χέρια είτε εμπόρων του Χόλλυγουντ είτε Ρώσων ιδεαλιστών, ικανή να ανακλά μόνο την κοινότοπη σκέψη, την πιο επιφανειακή συγκίνηση. Ήταν μια τέχνη όπου οι λέξεις υποτάσσονταν στις εικόνες, όπου η προσωπικότητα κατέβαινε στο χαμηλό επίπεδο της συνεργασίας. Ήδη από το 1930, είχα την υποψία πως οι ομιλούσες ταινίες θα καθιστούσαν ακόμα και τον πιο επιτυχημένο μυθιστοριογράφο εξίσου αρχαϊκό όσο είναι ο βωβός κινηματογράφος. Ο κόσμος εξακολουθεί να διαβάζει, έστω και μόνο το βιβλίο του μήνα του καθηγητή Κάνμπυ-περίεργα παιδιά με τη μύτη καρφωμένη στις αηδίες του κυρίου Τίφφανυ Θάυερ στα βιβλιοπωλεία των ντραγκ-στορς- αλλά υπήρχε μια ερεθιστική αναξιοπρέπεια, που σ’εμένα είχε γίνει σχεδόν ψύχωση, στο να βλέπει κανείς τη δύναμη του γραπτού λόγου να υποτάσσεται σε μιαν άλλη δύναμη πιο γυαλιστερή, μια δύναμη πιο πρόστυχη.

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Το ράγισμα, Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Γιάννη Λάμψα.

Υ.Γ. Ένα χρόνο αργότερα, με πολλά οικονομικά προβλήματα να τον βαραίνουν, ο Φιτζέραλντ υπέγραψε συμβόλαιο με την Metro-Goldwyn-Mayer.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Τέσσερα λεπτά

Ο πεντοζάλης είναι πάντα πεντοζάλης. Όπως θα έλεγαν και οι Αμερικανοί για την πίτσα ή το σεξ: Ακόμα κι όταν είναι κακός, είναι πολύ καλός. Τα τέσσερα πρώτα λεπτά όμως ήταν ποτήρι με κρύο νερό που έπεσε στη μούρη μου εν μέσω καύσωνα. Ο Ρος άδειασε από τη λύρα τη θάλασσα της Κρήτης-όλη πάνω μου-και ο Βασίλης χάιδεψε τα βουνά της με το ντουέντε του. Κάτι αηδόνια παριζιάνιακα κατάπιαν τη γλώσσα τους μετά την πρώτη μαντινάδα και ζήτησαν να ξεκινήσουν μαθήματα φωνητικής και ορθοφωνίας, οι επαναστάτες επαναπροσδιόρισαν την ελευθερία, οι εξουσιαστές τακτοποίησαν ανήσυχοι τ' αρχίδια τους.

Δεν ξέρω άλλη μουσική που όποιος την ακούει λαχταρά να πετάξει, αφού πρώτα ξεφορτωθεί τα ρούχα του, που τον κάνει να χαμογελά και να χειροκροτεί ταυτόχρονα. Καμία που να παντρεύει τον έρωτα και το θάνατο στην άκρη του γκρεμού. Καμία ιδανικότερη για αυτοπυρπόληση. Καμία καταλληλότερη για να κηδέψεις το φόβο, τη μεμψιμοιρία και τους μικροαστούς. Καμία που να προσφέρει ολοκληρωμένη πρόταση εξόδου από την κρίση. Πώς να μην οπλοφορούν οι Κρητικοί; Εδώ οπλοφορούν οι βουλευτές. Είναι σχεδόν αδύνατο να έχεις στο κεφάλι σου αυτές τις νότες και να παραμείνεις φιλήσυχος πολίτης. Ο ίδιος σκοπός που σου δίνει να δοκιμάσεις ευτυχία, μέχρι την επόμενη αλλαγή στο ρυθμό, μπορεί να σε κάνει εγκληματία. Ορισμένες μελωδίες είναι επικίνδυνες. Καίνε τα αυτιά. Ζαλίζουν την ψυχή.

Οι Έλληνες θεοποίησαν το μέτρο για τέτοια ζόρικα διλήμματα. Καταλάβαιναν ότι η επιλογή ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα εξαρτάται από το πόσο καλά θα κουρδίζουν οι μουσικοί τα όργανά τους και οι άνθρωποι τα μυαλά τους. Είναι προφανές: κάποιοι από αυτούς, γέννησαν τους Θεούς. Οι υπόλοιποι τους σκοτώνουμε ή τους αφήνουμε να ζήσουν. Με τέρμα τα ηχεία. Στο ριπίτ. Να μην τολμήσει ο φασισμός.

 

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Ο Χίτλερ στα παρασκήνια

Για να περιγράψει κανείς αυτό τον πληθωρισμό με τα απίστευτα σημεία του, θα χρειαζόταν βιβλίο ολόκληρο που στους σημερινούς αναγνώστες θα φαινόταν παραμύθι. Ήρθαν οι μέρες που για μια πρωινή εφημερίδα έπρεπε να πληρώσω πενήντα χιλιάδες μάρκα, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας έπρεπε να πληρώσω εκατό χιλιάδες μάρκα. Όποιος είχε ξένα νομίσματα, τα εξαργύρωνε τμηματικά, γιατί στις τέσσερις η ώρα μπορούσε να πετύχει καλύτερη τιμή απ’ό,τι στις τρεις και στις πέντε ακόμα καλύτερη απ’ό,τι πριν μια ώρα. Παράδειγμα, έστελνα στον εκδότη μου ένα χειρόγραφο που το δούλευα ένα ολόκληρο χρόνο. Για να εξασφαλιστώ, ζητούσα έναντι των δικαιωμάτων μου μια προκαταβολή πάνω σε δέκα χιλιάδες αντίτυπα. Ώσπου να καταθέσει το τσεκ, το ποσό που εισέπραττα μόλις μου έφτανε να καλύψω τα ταχυδρομικά που είχα πληρώσει για να στείλω πριν μια εβδομάδα το δέμα. Το εισιτήριο στα λεωφορεία κόστιζε εκατομμύρια. Μεταφέρανε με κάρα τα χαρτονομίσματα από τη Ράιχσμπανγκ στις άλλες τράπεζες κι ένα δεκαήμερο αργότερα έβλεπες στα αυλάκια των δρόμων εκατοντάδες χιλιάδες χαρτονομίσματα, που τα είχε πετάξει κάποιος ζητιάνος περιφρονητικά. […]

Ούτε η Ρώμη του Σουετωνίου δεν είχε γνωρίσει τέτοια όργια σαν κι εκείνα των κολασμένων χορών του Βερολίνου, όπου εκατοντάδες άντρες ντυμένοι γυναίκες και άλλες τόσες γυναίκες ντυμένες άντρες χόρευαν κάτω από τα καλοπροαίρετα μάτια της αστυνομίας. Με την πτώση όλων των αξιών, ένα είδος τρέλας κυρίεψε τον κόσμο των αστών, που μέχρι τότε έμενε ακλόνητος στις αρχές του. Νεαρά κορίτσια καυχιόντουσαν για τη διαστροφή τους και σε οποιοδήποτε σχολείο του Βερολίνου λογαριαζόταν σα μεγάλη ντροπή για μια δεκαεξάχρονη η υποψία της παρθενίας. Κάθε κορίτσι ήθελε να είναι σε θέση να διηγείται περιπέτειες όσο γινόταν πιο εξωφρενικές. Αλλά το χειρότερο από όλα σε αυτό τον παθητικό ερωτισμό ήταν η πλαστότητά του. Στο βάθος της αυτή η περίοδος των οργίων, που ξέσπασε στη Γερμανία μαζί με τον πληθωρισμό, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πυρετική απομίμηση. Εύκολα καταλάβαινε κανείς ότι αυτά τα κορίτσια των καλών αστικών οικογενειών θα ένιωθαν πολύ καλύτερα αν έκαναν στα μαλλιά τους ένα απλό χτένισμα αντί να τα κόβουν αντρικά κι ότι θα έτρωγαν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση μια μηλόπιτα με κρέμα σαντιγύ αντί να πίνουν δυνατά ποτά. Ήτανε έκδηλο παντού πόσο βάραινε αυτή η υπερένταση που είχε γίνει ακόμα πιο έντονη από την καθημερινή φρίκη του πληθωρισμού. Ολόκληρο το έθνος κουρασμένο από τον πόλεμο το μόνο που ζητούσε ήταν η τάξη, η ησυχία, λίγη ασφάλεια και μια αστική ζωή. […]

Όποιος έζησε εκείνους τους μήνες της αποκάλυψης στα χρόνια εκείνα, σιχάθηκε, πικράθηκε και αισθάνθηκε τον ερχομό μιας συμφοράς, μιας φοβερής αντίδρασης. Στα παρασκήνια, χαμογελώντας, με το ρολόι στο χέρι περίμεναν οι ίδιοι εκείνοι που είχαν οδηγήσει το γερμανικό έθνος στο χάος: «Όσο χειρότερα πάνε τα πράγματα στη χώρα μας, τόσο το καλύτερο για μας». Τίποτα δεν στάθηκε πιο μοιραίο για τη Γερμανική Δημοκρατία όσο η ιδεαλιστική απόπειρα να δώσει ελευθερία όχι μονάχα στο λαό αλλά και στους εχθρούς της. Ο τόσο πειθαρχικός γερμανικός λαός δεν ήξερε τι να την κάνει την ελευθερία του και κοίταζε ανυπόμονα στην κατεύθυνση εκείνων που θα του την έπαιρναν. Τίποτα δεν πίκρανε τον γερμανικό λαό τόσο πολύ-αυτό είναι σημαντικό και πρέπει να το θυμόμαστε-, τίποτα δεν τους έκανε τόσο μανιακούς από μίσος και τόσο ώριμους για τον Χίτλερ, όσο ο πληθωρισμός.

Στέφαν Τσβάιχ, Ο χθεσινός κόσμος, Απόδοση Τάκη Μενδράκου, εκδ. Α.Χ Ρούγκα, 1962.