Τρίτη 29 Μαΐου 2012
Χρυσή Αυγή να ξεβρωμίσει ο Τύπος
Παρασκευή 11 Μαΐου 2012
Συγκυβέρνηση αυγών
Χωρίς τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής. Γιατί στην Κρήτη μεγαλύτερος φασίστας είναι ακόμα ο έρωτας.
Κυριακή 6 Μαΐου 2012
Το αριστερό
Σάββατο 5 Μαΐου 2012
Ώφου, μαρτύριο
Κοινωνική Συμμαχία;
Διάλεξε κάτι. Ελέησε τη Singular. Αργότερα μετανιώνεις με την ησυχία σου.
Πέμπτη 3 Μαΐου 2012
Δευτέρα 23 Απριλίου 2012
Θάνατος Τσοχατζόπουλου και υπόθεση Μητροπάνου
Πέμπτη 12 Απριλίου 2012
Παρερμηνείες
Στις 4 Απριλίου του 1968, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονούνταν στο Μέμφις. Οι εχθροί του δεν τόλμησαν να πουν ότι αυτοκτόνησε εξαιτίας όσων ονειρευόταν. Ο στόχος είχε επιτευχτεί από τις σφαίρες. 44 χρόνια μετά, ο Δημήτρης Χριστούλας τίναζε τα μυαλά του στην Πλατεία Συντάγματος. Οι συγκλονισμένοι στα Κοινωνικά Δίκτυα, βιαστικοί δήμιοι αρκετοί από αυτούς, μίλησαν για δολοφονία του από το κράτος στερώντας ακαριαία από την αυτοκτονία του την ίδια της τη σημασία.
Ο αδικοχαμένος, από την πρώτη στιγμή που έγινε η είδηση γνωστή, παρουσιάστηκε περίπου σαν ένα άβουλο και κακόμοιρο πλάσμα που το χέρι του όπλισαν οι γνωστοί-άγνωστοι κυβερνώντες. Η ανάλυση, που δεν τοποθετεί βεβαίως ανάμεσά στους πιθανούς ηθικούς αυτουργούς τον Γιώργο Τράγκα, τον Στέφανο Χίο ή τον Δημήτρη Καζάκη, πρόσωπα που χρησιμοποιούν συχνά την ακραία ρητορική του μακαρίτη, φαίνεται να μη λαμβάνει υπόψη της το ψυχικό σθένος ενός ηλικιωμένου αυτόχειρα που σηκώνεται το πρωί και πηγαίνει στο πιο κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας για να γίνει ο δολοφόνος του εαυτού του. Υπάρχει κάτι αντιηρωικό στην αυτοκτονία για τους επαναστατημένους. Αν δεχτούμε ότι αυτοκτόνησε, το έκανε εξαιτίας της απάθειάς μας, άρα είμαστε συνυπεύθυνοι. Αν τον δολοφόνησαν, φταίνε εκείνοι που θέλουμε να φταίνε, οπότε όλα καλά.
Η πολιτική πράξη του 77χρονου ήταν φυσικό να μην πετύχει το στόχο της αφού σχεδόν της απαγορεύτηκε από την πρώτη στιγμή να ιδωθεί ως τέτοια. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη βούληση στην απελπισία. Η τελευταία επιθυμία του συνταξιούχου φαρμακοποιού ήταν να κρεμαστούν μία μέρα οι εθνοπροδότες από την εξεγερμένη νεολαία. Όπως όμως στα μεγάλα έργα τέχνης, κάποια πράγματα πρέπει να αποσιωπούνται για να τα αποκωδικοποιεί ο δέκτης. Οι νέοι δεν πείθονται από τα λόγια ενός γέρου. Οι νέοι καταλαβαίνουν μόνο από ανεργία. Η ελληνική άνοιξη, εάν και όποτε έρθει, θα χρειαστεί το αίμα τους και η επανάσταση τα εγώ τους.
Όσο το βαθύ Twitter έψαχνε έναν Κορκονέα, την ίδια στιγμή το πολιτικό σύστημα προσπαθούσε διακριτικά να αποσυνδέσει το γεγονός από την οικονομική κρίση θυμίζοντας τη Γενική Γραμματεία του Κομμουνιστικού Κόμματος μετά τη δολοφονία του Μαγιακόφσκι. Οι Σταλινικοί βιάστηκαν τότε να πληροφορήσουν τον κόσμο πως η αυτοκτονία του μεγάλου ποιητή:«δεν έχει καμία σχέση με τις κοινωνικές και λογοτεχνικές ασχολίες του», πράγμα που είναι όπως έγραφε ο Τρότσκι:«σαν να λες ότι ο θάνατός του δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή του ή ότι η ζωή του δεν είχε τίποτα κοινό με την επαναστατική και ποιητική δημιουργία του. Είναι σαν να μεταβάλεις το θάνατό του σ’ ένα τυχαίο μικρογεγονός!». Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι δίχως οράματα θανάτου δεν γίνεται ποίηση. Δίχως τη ζοφερή οικονομική ατμόσφαιρα, δύσκολα τραβάς σκανδάλη.
Ο Ντοστογιέφσκι ήξερε, σύμφωνα με τον Τριαρίδη, ότι το μυστικό του κόσμου βρίσκεται πίσω από την κουρτίνα. Είναι μερικές φορές που οι τίτλοι των ειδησεογραφικών πόρταλ και των εφημερίδων λένε περισσότερα από όσα μας αρέσει να υποθέτουμε, από όσα μας βολεύει να παραβλέπουμε, πιο πολλά από τα σημειώματα που αφήνουν πίσω τους οι αυτόχειρες, λιγότερα από όσα μπορούν να μας πουν τα παιδιά τους. Αυτοκτόνησε ηλικιωμένος στην Πλατεία Συντάγματος. Και φαινόταν πολύ νόρμαλ. Τελεία. Ας βάζουμε πού και πού και καμία τελεία.
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Το χρέος του λευκού ανθρώπου
Αποδέξου το χρέος του Λευκού ανθρώπου
Και η ανταμοιβή σου θα είναι πάντα η ίδια:
Η κατάρα όσων σπλαχνίζεσαι,
Το μίσος εκείνων που βοηθάς,
Το παράπονο όσων οδηγείς
(δυστυχώς με αργό ρυθμό) στο φως…
Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ εκθειάζει την Αποικιοκρατία στο ποίημά του White man’s burden.
Δε μου αρέσει να αφήνω ερωτήματα αναπάντητα. Ας τελειώνουμε λοιπόν. Γιατί δεν τους παίρνουμε σπίτι μας; Έλα μου ντε. Καλωσορίζω την πρόκληση και σου απαντάω φίλε. Είμαι αυτός που όταν γράφεις τα δικά σου, δεν σου κάνω ούτε block ούτε report. Μη θαρρείς όμως ότι δεν έχω την ασθένεια που ονομάζουμε άποψη. Τελευταία ακούω συνέχεια, μαθαίνω συνέχεια, σωπαίνω συνέχεια. Αν προλάβω, θα γίνω ανόητος.
Κατ’αρχάς να σου συστήσω τον αδερφό μου, τον Μοχάμεντ. Δε μοιάζουμε πολύ γιατί δεν έχεις φαντασία. Αν τον αφήσω να κοιμηθεί ένα βράδυ σπίτι μου, θα σηκωθεί μες στη νύχτα και θα με σκοτώσει όπως ο Κάιν τον Άβελ. Ποιος τον αδικεί; Καμιά φορά τον βλέπω να ζητιανεύει και δεν καταλαβαίνω γιατί δε με σφάζει. Στη θέση του, δεν θα χρονοτριβούσα. Εκείνος περιέργως μοιάζει να με συμπαθεί. Νομίζω ότι ο δυτικός πολιτισμός οφείλει πολλά στην εξάντληση των εξαθλιωμένων και των εργαζομένων. Το έλεγε κι ο Ρενάρ:«Δεν έχω εχθρούς, δεν έχω βοηθήσει κανένα».
Εγώ δεν τους παίρνω σπίτι μου λοιπόν. Φοβάμαι. Ικανοποιήθηκες τώρα; Το μόνο που θέλω είναι αν είναι αν με σκοτώσουν, να μην είμαι τουλάχιστον στη γειτονιά μου. Γούστα είναι αυτά, παραξενιές ενός εφιάλτη μου. Έννοια σου και σε βλέπω πώς τους κοιτάς. Σκέφτεσαι να τους συλλάβεις επειδή παραβιάζουν κάδους! Αν είναι να γίνεις πιο ανταγωνιστικός και να ιδρώνεις περισσότερο, κάντο. Χρειάζεται και το Κεφάλαιο μια φαντασίωση στο κρεβάτι του. Στα 12ποντα της γκόμενάς σου στηρίζεται ο καπιταλισμός. Πριν μας βομβαρδίσουν οι σύμμαχοι εξαιτίας της τεμπελιάς μας, φρόντισε να ανακαταλάβεις την πόλη σου. Ο φτωχός να σε έχει καλά στον δίκαιο αγώνα σου. Δε σκοπεύω να βοηθήσω.
Είπε κάποτε μία δούκισσα: «Δεν μπορώ να κάνω χωρίς αυτό που μου είναι αδιάφορο». Η κοινή ανάγκη που περιγράφει η φράση ήταν το χαλί του καπιταλιστικού μας ονείρου, αγαπητέ φίλε. Όλοι μπορούσαμε να γίνουμε κάποιοι καταναλώνοντας, να έχουμε ξεσπάσματα ενδιαφέροντος, να κουνάμε το δάχτυλο επιτιμητικά προς όσους έθεταν σε κίνδυνο το κοινωνικό συμβόλαιο: σεβασμός στη διαφορετικότητα της αδιαφορίας του άλλου. Αλληλεγγύη απέναντι στα ζώα ή στους διάσημους, ποτέ στους όμοιούς μας, ακόμα πιο σπάνια στους διπλανούς μας. Προείχε το ασήμαντο που αντικαθιστούσε την απουσία παθών. Ήμασταν οι καλύτεροι αρκεί να προλαβαίναμε να επιτεθούμε εγκαίρως. Ποιος να μας το έλεγε ότι κάτω από την επιτυχία περίμενε η σφουγγαρίστρα;
Είμαστε δίκαιοι, λέγαμε οι Δυτικοί και καταδικάζαμε για πρωινό έναν αθώο. Είμαστε ειλικρινείς, ισχυριζόμασταν και παχαίναμε τρώγοντας τα ψέματά μας. Είμαστε αθώοι, φωνάζαμε και το πιστεύαμε γιατί δεν βρισκόταν ένας αστυνομικός να μας πυροβολήσει. Αλλά είμαστε ένοχοι. Και η ενοχή μας είναι ένας λόγος παραπάνω για να μιλήσουμε και να απαντήσουμε. Σε γενικές γραμμές, παραδόξως, συμφωνούμε αλλά αυτό είναι κάτι που για κάποιο περίεργο λόγο δεν επιτρέπουμε στους εαυτούς μας. Όσο μας παρατηρώ να συζητάμε, αμφιβάλλω αν μας αφορά στ’αλήθεια μία λύση. Πεθαίνοντας και κάνοντας, αυτό είναι το μότο μας. Ας πεθάνουν κι ύστερα βλέπουμε τι θα τους κάνουμε. Μόνο οι νεκροί εδώ που φτάσαμε θα μπορούσαν να μας ξυπνήσουν.
Άπειρος καθώς είμαι, ξέφυγα και μόλυνα το δημόσιο διάλογο με ιδιοτροπίες εκτός νόμου. Επιπλέον δε σου κρύβω πως με λύπη μου διαπιστώνω ότι είσαι εντιμότερος από μένα γιατί το μίσος σου ήταν ανέκαθεν ειλικρινές και επίμονο. Το δικό μου ενδιαφέρον θα εξαντληθεί για κάποιες μέρες μετά το κείμενο που διαβάζεις. Μέχρι πρότινος νόμιζα ότι η αυτοκριτική είναι κάτι σαν το peeling ή κανένα καινούριο application του Facebook. Αποδέχομαι ιπποτικά την ήττα και σε χειροκροτώ ολόθερμα για την διαολεμένη ευφυΐα του ερωτήματός σου που με ξεμπρόστιασε. Δε θα αρχίσει όμως μια μέρα ένας τρελός να χορεύει γύρω από έναν άστεγο και να ρωτά: «Ποιος το έκανε αυτό; Ποιος τον έβαλε αυτόν εδώ;». Θα βρεθεί. Και δε θα κάνει πίσω μέχρι να πάρει μία σαφή απάντηση και για μένα και για σένα.
Τι σχέση έχουν τα στρατόπεδα με το Άουσβιτς, ρωτάς και ξαναρωτάς. Αφελή θα σε χαρακτήριζα αμέσως και θα θύμωνες πιο πολύ. Τα πάντα έχουν σχέση με το Άουσβιτς κουτέ γιατί τίποτα το ανθρώπινο δεν πρέπει να μας είναι ξένο. Εάν αυτός ο κόσμος δεν επιτρέπει ευαισθησίες πέραν των οικολογικών ή εκείνων της Μαριάννας Βαρδινογιάννη, δεν έχει πια άλλοθι ύπαρξης, δε νομίζεις; Φυλακίζοντας ανθρώπους για να τους παρέχουμε τα απαραίτητα, ακυρώνουμε το ταξίδι θανάτου που κάνουν για να κερδίσουν την ελευθερία τους. Δεν αποδεχόμαστε καμία λύση που περιέχει το όνομα στρατόπεδα! Αυτή θα έπρεπε να είναι η θέση των τοπικών κοινωνιών. Αν συναινέσουμε στη βαρβαρότητα για τους άλλους, εγκρίνουμε εκ των προτέρων τη δόση της που οι ίδιοι θα υποστούμε- έχει μείνει ακόμη αρκετή για μας που αποδεδειγμένα αγαπάμε το τομάρι μας. «Ζωή, όχι επιβίωση» γράφουμε παρακαλώντας τους τοίχους. Οι δικτάτορές μας όμως που παρέλασαν προχθές στους Φακέλους δε θα μας αφήσουν να πάρουμε ανθρώπινη ανάσα. Ταυτόχρονα σαν άσχετοι πατάμε στην μπανανόφλουδα των εταίρων. Ποιους θα βοηθήσουμε; Τους Έλληνες; Αυτοί στοιβάζουν σε στρατόπεδα ψυχές. Ανάψτε ξανά τους φούρνους της λιτότητας. Με δυο λόγια, αν η λύση που προτείνετε κύριε Υπουργέ είναι τα κέντρα κράτησης, προτιμώ να παραμείνω υποκριτής. Καλά δεν περνούσαμε όταν παριστάναμε τους ανήξερους;
Στα χρόνια της Αποικιοκρατίας οι κατακτητές ήταν οι «αγγελιαφόροι του Θεού», οι «ταξιδιωτικοί πράκτορές» του. Αυτόν θέλω να δεις φίλε στα μάτια του Μοχάμεντ. Όχι τον αγγελιαφόρο του Διαβόλου όπως λέει ο Γκαλεάνο αλλά τον απεσταλμένο του Θεού. Του Θεού σου που πέθανε. Μην ταράζεσαι. Το ξέρω ότι ως πνευματικό σου πατέρα αναγνωρίζεις μόνο τον Χριστόδουλο. Ο εκπολιτιστής που προτείνω και για τους δυο μας ήρθε να μας εκπαιδεύσει στα δύσκολα και να μας αφυπνίσει με το παράδειγμά του. Κανονικά θα έπρεπε να έρθει πάνοπλος και να μας βάλει μπροστά στο δίλημμα που του έβαλαν οι πρόγονοί μας: Δώσε μας ό,τι έχεις, διαφορετικά λιμοκτονείς.
Εσύ φυσικά είσαι έτοιμος να αποδεχτείς το χρέος του Λευκού ανθρώπου όπως σου έμαθε ο Κίπλινγκ. Το 2025 που οι «λάθρο» θα είναι περισσότεροι από τους Έλληνες ίσως βάλεις σε εφαρμογή και την τελική λύση. Γιατί ενύχτωσε και οι βάρβαροι έχουν φτάσει. Παρά την μέριμνά σου, ωστόσο, θα παραμείνεις περισσότερο λευκός παρά άνθρωπος. Μέρα-νύχτα, αυτό το χρέος θα ξεπλένει από πάνω σου το λευκό σαπούνι σου. Αν γλιστρήσει όμως, αναγκαστικά θα σκύψεις να το πάρεις. Και τότε δε σου εγγυώμαι τίποτα.
Υ.Γ Ο Πρίμο Λέβι μέσα στο Άουσβιτς και αφότου αποφυλακίστηκε έβλεπε συνεχώς το ίδιο τρομερό όνειρο: να διηγείται τις εμπειρίες του σε ανθρώπους που δεν τον προσέχουν. Είχαν πάρει την απόφασή τους. «Οι μεγάλοι πόλεμοι γίνονται αλλού, οι μεγάλες συμφορές συμβαίνουν σε άλλους»(Τσβετάν Τοντόροφ). Το πιστεύετε ακόμα;
(Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi).
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012
Ποιητικά πλακάτ
Μην του μιλάτε είναι άνεργος, τα χέρια στις τσέπες του σαν δυο χειροβομβίδες. Καρούζος.
Να γίνεις λέει Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος. Αναγνωστάκης.
Έξοδα, έξοδα, έξοδα…Νά’ χα ένα μεροκάματο! Κ. Κουλουφάκος.
Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους
βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης.
Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους…
Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης. Δ. Σολδάτος.
Ασπόνδυλα φερέφωνα καλμάρουν συνειδήσεις,
σαν είδωλα εγγαστρίμυθα βομβίζουν, τιτιβίζουν,
ναρκωτικές μοστράρουν στην τιβί καυτές ειδήσεις,
κι εμάς, αλλού, σε ξένο τόπο, αλλάργα αποκοιμίζουν
αδέσποτες οι σφαίρες που σφυρίζουν. Γ. Κεντρώτης.
Πρώτο που αυτοί αποφασίζουνε πως κινδυνεύομε και πως θέλομε δε θέλομε θα μας “εσώσουν”. Κακναβάτος.
Πέσαμε πάνω τους και τούς λιανίσαμε: χίλιοι άντρες ολομόναχοι ενάντια σε επτά ολόκληρα κουφάρια. Αρχίλοχος.
Κάθε φορά αποφασίζω να τους ξεπληρώσω,
κουρέλια να τους κάνω,
με χαμόγελα, με λόγια τρυφερά,
με καλοσύνη.
Πάντοτε με στριμώχνουν όμως
με αναγκάζουνε ν’ απολογούμαι
στο τέλος να καταδικάζομαι.
Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία. Γ.Ιωάννου.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει πάνω μας καθώς διαβαίνει. Καρυωτάκης.
Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
είναι η απάθεια των θυμάτων του
όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται,
τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν.
Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο,
θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους. Χιόνης.
Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στις τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε! Κ.Ουράνης.
Για τα αλλού-μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ'όλην την γη την χάλασες. Καβάφης.
Δυστυχώς και η γη με δικά μας έξοδα γυρίζει. Ελύτης.
Κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος. Τριπολίτης.
Βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ'αλήθεια
τα πόδια του τα ίδια. Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Κι αφού τόσο εύκολα τις έννοιες διαστρεβλώνουν και τη δειλία λένε λογική, ρεαλισμό την προδοσία και τη σκλαβιά, γιατί όχι λευτεριά δε θα μας πουν; Παναγούλης.
Και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς. Γκάτσος.
Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος. Το νου σου ε; Γώγου.
Χιλιάδες σουπερμάρκετ γεμάτα πράματα, γιατί δεν τα βουτάμε για τα γεράματα; Άσιμος.
Ν' αλλάξουμε αέρα. Πρέπει ν' αλλάξουμε κόλαση. Ελευθερίου.
Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου του φονιά το μαχαίρι στομώνει•
να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει. Λ.Κουκούλας.
Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί
κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσα τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους. Ρίτσος.
Όσοι χρόνια κολυμπάτε αμέριμνοι μέσα στα μάτια μου, κάποτε θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω. Γιάννης Βαρβέρης
Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε, μην είσθε ενάντιοι κ’ εχθροί. Ρήγας Βελεστινλής.
Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα. Σαραντάρης.
Και μην ανοίγεις όσο κι αν χτυπούν. Φωνάζουν μα δεν έχουν τι να πουν. Γ. Σεφέρης.
Για μένα ο μεγαλύτερος πολιτικός της χώρας
Θα ‘ναι ένας νέος Περικλής που με καημό και θάρρος
Θα κάνει απλώς μια ένεση στον τόπο ευθανασίας
Να ’ρθει ταχύς ο θάνατος και σπλαχνικός ο χάρος. Ν. Φωκάς.
Έλληνα! Ε, Έλληνα! Του κάμω, τι ζητάς εδώ; είμαι νεκρός, μου κάμει. Ν. Εγγονόπουλος.
Κοιμούνται οι Μούσες στον Ελικώνα
στα μουσεία τ’ αγάλματα νοσταλγήσαν το χώμα
το κάρβουνο εντείνει τις γραμμές του πευκώνα
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα. Κ. Σοφιανός.
Με την ψυχή γεμάτη κόσμους, χωρίς χαλινάρια ή παρωπίδες. Γ. Θεοτοκάς.
Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου. Δ. Σολωμός.
Υ.Γ Λυπάμαι που χαλάω την ωραία ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι χορηγοί και οι συμμετέχοντες, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί σήμερα θα διαδηλώσουν οι «ποιητές». Ποιητική αδεία προφανώς. Οι στίχοι των μεγάλων του σιναφιού, ωστόσο, όσο φλέρταραν προκλητικά άστεγες αλήθειες, υπήρξαν αρκούντως τολμηροί για να χρειάζονται την επαναστατική νομιμοποίηση μιας βόλτας ή τη σφραγίδα ενός αυτάρεσκου χάπενινγκ. Φοβάμαι ακόμα ότι οι γνωρίζοντες θα το εκλάβουν ως παραδοχή ήττας και θα το αγκαλιάσουν με χαμόγελα τώρα που θυμήθηκαν να μας ταΐσουν προσεκτικά εκλογές. Εκτός κι αν έχουμε πειστεί πως τα βιβλία γενικώς είναι φέρετρα και οι ποιητές χρειάζονται εκταφή. Τότε και μόνο τότε, να πάμε όλοι εκεί και φωνάξουμε μέχρι να λυθεί η φρικτή παρεξήγηση. Για να πιάσουν ύστερα οι στίχοι δουλειά, όσοι ποιητές τερματίσουν, ας γυρίσουν στα δωμάτιά τους. Η μοναξιά αυτομάτως, αν η καρδιά τους το λέει, τους καθιστά επικίνδυνους. Όταν κάνουν δηλώσεις on air, όσο ντόρο κι αν προκαλέσουν, στην πραγματικότητα σιωπούν. Θα όφειλαν τουλάχιστον αυτό να το γνωρίζουν πριν μας καλέσουν να γιορτάσουμε μαζί την παγκόσμια νύχτα της τέχνης τους. Δεν διέκριναν την ειρωνεία στους τίτλους; Οι ποιητές, λένε οι εφημερίδες, στους δρόμους. Ή κορόιδα δηλαδή ή μασκαράδες, να διαδίδουν πια οι ίδιοι τη βρώμα που έβγαλε η ιστορία ότι ξοφλήσανε.
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012
Η εξομολόγηση ενός ευνούχου
Μ’ αν τώρα πρέπει να πεθάνουμε, το ξέρεις, πρέπει γιατί αύριο δε θα ‘μαστε πια νέοι. Μανόλης Αναγνωστάκης.
Είμαι ο ευνούχος του Βαξεβάνη. Τα έκοψα γιατί καθυστερούσαν με το βάρος τους την επαγγελματική ανέλιξή μου. Οι άνδρες που ξεζουμίζουν οι κάμερες συνήθως δεν έχουν ούτε αρχές, ούτε όρχεις. Αν υπήρξα ελάχιστα δραστήριος πριν την κρίση, ομολογώ πως τώρα δεν είμαι καθόλου. Μου φαίνεται χυδαίο να κουνιέμαι σαν βραζιλιάνικος κώλος στο καρναβάλι του Ρίο για να με προσέξουν, να γράφω συχνά και να απασχολώ τον Τύπο στην κατάστασή του. Έψαξα το δίκιο στη σιωπή. Αν περιμένετε όμως να έχω αύρα ανέργου και τα χνώτα μου να μυρίζουν μοναξιά, θα σας απογοητεύσω. Χαμογελάω διάπλατα με την αναίδεια της έλλειψής μου.
Ο Γκαίτε το είπε εξαρχής. Όποιος είναι πάνω από τριάντα, καλύτερα να μας αδειάζει τη γωνιά κι εμένα ο χρόνος μου τελειώνει. Το ότι θα ζούσα στον κόσμο σας, το φοβόμουν. Το ότι θα ζήσω στον κόσμο σας που διαλύεται, δεν το είχα φανταστεί. Η τελευταία μου επιθυμία είναι να πάθω ασφυξία στις εθνικές σας οδούς, να μάθω να ξεχωρίζω τους καλούς κάδους, να απλώνω το χέρι μου έξω από το σουπερμάρκετ παρακαλώντας τους πρώην γονείς μου που θα με αγνοούν. Τους ξεκαθάρισα πρόσφατα ότι θέλω να πεινάω μόνος και να αυτοκτονώ όποτε μου καπνίσει. Δεν την βρίσκω που έχω ακόμα καθαρά και ωραία ρούχα. Ζω και χωρίς την ντροπή τους. Δε με ενδιαφέρει να κάνω καριέρα ούτε πάσχω από καμία μεταπολιτευτική φιλοδοξία. Αυτές είναι για τους ηλίθιους και τους ματαιόδοξους που ακόμα κοιτούν στα μάτια τις βιτρίνες. Φιλοδοξίες είχε η Θάτσερ, κόρη μπακάλη. Φιλοδοξία την σήμερον ημέραν έχει ο γιος του σανοπώλη και η ευελφαλής Υπουργός που γεννήθηκε στο ορυχείο ακριβώς επειδή νιώθουν ότι ξεκίνησαν από τα χαμηλά. Αν μάθαιναν από μικροί να τους αρέσει η λέξη αετοπετάω, θα μας είχαν απαλλάξει από τη θυσία τους.
Μη με κοιτάς σα χάνος ρε ξερόλα. Δεν είμαι το ζώο που ονειρευόσουν, πάρτο χαμπάρι. Δε θέλω να βολευτώ όπως εσύ, να πολεμήσω θέλω. Γι’αυτό προσέχω τις λέξεις σαν τα μάτια μου. Με ρωτάς αν βρήκα δουλειά μα δε ρωτάς αν έψαξα. Η τεμπελιά που διακρίνεις είναι η αλληλεγγύη μου προς όσους τη χρειάζονται περισσότερο. Μην ξεχνάς πως είμαι ευνούχος και ζω ακόμη από τα έτοιμα. Ούτε στο Ίντερνετ με βρίσκεις πια γιατί πλήττω με το χιούμορ απελπισίας των φοβισμένων συνομηλίκων μου. Θρασύδειλη συνήθεια να μιλάμε πίσω από υπολογιστές νέα παιδιά. Πώς να τολμήσουμε να γεννήσουμε το φως όταν δεν ρισκάρουμε ούτε ένα τηλεφώνημα, ένα χαλασμένο δόντι, μία κακή διάθεση, μια ανάσα που μυρίζει τσιγάρο, το νέο μας σπυράκι, μία επαναστατική ιδέα; Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποια ατάκα.
Όσο για σένα κούκλα, ανάμεσα στο τουίτ σου και το κορμί σου, θα έπρεπε να ξέρεις ποιο από τα δύο με καυλώνει. Αν μπορούσα κάθε βράδυ θα το κάναμε δίχως τους εκβιασμούς των τροικανών που φοβάμαι πως αυνανίζονται κρυφά με ανήλικα αγοράκια, την ανηθικότητα των υπερπατριωτών και τους τραπεζίτες πρωθυπουργούς. Δεν αγοράζω τις προσωπικές τους χρεοκοπίες σε προσφορά, δεν μοιράζομαι το τέλος ενός κόσμου που δεν αναγνωρίζω, δεν μπερδεύω τον αλτρουισμό τους με το θάνατό μου. Εκτιμώ μόνο το ειλικρινές μίσος που περιφρονεί και κρατάει την τηλεόραση κλειστή. Δεν καταδέχομαι καν να προσβάλλω τα ανδρείκελα που μας σκοτώνουν και μετά κηρύσσουν τριήμερο πένθος. «Μας σκοτώνουν με μικρές δόσεις πολύ ταχτικά, πολύ σιωπηλά, πολύ σοφά» είχε προβλέψει κι ο ποιητής.
Και η δημοσιονομική πειθαρχία, με ρωτούν; Λένε ακόμα Disziplin στη Γερμανία οι φίλοι μας που τα χουν 400 τα όργανα τους και δεν ανατριχιάζουν! Κανείς δε θυμάται τίποτα, πρέπει να είναι γρουσουζιά και εις την αλλοδαπήν. Ποιος θα το έλεγε ότι θα σιωπούσαν οι διανοούμενοι στη χώρα που παρερμήνευσε τον Νίτσε για να αιματοκυλίσει την Ευρώπη;! Ο ομορφάντρας ωστόσο προϋποθέτει έναν άντρα κι ο υπεράνθρωπος έναν έστω άνθρωπο. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα. Ο εαυτός μου, αυτός ο μικροαστός, κάποτε θα πει ότι:«Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ' ένα τρένο που κινείται». Θα πει στους γονείς των γονιών μου που μας κρατούν αλυσοδεμένους οικογενειακώς ότι αποφάσισα να ζήσω σαν Έλληνας, έρημος και ισχυρός. Επιθυμώ εδώ και τώρα να πληρώσω το χαράτσι της ύβρης που διέπραξαν όταν παρέδιδαν τη δύναμή μου, όταν ξεχνούσαν πως αυτός ο κόσμος ήταν δανεικός από τα παιδιά τους, ουχί από τους δανειστές τους.
Δε βλέπω την ώρα να αυτοκαταστραφώ Ευρωπαίε φίλε. Δεν μπορώ να ζω για να μη ζω if you know what I mean. Χρειάζομαι μια πρόκληση που εγώ θα θέσω στον εαυτό μου. Το μνημόνιο θα ήταν καλή λύση για την τρίτη ηλικία. Σκέφτομαι σοβαρά την επιστροφή στη δραχμούλα όχι επειδή εκεί νιώθω άνετα, αλλά για να διδάξω πολιτισμό καθώς πεθαίνω. Τολμώ να ηττηθώ τούτη την ώρα σημαίνει επανακτώ την αξιοπρέπειά μου. Μα προς Θεού: δεν πρόκειται να γίνω δήμιος. Δεν είμαι ικανός να πάρω το κεφάλι κανενός που προτιμά την ασφάλεια του σκλάβου. Απλώς υπενθυμίζω σε όσους λιποθύμησαν μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους πως οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κάτι που ονόμαζαν Δημοκρατία. Αυτοί ήξεραν. Κάποτε τη γνώριζες κι εσύ που κάθε βράδυ την ξορκίζεις με Καψή. Αν και δεν το παραδέχεσαι, είσαι ένας από μας. Σταμάτα πια να παριστάνεις τον γαμιά.
Η άλλη ποίηση
Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα. Γιάννης Αγγελάκας.
«Το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό» έλεγε ο Ντελακρουά δίνοντας το έναυσμα στους καλλιτέχνες του κόσμου. Δημιουργήστε! Οι δύο ποιητές που μας απασχόλησαν την περασμένη εβδομάδα για διαφορετικούς λόγους, έψαξαν να βρουν τη δική τους φωνή, κυνήγησαν το ανείπωτο, είπαν σαν τον Νίτσε ακούστε γιατί είμαι αυτός που είμαι. Έλεγε κάποτε ο Ρίλκε:«Όσο ζω μου φαίνεται ολοένα και πιο απαραίτητο να αντέξω να καταγράψω μέχρι τέλους όλα όσα υπαγορεύει το γεγονός της ύπαρξης μου. Διότι μπορεί η μικρή εκείνη, η δυσδιάκριτη ίσως λέξη, μέσω της οποίας όλα όσα με κόπο μάθαμε και δεν κατανοήσαμε, μεταστρέφονται εντέλει προς ένα εξαίσιο νόημα, να μην περιλαμβάνεται παρά στην τελευταία πρόταση». Την τελευταία τούτη πρόταση λογόκρινε η μοίρα πάνω σε μία στροφή της. Ο μεγάλος απών είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του: «Δεν έχω πει ακόμα αυτό που θα 'θελα να πω» και μια άλλη φράση του Χένρι Μίλλερ μου καρφώθηκε στο νου:«Το αληθινό, το ίδιο το πραγματικό, ελάχιστα μ'ενδιαφέρει. Το μόνο που με απασχολεί είναι εκείνο που φαντάζομαι πως είμαι, εκείνο που κατέπνιγα καθημερινά, για να ζήσω. Αν πεθάνω σήμερα ή αύριο, δεν έχει για μένα την παραμικρή σημασία, κι ούτε είχε ποτέ. Ότι όμως και σήμερα ακόμα- ύστερα από τόσα χρόνια προσπάθειας- δεν μπορώ να πω ό,τι θέλω και αισθάνομαι- αυτό μ' ενοχλεί, και με πικραίνει κατάβαθα».
Κάποιος που ξόδεψε πολλές λέξεις, ο Βιτγκενστάιν, δεν απέκλειε η φιλοσοφία να εκφραζόταν τελικώς καλύτερα με τη μορφή της ποίησης. Οι κίνδυνοι για εκείνη που ακόμα δεν έχει γεννηθεί είναι σήμερα οι ίδιοι. Να γίνει εξεζητημένη, να θέλει απλά να προκαλέσει τον αστό, να αποκλείει αγύμναστα μάτια και αυτιά με τον ελιτισμό της, να θέλει να είναι τέλεια, δηλαδή ψεύτικη. Για τον Χριστιανόπουλο και τον Αγγελόπουλο τα είπαν άλλοι καλύτερα από μένα εδώ στην Parallaxi. Ανήκω δυστυχώς στους Έλληνες που περίμεναν να πεθάνει ο τελευταίος για να δω κάποια ταινία του-όταν αρρωστήσει βαριά ο Χρυσοχοίδης από υπερβολική φιλοδοξία θα διαβάσουμε όλοι εμείς και το μνημόνιο. Το μόνο που μπορώ να συνεισφέρω είναι το ποίημα που πρόσφατα ανακάλυψα σε ένα mp3. Ανεβάζοντας το στο Utube, συνειδητοποίησα πως η αυθεντική ποίηση δεν έχει τίποτε περιττό, τίποτε ψεύτικο. Δεν είναι δυσνόητη ή πολύπλοκα ειπωμένη όπως πιστεύουν μερικοί. Είναι απλή και ξεκάθαρη όσο ένα ηλιοβασίλεμα. Έχει ήχο παλιάς εποχής, η μελωδία μπερδεύεται με τα φαγητά, τα τζιτζίκια ξυπνούν στις ελιές και κάνουν δεύτερη, δεν πουλάει γιατί διαθέτει συναίσθημα ακόμη και για τις κότες, ο αέρας της σε πηγαίνει σε μέρη και ανθρώπους που νοστάλγησες, σε χαμόγελα που δεν αντάμωσαν, σε φιλιά που δε δόθηκαν, σε ταξίδια που δεν ευοδώθηκαν. Πιο απλά, μοσχομυρίζει αλήθεια. Διότι πρέπει να είναι ποίηση το τραγούδι με το οποίο δακρύζει η μάνα σου, όταν τραγουδάει ένας συγκλονιστικός, αυθεντικός, σεμνός και γι’αυτό ελάχιστα γνωστός Μυλοποταμίτης ξεκινώντας με ένα συρτό του μεγάλου Ξυλούρη. Οι ποιητές ανέκαθεν εξάλλου προτιμούσαν να ευδοκιμούν δίπλα σε χασίσια και μέσα σε συνοικιακά δισκοπωλεία, σε σπάνιες και ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις, εκεί που η λύρα κλαίει τη φωνή της Κρήτης, εκεί όπου για 13.43 δεν αμφιβάλεις ξαφνικά για τίποτα. Η ομορφιά έχει κερδίσει και το πανηγυρίζει. Αξίζει η ζωή την πιο δύσκολη στιγμή. Γιατί τι άλλο μπορεί να κάνει ένας άντρας στην εποχή των τεράτων από το να πει κάτι για τον κόσμο και να κάνει μια γυναίκα ευτυχισμένη; Να μπορεί κάθε μέρα να της λέει μετά το 9.52:« Όπου κι αν πάω με χτυπά ο πόνος του σεβντά σου, μα πλια πολύ όντε περνώ από τη γειτονιά σου. Και το φεγγάρι βιαστικό περνά απ' τη γειτονιά τζι, φοβάται να μη θαμπωθεί από την ομορφιά τζι». Τούτη η άλλη ποίηση, η ανεπανάληπτη, η άγνωστη, η χαμένη κι όχι η ανείπωτη, κάθε φορά με καθηλώνει δίχως να το επιζητεί. Χρειάζομαι τη βοήθεια της. Δανείζομαι 998 αυτιά και πάλι δε μου φτάνουν.
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012
Ή αράζουμε ή βουλιάζουμε
Δε γράφω τον τελευταίο καιρό. Αισιοδοξώ. Αν δε σε πιέσει η μελαγχολία, δεν κάθεσαι να βρεις λέξεις που την εξαφανίζουν. Ευτυχώς, κείμενά μου δεν περιμένει κανείς. Κάθισα ωστόσο στον κώλο μoυ όχι επειδή σας αγάπησα ξαφνικά αλλά επειδή δεν μπορώ να σας μισώ διαφορετικά παρά με την κατανόηση του χαρτιού, αν δηλαδή σας μισώ, που δε νομίζω να σας μισώ. Η ελπίδα μου απέδειξε εξάλλου πρόσφατα ότι είναι λιγότερο ύπουλη απ’ό,τι φανταζόμουν τη στιγμή που είχα αρχίσει να την υποπτεύομαι περισσότερο.
Ξεραμένα μεσάνυχτα, το δέντρο της μάνας παραφορτωμένο και υπερβολικό, δεσμεύει το διοξείδιο του 2011 και προστάζει ζωή. Κάθε χρόνο, την ίδια περίοδο, το ξεσκισμένο κουτί που το φιλοξενεί κατεβαίνει από το πατάρι για να μας υπενθυμίσει την παρουσία του. Τώρα που ο νέος χρόνος μπήκε και ο Άϊ Βασίλης δε φάνηκε, μ’αρέσει περισσότερο να ανάβω τα λαμπάκια του και να το χαζεύω. Ευλογημένες να είναι οι νοικοκυρές που ξεχνούν να το ξεστολίσουν. Τότε μόνο οι ψεύτικες βελόνες μοιάζουν αληθινές, όταν επιμένουν να ερωτευτούμε, όταν επιμένουν να ευτυχήσουμε σαν τη διακήρυξη της αμερικανικής ανεξαρτησίας. «Ας πάμε σιγά-σιγά, θα φτάσουμε στην ώρα μας. Η ελευθερία είναι να μη φτάνεις ποτέ στην ώρα. Ποτέ!» έγραφε ο Alfred Jarry στα 1900. «Δύο και δύο κάνουν τέσσερα! Κατά τη γνώμη του (ανθρώπου), αυτό είναι αυθάδεια. Το δύο και δύο κάνουν τέσσερα μοιάζει με κάποιον αναιδή που στέκεται στη μέση του δρόμου και σου τον φράζει, σε προκαλεί. Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι ένα θαυμάσιο πράγμα. Ε λοιπόν το δύο και δύο κάνουν πέντε είναι καμία φορά πιο χαριτωμένο» χοντραίνει το παιχνίδι αψηφώντας το έλλειμμα ο Ντοστογιέφσκι.
Το φως της δημοσιότητας συσκοτίζει τα πάντα έλεγε ο Χάιντεγκερ. Η είδηση για το 2011 μία ήταν. Ότι κάθε δευτερόλεπτο πεθαίνει ένας άνθρωπος από την πείνα. Τι έγινε; Το απολύτως απαραίτητο. Σοκαριστήκαμε για ένα δευτερόλεπτο. Στη φαντασία μου προκλήθηκε ένας μικρός συνειδησιακός πανικός. Για 48 ώρες δεν λειτουργούσε τίποτα, στα γήπεδα κρατούσαν ώρες σιγής και κανείς δεν είχε το κουράγιο να σκοράρει ή να βρίσει, ο Άδωνις παραιτήθηκε και έκλαψε στην αγκαλιά της Ευγενίας που τον χώριζε, στα χρηματιστήρια οι δείκτες κυμάτιζαν μεσίστιοι δίχως κίνδυνο κραχ, η Lady Gaga ακύρωσε προγραμματισμένη της συναυλία, οι διάσημοι ζήτησαν να γίνουν άσημοι και να μην τους θαυμάζει για λίγο κανείς, οι G20 ζήτησαν συγγνώμη σε κοινή τους ανακοίνωση, πρωθυπουργοί και πρόεδροι έστειλαν τηλεγραφήματα και στεφάνια σε τάφους αγνώστων, οι οίκοι αξιολόγησης διαλύθηκαν χωρίς να τους το ζητήσει κανείς αγανακτισμένος, οι οίκοι αξιολόγησης νεκρών, τα Μίντια, θρήνησαν έναν ακόμα θάνατο εφημερίδας. Ευτυχώς όμως τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Όλα κύλησαν ομαλά, όλοι φάγαμε το ίδιο βράδυ κιόλας το φαγητό μας και βαρυστομαχιάσαμε, καθώς ο Σιοράν είχε δίκιο όταν επέμενε ότι ζωή υπάρχει μόνο στην αμεριμνησία απέναντι στη ζωή. Γι’αυτό κι εμείς φορέσαμε ξεδιάντροπα χριστουγεννιάτικα χαμόγελα και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον προφητικά, ίσως, μηδέν.
Τη νέα χρονιά μένει να δούμε πόσο περιορίζεται ο ρόλος της Ευρώπης στη νέα Ευρώπη, αν γίνονται δημοσκοπήσεις επειδή κάποια στιγμή θα γίνουν και εκλογές, αν «υπερβολικά απασχολημένοι με το να γοητεύουμε, ξεχάσουμε τους εαυτούς μας» (Σαρτρ). Τους διπλανούς μας τους έχουμε εμπιστευθεί στην καλοσύνη των ξένων που πολύ λίγο μοιάζουν με τον δικό μου υποψήφιο πρωθυπουργό, τον Ross Daly. Τι κάνουμε λοιπόν; Με ανθρώπους μικρούς δεν μπορούν μεγάλα πράγματα να γίνουν, θυμίζει ο Μιλ στους επίδοξους επαναστάτες και τα διανοητικά τους ψεύδη. Οπότε ή αράζουμε ή βουλιάζουμε. Αράζουμε κάτω από την ελιά του Ελύτη, στον ίσκιο της γης, κάτω από το δέντρο όπου κρεμάστηκε ο Καρυωτάκης και αφουγκραζόμαστε τη σιωπή. Προτού τη λογοκρίνουμε, για να μη γράψουμε εμείς τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου, γινόμαστε ξανά φίλοι και εραστές. Κατοικούμε από την αρχή τον τόπο μας και τον διεκδικούμε όταν πειστούμε ότι μας ανήκει δικαιωματικά.
