Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Η Χρυσή Αυγή κάνει τους άντρες

Όσο μεγαλώνω, όλο και περισσότεροι άνθρωποι διαγκωνίζονται μέσα μου για το τι πρέπει να γράψω και τι όχι. Τους μαζεύω λοιπόν στην είσοδο της πολυκατοικίας και τους αφήνω να μαλώσουν. Στροβιλίζονται ανήσυχοι γύρω μου, απολαμβάνουν τη σύγχυσή μου, διακόπτουν ο ένας τον άλλο, χτυπάνε κουδούνια για να μαζευτούν κι οι υπόλοιποι. Αδύνατο να τους απασχολήσω παραπάνω από ένα λεπτό. Έχουν τη δική τους ατζέντα. Στο τέλος αποφασίζουμε δημοκρατικά και αναλαμβάνει ένας από όλους να ξεκαθαρίσει τη θέση μου. Γιατί οφείλω να έχω μία γνώμη, μία θέση, μία άποψη, μία και μόνο μία. Και όχι μόνο οφείλω να έχω μία άποψη, αλλά επιβάλλεται να είναι στιβαρή και αμετακίνητη. Είναι ζήτημα κύρους. Όλοι αυτοί οι μικροί κύριοι που διαπραγματεύονται τη φωνή μου, μ’αφήνουν ακάλυπτο και με μπερδεύουν. Αλλά και να μπορούσα, δεν θα τους έσπαγα στο ξύλο. Αν δεν τους σεβόμουν κι δεν τους άκουγα προσεκτικά θα κινδύνευα να χαρακτηριστώ «άντρας». Για ρεφορμιστές είναι ελαφρώς καλύτερα τα πράγματα.

Διαβάζοντας, εκτός από μερικές ωραίες φράσεις, συγκρατώ μόνο το αίμα και μου μένει η εξάντληση. Δε γίνομαι Ρεπουσικός σε καμία περίπτωση. Είναι εγκληματικό και ολέθριο να προπαγανδίζουμε ωραιοποιημένα, λογοτεχνίζοντα, ψεύδη δίνοντας πάτημα στην Ακροδεξιά. Απλώς όταν μαλώνω με ανθρώπους που κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, υποφέρω. Δε θέλω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου όταν με υποδέχονται ενοχλημένοι στο τρελοκομείο τους. Τίποτα δεν τους διαφεύγει εφόσον ο ιδεοληπτικός ζουρλομανδύας παραμένει σφιχτά δεμένος στη θέση του. Λίγο να παρεκκλίνεις από το δόγμα συμπληρώνουν το όνομά σου στη λίστα των υπόπτων. Τότε είναι που αρχίζω και συμπεριφέρομαι σαν ένοχος, αλλάζω θέμα για να μην καρφωθώ, μιλάω για τον καιρό, κουνάω το κεφάλι επιδοκιμαστικά, παραδέχομαι ότι δεν έχω μελετήσει το θέμα σε βάθος, αναγνωρίζω στο συνομιλητή μου την αρετή του, τον ευχαριστώ που διέθεσε το χρόνο του για να μου κάνει κήρυγμα, του ζητώ συγγνώμη που δεν συμφώνησα μαζί του από την αρχή, τον παρακαλώ να ξανασυναντηθούμε για να μου τα ξαναπεί, τον αποχαιρετώ και γυρνάω σπίτι μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι παρά την άριστη διαγωγή μου, παραμένω άνεργος. Τι πράμα κι αυτό να τα γνωρίζουν όλα και μόνο αυτοί να τους αρέσουνε πολύ; Πόσες ελπίδες να τους δίνουν οι γιατροί; Είναι τυχαίο που πριν ένα χρόνο κάναμε best seller «Την Τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο»; Αυτό μας ενδιέφερε ανέκαθεν. Σύμπτωση που εντυπωσιαζόμαστε αντί να γελάμε με όσους είναι έτοιμοι να μας ανακοινώσουν ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ στα βιβλία τους; Μία πίστη ψάχναμε πάντοτε να ξεφορτώσουμε τις ελπίδες μας. Εκεί που αγοράζουν χρυσαφικά, να αγοράζουνε άραγε και δίκια; Για μια καλή τιμή θα το αποχωριζόμουν.

Ορισμένοι άνδρες του Κοινοβουλίου έχουν σειρά, παίρνουν μικρόφωνο, σφίγγουν τη γραβάτα τους, βάζουν και έναν τηλεοπτικό δημοσιογράφο πλάι τους που τους εύχεται καλή όρεξη και ξεκινούν. Δε μιλάω. Παρακολουθώ γεμάτος αγωνία την προσπάθειά τους να με χωνέψουν. Αν κολλάω στο λάρυγγα, τραβούν καζανάκι ως συνήθως. Η λεηλασία του άλλου είναι ακόμα το χόμπι τους αλλά εγώ ξαναμαζεύω χαρτάκια του Euro. Τι ασίγαστη διάθεση να χειραγωγούν και να πουλούν άποψη από τα μαγαζάκια τους! Όλα κι όλα. Βρέξει χιονίσει, έχουν πάντοτε μία κακή κουβέντα να πουν για τον άλλο. Δε τον συγχωρούν από την πρώτη στιγμή, πόσο μάλλον όταν νιώθουν ότι μειονεκτούν. Εδώ ο Κασιδιάρης γυμνάζεται και οι συνομιλητές του χτενίζονται όπως παλιά. Αφύσικο πλέον δεν είναι να δέρνεις στα τηλεοπτικά πλατό. Αφύσικο είναι να πολιτεύεσαι όπως παλιά. Πώς να μην πάρει τα πάνω της η μαγκιόρα Ακροδεξιά όταν την αντικρούει η Μιλένα Αποστολάκη; Κάτι τέτοιοι κι αν έχουν ξεχάσει να πεθάνουν. «Είναι τραγικό να μας διεκδικεί το ένα κόμμα, όταν δε θέλουμε να ξέρουμε για το άλλο, και να πρέπει να ανήκουμε σε τούτο, επειδή περιφρονούμε εκείνο» (Κράους). Όλοι ίδιοι ήταν και στο παρελθόν ώσπου ήρθε ο ναζισμός και μπήκαμε σε μία σειρά.

Στα Social Media, τα πολιτιστικά ερείπια όπου χαριεντιζόμαστε ημιλιπόθυμοι, μόνο ο Χατζιδάκις μπορεί να λέει ότι ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Και δεν ξέρω αν μπορεί επειδή ήταν ο Χατζιδάκις ή επειδή είναι νεκρός. Η λέξη ενδεχομένως είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη αλλά εμένα με ξετρελαίνει. Κάπου είδα γραμμένο το παρακάτω σύνθημα από έναν αναρχικό: «Θάνατος στους ουδέτερους» αλλά δε χαμπαριάζω. Ενδεχομένως! Πιθανότατα! Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου! Θεέ μου, τι ηδονή! Με το Σύριζα τα λεφτά θα βρίσκονταν- ενδεχομένως. Με τον Σαμαρά θα ερχόταν η ανάπτυξη- ενδεχομένως. Με το ΠΑ.ΣΟ.Κ θα είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα-ενδεχομένως. Με το Κ.Κ.Ε θα ήμασταν στον επίγειο παράδεισο- ενδεχομένως. Το ενδεχομένως είναι η ελευθερία μου. Το μόνο που αξίζει είναι αυτό το ενδεχομένως. Το μόνο που θέλω να ξέρετε για μένα είναι αυτό το ενδεχομένως. Ενδεχομένως Μιχάλης Αποστολίδης. Μιχάλης ενδεχομένως Αποστολίδης. Μιχάλης Αποστολίδης ενδεχομένως. Όπου και να το βάλετε, ακούγεται μία χαρά.

Τα χασμουρητά κόβονται απότομα από το χαστούκι. Τι ευτυχής συγκυρία για να ξυπνήσουμε. Να δείξουμε αλληλεγγύη. Να μην τους ξαναψηφίσουμε. Με τη Χρυσή Αυγή, όπως ενδεχομένως να υποπτευθήκατε, δεν υπάρχει ενδεχομένως. Δεν θα καταδικάσουμε σήμερα τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Κάτι μου λέει εξάλλου ότι θα ξεχάσουμε πάλι τον καπιταλισμό- όποιος δε θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, θα ήταν καλύτερα να σωπαίνει και για το φασισμό έγραφε κάποτε ο Max Horkheimer. Αυτό που είπε ευθαρσώς ο θεωρητικός της Ακροδεξιάς Κώστας Πλεύρης, δυσκολευόταν να το ξεκαθαρίσει στο μυαλό του ο πολιτικός και δημοσιογραφικός κόσμος της χώρας κάμποσες μέρες. Τα συμφέροντα κι αν είναι ανεγκέφαλα. Ασφαλώς, η Αριστερά κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσει ανάμεσα στο «η Φαντασία στην εξουσία» και στο «Φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες». Τα δυο τους είναι παντελώς ασυμβίβαστα αλλά δεν είναι τώρα η ώρα να ανοίξουμε κι αυτή τη συζήτηση όταν κάθε βράδυ σχεδόν στο κέντρο της Αθήνας έχουμε πογκρόμ. Το μεταναστευτικό ξέφυγε αλλά το παιδί που σκότωσε τον Αλβανό διαρρήκτη μας λέει να κλειδώσουμε τα όπλα σπίτι. Τι να εννοεί;

Απεναντίας οι Χρυσαυγίτες με τις αγριοφωνάρες τους γίνονται πιο κατανοητοί. Πώς να μη γοητευτεί η γκόμενα του Facebook αφού ακόμα κι αυτή, παρόλο που ποτέ δεν ασχολήθηκε, μπούχτισε από την ξύλινη γλώσσα, το δήθεν, την προπαγάνδα, τα διλήμματα και την τρομοκρατία; Ψηφίζει Χρυσή Αυγή για την αλλαγή, είναι γενικώς φιλήσυχη, αλλάζει φωτογραφία προφίλ κάθε μέρα, της αρέσουν τα κωλόπαιδα επειδή μόνο εκείνα αγαπούν αληθινά όπως λέει και το γκρουπάκι και έχει γραμμένη στα παλιά της τα γοβάκια την Άρεντ και την Κοινοτοπία του Κακού που είναι έτοιμη να υποστηρίξει. Βαρέθηκε. Αυτή είναι η λέξη κλειδί. Βαρέθηκε-πώς να περιμένουμε να καταλάβει ότι η ζωή της είναι αυτό που βαρέθηκε; Από πέρυσι έχει να πάει για ψώνια κι αυτά στις εκπτώσεις! Τώρα είναι απασχολημένη να μισεί. Θέλει κάτι αληθινό και ο φασισμός διαθέτει ωμότητα και αλήθεια. Παρουσιάζεται μπροστά της γυμνός όπως τον γέννησε η μάνα του και γίνεται ο κόσμος που δεν την ντροπιάζει. Το ιδεολογικό κενό του καταναλωτισμού δεν μπορεί να καλυφθεί παρά μόνο με μίσος όταν μάλιστα η ανεργία αυξάνει με γοργούς ρυθμούς. Αυτά συμβαίνουν όταν δεν εξηγείς από την πρώτη στιγμή στο λαό σου πού έχουμε μπλέξει, πόσο διαρκεί το μνημόνιο, ποιες θα είναι οι συνολικά οι θυσίες, ποιοι οι κίνδυνοι, ποιες οι προοπτικές. Αυτά συμβαίνουν όταν η Δημοκρατία θυσιάζεται στο βωμό της «σωτηρίας», όταν δεν βρίσκεται ούτε ένας σφυγμός της Δικαιοσύνης. Αφού οι περισσότεροι πολιτικοί δεν είναι έτοιμοι να απαρνηθούν την πελατεία τους, δεν είναι παράξενο που ό,τι πιο «φρέσκο» κυκλοφορεί στην πολιτική ζωή της χώρας είναι οι φίλοι του Κασιδιάρη.

Η έννοια συνείδηση λείπει προς το παρόν από το σταυρόλεξο. Απαιτεί πολλά από τον ερασιτέχνη λύτη. Είναι η λέξη που εμφανίζεται συνήθως τελευταία, αφού έχεις εξαντλήσει όλα τα λάθη που μπορείς να κάνεις. Δεν μπορείς μάλιστα να αναφέρεσαι σε αυτή γιατί είναι σα να κλέβεις, σα να μαρτυράς το happy end που κανείς δε θέλει να δει έτσι απάνθρωπα που κυλάει το έργο. Ο λαός δεν είναι αρκετά πλούσιος ώστε να μπορεί να διατηρεί εκτός από το νοικοκυριό του και μία συνείδηση. Κάποιος Άγγλος το είχε πει αυτό. Ο Χένρι Μίλλερ πάντως ήταν αυτός που έγραφε στην Εποχή των δολοφόνων: «Ποιος είναι ο καλλιτέχνης του λόγου που συγκλόνισε τον κόσμο στο βαθμό που το πέτυχε ο Χίτλερ; Ποιο ποίημα τον αναστάτωσε όπως η ατομική βόμβα; Με ποια όπλα ο ποιητής μπορεί να υπερισχύσει; Ή με ποια  όνειρα; Πού κρύβεται η περίφημη φαντασία του; Η πραγματικότητα μας τυφλώνει ολόγυμνη αλλά πού είναι το τραγούδι που της αξίζει;». Πώς να αγνοήσεις το ερώτημα; Ο διαβασμένος Φύρερ έγραψε 900 σελίδες και αιματοκύλισε την ανθρωπότητα για το δίκαιο αγώνα του. Ο Αντόρνο, με το που αφουγκράστηκε τη θηριωδία, μάζεψε βιαστικά τις κόλλες από τους ποιητές. Τι κάνετε μωρέ; Σταματήστε την ποίηση. Όχι άλλη ποίηση. Δεν είναι δυνατόν να γράφετε ποιήματα μετά το Άουσβιτς, τους είπε και ο αφορισμός του ενισχύει το αρχικό ερώτημα. Πώς να αφοσιωθούμε στον πολιτισμό όταν προελαύνει ο φασισμός; Ποιοι λογοτέχνες, ποιοι ποιητές, ποιοι συνθέτες θα αναλάβουν τον άχαρο ρόλο να αφυπνίσουν το λαό τους που αργοπεθαίνει; Με ποια μέσα, με ποιο ύφος, με ποια μορφή, με ποια ένταση, με ποιο κόστος; Μπορούν να σώσουν κάτι άλλο εκτός από τον εαυτό τους; Πώς να γρατζουνίσεις συνειδήσεις χωρίς να το πάρουν χαμπάρι; Μία βόλτα στο Διαδίκτυο θα τους έπειθε πάντως πως οι λέξεις δεν αρκεί πια να γράφονται, πρέπει και να χαστουκίζουν. Η σιωπή δεν είναι επιθυμητή.

Ωστόσο και να μη φανούν οι πνευματικοί άνθρωποι στην πολιτική ή την τηλεόραση, ζουν ανάμεσά μας. Οι πιο περήφανοι, που είναι συνήθως και οι πιο σπουδαίοι, περιμένουν εμάς να πάμε κοντά τους. Αριστουργήματα πάντα θα γράφονται. Θα έλεγε κανείς ότι ήδη περισσεύουν. Αναγνώστες περιμένουν περίεργους και πεισματάρηδες. Μπορεί να φανεί ελιτίστικο, αλλά τη σοβαρότητα της κατάστασης αντιλαμβάνονται περισσότερο όσοι έχουν το νου τους στα βιβλία κι όχι στα ταμειακά διαθέσιμα. Όσοι θεωρούν πως μία πιθανότητα υπάρχει ακόμα: Η παιδεία και είναι μηδαμινή. Οι άλλες πιθανότητες είναι βίαιες και ασφαλώς πιο κοντινές στην ιδιοσυγκρασία μας. Το έγκλημα μας έβρισκε παραδοσιακά σύμφωνους. Είναι άραγε σκόπιμα αφελείς οι άνθρωποι των γραμμάτων που συνεχίζουν τη δουλειά τους σα να μη συμβαίνει τίποτα ή είναι κι αυτοί προσκυνημένοι; Μπορούμε να γενικεύσουμε, να τους βάλουμε σε ένα τσουβάλι και να τελειώνουμε μαζί τους; Η λογοτεχνία που λέει ότι η κτηνωδία ξεκινάει από την ανικανοποίητη δίψα για αγάπη και δικαιολογεί τους φασίστες, πρέπει να απαγορευτεί άραγε για χάρη της πόλωσης; Ή πρέπει να μπει στο συρτάρι μέχρι να αρχίσουν να μας δανείζουν οι αγορές και αποσυρθεί ο Μιχαλολιάκος στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας;  Η στιγμή πάντως που θα κληθούμε να διαλέξουμε πατρίδα πλησιάζει και η βαρβαρότητα φαντάζει ιδανικός προορισμός για χαμένους, η κρίση μοναδική ευκαιρία για προσκύνημα στα άγια χώματά της. Τι ελληνικό έχει το μίσος εναντίον όλων μένει να φανεί. Θα το διαψεύσουμε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Ο Κάφκα γράφει κάπου: «Μερικές φορές μέσα στην αλαζονεία του ανησυχεί περισσότερο για τον κόσμο παρά για τον εαυτό του». Το παθαίνει συχνά αυτό όποιος γράφει. Καλύτερα όμως να πορευτούμε με αλαζονεία παρά με αυταρέσκεια. Χωρίς αλαζονεία τι μπαίνεις να κάνεις στη μάχη; Ο Μπράντμπερι έφυγε. Κάθε μέρα οι πυροσβέστες του Fahrenheit 451 ανάβουν και σβήνουν φωτιές. Τα βιβλία δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αυτό το ξέραμε- καλύτερα να πούμε το άλλο με τον Κοσμά τον Αιτωλό. Μπορούν πιο εύκολα να τον κάψουν και να τον εκδικηθούν που ακόμα τα σέβεται και δεν τα ανοίγει, να τον αποτελειώσουν επειδή εκείνος που τα ξεφυλλίζει έχει προαποφασίσει τι θα πιστέψει όπως ο Χίτλερ. Όπου κλείνει ένα σχολείο, παραφράζοντας το απόφθεγμα του Ουγκώ, θα λέγαμε πως ανοίγει μία Χρυσή Αυγή. Ο φασισμός που συμβαίνει τώρα επιβάλλει ωστόσο βιβλιοψεκασμούς. Όποιος νομίζει ότι είναι αργά, είναι απλώς ρεαλιστής. Δεν προσφέρει υπηρεσία στην πατρίδα. Κάτι πάγκοι έχουν στηθεί στην παραλία. Μη διστάσετε.


Υ.Γ1. Τη στιγμή που τελείωνα το κείμενο, επισκέφτηκα από περιέργεια ακροδεξιά μπλογκς και έπεσα πάνω σε ένα διαμαντάκι. Ο αρθρογράφος ειρωνεύεται με ευφυή δήθεν αλλά χυδαίο στην πραγματικότητα τρόπο τη λεσβία Λιάνα που πρέπει να ευχαριστήσει τον Ηλία για το χαστούκι. Την έκανε να αισθανθεί γυναίκα κάτι που κανένας σπαγκοραμμένος κομμουνιστής δεν κατάφερε. Αυτό που με εντυπωσίασε στο κείμενο του νεοναζί ήταν ο στίχος της Πλαθ με τον οποίο ξεκινούσε: «Κάθε γυναίκα λατρεύει ένα φασίστα». Άνανδροι όταν δέρνουν γυναίκες και μετανάστες, άνανδροι και οι πιο έξυπνοι από δαύτους όταν ξεκουράζουν τα ποντίκια τους στο χαρτί. Ο στίχος είναι από το περίφημο ποίημα της Πλαθ για τον ναζιστή πατέρα της που όπως λέει ήθελε να σκοτώσει. Στο τέλος του ποιήματος ανακοινώνει ανακουφισμένη ότι τον ξεπέρασε. Από το τέλος που έδωσε στη ζωή της, ωστόσο, μάλλον ο μπάσταρδος, όπως η ίδια τον ονομάζει, είχε προλάβει να απλώσει το χεράκι του στη μοίρα της. Ο αρθρογράφος αυθαίρετα επίσης και εξίσου άνανδρα θεωρεί μόνο τους φίλους του Κασιδιάρη αρσενικά. Μόνο εκείνοι καυλώνουν και ξέρουν να φερθούν στη γυναίκα όπως στ’αλήθεια επιθυμεί: τη βαράνε αλύπητα και εάν επιζήσει της ρίχνουν και ένα παθιασμένο φιλί για να την επιβραβεύσουν για το γερό σαγόνι της. Οι γυναίκες ωστόσο δεν μας καλούν να γίνουμε νεοναζί για να τις κατακτήσουμε. Δε χρειάζεται να μισήσουμε τόσο τον εαυτό μας. Προτιμούν να είμαστε καθημερινά ποιητές και εραστές που ξέρουν τι θα πει χιονιάς, με ικανότητες χαμόγελου και επικοινωνίας. Εκτός από τους φούρνους και τα τάγματα ασφαλείας, επιτρέπεται ακόμα να εμπνεόμαστε από τον έρωτα, τη δημιουργία, τις τέχνες, την ελευθερία, την ιδέα της Δημοκρατίας, την ίδια τη θυσία και την προσφορά. Θέλω να πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να ανάψουν διαβάζοντας ένα πρόστυχο ποίημα του Αντωνάκου, του Σταυρόπουλου ή του Νιάρχου, παρά με καλέσματα μίσους διαφόρων υπανθρώπων που χρειάζονται βοήθεια. Αν είναι να μας πουλήσουν έρωτα για να τους ψηφίσουμε όσοι δε τυφλωθήκαμε ακόμα από την ομαδική μαλακία που τραβάνε στα κανάλια καθημερινά παρά το εμπάργκο, ας είναι. Ελπίζω ότι θα προτιμήσετε τελικά τον αδυσώπητο Ομάρ των Απαράδεκτων και εύχομαι να το κάνετε γρήγορα. Όπου υπάρχουν άνθρωποι που δικαιολογούν καθημερινά την παρουσία τους, δεν υπάρχει κόλαση, παρά τη βία που μετράει τη γη, παρά την αδικία από την οποία δεν γλίτωσε κανείς.

ΥΓ2. Εάν η Χρυσή Αυγή θριαμβεύσει ξανά, θα υποστηρίξω με σθένος την ανεξαρτητοποίηση της Κρήτης. Στο Κοινοβούλιο δε θα έχουμε τα φασισταριά γιατί το δίλημμα παραείναι σαφές για τους μερακλήδες του νησιού. Μουντάκης ή τανκς! Ευτυχώς, οι μερακλήδες το ‘χουνε και ξέρουνε πως γλεντούνε, ξέρουνε να πεθαίνουνε μα ξέρουνε και να ζούνε, γι’αυτό στον ίδιο το Θεό παράκληση θα κάνω, μη τσι πειράζει όσους γλεντούν στον κόσμο τον απάνω, Θε μου Πανάγαθε Θεέ κοίταξε να βρεις τρόπους, να παίρνεις μόνο ψεύτικους και τσι κακούς αθρώπους, ξεδιάλεγε τσι τσ’ άχρηστους και τσι ψευτονταήδες, να αφήνεις μόνο στη ζωή αθρώπους μερακλήδες, που ξέρουνε και τραγουδούν και παίζουνε και χορεύουν, και αγαπούν και χαίρονται και δε σε κοροιδεύουν, να ξαναρχίσει μια ζωή γεμάτη καλοσύνη, αγάπη και καλή καρδιά στον κόσμο να πομείνει, κάμε το Θε μου ετούτο να μην επαναστήσω, κι όλους τσι μερακλήδες μου θα τσι μονοπαντίσω, να αρχίξω γλέντι και χαρά και όπου το βγάλει η βράση, ή που θα σιάξει ο ντουνιάς ή που θα σιοχαλάσει. Αυτά. Μετά από 10-20 χρόνια και αφού πρώτα έχει συμβάλει στο αιματοκύλισμα της πατρίδας, θα υποδεχτούμε στην παρέα μας τον μετανάστη Ηλία που δεν θα έχει χαρτιά. Αφού προκληθεί ένας μικρός πανικός όταν κάποιος προσπαθήσει ανεπιτυχώς να μαχαιρώσει τον «ξένο», θα σηκωθεί να χορέψει όπως τόσο του άρεσε κάποτε να κάνει. Τρυφερή είναι η ήττα, μου άρεσε πάντα ο τίτλος εκείνου του βιβλίου.


Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Χρυσή Αυγή να ξεβρωμίσει ο Τύπος

Η τιμή μου ονομάζεται πίστη. Adolf Hitler.

Δεν αλλάζουμε. Μήτε κάλτσες μήτε αφεντικά μήτε απόψεις, ή αλλάζουμε τόσο αργά που δεν αξίζει πια τον κόπο. Γεννηθήκαμε πιστοί εμείς, μέχρι σκασμού. Louis-Ferdinand Céline.

Εκ βαθέων, Κύριε, τι αρχίδι που είμαι! Arthur Rimbaud.


Μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη της ισχυρής Ελλάδας ο Θανάσης Τριαρίδης δεν την παλεύει. Ενώ εμείς ξεφυλλίζουμε Nitro και Cosmopolitan γαρνίροντας με αντηλιακό τις αυταπάτες μας, εκείνος δημοσιεύει στη Φιλολογική Βραδινή δέκα παρατηρήσεις που αφορούν στο «Εάν αυτό είναι άνθρωπος» του επιζήσαντα από το Άουσβιτς Πρίμο Λέβι. Τι πίνει και δε μας δίνει; Στη δέκατη σημείωση διαβάζουμε την αδιάφορη προειδοποίηση: «Τα Άουσβιτς υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν επειδή τα φτιάχνουν άνθρωποι σαν όλους εμάς, ή όλοι εμείς· κι ακόμη, πως όσο λησμονούμε τη βεβαιότητα να ακουστεί το κοφτό σιγανό Wstavac ένα πρωί, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να είμαστε εκείνοι που θα το προφέρουμε». Το Wstavac ήταν το εφιαλτικό παράγγελμα για την πρωινή έγερση στο Άουσβιτς. Το νέο Wstavac, τηρουμένων των αναλογιών, κυρίες και κύριοι, είναι το εγέρθητι του Καιάδα και μερικές γκόμενες ήδη το βρίσκουν σέξι. Ο άντρας Χρυσαυγίτης θα φορεθεί πολύ αυτό το καλοκαίρι. Δεν είναι όμως το θέμα μας η μόδα.

Το βράδυ των εκλογών διασκέδασα μετρώντας ψηφοδέλτια της μεγάλης έκπληξης των εκλογών. Τα είχα χάσει. Οι αγκυλωτοί σταυροί τρυπούσαν τους φακέλους. Μου έλειπε οξυγόνο παρόλο που όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Όχι, δεν ήμουν σε φούρνο. Ούτως ή άλλως, ο αρχηγός λέει πως δεν υπήρχαν. Σκεφτόμουν τα βιβλία που ακονίζω σπίτι. Την «Κοινοτοπία του Κακού» της Άρεντ, το «Απέναντι στο Ακραίο» του Τοντόροφ, το «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» του Πρίμο Λέβι, το «Πέρα από την ανοχή και την εξιλέωση» του Αμερύ. Θυμόμουν μάλιστα και την ακριβή τους θέση στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να ξεγελάσω την ανησυχία μου. Τα ψηφοδέλτια ωστόσο παρέμεναν 34 και δεν είχα δικαίωμα ούτε να τα σκίσω ούτε να τα βγάλω άκυρα. Ανοίγοντας το ραδιόφωνο, διαπίστωνα ότι το σοκ που έκανε τα χέρια μου να τρέμουν ήταν, στην αρχή τουλάχιστον, κυρίως δικό μου. Μπαίνοντας στα Social Media η απελπισία σχεδόν μου ανήκε. Μάιος, μήνας επαναστάσεων, ένιωθα ηττημένος. Χαιρόμουν για τη συντριβή του δικομματισμού. Ντρεπόμουν- άνοιξε γης μέσα να μπω κόσμε ψεύτη- για το 7%. Ήθελα πρώτη φορά να μου ζητήσουν συγγνώμη και να παραιτηθούν όσοι ξύπνησαν στο λαό τους εμετικά νεοναζιστικά ένστικτα. Μου πέρασε από το μυαλό να φύγω από τη χώρα, να πάω αλλού. Έφταιγε απλά το ότι δεν είχα κοιμηθεί; Μπα. Να την πηδήξω ήθελα και δεν ήτανε εκεί. Μα ούτε ο έρωτας είναι το θέμα μας.

Ο Γιάννης Μπουτάρης, η Νατάσσα Μποφίλιου , ο Θανάσης Χειμωνάς, η Ξένια Κουναλάκη και ο Δημήτρης Ψαρράς είχαν καταθέσει τις προτάσεις τους. Όλες τους είχαν κάτι κοινό: ήταν για πέταμα. Στο φασισμό απαντούσαν βιαστικά και δίχως φαντασία με φασισμό, γεγονός που αντιλήφθηκε ακόμα και η Χρύσπα. Το γνωστό ανέκδοτο συνοψίζει το σκεπτικό τους: Δεν είμαι εγώ ρατσιστής, αυτοί είναι μαύροι. Η λιγοστή δύναμη που απέμεινε στην οροθετική Δημοκρατία μας ωστόσο απέρρεε ανέκαθεν από το ότι άφηνε τους εχθρούς της να δραστηριοποιούνται εις βάρος της (Κριαράς). Το ζήτημα, τουλάχιστον για όσους δεν ήξεραν τι ψήφισαν στις 6 του Μάη, παραήταν απλό. Οι μεγαλοδημοσιογράφοι έβαλαν τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή φυγαδεύοντάς τη προεκλογικά, οι μεγαλοδημοσιογράφοι όφειλαν και να τη βγάλουν. Ήτανε υπόθεση 15 γαμημένων λεπτών. Ο Γουόρχολ τα είχε υπολογίσει σωστά. Τη σκυτάλη εντούτοις από τον εξαιρετικό Σρόιτερ δεν έχασαν και έσπευσαν να πάρουν οι Ευαγγελάτος, Παυλόπουλος, Θεοδωράκης και Θέμος, αποδεικνύοντας πως η ΧΑ είναι εύκολος αντίπαλος για δημοσιογράφους, όχι για τηλεαστέρες που εκτελούν χρέη τους και θεωρούν πως η άγνοια πρέπει να παραμείνει κυβέρνηση όλων των Ελλήνων.

Να αλλάξουμε κανάλι, τώρα, θα ήταν σαν να αλλάζουμε κόλαση(Μ. Ελευθερίου). Το μυαλό πολλών νέων εξάλλου στην ψηφιακή εποχή αυτοϊκανοποιείται αποδεδειγμένα με την πρώτη ατάκα. Δεν έχει χρόνο ούτε για τσιγάρο μετά. Κανείς δεν ολοκληρώνει τη σκέψη του. Του αρκεί να ολοκληρώσει την έξυπνη φράση του. Μόνο στο περίπου ξέρω από πού έχει ξεφύγει όλη αυτή η σύγχυση, ποιοι γονείς ήταν απόντες, ποιοι δάσκαλοι είναι υπεύθυνοι, σε ποια γιουροβιζιονική γκαρνταρόμπα έκρυβε η κοινωνία τόση γύμνια, ποιες πόλεις σέβονται ακόμα όσους είναι βέβαιοι και λησμονούν όσους διχάζονται. Ο Τατσόπουλος είναι χειρότερος φασίστας, θα σου πούνε. Δεν έχει σημασία γιατί παθιάστηκε. Ένας άντρας δεν πρέπει να ξεφεύγει. Ενώ ο Κασιδιάρης, είναι ξεκάθαρος, τα λέει καλά αγαπημένοι αναγνώστες, μερικοί θα συμφωνείτε. Τι να πει κι ο Πεσσόα που υπηρέτησε την ειλικρίνεια όσο κανείς με τα χιλιάδες πρόσωπά του.

Η τάση για μία τελική λύση, το άλλοτε δημιουργικό και το άλλοτε επικίνδυνο τέρας μέσα μας, καθόλου άγνωστη σε όσους την επισημαίνουν, μας δελεάζει να απλουστεύσουμε τα πράγματα, να υποτιμήσουμε εντέλει τον εαυτό μας. Μας καλεί σε μία γοητευτική καθότι αιώνια φυγή, να κάνουμε πράξη την πιο αρρενωπή δειλία μας. Κλείνουμε αφτιά- ζήτημα επιβίωσης βλέπετε- και πέφτουμε για ύπνο: παιδικό λάθος αναμφίβολα για άντρες που νομίζουν πως έτσι θα επιβληθούν ενώ όλα ξεκινούν από τη δική τους υποταγή στην τίγρη μέσα τους. Ο μετανάστης θα απελαθεί πιο γρήγορα απ’ό,τι ο ξένος που κοιμάται στην ψυχή. Παιχνιδάκι η νίκη της τεστοστερόνης που υψώνει φωνή, ξυρίζει κεφάλι και εισηγείται μίσος. Που λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως ο άνθρωπος με την πολυπλοκότητά του, τις αντιφάσεις του, τα αδιέξοδά του, την παρακμή του, είναι μία κουραστική απάτη. Σίγουρα το μοντέλο Τσοχατζόπουλου χρεοκόπησε. Η αντιπρόταση ωστόσο της ΧΑ δεν συνιστά παρά ένα διαφορετικό είδος υποκρισίας- ας την ονομάσουμε υποκρισία πυγμής. Μία γέννα του σαπισμένου συστήματος στο οποίο οφείλει εν πολλοίς την ύπαρξή της και δήθεν καταγγέλλει. Άραγε ο πρώην Υπουργός που είναι έτοιμος να εκτελεστεί σε δημόσια θέα είναι κιόλας νεκρός; Και ποιοι είναι εκείνοι που εκμεταλλευόμενοι την αθλιότητά του έρχονται σαν νέα Άρεια Φυλή να μας παραδειγματίσουν; Από τι καθρέφτες πέρασαν και με πόσες σκέψεις τους στ’αλήθεια πήγαν; Ας έχουν υπόψη τους και αυτοί και οι βιολογικοί γονείς τους (ΠΑ.ΣΟ.Κ-Ν.Δ) ότι κανένας δεν ξεμπέρδεψε για πάντα από τον εαυτό του φωνάζοντας συνθήματα. Αργεί ακόμα πολύ η μοιραία συνάντηση;

Ο Johnny Lee Clary, πρώην αρχηγός της Κου Κλουξ Κλαν, προβληματίστηκε όταν ο μαύρος αιδεσιμότατος Wade Watts επέμενε να του λέει: «Σ’αγαπώ ό,τι κι αν κάνεις και θα προσεύχομαι για σένα». Σήμερα κηρύττει την αγάπη και την ανεκτικότητα ως άντρας που αναγνωρίζει τα λάθη του. Ο Μιχαλολιάκος, που για λόγους ευνόητους τελευταία την είδε παιδί των λουλουδιών, ξέρει καλά πως τα πορνοκάναλα παίζουν καμία φορά και τα Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας. Τα παιδιά με τις μαύρες μπλούζες τα αγαπά μόνο και μόνο επειδή του μοιάζουν. Δε θέλει να γίνουν τίποτα περισσότερο από τον ίδιο-αυτό κι αν είναι προδοσία εναντίον της πατρίδας. Στα σκληρά πρόσωπά τους, όση αριστεροσύνη κι αν τρώω στη μάπα, συνεχίζω να αναγνωρίζω τους πληγωμένους συντρόφους μου, τους ευαίσθητους δολοφόνους του Λουίς Σεπούλβεδα, μερικούς αγνοημένους αγγέλους. Πρέπει όχι μόνο να τους υποστούμε στο εξής αν επιμείνουμε να τοποθετήσουμε τους καθοδηγητές τους στα βουλευτικά έδρανα αλλά και να επιδιώξουμε το διάλογο μαζί τους. Θέλει πάθος για ζωή μια τέτοια προσέγγιση και πεισματάρικη αφέλεια, ανθρώπους καθαρούς, ευαίσθητους και ευφυείς σαν κάτι γέρους στα ορεινά της Κρήτης που είναι φασίστες με τον έρωτα και την ελευθερία-οι μόνες «προσωπικότητες» που ζουν ακόμα στην Ελλάδα. Διαφορετικά ας μην προτάσσουμε την ηθική μας ανωτερότητα απέναντί τους γιατί γινόμαστε περισσότερο γελοίοι απ’όσο ήδη είμαστε στα μάτια τους. Αυτό που έπαθαν θα μπορούσαμε να το πάθουμε κι εμείς. Μην απορήσετε τελικά αν τα θυμωμένα παιδιά αποδειχτούν πιο ζωντανά από όλους μας. Είναι καθήκον μας να κερδίσουμε το σεβασμό τους, να τους μιλήσουμε με υπομονή, να αισθανθούν πως κάποιος άνθρωπος έπεσε ξαφνικά πάνω τους. Αν δεν το κάνουμε, το πάθος για τη σφριγηλή ιδεολογία τους θα κερδίσει την μπανάλ αλαζονεία μας. Το τέλος θα είναι οδυνηρό αλλά και τόσο μα τόσο προβλέψιμο.

Light φασισμός, θα το λέμε και θα το ξαναλέμε, είναι φυσικά όσα συμβαίνουν. Τον εκπροσωπούν επάξια οι απίθανοι τύποι που μας έφεραν εδώ και τώρα μας σώζουν. Σε κάθε επικαιροποίηση του μνημονίου, επικαιροποιούσαν και έναν Χίτλερ μέσα στον καθένα μας. Ο Φίρερ όμως πρέπει να συντριβεί άμα τη εμφανίσει του. Η εξέγερση είναι αναγκαίο να γίνει με όρους ανθρώπινους, όρους ζωής και δημιουργίας, όρους αυγής αληθινής. Ήταν η ίδια η Δημοκρατία που μας έβαλε μπροστά στο δίλημμα Τραπεζίτες ή Χρυσαυγίτες, η ίδια η Δημοκρατία πρέπει και να μας απαλλάξει απ’ αυτό. Αν δεν το κάνει, υπάρχει πάντοτε εκείνο το χωριό.

Ας μη με δείρουν πολύ όσοι υποστηρίζουν με πάθος τη ΧΑ και τύχει να με διαβάσουν. Αλήτης και ρουφιάνος είμαι γι’αυτούς υγιής, αλήτης και ρουφιάνος θα είμαι και με μώλωπες. Σε αρκετά απ’όσα λένε εξάλλου δεν έχουν άδικο. Το αν έχουν δίκιο όμως είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση που πρέπει να τους απασχολήσει σοβαρά εάν στ’ αλήθεια έχουν κάτι να προτείνουν εκτός από στρατιωτική πειθαρχία και μαγκιά συνοικιακού γυμναστηρίου. Με δυο λόγια, χωρίς ουρανό, θάλασσα και ένα κορμί, για να μην πω πάλι λέξη «κακή», αδέρφια Ευρωπαίοι, η λιτότητα θα ήταν ορθολογική. Χωρίς ουρανό, θάλασσα και ένα κορμί, αδέρφια Χρυσαυγίτες, θα είχε δίκιο η δική σας η Αυγή. Καιρός να κοιτάξετε στην Βιάννο που σας διώξαν ή κι αλλού. Κατά τα άλλα αλληλεγγύη παντού, με ντου, γαμώ το Δ.Ν.Τ.

Υ.Γ  Το κείμενο ασφαλώς και δεν το έχω γράψει εγώ. Μπήκε το όνομά μου από κάτω εν αγνοία μου. Μετά από χρόνια θα αποδειχτεί ότι ο Νίκος Μιχαλολιάκος ήταν ο συντάκτης του. Στο άκουσμα της συνταρακτικής αποκάλυψης οι ατομικές συνειδήσεις θα γίνουν ξαφνικά συνειδήσεις ολόκληρης της ανθρωπότητας (Κρισναμούρτι) και θα πάψουν να αποτελούν αποκλειστικά μία εβραϊκή επινόηση όπως πρόλαβε να διδάξει ο Αδόλφος. Ύστερα, αρκετά απότομα, κι ενώ στα όνειρά μου θα περπατώ αμέριμνος σε μία έκθεση νεκρού βιβλίου, θα ξυπνήσω γιατί θα ακουστεί πιο βροντερό από ποτέ εκείνο το Wstavac.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Συγκυβέρνηση αυγών


Χωρίς τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής. Γιατί στην Κρήτη μεγαλύτερος φασίστας είναι ακόμα ο έρωτας.

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Το αριστερό

Από την ώρα που οι τράπεζες προκήρυξαν εκλογές, το έθνος ξέσπασε σε πανηγυρισμούς. Όχι ότι καιγόταν να εκφραστεί, ούτε είχε έρθει η ώρα του Καραμανλή. Απλώς ήξερε ότι η προεκλογική περίοδος χρησιμοποιείται πλέον σα διαφημιστικό διάλλειμα στον τηλεμαραθώνιο λιτότητας. Τι κι αν τα περισσότερα κόμματα παρουσίαζαν τις ίδιες δανειακές συμβάσεις; Τίποτα δε μας χαλούσε τη διάθεση. Όποιος έγραφε καλάσνικοφ έπαιρνε άριστα 10 likes. Μερικοί σκέφτονταν να κρεμάσουν την αμφιβολία. Όποιος χρησιμοποιούσε ερωτηματικό ήταν, δεν ήταν, πράκτορας των Γερμανών. Όλοι ανεξαιρέτως ήθελαν τώρα να ψηφίσουν. Μέχρι και ο φίλος που φωνάζει αποχή έπαψε να είναι βάσανο. Σνόμπαρε τις κάλπες όταν είχαμε Δημοκρατία κι αυτή για να ανθίσει: «δεν αρκεί να είναι ελεύθερη η κοινή γνώμη, είναι ανάγκη και να επηρεάζει τη βούληση της εξουσίας» έγραφε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Τα νέα μέτρα όμως είχαν ήδη συμφωνηθεί για τον Ιούνη. Το μέλλον εν πολλοίς είχε προαποφασιστεί. 

Δεν αποτέλεσε λοιπόν έκπληξη που η εκλογική μάχη έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά. Η έλλειψη αυθεντικού πάθους, η εξουσιομανία δίχως ευγενείς φιλοδοξίες, η απουσία κοινού οράματος, η υποψία ότι:«θέλομε δε θέλομε, θα μας εσώσουν» όπως λέει ο ποιητής, η νωθρότητα των νέων πολιτικών να συντάξουν ένα διαφορετικό λόγο, ήταν μερικά από τα αίτια της πλήξης. Ακόμα και η μουσική από τους Πειρατές της Καραϊβικής ήταν πιο εμπνευσμένη από κάθε εκφραστικό μέσο που χρησιμοποίησε ο Αντώνης Σαμαράς. Το διάχυτο τίποτα επισκίασε το λόγο. Παραφράζοντας τον Ντοστογιέφσκι παρακαλούσαμε:«Πες μου ψέματα, μα με το δικό σου, τον προσωπικό τρόπο και τότε εγώ θα σε ψηφίσω». Μα φαίνεται πως έλειπαν και τα ολοκαίνουρια ψέματα και οι έντιμοι ασυνεπείς που θα τα επινοούσαν. Οι εκλογές, ας το παραδεχτούμε, έβγαζαν πάντοτε στην επιφάνεια το χειρότερό μας εαυτό, εαυτό πιο άγνωστο και από πρωτοεμφανιζόμενο υποψήφιο.

Οι temporarily embarrassed billionaires του Στάινμπεκ θα αναζητήσουν εναγωνίως τις επόμενες ώρες τα φαντάσματα της ειλικρίνειας του Κέρουακ. Υπάρχουν άραγε και πώς τα αναγνωρίζει κανείς; Δύσκολο εγχείρημα, ενδεχομένως αδύνατο να βρεθεί ένα κόμμα που δεν τα ντροπιάζει. Το αποσυντονιστικό στοίχημα ενάντια στη φύση και στους θεούς, η Δημοκρατία μας σύμφωνα με τον Σαβατέρ, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με αδιάφορο πείραμα. Οι εκλογές ωστόσο παραμένουν κρίσιμες αν αναλογιστούμε ότι ίσως αναδείξουν τους βουλευτές με τους οποίους θα χρεοκοπήσουμε. Προσωπικά, είμαι αναποφάσιστος. Ανέκαθεν υπήρξα καλύτερος στο να υποδεικνύω τι πρέπει να κάνουν οι άλλοι. Στο παραβάν πάντως θα πάρω μαζί μου μια φράση του Γερμανοεβραίου Βάλτερ Μπένγιαμιν:«Στις μέρες μας κανείς δεν πρέπει να επιμένει πεισματικά σ’αυτό που ξέρει. Η δύναμη έγκειται στον αυτοσχεδιασμό. Όλες τις αποφασιστικές γροθιές θα τις δώσει το αριστερό». Μου φαίνεται καλός οδηγός για ολόκληρη την Ευρώπη.

«(Ο λαός) δεν είναι ελεύθερος παρά τη στιγμή που εκλέγει τα μέλη του κοινοβουλίου του. Μετά την εκλογή τους γίνεται σκλάβος, δεν είναι τίποτε. Αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιεί την ελευθερία του, όταν την έχει, δικαιολογεί απόλυτα γιατί τη χάνει» έγραφε ο Ρουσσώ στο Κοινωνικό Συμβόλαιο δικαιώνοντας όσους επιμένουν να υπενθυμίζουν πως εάν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, θα ήταν παράνομες. Μέχρι το επόμενο ραντεβού, ωστόσο, ίσως να μη δικαιούμαστε όλοι επίδομα ψήφου. Τι παραπάνω έχει το Twitter; Γιατί το κάνουμε να φαίνεται πιο δύσκολο απ’ό,τι είναι, ποτέ δεν το κατάλαβα. Μοιάζει σχετικά απλό. Το διασκεδάζουμε και δεν ψηφίζουμε καριόληδες. Τα καθήκοντά μας, αυξημένα όσο θερίζει η βαρβαρότητα, τα αναλαμβάνουμε στις 7 του Μάη. Η αποχή από Δευτέρα θα είναι ασυγχώρητη.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Ώφου, μαρτύριο

Έχουμε και λέμε, ανεύθυνε αναποφάσιστε:

Κοινωνική Συμμαχία;
Δημοκρατική Συμφωνία;
Οικολόγοι Έλληνες;
Ανεξάρτητοι Πράσινοι;
Δημοκρατία Ξανά;
Δημιουργική Αριστερά;
Αντικαπιταλιστική Αριστερή Δράση;
Κομμουνιστικό Κόμμα Πειρατών;
Λαϊκός ορθόδοξος Σύριζα;
Εργατικό Επαναστατικό Όχι;
Πολιτική παράταξη συνεχιστών του ΠΑ.ΣΟ.Κ;
Χρυσή Δημοκρατία; 

Διάλεξε κάτι. Ελέησε τη Singular. Αργότερα μετανιώνεις με την ησυχία σου.


Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Έγκαυμα


Όταν συναντώ κάποιον που αρχίζει και μιλάει για τους «εχθρούς» ενώ τα μάτια του παίρνουν μια παγωμένη λάμψη, νοιώθω ότι χρειάζεται άμεση παρακολούθηση και θεραπεία. Στέφαν Τσβάιχ.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Θάνατος Τσοχατζόπουλου και υπόθεση Μητροπάνου

Τα Μίντια θάβουν ακούραστα την ανθρωπότητα. Ωστόσο τίποτα δραματικό δεν υποπίπτει στην αντίληψή μας είτε επειδή ζούμε μπροστά στη μικρή οθόνη είτε διότι η καθημερινότητά μας μοιάζει με τον μικρόκοσμο του Μπαλοτέλι. Ο Μπροντιγιάρ θα προσυπέγραφε την παράδοξη διαπίστωση. Όταν πεθαίνει ο άλλος, δεν θίγεται τίποτα δικό μας. Κάπως έτσι εξηγείται και η απέχθεια των τηλεθεατών για τους δημοσιογράφους σε αντίθετη περίπτωση. Κανείς δικός μας δεν θα έφευγε εάν κάποιοι δεν φρόντιζαν άμεσα, ξανά και ξανά, να το ανακοινώσουν. Η είκοσι τεσσάρων ιντσών γεροντοκόρη του σαλονιού τρελαίνεται ακόμα να μας βγάζει οικογενειακές φωτογραφίες παρά τη θέλησή μας. Μας χωράει όλους στο ίδιο δελτίο, ένα πλάνο πιο πέρα. Επιμένει δογματικά ότι η επικαιρότητα, συνδυάζοντας νέα ρεπορτάζ με πλάνα αρχείου, δημιουργεί μία πικρή αλλά αδιαίρετη πραγματικότητα. Δεν σου επιτρέπει να διαλέξεις ποιους θα φας και ποιους θα αφήσεις. Οι καλοσυνάτοι δολοφόνοι βυζαίνουν τώρα το μυστικό που αποκάλυψαν με το βλέμμα στραμμένο στους τηλεοπτικούς δέκτες, προσδοκώντας σε ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα. Ο Μπρέιβικ, που χαμογελάει για να ενημερώσει τα πλήθη και να διαφημίσει την τρέλα του, αποτελεί κατασκεύασμα μίας παράπλευρης μιντιακής παράνοιας. Χωρίς τις κάμερες, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο. Αν μετάνιωνε ποτέ για κάτι, θα ήταν που δεν τις είχε μαζί του την ώρα του μακελειού.

Το Ίντερνετ υπερτερεί σε δυνατότητες. Το ποντίκι είναι πιο ευέλικτο απ’ ό,τι το τηλεκοντρόλ. Δεν αντέχει η τηλεόραση να το παίζει πολιτισμένη. Η ύβρις την ανανεώνει. Στη χώρα μας το περίφημο έλλειμμα αποκαλύπτεται ξεκάθαρα εξαιτίας της. Διαφορετικά, το όνομα Τσοχατζόπουλος δεν θα ακουγόταν την ημέρα που πήρε ρεπό ο Μητροπάνος ούτε για αστείο. Την ώρα του θρήνου των οικείων του, οι παρουσιαστές της θα έπιναν ένα τραγούδι του για να τους πέσει ο προεκλογικός πυρετός. Η ζωή συνεχίζεται, καλά τους είπανε, αλλά όχι κι έτσι. Με τη μανία τους να παίζουν συνέχεια πλάνα του νεκρού πολιτικού, διαδίδοντας ταυτόχρονα ψευδώς ότι ο τραγουδιστής πέθανε, κερδίζουν άνετα κρεβάτι σε ψυχιατρική κλινική αποτοξίνωσης από τον καθρέφτη της πραγματικότητάς τους. Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες. «Τώρα χορεύω εγώ» επέμεινε και ο Μήτσος μέσα μου μαχαιρώνοντας τον Άκη, όχι πια για τις Βεργούλες αλλά για τη Ρόζα. Το υγρό καμπαρέ περιμένει. Ποιος τη χέζει στο κάτω-κάτω την αθανασία;



Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Παρερμηνείες

«Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις» O. Ελύτης.

Στις 4 Απριλίου του 1968, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονούνταν στο Μέμφις. Οι εχθροί του δεν τόλμησαν να πουν ότι αυτοκτόνησε εξαιτίας όσων ονειρευόταν. Ο στόχος είχε επιτευχτεί από τις σφαίρες. 44 χρόνια μετά, ο Δημήτρης Χριστούλας τίναζε τα μυαλά του στην Πλατεία Συντάγματος. Οι συγκλονισμένοι στα Κοινωνικά Δίκτυα, βιαστικοί δήμιοι αρκετοί από αυτούς, μίλησαν για δολοφονία του από το κράτος στερώντας ακαριαία από την αυτοκτονία του την ίδια της τη σημασία.

Ο αδικοχαμένος, από την πρώτη στιγμή που έγινε η είδηση γνωστή, παρουσιάστηκε περίπου σαν ένα άβουλο και κακόμοιρο πλάσμα που το χέρι του όπλισαν οι γνωστοί-άγνωστοι κυβερνώντες. Η ανάλυση, που δεν τοποθετεί βεβαίως ανάμεσά στους πιθανούς ηθικούς αυτουργούς τον Γιώργο Τράγκα, τον Στέφανο Χίο ή τον Δημήτρη Καζάκη, πρόσωπα που χρησιμοποιούν συχνά την ακραία ρητορική του μακαρίτη, φαίνεται να μη λαμβάνει υπόψη της το ψυχικό σθένος ενός ηλικιωμένου αυτόχειρα που σηκώνεται το πρωί και πηγαίνει στο πιο κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας για να γίνει ο δολοφόνος του εαυτού του. Υπάρχει κάτι αντιηρωικό στην αυτοκτονία για τους επαναστατημένους. Αν δεχτούμε ότι αυτοκτόνησε, το έκανε εξαιτίας της απάθειάς μας, άρα είμαστε συνυπεύθυνοι. Αν τον δολοφόνησαν, φταίνε εκείνοι που θέλουμε να φταίνε, οπότε όλα καλά.

Η πολιτική πράξη του 77χρονου ήταν φυσικό να μην πετύχει το στόχο της αφού σχεδόν της απαγορεύτηκε από την πρώτη στιγμή να ιδωθεί ως τέτοια. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη βούληση στην απελπισία. Η τελευταία επιθυμία του συνταξιούχου φαρμακοποιού ήταν να κρεμαστούν μία μέρα οι εθνοπροδότες από την εξεγερμένη νεολαία. Όπως όμως στα μεγάλα έργα τέχνης, κάποια πράγματα πρέπει να αποσιωπούνται για να τα αποκωδικοποιεί ο δέκτης. Οι νέοι δεν πείθονται από τα λόγια ενός γέρου. Οι νέοι καταλαβαίνουν μόνο από ανεργία. Η ελληνική άνοιξη, εάν και όποτε έρθει, θα χρειαστεί το αίμα τους και η επανάσταση τα εγώ τους.

Όσο το βαθύ Twitter έψαχνε έναν Κορκονέα, την ίδια στιγμή το πολιτικό σύστημα προσπαθούσε διακριτικά να αποσυνδέσει το γεγονός από την οικονομική κρίση θυμίζοντας τη Γενική Γραμματεία του Κομμουνιστικού Κόμματος μετά τη δολοφονία του Μαγιακόφσκι. Οι Σταλινικοί βιάστηκαν τότε να πληροφορήσουν τον κόσμο πως η αυτοκτονία του μεγάλου ποιητή:«δεν έχει καμία σχέση με τις κοινωνικές και λογοτεχνικές ασχολίες του», πράγμα που είναι όπως έγραφε ο Τρότσκι:«σαν να λες ότι ο θάνατός του δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή του ή ότι η ζωή του δεν είχε τίποτα κοινό με την επαναστατική και ποιητική δημιουργία του. Είναι σαν να μεταβάλεις το θάνατό του σ’ ένα τυχαίο μικρογεγονός!». Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι δίχως οράματα θανάτου δεν γίνεται ποίηση. Δίχως τη ζοφερή οικονομική ατμόσφαιρα, δύσκολα τραβάς σκανδάλη.

Ο Ντοστογιέφσκι ήξερε, σύμφωνα με τον Τριαρίδη, ότι το μυστικό του κόσμου βρίσκεται πίσω από την κουρτίνα. Είναι μερικές φορές που οι τίτλοι των ειδησεογραφικών πόρταλ και των εφημερίδων λένε περισσότερα από όσα μας αρέσει να υποθέτουμε, από όσα μας βολεύει να παραβλέπουμε, πιο πολλά από τα σημειώματα που αφήνουν πίσω τους οι αυτόχειρες, λιγότερα από όσα μπορούν να μας πουν τα παιδιά τους. Αυτοκτόνησε ηλικιωμένος στην Πλατεία Συντάγματος. Και φαινόταν πολύ νόρμαλ. Τελεία. Ας βάζουμε πού και πού και καμία τελεία.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Συναδελφικότητα

Η λογοκρισία είναι η ψυχή της Δημοκρατίας.


Φίλε Ματατζή, χθες χτύπησες τη Ρένια Μάνου. Χτύπα αύριο την Έλλη Στάη και είμαστε εντάξει.

Το χρέος του λευκού ανθρώπου

Αποδέξου το χρέος του Λευκού ανθρώπου

Και η ανταμοιβή σου θα είναι πάντα η ίδια:

Η κατάρα όσων σπλαχνίζεσαι,

Το μίσος εκείνων που βοηθάς,

Το παράπονο όσων οδηγείς

(δυστυχώς με αργό ρυθμό) στο φως…

Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ εκθειάζει την Αποικιοκρατία στο ποίημά του White man’s burden.

Δε μου αρέσει να αφήνω ερωτήματα αναπάντητα. Ας τελειώνουμε λοιπόν. Γιατί δεν τους παίρνουμε σπίτι μας; Έλα μου ντε. Καλωσορίζω την πρόκληση και σου απαντάω φίλε. Είμαι αυτός που όταν γράφεις τα δικά σου, δεν σου κάνω ούτε block ούτε report. Μη θαρρείς όμως ότι δεν έχω την ασθένεια που ονομάζουμε άποψη. Τελευταία ακούω συνέχεια, μαθαίνω συνέχεια, σωπαίνω συνέχεια. Αν προλάβω, θα γίνω ανόητος.

Κατ’αρχάς να σου συστήσω τον αδερφό μου, τον Μοχάμεντ. Δε μοιάζουμε πολύ γιατί δεν έχεις φαντασία. Αν τον αφήσω να κοιμηθεί ένα βράδυ σπίτι μου, θα σηκωθεί μες στη νύχτα και θα με σκοτώσει όπως ο Κάιν τον Άβελ. Ποιος τον αδικεί; Καμιά φορά τον βλέπω να ζητιανεύει και δεν καταλαβαίνω γιατί δε με σφάζει. Στη θέση του, δεν θα χρονοτριβούσα. Εκείνος περιέργως μοιάζει να με συμπαθεί. Νομίζω ότι ο δυτικός πολιτισμός οφείλει πολλά στην εξάντληση των εξαθλιωμένων και των εργαζομένων. Το έλεγε κι ο Ρενάρ:«Δεν έχω εχθρούς, δεν έχω βοηθήσει κανένα».

Εγώ δεν τους παίρνω σπίτι μου λοιπόν. Φοβάμαι. Ικανοποιήθηκες τώρα; Το μόνο που θέλω είναι αν είναι αν με σκοτώσουν, να μην είμαι τουλάχιστον στη γειτονιά μου. Γούστα είναι αυτά, παραξενιές ενός εφιάλτη μου. Έννοια σου και σε βλέπω πώς τους κοιτάς. Σκέφτεσαι να τους συλλάβεις επειδή παραβιάζουν κάδους! Αν είναι να γίνεις πιο ανταγωνιστικός και να ιδρώνεις περισσότερο, κάντο. Χρειάζεται και το Κεφάλαιο μια φαντασίωση στο κρεβάτι του. Στα 12ποντα της γκόμενάς σου στηρίζεται ο καπιταλισμός. Πριν μας βομβαρδίσουν οι σύμμαχοι εξαιτίας της τεμπελιάς μας, φρόντισε να ανακαταλάβεις την πόλη σου. Ο φτωχός να σε έχει καλά στον δίκαιο αγώνα σου. Δε σκοπεύω να βοηθήσω.

Είπε κάποτε μία δούκισσα: «Δεν μπορώ να κάνω χωρίς αυτό που μου είναι αδιάφορο». Η κοινή ανάγκη που περιγράφει η φράση ήταν το χαλί του καπιταλιστικού μας ονείρου, αγαπητέ φίλε. Όλοι μπορούσαμε να γίνουμε κάποιοι καταναλώνοντας, να έχουμε ξεσπάσματα ενδιαφέροντος, να κουνάμε το δάχτυλο επιτιμητικά προς όσους έθεταν σε κίνδυνο το κοινωνικό συμβόλαιο: σεβασμός στη διαφορετικότητα της αδιαφορίας του άλλου. Αλληλεγγύη απέναντι στα ζώα ή στους διάσημους, ποτέ στους όμοιούς μας, ακόμα πιο σπάνια στους διπλανούς μας. Προείχε το ασήμαντο που αντικαθιστούσε την απουσία παθών. Ήμασταν οι καλύτεροι αρκεί να προλαβαίναμε να επιτεθούμε εγκαίρως. Ποιος να μας το έλεγε ότι κάτω από την επιτυχία περίμενε η σφουγγαρίστρα;

Είμαστε δίκαιοι, λέγαμε οι Δυτικοί και καταδικάζαμε για πρωινό έναν αθώο. Είμαστε ειλικρινείς, ισχυριζόμασταν και παχαίναμε τρώγοντας τα ψέματά μας. Είμαστε αθώοι, φωνάζαμε και το πιστεύαμε γιατί δεν βρισκόταν ένας αστυνομικός να μας πυροβολήσει. Αλλά είμαστε ένοχοι. Και η ενοχή μας είναι ένας λόγος παραπάνω για να μιλήσουμε και να απαντήσουμε. Σε γενικές γραμμές, παραδόξως, συμφωνούμε αλλά αυτό είναι κάτι που για κάποιο περίεργο λόγο δεν επιτρέπουμε στους εαυτούς μας. Όσο μας παρατηρώ να συζητάμε, αμφιβάλλω αν μας αφορά στ’αλήθεια μία λύση. Πεθαίνοντας και κάνοντας, αυτό είναι το μότο μας. Ας πεθάνουν κι ύστερα βλέπουμε τι θα τους κάνουμε. Μόνο οι νεκροί εδώ που φτάσαμε θα μπορούσαν να μας ξυπνήσουν.

Άπειρος καθώς είμαι, ξέφυγα και μόλυνα το δημόσιο διάλογο με ιδιοτροπίες εκτός νόμου. Επιπλέον δε σου κρύβω πως με λύπη μου διαπιστώνω ότι είσαι εντιμότερος από μένα γιατί το μίσος σου ήταν ανέκαθεν ειλικρινές και επίμονο. Το δικό μου ενδιαφέρον θα εξαντληθεί για κάποιες μέρες μετά το κείμενο που διαβάζεις. Μέχρι πρότινος νόμιζα ότι η αυτοκριτική είναι κάτι σαν το peeling ή κανένα καινούριο application του Facebook. Αποδέχομαι ιπποτικά την ήττα και σε χειροκροτώ ολόθερμα για την διαολεμένη ευφυΐα του ερωτήματός σου που με ξεμπρόστιασε. Δε θα αρχίσει όμως μια μέρα ένας τρελός να χορεύει γύρω από έναν άστεγο και να ρωτά: «Ποιος το έκανε αυτό; Ποιος τον έβαλε αυτόν εδώ;». Θα βρεθεί. Και δε θα κάνει πίσω μέχρι να πάρει μία σαφή απάντηση και για μένα και για σένα.

Τι σχέση έχουν τα στρατόπεδα με το Άουσβιτς, ρωτάς και ξαναρωτάς. Αφελή θα σε χαρακτήριζα αμέσως και θα θύμωνες πιο πολύ. Τα πάντα έχουν σχέση με το Άουσβιτς κουτέ γιατί τίποτα το ανθρώπινο δεν πρέπει να μας είναι ξένο. Εάν αυτός ο κόσμος δεν επιτρέπει ευαισθησίες πέραν των οικολογικών ή εκείνων της Μαριάννας Βαρδινογιάννη, δεν έχει πια άλλοθι ύπαρξης, δε νομίζεις; Φυλακίζοντας ανθρώπους για να τους παρέχουμε τα απαραίτητα, ακυρώνουμε το ταξίδι θανάτου που κάνουν για να κερδίσουν την ελευθερία τους. Δεν αποδεχόμαστε καμία λύση που περιέχει το όνομα στρατόπεδα! Αυτή θα έπρεπε να είναι η θέση των τοπικών κοινωνιών. Αν συναινέσουμε στη βαρβαρότητα για τους άλλους, εγκρίνουμε εκ των προτέρων τη δόση της που οι ίδιοι θα υποστούμε- έχει μείνει ακόμη αρκετή για μας που αποδεδειγμένα αγαπάμε το τομάρι μας. «Ζωή, όχι επιβίωση» γράφουμε παρακαλώντας τους τοίχους. Οι δικτάτορές μας όμως που παρέλασαν προχθές στους Φακέλους δε θα μας αφήσουν να πάρουμε ανθρώπινη ανάσα. Ταυτόχρονα σαν άσχετοι πατάμε στην μπανανόφλουδα των εταίρων. Ποιους θα βοηθήσουμε; Τους Έλληνες; Αυτοί στοιβάζουν σε στρατόπεδα ψυχές. Ανάψτε ξανά τους φούρνους της λιτότητας. Με δυο λόγια, αν η λύση που προτείνετε κύριε Υπουργέ είναι τα κέντρα κράτησης, προτιμώ να παραμείνω υποκριτής. Καλά δεν περνούσαμε όταν παριστάναμε τους ανήξερους;

Στα χρόνια της Αποικιοκρατίας οι κατακτητές ήταν οι «αγγελιαφόροι του Θεού», οι «ταξιδιωτικοί πράκτορές» του. Αυτόν θέλω να δεις φίλε στα μάτια του Μοχάμεντ. Όχι τον αγγελιαφόρο του Διαβόλου όπως λέει ο Γκαλεάνο αλλά τον απεσταλμένο του Θεού. Του Θεού σου που πέθανε. Μην ταράζεσαι. Το ξέρω ότι ως πνευματικό σου πατέρα αναγνωρίζεις μόνο τον Χριστόδουλο. Ο εκπολιτιστής που προτείνω και για τους δυο μας ήρθε να μας εκπαιδεύσει στα δύσκολα και να μας αφυπνίσει με το παράδειγμά του. Κανονικά θα έπρεπε να έρθει πάνοπλος και να μας βάλει μπροστά στο δίλημμα που του έβαλαν οι πρόγονοί μας: Δώσε μας ό,τι έχεις, διαφορετικά λιμοκτονείς.

Εσύ φυσικά είσαι έτοιμος να αποδεχτείς το χρέος του Λευκού ανθρώπου όπως σου έμαθε ο Κίπλινγκ. Το 2025 που οι «λάθρο» θα είναι περισσότεροι από τους Έλληνες ίσως βάλεις σε εφαρμογή και την τελική λύση. Γιατί ενύχτωσε και οι βάρβαροι έχουν φτάσει. Παρά την μέριμνά σου, ωστόσο, θα παραμείνεις περισσότερο λευκός παρά άνθρωπος. Μέρα-νύχτα, αυτό το χρέος θα ξεπλένει από πάνω σου το λευκό σαπούνι σου. Αν γλιστρήσει όμως, αναγκαστικά θα σκύψεις να το πάρεις. Και τότε δε σου εγγυώμαι τίποτα.

Υ.Γ Ο Πρίμο Λέβι μέσα στο Άουσβιτς και αφότου αποφυλακίστηκε έβλεπε συνεχώς το ίδιο τρομερό όνειρο: να διηγείται τις εμπειρίες του σε ανθρώπους που δεν τον προσέχουν. Είχαν πάρει την απόφασή τους. «Οι μεγάλοι πόλεμοι γίνονται αλλού, οι μεγάλες συμφορές συμβαίνουν σε άλλους»(Τσβετάν Τοντόροφ). Το πιστεύετε ακόμα;

(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi).

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Ποιητικά πλακάτ

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο. Χειμώνας, κρύωνε. Τι περιμένεις; του λέω. Τον άλλον αιώνα, μου λέει. Λειβαδίτης.

Μην του μιλάτε είναι άνεργος, τα χέρια στις τσέπες του σαν δυο χειροβομβίδες. Καρούζος.

Να γίνεις λέει Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος. Αναγνωστάκης.

Έξοδα, έξοδα, έξοδα…Νά’ χα ένα μεροκάματο! Κ. Κουλουφάκος.

Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους
βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης.
Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους…
Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης. Δ. Σολδάτος.

Ασπόνδυλα φερέφωνα καλμάρουν συνειδήσεις,
σαν είδωλα εγγαστρίμυθα βομβίζουν, τιτιβίζουν,
ναρκωτικές μοστράρουν στην τιβί καυτές ειδήσεις,
κι εμάς, αλλού, σε ξένο τόπο, αλλάργα αποκοιμίζουν
αδέσποτες οι σφαίρες που σφυρίζουν. Γ. Κεντρώτης.

Πρώτο που αυτοί αποφασίζουνε πως κινδυνεύομε και πως θέλομε δε θέλομε θα μας “εσώσουν”. Κακναβάτος.

Πέσαμε πάνω τους και τούς λιανίσαμε: χίλιοι άντρες ολομόναχοι ενάντια σε επτά ολόκληρα κουφάρια. Αρχίλοχος.

Κάθε φορά αποφασίζω να τους ξεπληρώσω,
κουρέλια να τους κάνω,
με χαμόγελα, με λόγια τρυφερά,
με καλοσύνη.
Πάντοτε με στριμώχνουν όμως
με αναγκάζουνε ν’ απολογούμαι
στο τέλος να καταδικάζομαι.
Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία. Γ.Ιωάννου.

Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει πάνω μας καθώς διαβαίνει. Καρυωτάκης.

Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
είναι η απάθεια των θυμάτων του
όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται,
τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν.
Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο,
θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους. Χιόνης.

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στις τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε! Κ.Ουράνης.

Για τα αλλού-μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ'όλην την γη την χάλασες. Καβάφης.

Δυστυχώς και η γη με δικά μας έξοδα γυρίζει. Ελύτης.

Κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος. Τριπολίτης.

Βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ'αλήθεια
τα πόδια του τα ίδια. Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Κι αφού τόσο εύκολα τις έννοιες διαστρεβλώνουν και τη δειλία λένε λογική, ρεαλισμό την προδοσία και τη σκλαβιά, γιατί όχι λευτεριά δε θα μας πουν; Παναγούλης.

Και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς. Γκάτσος.

Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος. Το νου σου ε; Γώγου.

Χιλιάδες σουπερμάρκετ γεμάτα πράματα, γιατί δεν τα βουτάμε για τα γεράματα; Άσιμος.

Ν' αλλάξουμε αέρα. Πρέπει ν' αλλάξουμε κόλαση. Ελευθερίου.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου του φονιά το μαχαίρι στομώνει•
να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει. Λ.Κουκούλας.

Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί
κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσα τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους. Ρίτσος.

Όσοι χρόνια κολυμπάτε αμέριμνοι μέσα στα μάτια μου, κάποτε θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω. Γιάννης Βαρβέρης

Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε, μην είσθε ενάντιοι κ’ εχθροί. Ρήγας Βελεστινλής.

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα. Σαραντάρης.

Και μην ανοίγεις όσο κι αν χτυπούν. Φωνάζουν μα δεν έχουν τι να πουν. Γ. Σεφέρης.

Για μένα ο μεγαλύτερος πολιτικός της χώρας
Θα ‘ναι ένας νέος Περικλής που με καημό και θάρρος
Θα κάνει απλώς μια ένεση στον τόπο ευθανασίας
Να ’ρθει ταχύς ο θάνατος και σπλαχνικός ο χάρος. Ν. Φωκάς.

Έλληνα! Ε, Έλληνα! Του κάμω, τι ζητάς εδώ; είμαι νεκρός, μου κάμει. Ν. Εγγονόπουλος.

Κοιμούνται οι Μούσες στον Ελικώνα

στα μουσεία τ’ αγάλματα νοσταλγήσαν το χώμα
το κάρβουνο εντείνει τις γραμμές του πευκώνα
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα. Κ. Σοφιανός.

Με την ψυχή γεμάτη κόσμους, χωρίς χαλινάρια ή παρωπίδες. Γ. Θεοτοκάς.

Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου. Δ. Σολωμός.


Υ.Γ Λυπάμαι που χαλάω την ωραία ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι χορηγοί και οι συμμετέχοντες, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί σήμερα θα διαδηλώσουν οι «ποιητές». Ποιητική αδεία προφανώς. Οι στίχοι των μεγάλων του σιναφιού, ωστόσο, όσο φλέρταραν προκλητικά άστεγες αλήθειες, υπήρξαν αρκούντως τολμηροί για να χρειάζονται την επαναστατική νομιμοποίηση μιας βόλτας ή τη σφραγίδα ενός αυτάρεσκου χάπενινγκ. Φοβάμαι ακόμα ότι οι γνωρίζοντες θα το εκλάβουν ως παραδοχή ήττας και θα το αγκαλιάσουν με χαμόγελα τώρα που θυμήθηκαν να μας ταΐσουν προσεκτικά εκλογές. Εκτός κι αν έχουμε πειστεί πως τα βιβλία γενικώς είναι φέρετρα και οι ποιητές χρειάζονται εκταφή. Τότε και μόνο τότε, να πάμε όλοι εκεί και φωνάξουμε μέχρι να λυθεί η φρικτή παρεξήγηση. Για να πιάσουν ύστερα οι στίχοι δουλειά, όσοι ποιητές τερματίσουν, ας γυρίσουν στα δωμάτιά τους. Η μοναξιά αυτομάτως, αν η καρδιά τους το λέει, τους καθιστά επικίνδυνους. Όταν κάνουν δηλώσεις on air, όσο ντόρο κι αν προκαλέσουν, στην πραγματικότητα σιωπούν. Θα όφειλαν τουλάχιστον αυτό να το γνωρίζουν πριν μας καλέσουν να γιορτάσουμε μαζί την παγκόσμια νύχτα της τέχνης τους. Δεν διέκριναν την ειρωνεία στους τίτλους; Οι ποιητές, λένε οι εφημερίδες, στους δρόμους. Ή κορόιδα δηλαδή ή μασκαράδες, να διαδίδουν πια οι ίδιοι τη βρώμα που έβγαλε η ιστορία ότι ξοφλήσανε.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Η εξομολόγηση ενός ευνούχου

Μ’ αν τώρα πρέπει να πεθάνουμε, το ξέρεις, πρέπει γιατί αύριο δε θα ‘μαστε πια νέοι. Μανόλης Αναγνωστάκης.

Είμαι ο ευνούχος του Βαξεβάνη. Τα έκοψα γιατί καθυστερούσαν με το βάρος τους την επαγγελματική ανέλιξή μου. Οι άνδρες που ξεζουμίζουν οι κάμερες συνήθως δεν έχουν ούτε αρχές, ούτε όρχεις. Αν υπήρξα ελάχιστα δραστήριος πριν την κρίση, ομολογώ πως τώρα δεν είμαι καθόλου. Μου φαίνεται χυδαίο να κουνιέμαι σαν βραζιλιάνικος κώλος στο καρναβάλι του Ρίο για να με προσέξουν, να γράφω συχνά και να απασχολώ τον Τύπο στην κατάστασή του. Έψαξα το δίκιο στη σιωπή. Αν περιμένετε όμως να έχω αύρα ανέργου και τα χνώτα μου να μυρίζουν μοναξιά, θα σας απογοητεύσω. Χαμογελάω διάπλατα με την αναίδεια της έλλειψής μου.

Ο Γκαίτε το είπε εξαρχής. Όποιος είναι πάνω από τριάντα, καλύτερα να μας αδειάζει τη γωνιά κι εμένα ο χρόνος μου τελειώνει. Το ότι θα ζούσα στον κόσμο σας, το φοβόμουν. Το ότι θα ζήσω στον κόσμο σας που διαλύεται, δεν το είχα φανταστεί. Η τελευταία μου επιθυμία είναι να πάθω ασφυξία στις εθνικές σας οδούς, να μάθω να ξεχωρίζω τους καλούς κάδους, να απλώνω το χέρι μου έξω από το σουπερμάρκετ παρακαλώντας τους πρώην γονείς μου που θα με αγνοούν. Τους ξεκαθάρισα πρόσφατα ότι θέλω να πεινάω μόνος και να αυτοκτονώ όποτε μου καπνίσει. Δεν την βρίσκω που έχω ακόμα καθαρά και ωραία ρούχα. Ζω και χωρίς την ντροπή τους. Δε με ενδιαφέρει να κάνω καριέρα ούτε πάσχω από καμία μεταπολιτευτική φιλοδοξία. Αυτές είναι για τους ηλίθιους και τους ματαιόδοξους που ακόμα κοιτούν στα μάτια τις βιτρίνες. Φιλοδοξίες είχε η Θάτσερ, κόρη μπακάλη. Φιλοδοξία την σήμερον ημέραν έχει ο γιος του σανοπώλη και η ευελφαλής Υπουργός που γεννήθηκε στο ορυχείο ακριβώς επειδή νιώθουν ότι ξεκίνησαν από τα χαμηλά. Αν μάθαιναν από μικροί να τους αρέσει η λέξη αετοπετάω, θα μας είχαν απαλλάξει από τη θυσία τους.

Μη με κοιτάς σα χάνος ρε ξερόλα. Δεν είμαι το ζώο που ονειρευόσουν, πάρτο χαμπάρι. Δε θέλω να βολευτώ όπως εσύ, να πολεμήσω θέλω. Γι’αυτό προσέχω τις λέξεις σαν τα μάτια μου. Με ρωτάς αν βρήκα δουλειά μα δε ρωτάς αν έψαξα. Η τεμπελιά που διακρίνεις είναι η αλληλεγγύη μου προς όσους τη χρειάζονται περισσότερο. Μην ξεχνάς πως είμαι ευνούχος και ζω ακόμη από τα έτοιμα. Ούτε στο Ίντερνετ με βρίσκεις πια γιατί πλήττω με το χιούμορ απελπισίας των φοβισμένων συνομηλίκων μου. Θρασύδειλη συνήθεια να μιλάμε πίσω από υπολογιστές νέα παιδιά. Πώς να τολμήσουμε να γεννήσουμε το φως όταν δεν ρισκάρουμε ούτε ένα τηλεφώνημα, ένα χαλασμένο δόντι, μία κακή διάθεση, μια ανάσα που μυρίζει τσιγάρο, το νέο μας σπυράκι, μία επαναστατική ιδέα; Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποια ατάκα.

Όσο για σένα κούκλα, ανάμεσα στο τουίτ σου και το κορμί σου, θα έπρεπε να ξέρεις ποιο από τα δύο με καυλώνει. Αν μπορούσα κάθε βράδυ θα το κάναμε δίχως τους εκβιασμούς των τροικανών που φοβάμαι πως αυνανίζονται κρυφά με ανήλικα αγοράκια, την ανηθικότητα των υπερπατριωτών και τους τραπεζίτες πρωθυπουργούς. Δεν αγοράζω τις προσωπικές τους χρεοκοπίες σε προσφορά, δεν μοιράζομαι το τέλος ενός κόσμου που δεν αναγνωρίζω, δεν μπερδεύω τον αλτρουισμό τους με το θάνατό μου. Εκτιμώ μόνο το ειλικρινές μίσος που περιφρονεί και κρατάει την τηλεόραση κλειστή. Δεν καταδέχομαι καν να προσβάλλω τα ανδρείκελα που μας σκοτώνουν και μετά κηρύσσουν τριήμερο πένθος. «Μας σκοτώνουν με μικρές δόσεις πολύ ταχτικά, πολύ σιωπηλά, πολύ σοφά» είχε προβλέψει κι ο ποιητής.

Και η δημοσιονομική πειθαρχία, με ρωτούν; Λένε ακόμα Disziplin στη Γερμανία οι φίλοι μας που τα χουν 400 τα όργανα τους και δεν ανατριχιάζουν! Κανείς δε θυμάται τίποτα, πρέπει να είναι γρουσουζιά και εις την αλλοδαπήν. Ποιος θα το έλεγε ότι θα σιωπούσαν οι διανοούμενοι στη χώρα που παρερμήνευσε τον Νίτσε για να αιματοκυλίσει την Ευρώπη;! Ο ομορφάντρας ωστόσο προϋποθέτει έναν άντρα κι ο υπεράνθρωπος έναν έστω άνθρωπο. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα. Ο εαυτός μου, αυτός ο μικροαστός, κάποτε θα πει ότι:«Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ' ένα τρένο που κινείται». Θα πει στους γονείς των γονιών μου που μας κρατούν αλυσοδεμένους οικογενειακώς ότι αποφάσισα να ζήσω σαν Έλληνας, έρημος και ισχυρός. Επιθυμώ εδώ και τώρα να πληρώσω το χαράτσι της ύβρης που διέπραξαν όταν παρέδιδαν τη δύναμή μου, όταν ξεχνούσαν πως αυτός ο κόσμος ήταν δανεικός από τα παιδιά τους, ουχί από τους δανειστές τους.

Δε βλέπω την ώρα να αυτοκαταστραφώ Ευρωπαίε φίλε. Δεν μπορώ να ζω για να μη ζω if you know what I mean. Χρειάζομαι μια πρόκληση που εγώ θα θέσω στον εαυτό μου. Το μνημόνιο θα ήταν καλή λύση για την τρίτη ηλικία. Σκέφτομαι σοβαρά την επιστροφή στη δραχμούλα όχι επειδή εκεί νιώθω άνετα, αλλά για να διδάξω πολιτισμό καθώς πεθαίνω. Τολμώ να ηττηθώ τούτη την ώρα σημαίνει επανακτώ την αξιοπρέπειά μου. Μα προς Θεού: δεν πρόκειται να γίνω δήμιος. Δεν είμαι ικανός να πάρω το κεφάλι κανενός που προτιμά την ασφάλεια του σκλάβου. Απλώς υπενθυμίζω σε όσους λιποθύμησαν μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους πως οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κάτι που ονόμαζαν Δημοκρατία. Αυτοί ήξεραν. Κάποτε τη γνώριζες κι εσύ που κάθε βράδυ την ξορκίζεις με Καψή. Αν και δεν το παραδέχεσαι, είσαι ένας από μας. Σταμάτα πια να παριστάνεις τον γαμιά.

Η άλλη ποίηση

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα. Γιάννης Αγγελάκας.

«Το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό» έλεγε ο Ντελακρουά δίνοντας το έναυσμα στους καλλιτέχνες του κόσμου. Δημιουργήστε! Οι δύο ποιητές που μας απασχόλησαν την περασμένη εβδομάδα για διαφορετικούς λόγους, έψαξαν να βρουν τη δική τους φωνή, κυνήγησαν το ανείπωτο, είπαν σαν τον Νίτσε ακούστε γιατί είμαι αυτός που είμαι. Έλεγε κάποτε ο Ρίλκε:«Όσο ζω μου φαίνεται ολοένα και πιο απαραίτητο να αντέξω να καταγράψω μέχρι τέλους όλα όσα υπαγορεύει το γεγονός της ύπαρξης μου. Διότι μπορεί η μικρή εκείνη, η δυσδιάκριτη ίσως λέξη, μέσω της οποίας όλα όσα με κόπο μάθαμε και δεν κατανοήσαμε, μεταστρέφονται εντέλει προς ένα εξαίσιο νόημα, να μην περιλαμβάνεται παρά στην τελευταία πρόταση». Την τελευταία τούτη πρόταση λογόκρινε η μοίρα πάνω σε μία στροφή της. Ο μεγάλος απών είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του: «Δεν έχω πει ακόμα αυτό που θα 'θελα να πω» και μια άλλη φράση του Χένρι Μίλλερ μου καρφώθηκε στο νου:«Το αληθινό, το ίδιο το πραγματικό, ελάχιστα μ'ενδιαφέρει. Το μόνο που με απασχολεί είναι εκείνο που φαντάζομαι πως είμαι, εκείνο που κατέπνιγα καθημερινά, για να ζήσω. Αν πεθάνω σήμερα ή αύριο, δεν έχει για μένα την παραμικρή σημασία, κι ούτε είχε ποτέ. Ότι όμως και σήμερα ακόμα- ύστερα από τόσα χρόνια προσπάθειας- δεν μπορώ να πω ό,τι θέλω και αισθάνομαι- αυτό μ' ενοχλεί, και με πικραίνει κατάβαθα».

Κάποιος που ξόδεψε πολλές λέξεις, ο Βιτγκενστάιν, δεν απέκλειε η φιλοσοφία να εκφραζόταν τελικώς καλύτερα με τη μορφή της ποίησης. Οι κίνδυνοι για εκείνη που ακόμα δεν έχει γεννηθεί είναι σήμερα οι ίδιοι. Να γίνει εξεζητημένη, να θέλει απλά να προκαλέσει τον αστό, να αποκλείει αγύμναστα μάτια και αυτιά με τον ελιτισμό της, να θέλει να είναι τέλεια, δηλαδή ψεύτικη. Για τον Χριστιανόπουλο και τον Αγγελόπουλο τα είπαν άλλοι καλύτερα από μένα εδώ στην Parallaxi. Ανήκω δυστυχώς στους Έλληνες που περίμεναν να πεθάνει ο τελευταίος για να δω κάποια ταινία του-όταν αρρωστήσει βαριά ο Χρυσοχοίδης από υπερβολική φιλοδοξία θα διαβάσουμε όλοι εμείς και το μνημόνιο. Το μόνο που μπορώ να συνεισφέρω είναι το ποίημα που πρόσφατα ανακάλυψα σε ένα mp3. Ανεβάζοντας το στο Utube, συνειδητοποίησα πως η αυθεντική ποίηση δεν έχει τίποτε περιττό, τίποτε ψεύτικο. Δεν είναι δυσνόητη ή πολύπλοκα ειπωμένη όπως πιστεύουν μερικοί. Είναι απλή και ξεκάθαρη όσο ένα ηλιοβασίλεμα. Έχει ήχο παλιάς εποχής, η μελωδία μπερδεύεται με τα φαγητά, τα τζιτζίκια ξυπνούν στις ελιές και κάνουν δεύτερη, δεν πουλάει γιατί διαθέτει συναίσθημα ακόμη και για τις κότες, ο αέρας της σε πηγαίνει σε μέρη και ανθρώπους που νοστάλγησες, σε χαμόγελα που δεν αντάμωσαν, σε φιλιά που δε δόθηκαν, σε ταξίδια που δεν ευοδώθηκαν. Πιο απλά, μοσχομυρίζει αλήθεια. Διότι πρέπει να είναι ποίηση το τραγούδι με το οποίο δακρύζει η μάνα σου, όταν τραγουδάει ένας συγκλονιστικός, αυθεντικός, σεμνός και γι’αυτό ελάχιστα γνωστός Μυλοποταμίτης ξεκινώντας με ένα συρτό του μεγάλου Ξυλούρη. Οι ποιητές ανέκαθεν εξάλλου προτιμούσαν να ευδοκιμούν δίπλα σε χασίσια και μέσα σε συνοικιακά δισκοπωλεία, σε σπάνιες και ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις, εκεί που η λύρα κλαίει τη φωνή της Κρήτης, εκεί όπου για 13.43 δεν αμφιβάλεις ξαφνικά για τίποτα. Η ομορφιά έχει κερδίσει και το πανηγυρίζει. Αξίζει η ζωή την πιο δύσκολη στιγμή. Γιατί τι άλλο μπορεί να κάνει ένας άντρας στην εποχή των τεράτων από το να πει κάτι για τον κόσμο και να κάνει μια γυναίκα ευτυχισμένη; Να μπορεί κάθε μέρα να της λέει μετά το 9.52:« Όπου κι αν πάω με χτυπά ο πόνος του σεβντά σου, μα πλια πολύ όντε περνώ από τη γειτονιά σου. Και το φεγγάρι βιαστικό περνά απ' τη γειτονιά τζι, φοβάται να μη θαμπωθεί από την ομορφιά τζι». Τούτη η άλλη ποίηση, η ανεπανάληπτη, η άγνωστη, η χαμένη κι όχι η ανείπωτη, κάθε φορά με καθηλώνει δίχως να το επιζητεί. Χρειάζομαι τη βοήθεια της. Δανείζομαι 998 αυτιά και πάλι δε μου φτάνουν.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Πόρνος

Αναστατώθηκε η πόλη
Απ’ τις συσπάσεις του σώματός σου
Και ψάχνει επειγόντως για ένα κρεβάτι
Έστω και σε προθάλαμο νοσοκομείου
Να σε στριμώξει
Ας είναι και μπροστά στους άλλους
Δεν ακούς τ’ ασθενοφόρα
Τις πυροσβεστικές αντλίες
Εσένα ψάχνουν κι ας μη το ξέρουν
Ν’ αδειάσει πάνω σου
Η πόλη τα υγρά της
Ν’ ανακουφιστεί
Κι ήρεμη να περάσει
Στο βραδινό της θάνατο
Κι εσύ που κυκλοφορείς ανυποψίαστα
Μέσα της
Με το καθημερινό ρούχο
Τα διατεταγμένα αισθήματα
Πως δεν ένοιωσες την πόλη
Που σ’ έχει ερωτευτεί
Και τρέχει σαν τρελή
Πάνω κάτω


ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

Ή αράζουμε ή βουλιάζουμε

Γέλασα και παραμόρφωσα το πρόσωπό μου γιατί δε βρήκα άλλη εκδίκηση να με γεμίσει. Στέφανος Ροζάνης.

Δε γράφω τον τελευταίο καιρό. Αισιοδοξώ. Αν δε σε πιέσει η μελαγχολία, δεν κάθεσαι να βρεις λέξεις που την εξαφανίζουν. Ευτυχώς, κείμενά μου δεν περιμένει κανείς. Κάθισα ωστόσο στον κώλο μoυ όχι επειδή σας αγάπησα ξαφνικά αλλά επειδή δεν μπορώ να σας μισώ διαφορετικά παρά με την κατανόηση του χαρτιού, αν δηλαδή σας μισώ, που δε νομίζω να σας μισώ. Η ελπίδα μου απέδειξε εξάλλου πρόσφατα ότι είναι λιγότερο ύπουλη απ’ό,τι φανταζόμουν τη στιγμή που είχα αρχίσει να την υποπτεύομαι περισσότερο.

Ξεραμένα μεσάνυχτα, το δέντρο της μάνας παραφορτωμένο και υπερβολικό, δεσμεύει το διοξείδιο του 2011 και προστάζει ζωή. Κάθε χρόνο, την ίδια περίοδο, το ξεσκισμένο κουτί που το φιλοξενεί κατεβαίνει από το πατάρι για να μας υπενθυμίσει την παρουσία του. Τώρα που ο νέος χρόνος μπήκε και ο Άϊ Βασίλης δε φάνηκε, μ’αρέσει περισσότερο να ανάβω τα λαμπάκια του και να το χαζεύω. Ευλογημένες να είναι οι νοικοκυρές που ξεχνούν να το ξεστολίσουν. Τότε μόνο οι ψεύτικες βελόνες μοιάζουν αληθινές, όταν επιμένουν να ερωτευτούμε, όταν επιμένουν να ευτυχήσουμε σαν τη διακήρυξη της αμερικανικής ανεξαρτησίας. «Ας πάμε σιγά-σιγά, θα φτάσουμε στην ώρα μας. Η ελευθερία είναι να μη φτάνεις ποτέ στην ώρα. Ποτέ!» έγραφε ο Alfred Jarry στα 1900. «Δύο και δύο κάνουν τέσσερα! Κατά τη γνώμη του (ανθρώπου), αυτό είναι αυθάδεια. Το δύο και δύο κάνουν τέσσερα μοιάζει με κάποιον αναιδή που στέκεται στη μέση του δρόμου και σου τον φράζει, σε προκαλεί. Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι ένα θαυμάσιο πράγμα. Ε λοιπόν το δύο και δύο κάνουν πέντε είναι καμία φορά πιο χαριτωμένο» χοντραίνει το παιχνίδι αψηφώντας το έλλειμμα ο Ντοστογιέφσκι.

Το φως της δημοσιότητας συσκοτίζει τα πάντα έλεγε ο Χάιντεγκερ. Η είδηση για το 2011 μία ήταν. Ότι κάθε δευτερόλεπτο πεθαίνει ένας άνθρωπος από την πείνα. Τι έγινε; Το απολύτως απαραίτητο. Σοκαριστήκαμε για ένα δευτερόλεπτο. Στη φαντασία μου προκλήθηκε ένας μικρός συνειδησιακός πανικός. Για 48 ώρες δεν λειτουργούσε τίποτα, στα γήπεδα κρατούσαν ώρες σιγής και κανείς δεν είχε το κουράγιο να σκοράρει ή να βρίσει, ο Άδωνις παραιτήθηκε και έκλαψε στην αγκαλιά της Ευγενίας που τον χώριζε, στα χρηματιστήρια οι δείκτες κυμάτιζαν μεσίστιοι δίχως κίνδυνο κραχ, η Lady Gaga ακύρωσε προγραμματισμένη της συναυλία, οι διάσημοι ζήτησαν να γίνουν άσημοι και να μην τους θαυμάζει για λίγο κανείς, οι G20 ζήτησαν συγγνώμη σε κοινή τους ανακοίνωση, πρωθυπουργοί και πρόεδροι έστειλαν τηλεγραφήματα και στεφάνια σε τάφους αγνώστων, οι οίκοι αξιολόγησης διαλύθηκαν χωρίς να τους το ζητήσει κανείς αγανακτισμένος, οι οίκοι αξιολόγησης νεκρών, τα Μίντια, θρήνησαν έναν ακόμα θάνατο εφημερίδας. Ευτυχώς όμως τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Όλα κύλησαν ομαλά, όλοι φάγαμε το ίδιο βράδυ κιόλας το φαγητό μας και βαρυστομαχιάσαμε, καθώς ο Σιοράν είχε δίκιο όταν επέμενε ότι ζωή υπάρχει μόνο στην αμεριμνησία απέναντι στη ζωή. Γι’αυτό κι εμείς φορέσαμε ξεδιάντροπα χριστουγεννιάτικα χαμόγελα και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον προφητικά, ίσως, μηδέν.

Τη νέα χρονιά μένει να δούμε πόσο περιορίζεται ο ρόλος της Ευρώπης στη νέα Ευρώπη, αν γίνονται δημοσκοπήσεις επειδή κάποια στιγμή θα γίνουν και εκλογές, αν «υπερβολικά απασχολημένοι με το να γοητεύουμε, ξεχάσουμε τους εαυτούς μας» (Σαρτρ). Τους διπλανούς μας τους έχουμε εμπιστευθεί στην καλοσύνη των ξένων που πολύ λίγο μοιάζουν με τον δικό μου υποψήφιο πρωθυπουργό, τον Ross Daly. Τι κάνουμε λοιπόν; Με ανθρώπους μικρούς δεν μπορούν μεγάλα πράγματα να γίνουν, θυμίζει ο Μιλ στους επίδοξους επαναστάτες και τα διανοητικά τους ψεύδη. Οπότε ή αράζουμε ή βουλιάζουμε. Αράζουμε κάτω από την ελιά του Ελύτη, στον ίσκιο της γης, κάτω από το δέντρο όπου κρεμάστηκε ο Καρυωτάκης και αφουγκραζόμαστε τη σιωπή. Προτού τη λογοκρίνουμε, για να μη γράψουμε εμείς τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου, γινόμαστε ξανά φίλοι και εραστές. Κατοικούμε από την αρχή τον τόπο μας και τον διεκδικούμε όταν πειστούμε ότι μας ανήκει δικαιωματικά.