Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Διαδίκτυο προσωπικοτήτων.

Ένα έθνος που φοβάται να αφήσει τους ανθρώπους του να κρίνουν την αλήθεια και την αναλήθεια, είναι ένα έθνος που φοβάται τους ανθρώπους του. Τζον Κένεντι.

Η εξουσία δεν σερβίρεται ξεροσφύρι. Συνοδεύεται από μία σειρά έμμονες ιδέες. Η πιο παλιά από αυτές βασανίζει τους φιλότιμους υπηρέτες της που δεν μπορούν να κλείσουν μάτι τα βράδια εξαιτίας της ίδιας επίμονης υπόνοιας: το να λέει ο καθένας ό,τι του κατέβει στο κεφάλι δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως αντίθετο με την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, επιπόλαια, η ιδρωμένη αϋπνία γίνεται αυτονόητη προτροπή για δράση, ανακοινώσεις και αυστηρότερες ποινές με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Δεν είναι δα και οι πρώτοι που υπερεκτιμούν την καρέκλα τους.

Στις ελληνικές μέρες του πρόζακ οι κουκουλοφόροι των blogs, ύστερα από πρόταση του περιοδικού Ciao, γίνονται πρώτη ύλη στο διαδίκτυο των επωνύμων. Μπροστά στην προοπτική της διασημότητας για όλους που ανοίγει η μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, ποιος θυμάται το όραμα περί Δανίας του Νότου; Προετοιμαστείτε ψυχολογικά. Ο εφιάλτης του ονοματεπώνυμου δεν πρόκειται να επιδείξει έλεος. Κανενός η φωνή δεν θα έχει χώρο στο διαδίκτυο των σταρς. Τώρα, πια, θα υπογράφουμε αυτόγραφα κάτω από την άποψή μας για την οποία καίγεστε, σας βλέπω. Το σημείο της γόνιμης διαφοροποίησης του καθενός, θα είναι σπατάλη που θα περικόπτεται από τον ίδιο. Το μενού της αυτολογοκρισίας και του savoir vivre θα περιλαμβάνει αποκλειστικά αβρότητες και φιλοφρονήσεις. Ή απόλυτα αρσενικά ή άντρες της χρονιάς. Ένα από τα δύο.

Σέβομαι οποιονδήποτε εκφράζεται επώνυμα. Θέλω κι εκείνος να σεβαστεί το ενδεχόμενο ότι σε ένα παιχνίδι δημοφιλές και συνάμα βαθύ όπως η γραφή, το όνομά μου μπορεί να έχει μικρή σημασία για το χαρτί. Ας αρχίσουμε όμως από κάτι ξεκαρδιστικό. Το οξύμωρο του πράγματος φωνάζει από χιλιόμετρα. Για ποια ανωνυμία μου μιλάς από τη στιγμή που έχω σύνδεση στο Ίντερνετ; Οι άνθρωποι του Facebook και της Google θα ξεσπούσαν σε γέλια. Το Debate θα είχε τόσο ενδιαφέρον όσο και ένα που θα πραγματευόταν εάν θα υπάρχει παρθενία στις πουτάνες.

Μήπως οι δημοσιογράφοι αναφέρονται ξανά στην ανωνυμία που κοστίζει ζωές; Κι αφού έχουν αμνησία και ξεχνούν τις ψευδώνυμες στήλες των εφημερίδων και την ανωνυμία των πηγών τους, τι γνώμη έχουν για την απείρως πιο τρομακτική και επικίνδυνη ανωνυμία του Economist; Ποιος βρίσκεται πίσω από τα κείμενά του αν όχι ο ίδιος ο Big Brother, ο Θεός των αγορών; Και για να συνεχίσουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων, ποιες είναι οι αγορές που έχουν και Θεό; Τις έχει δει ποτέ κανείς; Γιατί γκρεμίζονται τα χρηματιστήρια; Τι έχει να μας πει ο επώνυμος δημοσιογράφος για όλα αυτά εκτός από το επώνυμό του; Εκείνος δεν είναι που δεν πηγαίνει πουθενά χωρίς την Standard & Poor’s του; Ως πότε θα παριστάνουν τα mainstream Μίντια ότι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει; Πόσες ακόμα ομολογίες άγνοιας και αμηχανίας για τις οποίες μιλούσε ο Νικήτας Λιοναράκης μπορούν να αντέξουν τηλεθεατές και αναγνώστες;

Αυτό που διαφεύγει από την ηλιοκαμένη κυβέρνηση είναι πως η μοναδική αξιοπρέπεια που είχε μείνει μέχρι τώρα στους bloggers ήταν η ανωνυμία τους. Και μιλάω γι’αυτούς που συνήθως αξίζει να διαβάζεις. Η μετάβαση σε ορισμένους από αυτούς δεν θα κοστίσει τίποτα. Συμπεριφέρονται ήδη σαν διασημότητες, Σε έναν τόπο όμως όπου ακόμα ανθίζει η φιγούρα, όπου ακόμα πουλάνε τα αδιανόητα τίποτα, όπου ο ανταγωνισμός γίνεται η νέα εθνική αφήγηση, τα ευφάνταστα ονόματα των blogs μας, η αίσθηση ελευθερίας που μας έδιναν, η άρνηση του σκληρού εγώ μας, ήταν το όπλο με το οποίο πολεμούσαμε. Ήθελε αρετή και τόλμη η ανωνυμία-με το mail σου πιο δίπλα να δίνει φόρα παρτίδα να στοιχεία σου σε όσους δυσφημείς. Ο πασαένας που είχα διαλέξει να συνοδεύει τα γραπτά μου, αυτό και μόνο προσπάθησε να πει στον πασαένα. Να μη φοβάται τις σκέψεις του, να τις κάνει ακόμα κι αν αναγκαστεί να τις φάει ο ίδιος, ακόμα κι αν αποδειχθούν ασήμαντες, μα πάνω απ’όλα να μην ντρέπεται να το λέει, να το φωνάζει αν χρειαστεί, ότι είναι και θα είναι ο πασαένας, ότι έτσι όπως έγιναν τα πράγματα μόνο ο πασαένας θέλει να είναι: όχι επειδή μόνο αυτό θα μπορεί να είναι από εδώ και στο εξής αλλά διότι μόνο αυτό θα έχει αξία.

Θα προσυπέγραφα ευχαρίστως το tweet του περιοδικού Ποιείν:«Η ανωνυμία είναι η παιδική ασθένεια των μπλόγκερς. Βγάλτε τα παντελονάκια σας πιτσιρίκια. Φορέστε βερμούδες» αν δεν πόσταρε μερικά λεπτά αργότερα ένα ποίημα του Ρεμπώ που είχε οσμιστεί το πρόβλημα νωρίς:«Εγώ είναι ένας άλλος». Τρέχα γύρευε. Σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, η φράση του δεν παύει να μαρτυρά το αναπόφευκτο της ανωνυμίας. Μιας ανωνυμίας που ως μοναδική δυνατότητα λαμβάνει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας: τη θέση μου θα την πάρει ο άλλος. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί η τραγωδία. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους. Ένας άγνωστος θα είναι πάντα πρόθυμος να απειλήσει με την αλήθεια του. Η πληροφορία θα διαχέεται με ταχύτητες μεγάλες. Το κουβάρι θα ξετυλίγεται θέλει δε θέλει η εξουσία, θέλει δε θέλει η λογοκρισία. Η κρίση του καθενός θα ασκείται θέλει δε θέλει ο εγκέφαλός του να μπει σε περιπέτειες, θέλει δε θέλει ο δάσκαλός του να το επιτρέψει. Έτσι θα γίνει πολίτης. Έτσι θα αποκτήσει την αγωγή και τα βιβλία που δεν του δίνει το νέο σχολείο. Έτσι θα λείψουν οι Μπρέιβικ. Διαφορετικά κινδυνεύει κάθε κυβέρνηση σύμφωνα με τον Δήμου να μοιάζει με τον Ξέρξη που διέταξε το μαστίγωμα της θάλασσας προκειμένου να γαληνέψει.

Αν η αδιαφορία λύγισε ποιητές και λογοτέχνες, μπορεί σίγουρα να αποθαρρύνει μερικούς κοινούς συκοφάντες. Την ανωνυμία, λοιπόν, ως τεστ συνείδησης και μόνο, αξίζει να την υπερασπιστούν όλοι όσοι γράφουν. Ως διαχείριση ελευθερίας, ως αγαθό για το οποίο διώκονται και δολοφονούνται σε ανελεύθερα καθεστώτα, ως παιδί της ανώνυμης δημοκρατίας που συρρικνώνεται, ως φόρος τιμής σε όλους όσοι είχαν ένα μικρό ατυχηματάκι επειδή μίλησαν, ως άνθρωποι που καταλάβαμε περισσότερη ιστορία απ’ όση διαβάσαμε. Η πρόθεση της κυβέρνησης δεν είναι ασφαλώς να μας χαλάσει το παιχνίδι. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για μία ακόμη επίδειξη αδυναμίας. Όσο για εκείνους που αδιάφορα βλέπουν στην ανωνυμία ένα αναγκαίο κακό, φοβάμαι ότι με την ίδια αδιαφορία θα αντιμετώπιζαν και τη λογοκρισία σε ένα ανελεύθερο καθεστώς και θα συνέχιζαν να αρθρογραφούν.

Στην Κίνα οι πολίτες, μέσω του Sina Weibo, κατορθώνουν και παρακάμπτουν την προπαγάνδα. Πιο τυχερός ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ, περιμένει να καταδικαστεί από την αμερικανική Δικαιοσύνη με την κατηγορία του ήρωα. Οι ηττοπαθείς κοινωνίες, που όλο και συχνότερα συγκρίνονται από τους ειδικούς με χύτρες ταχύτητας, δεν πρόκειται να σκάσουν εάν οι κυβερνήσεις ευφυώς αφήσουν στη θέση τους τις βαλβίδες αποσυμπίεσης. Όταν, επομένως, ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου μιλάει για ταυτοποίηση των διαχειριστών στα ελληνικά ιστολόγια, ο απώτερος σκοπός του δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κάθε προοδευτικός άνθρωπος θα έπρεπε να στηρίξει την ποινικοποίηση της ελεύθερης έκφρασης. Ίσως τότε γινόταν από όλους κατανοητό ότι με κάποιον πολύ καινούριο ολοκληρωτισμό αρχίζουν να μοιάζουν όλα όσα απαθώς και φοβισμένα παρακολουθούμε να συμβαίνουν εντός και εκτός των συνόρων μας.

Οι άνεργοι έχουν μείνει χωρίς όνομα. Πότε θα γίνει άρση της ανωνυμίας τους; Ας μην εθελοτυφλεί η κυβέρνηση: το ερώτημα δεν θα έχει μικρότερη σημασία στο διαδίκτυο των προσωπικοτήτων. Η πραγματικότητα την υπονομεύει, όχι η ανωνυμία. Θα ήταν απείρως αποτελεσματικότερη αν ξεκινούσε να ραδιουργεί εναντίον της. «Το σκοινί δεν κρεμάει, η γη έλκει» συμπύκνωνε ο Ουγκό.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Σπύρος

Όλες οι θρησκείες κατόρθωσαν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, να καθησυχάσουν τον άνθρωπο. Του υποσχέθηκαν κι άλλη ζωή μετά το τέλος αυτής που του δόθηκε και εκείνος λίγο ή πολύ το έχαψε. Πιστεύοντας, είχε το θάνατο στο χέρι του. Τον έβγαζε από το τσεπάκι του και τον άναβε, τον αιχμαλώτιζε με το σταυρό του, τον κορόιδευε με τη μετάνοιά του, προσποιούνταν τον ηθικό και τον έντιμο μπροστά στο Θεό του, έκανε δημόσιες σχέσεις με τον ουρανό, δεν λησμονούσε ποτέ την προσευχή του. Τα είχε όλα υπό έλεγχο.

Για τους άθεους, είχε φροντίσει ο Επίκουρος. Ο Βιτγκενστάιν νομίζοντας ότι κάνει μεγάλη ανακάλυψη πολλούς αιώνες αργότερα επαναλάμβανε τα λόγια του: ο θάνατός μας δεν μας αφορά. Όταν έρθει, εμείς θα λείπουμε. Είναι ένα γεγονός που πρέπει να αφορά τους άλλους, τους δικούς μας. Εμείς θα ζήσουμε ανέμελα. Ας τρέμουν εκείνοι.

Ποια θρησκεία όμως, ποιος Θεός, ποιος φιλόσοφος, ποια αίρεση, παρηγόρησε τον άνθρωπο για το θάνατο των δικών του ανθρώπων; Ποια του πήρε τις φοβίες του και τις μετέτρεψε σε θαύματα; Ποια υπήρξε αποτελεσματική όταν τα περιθώρια στένευαν και η ανάγκη για ένα ψέμα περίσσευε; Γιατί δεν ξεμπερδέψαμε μαζί του;

Διύλιζα όλη μέρα τον κώνωπα για την ανωνυμία των blogs. Μην πω καμία μπαρούφα στους αναγνώστες τώρα που ο κόσμος μέσα από Parallaxi απέκτησε αυτιά. Δεν υπολόγισα στο τραπέζι τον μεγάλο λογοκριτή του σύμπαντος. Ήρθε απρόσκλητος, πήρε μία καρέκλα και έκατσε. Ο Παντελής που εκτιμώ και που διαβάζω ευλαβικά, έχασε προχθές το ωραιότερό του ποίημα. Το παλικάρι του. Ας τον συντροφεύσουν μια φορά πρώτες οι δικές μας σκέψεις. Τα ταπεινά συλλυπητήρια όλων μας στην οικογένειά του.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Κλάρα

(Ο 25χρονος του χθεσινού ποστ σπάει τη σιωπή του παρότι ζεσταίνεται. Παρόλο που σκέφτεται ότι ο Αρθούρος είχε δίκιο όταν έγραφε: «Ένας ύπνος ολομέθυστος στην αμμουδιά, αυτό αξίζει, και τ’άλλα κουραφέξαλα»).

Ήταν μία πολύ καλή χρονιά η πρώτη χρονιά για το Πολύ την Κυριακή. Είχε, μεν, περάσει το ‘04 και το ‘05 που είχαμε πάρει Ευρωπαϊκό Ποδοσφαίρου, Μπάσκετ, Ολυμπιακούς και Γιουροβίζιον, όμως, στο εθνικό υποσυνείδητο διατηρούσαμε τη φόρα όλων αυτών των κατακτήσεων. Ο πλανήτης υπάκουε σε κάθε ελληνικό κέλευσμα: αρκούσε μόνο μία γκόμενα να διατάξει από την κερκίδα τον Μερκ με το επιτακτικό:«Σφύρα το ρε μαλάκα» για να πανηγυρίσουμε. Συνέχεια μας θυμάμαι να πανηγυρίζουμε. Κι η αλήθεια είναι ότι παραήμασταν καλοί. Το παρακάναμε μέχρι και εκεί. Τα γονίδια της Χαλκιά ήταν δυο φορές γονίδιά μας.

Όσο για τον Γρηγόρη, για μια περίοδο θεωρούνταν ο απόλυτος άρχοντας της βραδινής ζώνης και αντιμετωπιζόταν από αρκετούς ως ο μεγαλύτερος Έλληνας στοχαστής-στη συνέχεια τον διαδέχτηκε ο Γιώργος Παπανδρέου. Η Μαριέττα, που τον πλαισίωνε, ήταν μία ντροπαλή ανερχόμενη δημοσιογράφος που δεν θα παραξενευόσουν αν άκουγες ότι στις ελεύθερες ώρες της, της αρέσει να διαβάζει Αλεξάνδρα Κολλοντάι. Δεν είχε ανέβει ακόμα στο Αβέρωφ, ούτε είχε βρει τον εφοπλιστή της ζωής της. Το παραδέχομαι. Υπήρξα σχεδόν ερωτευμένος μαζί της. Τώρα με την κρίση, λίγοι θα άκουσαν, ότι πουλάει σανδάλια για να ζήσει. Κάθε Κυριακή περιμέναμε, λοιπόν, την εκπομπή του Γρηγόρη και της Μαριέττας, της Μαριέττας και του Γρηγόρη. Η άλλη Ελλάδα, του καναπέ και του καμπινέ, διασκέδαζε τηλεοπτικά την πλήξη της και «οι ένοχοι μικροαστοί λούφαζαν στα κλιματισμένα τους διαμερίσματα μασώντας ηδονικά τσίχλα» για να την παρακολουθήσουν, όπως θα έλεγε μεταμφιεσμένος σε Σεμίνα ο Ζουγανέλης. Η απουσία του κωμικού προσέδιδε, εξαιτίας της, έντονο κωμικό στοιχείο στο όλο σκηνικό, όπως ακριβώς στον Ηλίθιο του Φιοντόρ. Τα αστεία του Αρναούτογλου δεν ήταν του γούστου μου, αλλά ομολογώ ότι γελούσα αρκετές φορές με την αβάσταχτη ελαφρότητα που εναντιωνόταν στη μισητή μουσική της Αθλητικής Κυριακής.

Αδικώντας το σόου, θα λέγαμε ότι όλη η Ελλάδα περίμενε με αγωνία σε ποιο τετραγωνάκι θα αφήσει την κουράδα της η Κλάρα, όπως έγραψε χθες ο Γιώργος Τούλας. Για τους ουδέτερους, ασφαλώς, τα απόβλητα του ζωντανού είχαν θρεπτική αξία. Όλο και κάτι δημιουργικό θα γεννιόταν στο καθιστικό της οικογένειας, όλο και κάποια έξυπνη ατάκα θα συνεισέφερε ο τηλεθεατής στο βαρετό σε γενικές γραμμές σενάριο της εκπομπής. Την εποχή εκείνη το κλαρίνο της Σάσας Μπάστα σηματοδοτούσε τη στροφή στην ποιότητα, ο εθνικός σταρ και η Ρούλα Βροχοπούλου ανταγωνίζονταν για μία θέση στο διπλανό παράθυρο, τα κουτιά του Deal άνοιγαν άλλη μία πόρτα στον εύκολο πλουτισμό · η φραπελιά της Δρούζα συγκλόνιζε το πανελλήνιο με τις μαγικές της ιδιότητες, οι υπέροχες σταρ ήταν υπέροχες πριν καν αρχίσει το ρεπορτάζ που το επιβεβαίωνε και τα διάφορα Emo, που πρώτα αυτά προέβλεψαν την κρίση, εναλλάσσονταν μαζί με κάθε είδους μπαλάκια στις οθόνες μας. Στα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους, βρέθηκε συν τοις άλλοις χρόνος για να συζητηθεί διεξοδικά καθετί επουσιώδες. Και όχι μόνο συζητήθηκε αλλά λύθηκε μάλιστα, επειδή κάποια στιγμή ο παρουσιαστής ευφυώς άλλαζε θέμα. Ζούσαμε εν γνώσει μας τη δικτατορία της ηλιθιότητας όπως το είχε θέσει ο εκκεντρικός Παναγιώτης Χατζηστεφάνου και το απολαμβάναμε. Αρκετοί εντοπίζουν σε όλα αυτά, εκ των υστέρων, τους λόγους για τους οποίους χρεοκοπήσαμε. Σύμφωνοι. Ας δούμε όμως λιγάκι σε ποια πραγματικότητα επιστρέψαμε και τι πρόοδο έχουμε επιτύχει.

Πρόοδος θα ήταν μία μέρα να μη δουλέψει κανείς, να μην αδικήσει κανείς κανέναν, να μη λείψει κανείς. Το άλμα όμως αποδεικνύεται επικίνδυνο για την ανθρωπότητα, πόσο μάλλον για την κουτσή Ελλάδα. Εκεί που είπαμε, αφελώς, να γυρίσουμε στα ουσιώδη, τα ανθρώπινα, τα λίγα, ο κόσμος δείχνει πιο βρομερός και ανούσιος από πριν. Εκείνοι που βλέπουν παντού ευκαιρίες, αλήθεια, τι ξεπεσμό και τι ζωντάνια αναγγέλλουν. Πόσοι χαρούμενοι θάνατοι μας περιμένουν εάν τους ακούσουμε, τι περίτεχνες εκατόμβες μας επιφυλάσσουν! Γιατί δεν ξέρω αν το μάθατε, αλλά ήρθαν νέες κουράδες, παχιές και μεγάλες. Αν έβλεπα την άλλη Ελλάδα να έρχεται, θα αποχωριζόμουν την ανόητη παλιά δίχως νοσταλγία. Μα αυτή η Ελλάδα κι αυτός ο κόσμος βαδίζουν αργά προς την καταστροφή του ανθρώπου και πάλι δεν τους προλαβαίνεις. Γιατί ποιος θα ισχυριζόταν ότι η μετάβαση από την κουράδα της Κλάρας στην κουράδα της Standard & Poor’s είναι εποικοδομητική, πέραν του κέρδους που έχουμε από τη συνειδητοποίηση της γελοιότητας της κατάστασης; Το αστείο του Γρηγόρη είχε ένα τέλος. Κακόγουστο, ξεκακόγουστο, ήταν εν πολλοίς αθώο. Το τηλεκοντρόλ είχε ακόμα δύναμη μέσα στα χέρια της νοικοκυράς. Το καλάθι της είχε αξία. Η συνταξούλα της ήταν αδιαπραγμάτευτη. Το αστείο που σήμερα αφηγούνται τα Μίντια εις βάρος των λαών, εκ μέρους των Ευρωπαίων ηγετών, ποια κάθαρση ή ζάπινγκ προβλέπει; Και πώς αντιμετωπίζεται;

Το καινούριο που μας συμβαίνει δεν είναι άλλο παρά μία καλοκουρδισμένη φάρσα σε παγκόσμια μετάδοση που επαναλαμβάνει την ίδια άθλια ιστορία. Την εξαιρετική δικτατορία μίας διαφορετικής ηλιθιότητας. Τι μας λένε οι ηγέτες των εργατικών αριθμών; Ας διαλύσουμε επιτέλους τους λαούς και ας εκλέξουμε άλλους (Μπρεχτ). Το είδος των ψηφοφόρων που θα αναλάβει την δύσκολη αποστολή έχει εξάλλου δημιουργηθεί. Θέλει αρχίδια να σκοτώσει κανείς έναν αθώο, σκέφτεται πια ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος. Ένας ηγέτης της Υπερδύναμης το είχε εκφράσει ως εξής: Think big Henry. Είναι ωραία η ατομική βόμβα. Είναι cool να τινάξεις στον αέρα τον πλανήτη, να τινάζεις στον αέρα τον αθώο, μόνο και μόνο για να νιώσεις ωραία. Μη το σκέφτεσαι. Στο παιχνίδι των πλουσίων, οι αθώοι είναι μειοψηφία. Με την επιείκεια κανείς δεν πήγε μπροστά.

Το κακό είναι πάντοτε εδώ, πιο ενωμένο, πιο δυνατό, πιο σκοτεινό και περιμένει να βουλιάξει στο σκοτάδι τον κόσμο για το δικό του καλό. Διατυπώνει φωναχτά μάλιστα, ενώ κινδυνεύει, με αυθάδεια τα ιδανικά του. Και αυτή η αυθάδεια είναι που το κάνει ισχυρό. Η νέα ουτοπία, εάν ποτέ διατυπωθεί, θα συνεγείρει τα πλήθη μόνο εάν οριστεί με το πάθος ενός κακού, ενός διεστραμμένου ανθρώπου, μόνο εάν διαθέτει τη σαφήνεια των παραπάνω φράσεων.

Βλέποντας την κουράδα να πέφτει δεν θα είχε νόημα να κάνουμε ευχή. Τώρα πια πέφτει παντού. Τώρα κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο των αποβλήτων. Τα ψέματα τελείωσαν τόσο για τον Κάμερον και τον Ομπάμα, όσο και για όλους εμάς. Τόσο καιρό ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, κύριοι. Καιρός να ζήσουμε κάτω από αυτές! Για την εμπειρία, φυσικά, όπως τότε που σε εμάς τους νέους εκτός από την επιλογή της πλατείας και της ανεργίας, δινόταν η ευκαιρία της συμμετοχής σε κάποιο φιλόξενο ριάλιτι.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Amy Winehouse

Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να κρίνει τον άνθρωπο; Στο όνομα τίνος θα μιλούσε; Σιμόν Ντε Μποβουάρ.

Ο άνθρωπος που κρίνει κάποιον άλλο είναι ένα θέαμα που θα με έκανε να σκάσω στα γέλια αν δε μου προκαλούσε οίκτο. Φλωμπέρ.

Η κόλαση είναι οι άλλοι είχε πει ο Σαρτρ. Μισή αλήθεια. Καμιά φορά γίνονται και ο παράδεισος. Η Amy Winehouse σου έδινε μάλιστα την δυνατότητα να επιλέξεις ανάμεσα στα δύο εντελώς διαφορετικά δωμάτιά του. Στο πρώτο που ήταν εντέλει και το πιο μικρό, χάρισε τη μουσική της. Στο δεύτερο, για όσους τη γνώρισαν και για τα χαιρέκακα Μίντια, τη δυστυχία της. Και η Amy είχε να προσφέρει πολλή για να παρηγορεί τους δυστυχισμένους.

Μετά το φιάσκο στο Βελιγράδι, οι περισσότεροι καταλάβαιναν ότι στον επόμενο πόνο η κοπέλα με τη σπάνια φωνή θα ήταν νεκρή. Το αιώνια ερωτευμένο κορίτσι που χαλούσε την πιάτσα με το ταλέντο του, που εξέθετε στις εκλάμψεις της την ατάλαντη εποχή μας κάνοντάς την πιο υποφερτή, είχε φτάσει στην τελευταία στροφή. Εκείνη, ωστόσο, βασανιζόταν περισσότερο. «Το να υποφέρει ήταν το επάγγελμά της» είχε γράψει ο Hobsbawm στη νεκρολογία του για μια άλλη μεγάλη, την Billie Holliday. Δεν το αποδέχτηκε ούτε εκείνη. Ό,τι κι αν έδειχνε αργά ή γρήγορα η νεκροψία, η Amy είχε ήδη αποφασίσει να φύγει για τους γνωστούς πεισματάρικους αυτοκαταστροφικούς λόγους, έχοντας μόλις προλάβει να τραγουδήσει «το πιο ωραίο τραγούδι που έρχεται πάντα από τις καταδικασμένες ψυχές που τραγουδούν στην άβυσσο της κολάσεως»(Κάφκα).

Οι κριτές της ύπαρξης δεν άργησαν να εμφανιστούν.Το ενδιαφέρον τους να κατακρίνουν τη νεκρή ήταν ολόψυχο. Η Amy δεν είχε εγγύηση, αποφάνθηκαν, ήταν του διπλανού χωριού, ήταν η κατσίκα του γείτονα. Τρία ήταν τα επιχειρήματα εναντίον της συνομήλικής μου. Δεν ήταν επαγγελματίας (ούτε καν πρεζού αφού πέθανε), δεν διαχειρίστηκε σωστά το ταλέντο της (αυτή και ο Λάμπρος Χούτος), πήρε, τελικώς, αυτό που της άξιζε. Ό,τι ακριβώς είπαμε και για τον Μπιν Λάντεν δηλαδή. Ειδικότερα το τελευταίο τείνει να εξελιχθεί σε ύψιστο φιλοσοφικό θεώρημα, επωδός ικανή να συνοδεύσει μέχρι και την διάλυση της χώρας εξαιτίας των αμαρτιών της. Η αμερικανική κοσμοθεωρία της νωχελικής ανοησίας και του R.I.P, διευκολύνει σκανδαλωδώς την ταχύτητα με την οποία προτιμά να ανατινάζεται η πληροφορία. Το «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα», γίνεται σιγά σιγά “She got what she deserved”. Με ένα λακωνικό τσιτάτο γενικής χρήσεως και πονόψυχου κυνισμού κλείνουμε τις υποθέσεις μας και αλληλοσυγχαιρόμαστε για τη σπάνια διαύγειά μας. Εμείς δεν το αξίζουμε και δε θα μας συμβεί. Στοίχημα;

Δεν υπάρχει θεραπεία για το ότι είμαστε στη γη έλεγε ο Μπέκετ. Κι η Amy το επιβεβαίωνε σε κάθε μετέωρο βήμα της. Η σχέση του θανάτου με τον έρωτα, που πρώτοι κατέδειξαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, δεν μπορεί σήμερα να κατανοηθεί από τα άψυχα Μίντια παρά ίσως μόνο με τη χρήση ουσιών. Και η Winehouse ήταν ξεκάθαρα αυτοκαταστροφικά ερωτευμένη με το μεγάλο της έρωτα που την μύησε στις καταχρήσεις. Επιπλέον, δίχως υποψία ειλικρινούς ενδιαφέροντος και αγάπης από έναν περίγυρο ανίκανο να βοηθήσει και μία βιομηχανία διακριτική στο να εκμεταλλεύεται, κατέληξε μετά το αριστουργηματικό “Back to Black” ένας άρρωστος άνθρωπος. Υγιείς να αναφέρουμε για την ιστορία παραμένουν μέχρι και σήμερα εκείνοι που πετούσαν στο παράθυρο της φιξάκια ενώ προσπαθούσε να απεξαρτηθεί! Υγιείς και οι άλλοι που πόνταραν στην ακριβή ημερομηνία του θανάτου της! Υγιείς και τύποι-σταρ σαν τον Κριστιάνο Ρονάλντο που αντλούν ευχαρίστηση από τη ζήλεια που υποτίθεται μας εμπνέουν! Υγιείς και όσοι την κρίνουν μετά θάνατον από τον διαδικτυακό τους καναπέ, σαν ατζέντηδές που έχασαν λεφτά και διαπιστώνουν αστοχίες στον προϋπολογισμό της!

Σίγουρα φαίνεται περίεργο την εποχή που οι περισσότεροι πολιτικοί συμφωνούν στο ότι οι αγορές πρέπει να έχουν περισσότερες ελευθερίες από τους ανθρώπους, να βρίσκονται ακόμα πλάσματα που «λησμονούν την έπαρση». Πλέον μας εκπλήσσει αρνητικά εάν οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται σαν επιχειρήσεις, πολυκατοικίες ή Υπουργεία Οικονομικών. Η συμπεριφορά τους προκαλεί αμηχανία στην ομοιομορφία της άδειας γκλαμουριάς. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που μας κινούν την περιέργεια όσοι αυτοκαταστρέφονται. Γιατί δεν αγαπούν τον εαυτό τους, διότι δεν είναι επαγγελματίες, επειδή απεχθάνονται τη ζούγκλα και δεν επιθυμούν κλουβιά για κανένα, πόσο μάλλον τα δικά τους.

Αν δεχτούμε το «έλα μωρέ, κάτι μικροαστοί είναι που θρηνούν τη μικρή», οφείλουμε επίσης να σημειώσουμε ότι μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα απεχθάνονταν τους ξεχωριστούς ανθρώπους και τις διάνοιες. Η αναφορά στην Amy την ώρα που στη Νορβηγία παιζόταν το κρυφτό του θανάτου, κόντεψε να ποινικοποιηθεί. Όσοι δικαίως είχαν στραμμένο το βλέμμα τους βόρεια, το μόνο που απέδειξαν θυμώνοντας για το ενδιαφέρον που κέρδισε ο χαμός της τραγουδίστριας, είναι ότι ούτε για εκείνους είναι το ίδιο όλες οι ζωές, αφού ήταν οι πρώτοι που δεν την υπολόγισαν στη ζυγαριά τους. Στην πραγματικότητα, ανίκανοι οι περισσότεροι για ένα γνήσιο θρήνο σιωπής, μιλώντας για τους άλλους, συνέχισαν να μιλούν για τους εαυτούς τους, αποδεικνύοντας ότι η μοναξιά του καθενός δεν είναι μέγεθος μετρήσιμο.

Πόσο άρρωστες αλήθεια είναι οι κοινωνίες που δεν αναστοχάζονται στις τραγωδίες, που αδυνατούν να σωπάσουν, που έχουν πάντα κάτι να πουν, που ντρέπονται να ξεστομίσουν ένα έγκυρο ίσως; Σίγουρα έχουν αρρωστήσει πολύ πριν αυτήν την αρκετά κοινή αυτοκαταστροφική κοπέλα. Αν επιθυμούσαμε για ένα λεπτό να είμαστε ειλικρινείς, θα παραδεχόμασταν ότι στο θάνατο της Amy ανακουφισμένοι ζούμε τον ετεροχρονισμένο θρίαμβο της δικαιοσύνης. Μίας δικαιοσύνης που ό,τι κι αν σκαρφιστεί για περιπτώσεις όπως του Μπρέιβικ, δεν μπορεί να εφεύρει μία δίκαιη τιμωρία. Η απόδοσή της, λόγω της ασύλληπτης ενέργειάς του, γίνεται αδύνατη. (Στυγερές μας είπε αλλά απαραίτητες οι πράξεις του. Άδικά αλλά αναγκαία τα μέτρα του. Αυτό θα έλεγε και ο οικονομικός μας δολοφόνος. Το μοναδικό μέτρο ασφαλείας που μπορούμε να πάρουμε στο μέλλον είναι, φυσικά, η περισσότερη ελευθερία, η ίδια η παιδεία. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από τα όπλα να μην πυροβολούν). Γι’αυτό μας ανακουφίζει εντέλει ο θάνατος της Winehouse. Κάτι φαίνεται να λειτουργεί με λογική. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως η πιο αξιόπιστη πηγή δικαίου.

Από τη σκοπιά μας, η Amy ήταν τυχερή. Πράγματι. Όμως όταν ο άνθρωπος δεν βρίσκει παγίδες στο δρόμο του, τις τοποθετεί ο ίδιος. Εκεί που λες ότι έλυσε όλα του τα προβλήματα, έρχεται και τα θαλασσώνει καλύτερα. Τα εμπόδια που μπορεί να ανακαλύπτει είναι ατελείωτα, ειδικά από τη στιγμή που έχει να παλέψει για ελάχιστα. Η ιδιαίτερη ερμηνεύτρια που γνώριζε ότι ήταν προικισμένη αλλά δεν την ένοιαζε, που ήθελε να κάνει παιδιά και οικογένεια, γεννημένη τραγουδίστρια αλλά όχι περφόρμερ, δειλή και αδύναμη, απλώς επανέλαβε με τις πράξεις της τη διαπίστωση του Ντοστογιέφσκι: «Δώστε του πλούτη, πνίξτε τον στην ευτυχία, ενισχύστε τον όσο θέλετε χρηματικά για να μην κάνει τίποτα άλλο παρά να κοιμάται, να τρώει γλυκίσματα και να προλέγει το τέλος της παγκόσμιας ιστορίας, και τότε ακόμη ο άνθρωπος από αχαριστία και μοχθηρία θα κάνει ατιμίες. Θα ριψοκινδυνεύσει να χάσει τα γλυκίσματά του και θα επιθυμήσει σκόπιμα ουτοπίες που θα μπορούσαν να τον καταστρέψουν, πράγματα παράλογα κι ανώφελα μόνο και μόνο για να νοθέψει τον θετικό ορθολογισμό με κάποιο στοιχείο της φαντασίας του, καταστροφικό».

Σκέφτηκα την Amy στη θέση του Perozzi. Ανεύθυνη και εκείνη, ένα τίποτα. Μέχρι το ξέσπασμα ενός εντιμότατου φίλου του: «Θα φέρουμε χιλιάδες και όλοι θα κλαίνε. Και στεφάνια, τηλεγραφήματα, μπάντες, σημαίες, πουτάνες, στρατιωτικοί…». Το σάουντρακ για την κόλαση της Νορβηγίας δεν θα είχε τραγούδια της. Εκείνα ύμνησαν τον έρωτα. Δεν πέθανε λοιπόν η Amy who(?). Πέθανε η Amy Winehouse. Αδικαιολόγητα νέα, αδικαιολόγητα μόνη. Δεν έχει σε κανέναν να απολογηθεί παρά μόνο στον εαυτό της, που πλέον την πιστεύουμε, ήταν ο χειρότερoς κριτής της.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Η φάρμα των ζωών

Η Ευρώπη απαιτεί τους Κυρίους! Ο Κόσμος απαιτεί την Ευρώπη! Πεσσόα.

Ο αδιόρθωτος λαϊκιστής Ζαν-Λυκ είναι αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ανεύθυνος. Ο φόρος που πρότεινε για κάθε επομένως είναι το 37ο σενάριο που πέφτει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για το ελληνικό πρόβλημα. Βεβαίως, οι άνθρωποι που γράφουν είναι οι πρώτοι που αγαπούν το ρίσκο- κι αυτό το ξέρει καλά ο Γκοντάρ. Επιθυμούν όπως θα έλεγε κι εκείνος ο ήρωας του μεγάλου σκηνοθέτη στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» να «γίνουν αθάνατοι και μετά να πεθάνουν». Περνούν τη ζωή τους ποντάροντας όχι σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα αλλά στις λέξεις τους, το ύφος τους, τη διάρκειά τους. Αρνούνται ωστόσο να αγοράσουν cds, τζογάροντας αντρίκια μόνο τη δική τους ζωή.

Το αυτί της Ευρώπης δεν υπακούει όμως στην αριστοτελική λογική, ούτε ιδρώνει παρά τον καύσωνα. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα η Γηραιά Ήπειρος, εγκλωβισμένη στην «πένθιμη επιστήμη» της οικονομίας, ήταν μονάχα αποφασισμένη να παραμένει αναποφάσιστη για να δανειστούμε μια φράση του Τσόρτσιλ. Και περίμενε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Καιρός να το αποδεχτούμε. Δεν πρόκειται δα για καμία τρομερή θεωρία συνωμοσίας. Οι αγορές κάνουν παιχνίδι και η Ευρώπη ψάχνει τη σφυρίχτρα της. Είναι σχεδόν ολοφάνερο, πια, ότι πριν τη διάχυση της κρίσης χρέους τους ήταν φθηνότερο να μας σώζουν. Τα λεφτά, εξάλλου, δεν θα πήγαιναν στους τεμπέληδες Έλληνες αλλά στην αγκαλιά της ύφεσης και της λιτότητας. Ήταν λεφτά που μας έκαναν φτωχότερους, επομένως, καλά λεφτά Ζαν-Λυκ. Η έκρηξη, εντούτοις, του κόστους δανεισμού για την Ιταλία εκτός από τα έκτακτα μέτρα 70 δις που την ανάγκασε να πάρει εναντίον του πληθυσμού της, οδήγησε το Time να γράψει το αμίμητο: «Ξεχάστε την Ελλάδα. Τι συμβαίνει με την Ιταλία;».

Ο Καρλ Σμιτ έλεγε ότι: «Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση» και δίχως υπερβολή φαίνεται πως οι αγορές αποφάσισαν πριν από λίγες μέρες ότι η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει, απειλώντας ευθέως μέσω των οίκων αξιολόγησης την Ευρωζώνη. Σε έναν δικό τους κόσμο την ίδια ώρα, οι βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ ρωτούσαν εναγωνίως τον Υπουργό Οικονομικών εάν θα κάνουν φέτος διακοπές. «Το να μην νοιάζεσαι για διακοπές, θεωρείται καλή ένδειξη» γράφει ο Marc Roche για τους πιο εργατικούς τραπεζίτες της παντοδύναμης Goldman Sachs. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μας λέει η Ζέζα Ζήκου στην Καθημερινή:«διαθέτει στρατούς από οικονομολόγους και γραμμές επικοινωνίας με τράπεζες που της παρέχουν σταθερή ενημέρωση για τις αγορές και την οικονομία της Ευρωζώνης. Τα περισσότερα εθνικά υπουργεία Οικονομίας δεν διαθέτουν τέτοια τεχνογνωσία». Οι χώρες, επομένως, ομάδες Β’ Κατηγορίας στην καλύτερη περίπτωση, είναι παλάτια στην άμμο, ασήμαντες λεπτομέρειες καταδικασμένες να κινδυνεύουν διαρκώς εξαιτίας μίας νωθρότητας που δεν μπορεί, δυστυχώς, να αποδοθεί στις υψηλές θερμοκρασίες. Στον πολιτικό, εκτός από τα μέσα με τα οποία ασκούνταν κάποτε η πολιτική, φαίνεται να λείπει η δύναμη, η διάθεση αλλά και η ελευθερία του κερδοσκόπου.

Η Μαριάννα Πολυχρονιάδου στην Ελευθεροτυπία μας θύμισε πρόσφατα μία δήλωση του προέδρου της Bundesbank, Tietmeyer, από το μακρινό 1998: «Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης επέλεξαν επιτέλους το δρόμο της παραίτησης από τις θεμελιώδεις εξουσίες λήψης αποφάσεων μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες». Τι κι αν οι κυβερνήσεις λοιπόν έχουν παραιτηθεί; «Οι αγορές ψηφίζουν κάθε μέρα» μας καθησυχάζει ο Τζορτζ Σόρος. Πριν από λίγο, εξάλλου, η Χίλαρι επισήμανε στον Βενιζέλο ότι το πρόβλημα της οικονομίας μας είναι πολιτικό. Σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει το αντίθετο. Οι άνθρωποι φταίνε που οι δείκτες δεν ευημερούν, οπότε τόσο το χειρότερο για τους ανθρώπους.

Ποιος θα το έλεγε στον Αϊνστάιν όταν αναρωτιόταν στις επιστολές που αντάλλασε με τον Φρόυντ εάν: «υπάρχει ένας τρόπος για να ελευθερωθούν οι άνθρωποι από το κακό πεπρωμένο του πολέμου», ότι ο τρόπος βρέθηκε! Οι άνδρες του χρήματος εδώ και κάμποσα χρόνια πολεμούν δίχως να πεθαίνει κανένας στρατιώτης που παίρνει μέρος στις εχθροπραξίες. Οι απώλειες είναι αποκλειστικά άμαχοι πληθυσμοί. Τα παιδάκια που μας κυβερνούν, επομένως, Ζαν-Λυκ για να τελειώνουμε δεν είναι αυτά που υποδεικνύει η Monde. Εκείνοι, οι ηγέτες της Ευρώπης όπως επιμένουν να τους ονομάζουν, δεν είναι καν οι μαμάδες τους. Εραστές του μέτριου και όχι του μέτρου, σε ό,τι τους αφορά, έχουν δίκιο. Προστατεύουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Ο Πεσσόα τους τα ψάλλει στο Ultimatum: «Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς! Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από αυτούς εδώ! Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ! Τελεσίγραφο σε όλους και σε όσους τους μοιάζουν! Εάν δε θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν αλλά να πλυθούν!».

Οι τελικές αποφάσεις ως προς τι θα γίνει με τα εμπορευματοκιβώτια στην Κύπρο θα λαμβάνονταν την ημέρα της τραγωδίας. Στην Ευρώπη ποιος θα βρεθεί να κατηγορήσει τους αναρμόδιους ηγέτες της; «Έχουμε μπει σε ένα τυφλό δρόμο και περιμένουμε να ξαναβρεί την όρασή του», θα έλεγε ο Πετάν. Ποιος θα απονείμει, επομένως, στους λαούς την ελευθερία τους; Τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να μας πει ο αναρχικός τραπεζίτης του Πορτογάλου ποιητή; Μέσα ή έξω από το αυγό είναι η ζωή που λαχταρούμε;


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Η καλή και η ανάποδη

Στη Δίκη του Κάφκα ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να διαβάσει τη δικογραφία. Στη Δίκη της Ελλάδας, δεν έχει δικαίωμα να μάθει τι ακριβώς και σε ποιον χρωστάει. Στη Δίκη του Κάφκα, η αναβολή είναι η ελπίδα του κατηγορούμενου, παρατηρούσε ο Μπένγιαμιν. Στη Δίκη της Ελλάδας, η αναβολή είναι η τιμωρία του. Και τα αυτόγραφα, διαχρονικά, τα μόνα συμβόλαια που υπογράφονται με το λαό.

Σε αναζήτηση της ασφαλούς εκείνης πληροφορίας που θα μου επέτρεπε να καταλάβω τι δεν είναι πολύ πατριωτικό και τι δεν είναι καθόλου, αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει plan B, θυμήθηκα μία δήλωση του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά: «Δεν είναι δυνατόν να κυριαρχεί ένα σύστημα, το οποίο τελικά καταλήγει να συνιστά ύβρι έναντι όλων των αξιακών προδιαγραφών του νεωτερικού ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Διαφωτισμού. Δεν είναι δυνατόν αυτή η ύβρις να επικρατεί επ’ άπειρον. Θα υπάρξει και νέμεσις». Ο αυτονόητος προβληματισμός του θα θύμωνε κι άλλο τους Ευρωπαίους τραπεζίτες με την Ελλάδα και τα εγκλήματά της εναντίον της ανθρωπότητας, τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία. Υποθέτω γιατί είναι από εκείνα που δεν παραγράφονται και δεν διαπραγματεύονται. Με την κατάσταση να διαφαίνεται δραματική, εξάλλου, στην παγκόσμια οικονομία, όλο και περισσότερες φωνές εκφράζουν την πεποίθηση πως ο καπιταλισμός είναι η συμφορά που μας βρήκε. Ο Βάλλερσταϊν, μάλιστα, προβλέπει ότι δεν θα είναι η εξέγερση των αδυνάτων που θα φθείρει το σύστημα, αλλά οι δικές του αντιφάσεις και η αδυναμία του να διατηρήσει υψηλά επίπεδα κερδών και προνομίων. Γιατί, ωστόσο, φαντάζουν πρόωρες όλες οι αναγγελίες κατάρρευσής του;

Ο Καστοριάδης στην «Άνοδο της ασημαντότητας» εντόπιζε την κρίση του δυτικού κόσμου στο ότι έχει πάψει να θέτει πραγματικά τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση. Ένα από τα λίγα δεινά που δυσκολευόμαστε ακόμα να καταλογίσουμε στο τραπεζικό-πολιτικό σύστημα είναι ακριβώς ότι δεν διαλέγεται, δεν συγκρούεται και δεν εξετάζει εναλλακτικές. Ήδη εντός της εβδομάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να προτείνει επιτέλους την επιβολή του φόρου Τόμπιν στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, η Γαλλία επεξεργάζεται σχέδιο για το ελληνικό χρέος, οι Κινέζοι είναι έτοιμοι να βοηθήσουν. Από την άλλη, είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι το μόνο πράγμα που γνωρίζει το σύστημα είναι οι συνθήκες επιβίωσής του, όπως υπογράμμιζε ο Μπροντιγιάρ. Στο δικό του παιχνίδι επιβάλλει τους πιο ακίνδυνους και τους πιο επωφελείς για εκείνο όρους. Κι αν το καλοσκεφτείτε, δεν ακούγεται άδικο. Δεν φαίνεται να του λείπουν οι λύσεις. Απεναντίας, του περισσεύουν τα συμφέροντα. Μπορεί λοιπόν η αμφισβήτηση να μην είναι πραγματική και ουσιαστική, όλο εντούτοις και κάτι κινείται στο εσωτερικό του που το διασώζει στις μη-συνειδήσεις του πλανήτη.

Ο Εμέ Σεζαίρ παρατηρούσε κάποτε ότι κατά βάθος:«αυτό που ο πολύ αξιότιμος, πολύ ανθρωπιστής, πολύ χριστιανός αστός δεν συγχωρεί στον Χίτλερ, δεν είναι το έγκλημα καθεαυτό, το έγκλημα ενάντια στον άνθρωπο, δεν είναι η ταπείνωση του ανθρώπου γενικά. Είναι το έγκλημα ενάντια στον λευκό άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι ταπείνωσε τον λευκό άνθρωπο και πως εφάρμοσε εντός της Ευρώπης αποικιοκρατικές πρακτικές που μέχρι τώρα τις βίωναν μονάχα οι Άραβες της Αλγερίας, οι κούληδες των Ινδιών και οι νέγροι της Αφρικής». Η κρίση στην Ευρωζώνη σε συνδυασμό με την κρίση χρέους στην Αμερική του αιχμάλωτου Ομπάμα, προμηνύουν επιστροφή σε ξεχασμένα ναρκοπέδια εάν η πορεία δεν αντιστραφεί. Παλιά, φυσικά, που οι περισσότεροι ανήκαν στο κίνημα « Δε με νοιάζει, δε βαριέσαι», καθόλου δεν τους ενδιέφερε που το 1988 για παράδειγμα ο Τρίτος κόσμος πλήρωνε σε τόκους και εξοφλήσεις χρεών 50 δις δολάρια περισσότερα από όσα είχε λάβει, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτά η λεηλασία του. Ήξεραν το σύστημα απ’ την καλή. Δεν το είχαν γνωρίσει απ’ την ανάποδη.

Ο κόσμος που πλήττεται, παρ’όλα αυτά, όχι μόνο δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του χωρίς αυτό, αλλά δυσκολεύεται να φανταστεί κι ένα τέλος που δεν θα προκληθεί εξαιτίας του. Η στροφή στον κομμουνισμό αποκλείεται από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού που ο καπιταλισμός εκμεταλλεύτηκε, διασκέδασε και αποχαύνωσε. Οι αγανακτισμένοι τίποτα κρίσιμο δεν αμφισβητούν. Ζητούν απλώς από τον Θεό τους επιείκεια, λογική και δικαιοσύνη, αρετές που και δεν διαθέτει, και δεν τον πολυαπασχολούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ανάγκες σε υλικά στον Λευκό Πύργο δεν σταματούν ποτέ: Από χαρτί υγείας, είδη κάμπινγκ, απορρυπαντικά και μαρκαδόρους, μέχρι ζάχαρη, καφέ, φαγητό και ποτήρια-πιάτα-κουτάλια-πιρούνια με το φόβο να κατηγορηθούν από τα παπαγαλάκια ότι μαζί τα φάγανε. Οι απαιτήσεις τους από την πρώτη κιόλας στιγμή προδίδουν την βαθύτερη επιθυμία τους που δεν είναι άλλη από το δικαίωμα στο περιττό που χάνουν. Και παρόλο που πολλοί γραφιάδες στον Τύπο ηθικολογούν και τους μέμφονται, ολόκληρος Σαίξπηρ έλεγε στον Βασιλιά Ληρ ότι «ως και ο τελευταίος ζητιάνος έχει και κάτι περιττό από το πιο άθλιο πράγμα. Περιορίστε τη φύση στις φυσικές ανάγκες και ο άνθρωπος γίνεται ζώο. Δεν καταλαβαίνετε ότι μας χρειάζεται έστω κι ένα κάτι παραπάνω για να είμαστε άνθρωποι;».

Την έβδομη μέρα που ο παλιός Θεός δημιουργούσε τον άνθρωπο, ο νέος μπορεί και τον εξαφανίζει. Είναι ολοφάνερο ποιος είναι πιο ισχυρός αλλά και σκέτη ματαιοδοξία όπως έλεγε ο Επίκουρος να πιστεύουμε πως οι Θεοί ασχολούνται, εντέλει, μαζί μας. Ο μέσος εγωκεντρικός πολίτης, που ξεσπαθώνει στο μικρόφωνο, ούτε που φαντάζεται ότι δεν τον λαμβάνουν υπόψη τους. Ο Βενιζέλος βίωσε το πρώτο σοκ. Εκεί που πήγε, μας είπε, ασχολούνται με αριθμούς. Το μέγεθος μετράει αλλά όχι στα νούμερα της ανεργίας. Όλα, όμως, είναι θέμα συνήθειας και προτεραιοτήτων. Το Μεσοπρόθεσμο θα κατευνάσει την οργή.

Στη δική μας Δίκη, ο Νίτσε θα κατέθετε ότι: «Σκοπός της τιμωρίας είναι να κάνει καλύτερους εκείνους που τιμωρούν». Δεν ξέρω πόσοι Ευρωπαίοι ηγέτες-δικαστές θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν τι εννοεί. Προς το παρόν, τους επιστρέφουμε τη δυσπιστία, αντιστεκόμαστε στον επαναστατικό μας φασισμό και υπερασπιζόμαστε απέναντι στη διαφθορά τους τη δική μας, απέναντι στα πλούτη τους τη ζωή μας, το κάτι παραπάνω που μας κάνει ανθρώπους σύμφωνα με τον Σαίξπηρ. Κάποια στιγμή, παρά ταύτα, όταν θα τελειώσουν τα παγκόσμια τεστ αντοχής στη λιτότητα και χωρίς τα χαστούκια του Πάγκαλου, να τον κοιτάξουμε τον καθρέφτη. Μπορεί να θέλει κάτι να μας πει απ’ την καλή. Η ανάποδη πλευρά του, για την ώρα, είναι ο δικός μας ιδιότυπος πατριωτισμός.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Τρίτος δρόμος

Τι πάει να πει πως η κοινωνία δεν έχει να χάσει τίποτα εκτός από τις αλυσίδες της; Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα να μας καταλάβει και ο απλός κόσμος. Αν κάποιος παίρνει μισθό 500 ευρώ, έχει να χάσει ακριβώς τόσα: 500 ευρώ. Αν παίρνει σύνταξη 400 ευρώ, έχει να χάσει ακριβώς τόσα: 400 ευρώ. Αν είναι άνεργος, αύριο ενδέχεται να είναι άστεγος. Πώς δικαιολογείται τόση αφέλεια σε υποδουλωμένο πληθυσμό;

Η μάχη, εν τω μεταξύ, στο ουδέτερο πεδίο βολής των πληροφοριών έχει ανάψει. Ανυποχώρητοι διαδηλωτές αντιμετωπίζουν αμείλικτους αριθμούς. Η νέα- λέμε τώρα-κυβέρνηση, αλλάζοντας πλευρό για να μη βουλιάξει, κατόρθωσε να δανειστεί χρόνο από τους πολίτες ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση, παρά τα θετικά μηνύματα των δημοσκοπήσεων, έχει υποστεί δημιουργικό σοκ στη σκέψη και μόνο ότι στο εξωτερικό θεωρούν πια τους Πασόκους πιο δεξιούς και τους στηρίζουν. Προς το παρόν, αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι το ύψος του πήχη των περιστάσεων φαίνεται χαμηλότερο από το ύψος του πήχη των φιλοδοξιών, γεγονός που θα όφειλε να μας υποψιάζει και ως προς την πραγματικότητα των κινδύνων αλλά και για τη λογική της άποψης που λέει ότι προκειμένου να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, θα την εκποιήσουμε.

Όσο οι πολιτικοί μας αλληθώριζαν προσπαθώντας να μας κοιτάξουν όλους στα μάτια, η Κομισιόν επαναλάμβανε ότι δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο στο πρόγραμμα της Ε.Ε και του Δ.Ν.Τ για την Ελλάδα. Πώς αλλιώς να λυθεί η κρίση χρέους μίας χώρας παρά επιβαρύνοντάς τη με νέα υπέρογκα δάνεια; Η αναδιάρθρωση μας λέει ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Βελγίου Λουκ Κόεν: «θα έδινε στους Έλληνες την εντύπωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις πέραν των περικοπών που έχουν συμφωνηθεί με την τρόικα. Κι αυτό δεν είναι αλήθεια». Κοινώς, η T.I.N.A (There is no alternative) θα συνεχιστεί ακόμα και χωρίς την Τίνα στην κυβέρνηση επειδή είναι ό,τι πιο ακίνδυνο τη δεδομένη στιγμή. Αντιθέτως, ο Alen Mattich στη Wall Street Journal αναφέρει πως σε περίπτωση που η Ελλάδα δήλωνε την πρόθεσή της να χρεοκοπήσει, υπό το φόβο μίας συστημικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρούσε σε τεράστιους συμβιβασμούς. Αν τα πράγματα είναι στ’ αλήθεια τόσο απλά και η Ελλάδα δεν είναι η μπάλα που κλωτσούν ωσότου ξεφουσκώσει οι αγορές, είναι άξιο απορίας γιατί η κυβέρνηση δεν πιέζει τους εταίρους και επιλέγει ανεύθυνα να σέρνεται από τις εξελίξεις. Δίνει μάλιστα την εντύπωση ότι αν θα το κάνει κάποια στιγμή στο μέλλον, θα είναι για να μη θρηνήσει εκείνον τον υπέροχο προεκλογικό της εαυτό και όχι για μας που θα προσκυνήσουμε το βαμπίρ ώστε να μας προσφέρει την ελεγχόμενη «λύση»· μία λύση της οποίας η εφαρμογή και η επιτυχία όλα δείχνουν πως θα εξαρτηθεί από το πόσο λίγο θα δυσαρεστήσει τους πιο πολλούς και τους πιο δυνατούς παίκτες. Οι πολίτες μπορούν να περιμένουν.

Ο Σλαβόι Ζίζεκ στο «Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας» αναλύει το παράδοξο της «αναγκαστικής επιλογής» στη σχέση του υποκειμένου με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Ποιο είναι αυτό; Έχεις την ελευθερία να επιλέξεις, υπό τον όρο ότι θα επιλέξεις το σωστό. Εάν κάνεις τη λάθος επιλογή, χάνεις την ίδια την ελευθερία επιλογής. Το θέμα, γράφει ο Σλοβένος φιλόσοφος, είναι πως ουδέποτε είχες τη δυνατότητα να επιλέξεις: Πάντοτε σε μεταχειρίζονται ως εάν είχες ήδη επιλέξει. Η περίπτωση του μνημονίου είναι μία τέτοια περίπτωση. Η συναίνεση που υπαγορεύεται από τους Ευρωπαίους επιδιώκει τη συσπείρωση του πολιτικού συστήματος γύρω από τη μία και μοναδική επιλογή που του δίνουν. Η ομοψυχία προσδίδει την αναγκαία ψευδαίσθηση δυνατοτήτων, οι οποίες είναι φυσικά μονάχα δυνατότητες αναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης και τίποτα περισσότερο. Όταν για παράδειγμα η Alpha Bank λέει ότι η Ελλάδα δεν έχει την επιλογή της αποτυχίας, συμμορφώνεται με αυτό το παράδοξο. Η διάσωση των τραπεζών κάθε άλλο παρά παγκόσμια προτεραιότητα είναι. Είναι πρωτίστως απαίτηση των πολιτών που θα αρχίσουν ξανά να δανείζονται. Σε τελική ανάλυση, δεν θα υπάρχουν για μερικά χρόνια δουλειές όχι επειδή είμαστε άχρηστοι ή περιττοί εμείς οι νέοι αλλά επειδή μας αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην τεμπελιά.

Πριν δύο εβδομάδες ένας 41χρονος άντρας αυτοκτόνησε στο Λος Άντζελες πέφτοντας από μία γέφυρα. Ήταν η δέκατή του απόπειρα. Εννέα φορές είχε αποτύχει. Τον «τρίτο δρόμο» θα επέλεγε κι ένας Έλληνας ύστερα από ισάριθμα μνημόνια. «Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» θα φώναζε και θα έπεφτε στο κενό.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη).

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Δεν προτείνω, δεν προτείνω

Τα χρόνια της ισχυρής Ελλάδας ένα από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα με τα οποία μπορούσες να γεμίζεις το χρόνο σου ήταν να προβλέπεις την καταστροφή της- το ίδιο έργο θα παιζόταν αργότερα στις διεθνείς αγορές από τους κατόχους CDS. Όσο την ανέμενες, μπορούσες να διατηρείς «μειοψηφικά ποσοστά που σου διασφάλιζαν τον έλεγχο σε κρίσιμες δικτυακές υποδομές». Τώρα που έφτασε αποφασισμένη να επενδύσει στη δυστυχία σου, διόλου δημιουργική δε σου φαίνεται η λεπτομερής περιγραφή της.

Στην αντίπερα όχθη αυτού του εύγλωττου κοντράστ συναισθημάτων το Δ.Ν.Τ παραλαμβάνει επιτέλους το μετάλλιό του ύστερα από σκληρό αγώνα ενός χρόνου για λογαριασμό των ανθρώπων του. Ενόσω οι βουλευτές πουλούσαν ακριβά το τομάρι τους (250.000 λαού για έναν Άκη), η χώρα προσέφερε το δικό της σε καλύτερη τιμή. Με τους δανειστές της όμως να αργούν ακόμα να τη γονατίσουν και τις προσωπικότητες να καθυστερούν να την κυβερνήσουν, ο κόσμος διψάει για προφητείες που στη συσκευασία τους θα περιλαμβάνουν διετή τουλάχιστον εγγύηση. Αυτή την ώρα στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν άπειρες και ελάχιστες είναι εκείνες που διατηρούν επιφυλάξεις. Όλοι είναι βέβαιοι όμως για ένα πράγμα: τη λύση θα τη δώσει ο κυρίαρχος λαός. Ποιος λαός όμως; Οι γενικές συνελεύσεις; Το «έξω τα κόμματα»; Ο αποκλεισμός της Βουλής; Το πιο ριζοσπαστικό κάψιμό της; Οι εκλογές; Οι γκιλοτίνες; Τα ελικόπτερα; Η βία; Ποιος θα μας πει τι πρέπει να γίνει; Ποιος θα πέσει μέσα στις αναλύσεις του; Ποιος είναι ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος προφήτης και ποιον τέλος πάντων να ακολουθήσουμε; Όχι, δεν κλαίμε πια τη μοίρα μας: ξαφνικά ασφυκτιούμε από λύσεις, ξεδιψάμε σε οάσεις επιχειρημάτων, ανακαλύπτουμε τον κόσμο μας εκ των υστέρων και μιλάμε μεταξύ μας. Όλα όμως τα εναλλακτικά σενάρια, όπως η επιστροφή στη δραχμή, έχουν ένα κακό: εμπεριέχουν ρίσκο που προς το παρόν δεν είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε. Η προδοσία του τόπου εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα έχει τελικώς την έγκρισή μας. Δεν γίνεται να είμαστε και μέσα στο ευρώ και πλούσιοι και ανεξάρτητοι; Χάθηκαν τα θαύματα;

Δεν ξέρω τι συμβαίνει κι όταν δεν είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, δε χωράμε στις πλατείες. Τις καθημερινές όπου οι τελευταίες αδειάζουν, βρισκόμαστε στο έλεος του απέναντι. Με τόσους επίδοξους δικτάτορες και άλλους τόσους σωτήρες, είναι επόμενο να αναβάλλεται διαρκώς η Επανάσταση. Εξάλλου μετά την παραδοχή του πρωθυπουργού περί αδύναμων εθνικών συστημάτων δημοκρατίας, δεν θα έπρεπε να μας απασχολούν τόσο οι εκδοχές της εκτροπής που εκβιαστικά φέρνει στο προσκήνιο η δημοσιογραφική φρουρά της κυβέρνησης, όσο οι εκδοχές της κρίσης: Ποια κρίση δηλαδή θέλουμε, με τι χαρακτηριστικά, ποιους θέλουμε να πλήξει περισσότερο και πόσο θέλουμε να μην κρατήσει. Στο σημείο που έχουμε φτάσει, αυτό που διακυβεύεται, επισήμως, δεν είναι η εθνική μας κυριαρχία αλλά η αίσθησή της όπως αναφέρει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν είναι η δημοκρατία μας αλλά το μέγεθος της αδυναμίας της και τα ελάχιστα περιθώρια ελιγμών της.

Πρόσφατα κάποιος που τα ήξερε όλα, ένας από αυτούς που θα μπορούσε να αφιερώσει τη ζωή του για να αλλάξει ολόκληρο τον πληθυσμό του πλανήτη ώστε να μην αναγκαστεί να αλλάξει ο ίδιος, με ρώτησε τι προτείνω. Του απάντησα αμέσως ότι δεν προτείνω απολύτως τίποτα- πέρα από την ειρηνική διαμαρτυρία- γιατί αυτό είναι το πιο υπεύθυνο πράγμα που μπορώ να κάνω. Δε με πήρε στα σοβαρά. Όταν κάποτε οι άρχοντες της Εφέσου αναζήτησαν τον Ηράκλειτο για να συντάξει τη νομοθεσία της πόλης, τον είχαν βρει πίσω από τα τείχη της να παίζει με τα παιδιά. Σα μόνη λύση πρότεινε να πάνε οι ενήλικοι Εφέσιοι να κρεμαστούν και η πόλη να αφεθεί στη διοίκηση των μικρών του φίλων. Στου μνημονίου τα μισά, ούτε καν η πιο ακραία πρόταση, δεν πρέπει να απορρίπτεται δίχως να συζητηθεί. Όλες μπορούν να γίνουν μέρος του προβλήματος.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη).

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Τέλος καλό

Αν ο άνθρωπος θέλει να γίνει Θεός, σφετερίζεται το δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους άλλους. Κατασκευάζοντας πτώματα και υπανθρώπους, καταντά να γίνει και ο ίδιος υπάνθρωπος και όχι Θεός, αλλά ποταπός υπηρέτης του θανάτου. Αλμπέρ Καμύ.

«Για τους Χριστιανούς όπως και για τους μαρξιστές, είναι καθήκον να κυριαρχήσουν πάνω στη φύση» γράφει ο Καμύ. «Οι Έλληνες», συνεχίζει, «πιστεύουν πως είναι προτιμότερο να υπακούμε στη φύση». Αν η φύση του ανθρώπου υποθέσουμε ότι είναι σπάταλη, αχάριστη, επαναστατική, άπληστη, λαίμαργη, οργίλη και τεμπέλικη, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι εκείνος ο ανθέλληνας ο Μαιστρ είχε δίκιο όταν έλεγε πως δεν υπάρχει μύθος, τρέλα, ελάττωμα που να μην έχει έμβλημα, όνομα, προσωπείο ελληνικό, ο Έλληνας δεν πιστεύει πως του αξίζει η τιμωρία που οι όμοιοί του τού επιβάλουν. Το πανηγύρι του ήταν αγνό και εποικοδομητικό. Το γλέντησε και θα υπερασπιστεί την επιλογή του μέχρι τέλους. Αν ο σύγχρονος κόσμος της ηλιθιότητας και της ηθικολογίας των διεφθαρμένων αγορών τελικώς επικρατήσει, η Ελλάδα, τουλάχιστον, δεν θα αποτελεί κομμάτι του. Οι Γαλλογερμανικές τράπεζες δεν θα κινδυνεύσουν για τα επόμενα χρόνια και θα προσφέρουν τα χρήματά τους στα επόμενα ανυποψίαστα θύματα του ευρώ. Χωρίς ψυχή η ανθρωπότητα, αλλά με λίγα πλούσια ανθρώπινα εκτρώματα, δεν θα έχει να απολογηθεί σε κανέναν για τη μητροκτονία που διέπραξε. «Τέλος καλό, όλα καλά», θα γράψουν οι εφημερίδες της.

Πνευματικό ατύχημα

Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί να υπάρχει ένας κόσμος. Καρλ Κράους.

Όλοι είχαμε ακούσει για τις ομαδικές αυτοκτονίες μέσω Διαδικτύου που σχετίζονταν με το τέλος του κόσμου αλλά κανείς δεν είχε φανταστεί ότι η μόδα θα μπορούσε να παρασύρει τον πνευματικό, ότι άνθρωποι των γραμμάτων θα έπεφταν στην παγίδα και θα αποφάσιζαν, αναπάντεχα, να βάλουν τέλος στη ζωή τους. Ακούγαμε, επίσης, και ακούμε ακόμα συχνά ότι πέθανε ένας ποιητής από δω, ότι πέθανε ο τάδε ποιητής από κει και πάντα αναρωτιόμαστε γιατί να αποτελούν τάχα οι θάνατοί τους για τα φιλότεχνα Μίντια είδηση, ενώ δεν ήταν είδηση ποτέ τα ποιήματά τους.

Ο Στεφάν Εσέλ μέσα σε 32 σελίδες εξήγησε στους λαούς τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητο να αγανακτήσουν. Ισάριθμοι Έλληνες διανοούμενοι υπονόησαν με μια λιτή ανακοίνωση εν είδει κοινοβουλευτικού εκπροσώπου τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Και προσωπικά διόλου δε με ενοχλεί η μορφή του κειμένου, το οποίο ακριβώς για να σταθεί απέναντι στον λαϊκισμό, γράφτηκε για να λαϊκίσει καλύτερα. Με εξοργίζει η ίδια η ουσία του και ο ρόλος που διεκδικεί να διαδραματίσει, παρόλο που η χρησιμότητά του δεν είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα είχε ένα αυτόγραφο. Η ελάχιστη προσπάθεια που διαφαίνεται στην προχειρότητα και τις γενικότητες της δήλωσης θέλω να πιστεύω ότι δεν οφείλεται αποκλειστικά σε πνευματική νωθρότητα, αλλά ότι προσπαθεί, υιοθετώντας τη, να μας μιλήσει για τον εχθρό: την αδιαφορία για την οποία μιλάει ο Γάλλος αντιστασιακός. Με την επίκλησή της μάλιστα στα όνειρα των νέων, όχι μόνο δεν καταφέρνει να τους τιμήσει αλλά τα υποβιβάζει με το να τα τοποθετεί στο εντυπωσιακό φινάλε της. Ορισμένοι τους τουλάχιστον θα έπρεπε να το αποφύγουν. (Αντικοινωνικά είναι τα όνειρα Κική, εσύ το έχεις γράψει, θα τα εμπιστευόσουν ποτέ στον Άδωνι(;) -εκτός κι αν είσαι τελικά η Ευγενία).

Το κάλεσμα για αλλαγή νοοτροπίας σε ανθρώπους που είναι βέβαιο ότι έχουν να κερδίσουν πολλά από το «πείραγμά» της για μερικά χρονάκια είναι σκανδαλιστικό από κάθε άποψη, πόσω μάλλον από τη σκοπιά της διανόησης, και όσο το ξαναδιαβάζω αρχίζω να βάζω στο νου μου το χειρότερο σενάριο: κάποιος τους ανάγκασε να υπογράψουν μετά από βασανιστήρια. Προς Θεού, δεν με κολάζει η σύνεση • με κολάζει η επιταγή της. Η, δε, ειλικρίνεια, κι αυτή λέξη κλειδί της διακήρυξης, ανακατεύεται με την επικοινωνία σε τέτοιο βαθμό ακόμα που φοβάσαι ότι οι πολιτικοί όχι μόνο δεν σκοπεύουν να τη χρησιμοποιήσουν, αλλά καθημερινά διαπιστώνεις ότι δεν μπαίνουν πλέον καν στον κόπο να υποτιμήσουν τη νοημοσύνη σου • την έχουν αφήσει απέξω από τις σκέψεις τους εντελώς. (Το σποτάκι των 20 μηνών για όποιον παρακολουθεί τηλεόραση είναι συγκινητικό, για εκείνον που ενημερώνεται στο Ίντερνετ είναι άκρως προσβλητικό). Με τους 32 φαίνεται να ισχύει η οπτική του Λόντον για τους ακαδημαϊκούς : η χωρίς πάθος αναζήτηση της χωρίς πάθος αλήθειας.

Το πρόβλημα είναι άλλο: Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας δεν έχει συνοδευτεί από την πολυπόθητη υποβάθμιση της αντιληπτικής ικανότητας των πολιτών της. Αν οι 32 είχαν συνεργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση αυτά τα χρόνια, η δήλωση πίστης στο πολιτικό σύστημα ως έχει εκ μέρους τους δεν θα αποτελούσε παραφωνία αλλά απλώς η αποφασιστικότερη επιβεβαίωσή της. Στα «Νέα» ήδη άρχισαν μερικοί από αυτούς να εξηγούν τους λόγους που συνυπέγραψαν την έκκληση, αποδεχόμενοι προφανώς την ενοχή τους. Δύο κείμενα πιο κάτω είχα αφήσει μια φράση οδηγό του Βίκτορα Ουγκό: «Δε φτάνει πια να στοχάζεσαι, πρέπει και να αγαπάς. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι και ν’ αγαπάς, πρέπει να δρας. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι, ν’αγαπάς και να δρας. Πρέπει και να υποφέρεις». Σε λίγο καιρό κανένα γραπτό, όση αγωνία κι αν επιδείξουν οι συντάκτες του, δεν θα μπορεί να κουμαντάρει την αλήθεια.

Η συνταγή απέτυχε: Η διαθήκη των 32, τούς ξεπέρασε. Αυτόχειρες των γραμμάτων υπήρχαν και θα υπάρχουν, βεβαίως, δεν είναι πρώτη φορά, ούτε η τελευταία. Εκείνοι όμως ταλανίζονταν από πάθη και αυταπάτες • δεν ήταν μπράβοι ενός συστήματος που έχει παραλύσει στην προοπτική της ολοκληρωτικής του κατάρρευσης. Τα συλλυπητήριά τους από προχθές εκφράζουν με κάθε τρόπο οι αναγνώστες των τολμηρών, τι λέω τολμηρών, ριψοκίνδυνων αυτών προσωπικοτήτων. Πρόκειται αναμφίβολα για πνευματική τραγωδία που συνταράσσει το πανελλήνιο και πλήττει, κυρίως, τα μεσαία και τα χαμηλότερα στρώματα. (Η κηδεία τους είχε μεν αρχικά προγραμματιστεί για αύριο στις 2μ.μ στο Α’ Νεκροταφείο, όλα όμως δείχνουν πως θα τελεστεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων και των βιβλιοθηκών). Το μόνο παρήγορο είναι πως το τέλος τους το διάλεξαν οι ίδιοι, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της ευθανασίας. Με τον τρόπο αυτό δεν χρειάστηκε να υποφέρουν περισσότερο κοντά μας. Το πένθος, εντούτοις, δεν παύει να είναι βαρύ και δεν ξέρω αν ο ελληνικός λαός μπορεί να αντέξει περισσότερες θυσίες. Όπως και να ‘χει, αθάνατοι φωνάζουν οι νοσταλγοί της σιωπής τους.


Υ.Γ. Σκεφτόμουν χθες ότι πάση θυσία πρέπει να επικρατήσει η μη βία. Δεν μας ‘λείψαν οι νεκροί. Κι όμως. Δεν υπολόγιζα ότι μερικοί θα μας άφηναν από μόνοι τους. Και δεν είναι ότι θα πάψω κάποιους απ’αυτούς να τους διαβάζω. Θα κρατάω απλώς μικρότερο καλάθι.

Υ.Γ1. Οι μοναδικοί διανοούμενοι που αναγνωρίζει ο κόσμος είναι οι οικονομολόγοι, καμία δεκαριά bloggers και άλλοι τόσοι δημοσιογράφοι. Την ευθύνη για την στροφή στην «πένθιμη επιστήμη» φέρουν οι πνευματικοί άνθρωποι που επιτρέπουν στην ύβρι των αγορών να υφίσταται και να γιγαντώνεται. Μπροστά στην τελειοποίηση του οικονομικού ολοκληρωτισμού, θα όφειλαν να συναντηθούν στις πλατείες του διαλόγου για την δημιουργία ενός πανανθρώπινου, μη βίαιου κινήματος, ειδικά τώρα που οι δρόμοι του Διαδικτύου είναι ανοιχτοί ώστε να προσπαθήσουν να πριονίσουν, μαζί με τους λαούς και τους πολιτικούς, το αόρατο χέρι που επεμβαίνει όποτε πεινάσει επιβάλλοντας αδικία, τρόμο και ανέχεια. Δέχομαι τον Χριστιανόπουλο που δήλωσε πρόσφατα πως νιώθει ότι δε θέλουμε απλώς να ξοδεύουμε λιγότερα και γι’αυτό αγανακτούμε. Θα ήθελα να καταλαβαίνει περισσότερο τον κόσμο μας, αλλά σέβομαι τη στάση του. Η ζωή του, η φτώχεια του, μου δίνουν ένα σημείο αναφοράς. Ως ποιητής αληθινός, «επωμίζεται την ευθύνη του εγώ»( Τσοράν). Ενός έντιμου και λιτού εγώ. Δεν κάθεται να συνυπογράφει ανοησίες. Η Ντόρα για να στηρίξει τη σαπίλα, έκανε τουλάχιστον κι ένα κόμμα. Ήταν πιο τολμηρή.

Υ.Γ2. Στο κείμενο των 32 δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη Δικαιοσύνη, πιθανότατα επειδή η εφαρμογή της συναντά περισσότερες δυσκολίες απ’ό,τι η «ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης».

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Καμένο χαρτί

Το Radicaldesire μου έκανε την τιμή να αναδημοσιεύσει μία μεταμεσονύχτια και κατά πάσα πιθανότητα αφελή απορία μου στο Βυτίο.

Καμένο χαρτί
Το παρακάτω το είδα γραμμένο ως σχόλιο στο Βυτίο και το αναδημοσιεύω για να διαβαστεί όσο γίνεται περισσότερο:

pasaenas:
Σήμερα ο πρωθυπουργός είπε αλήθεια για πρώτη φορά. Πιο ξεκάθαρα δεν μπορούσε να το πει και προφανώς το ξεστόμισε για να τον λυπηθούμε: «Όσοι διαδηλώνουν στις πλατείες απευθύνονται σε εθνικά συστήματα δημοκρατίας, τα οποία είναι αδύναμα και αιχμάλωτα μιας παγκόσμιας εξουσίας». Ποιος θα διαφωνούσε μαζί του; Η διαπίστωσή του, που απαξιώνει περισσότερο την κοινοβουλευτική μας δημοκρατία απ’ό,τι οι μούτζες και οι προπηλακισμοί, δεν θα μπορούσε να είναι πιο καίρια. Τι ακριβώς κάνουμε λοιπόν; Σε ποιον διαμαρτυρόμαστε; Προφανώς σε εκείνους που μέχρι πρότινος διαχειρίζονταν το μέγεθος αυτής της αδυναμίας. Τη δεδομένη όμως στιγμή μοιάζουμε με τους ακροδεξιούς που κυνηγούν τους μετανάστες. Συγγνώμη που θα ακουστώ δογματικός αλλά το μόνο ζήτημα που επείγει είναι αν μας παίρνει να γυρίσουμε στη δραχμή. Το μοναδικό που θα έπρεπε να αναλύεται αυτές τις μέρες διεξοδικά και δεν αναλύεται πουθενά. Η χώρα οδεύει σε αργό θάνατο, η κίνηση των αγανακτισμένων στη Θεσσαλονίκη το ίδιο. Μέχρι να τελειοποιήσουμε την αμεσοδημοκρατία, θα έχει τελειοποιηθεί η κατοχή. Το ερώτημα στο δικό μου μυαλό, σήμερα τουλάχιστον είναι το εξής: Μπορούμε να πάρουμε το δρόμο προς την πείνα από μόνοι μας δίνοντας στον εαυτό μας μια ελπίδα ή μένουμε στη φυλακή υψίστης ασφυξίας της Ευρώπης περιμένοντας ένα θαύμα, δηλαδή μια καταστροφή; Είναι το τελευταίο μας χαρτί ένα καμένο χαρτί;

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Τηλεγράφημα από την Πουέρτα Ντελ Σολ

«Υποθέτω ότι πολλές από τις αντιδημοκρατικές αντιρρήσεις σου ακούγονται γνωστές. Τις ακούς καθημερινά να διατυπώνονται εναντίον του ταπεινού δημοκρατικού καθεστώτος στο οποίο ζεις. Μη νομίζεις πως είναι κάτι το σημερινό, έστω κι αν αυτοί που τις αρθρώνουν νομίζουν ότι κάνουν μια μεγάλη ανακάλυψη. Στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιές όσο και η ίδια η δημοκρατία. Και δικαίως γιατί η εφεύρεση της δημοκρατίας είναι κάτι πολύ επαναστατικό για να γίνει αποδεκτό χωρίς επεξήγηση, και όχι μόνο τον 5ο αιώνα π.Χ μα ούτε και στα τέλη του 20ου. Το «φυσιολογικό» είναι να διατάζουν οι πιο δυνατοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο πλούσιοι, οι γόνοι των καλύτερων οικογενειών, αυτοί που σκέφτονται πιο βαθιά τα πράγματα ή έχουν σπουδάσει περισσότερο, οι πιο καλοί, οι πιο άγιοι, οι γενναιόδωροι, αυτοί που έχουν μεγαλοφυείς ιδέες για να σώσουν τους υπόλοιπους, οι δίκαιοι, οι αγνοί, οι πανούργοι, οι όποιοι θέλεις, αλλά όχι όλοι. Όλο αυτό, ότι δηλαδή η εξουσία είναι υπόθεση όλων, ώστε όλοι να παρεμβαίνουν, να μιλούν, να ψηφίζουν, να εκλέγουν, να αποφασίζουν, να έχουν ευκαιρία να κάνουν λάθος, να προσπαθούν να εξαπατήσουν ή να επιτρέπουν να τους εξαπατήσουν, να διαμαρτύρονται, να παίρνουν το λόγο χωρίς να τους τον δίνουν, δεν είναι κάτι φυσικό αλλά μία τεχνητή εφεύρεση, ένα αποσυντονιστικό στοίχημα ενάντια στη φύση και στους θεούς. Ένα έργο τέχνης. Οι Έλληνες υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες: η δημοκρατία υπήρξε το αριστούργημά τους, το πιο τολμηρό και ρηξικέλευθο, το πιο συζητημένο έργο τους».

Αυτά έλεγε ο Φερνάντο Σαβατέρ στον γιο του. Έκτοτε βέβαια πολλά άλλαξαν, η Δημοκρατία η ίδια φαίνεται να άλλαξε, τουλάχιστον εντός των ορίων του μικρόκοσμού μας, όταν οι Έλληνες δημιουργήσαμε το δεύτερο πιο συζητημένο έργο μας, το χρέος. Τότε ψυλλιαστήκαμε πως φταίει εκείνη για άλλη μια φορά και ζητούσαμε να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή στην ειρηνική μας εξέγερση. Και ενώ το συγκεντρωμένο πλήθος κατάλαβε πράγματα δύσκολα μέχρι χθες, όπως ότι το μόνο αιχμηρό αντικείμενο που επιτρέπεται να κουβαλάει μαζί του σε τέτοιες περιστάσεις είναι το μυαλό του, ότι απέναντι στη βία θα ήταν σοφότερο να αντιπαραθέσει φαντασία(ξέχασαν κάτι Κολοκοτρώνηδες τις φωτιές και τα τσεκούρια σπίτι), ότι κανένας από μόνος του δεν είναι αρκετός, δεν κράτησε ούτε καν συμβολικά ενός λεπτού σιγή για το παιδί του, που το βιάζουν κλειδωμένο εδώ και χρόνια σε μπουντρούμια τραπεζών.

«Εκείνοι που πραγματοποιούν μια μισή Επανάσταση, σκάβουν απλώς το λάκκο τους» έλεγε ένα σύνθημα του Μάη του '68. Γι'αυτό συνεχίστε! Διαψεύστε τον Τουραίν που έγραψε πως ο Μάης δεν απέδειξε πως οι επαναστάσεις μπορούν να νικήσουν στις σημερινές δυτικές χώρες, αλλά μόνο ότι μπορούν να ξεσπούν. Συζητήστε ώσπου να κάνετε πράξη τις «υποσχέσεις που περιέχει δυνητικά κάθε κίνημα για να βγει από την ηλίθια ιδιωτικοποίηση η σύγχρονη ανθρωπότητα, να πολιτικοποιηθεί, να αποφασίσει ότι η ενασχόληση με τις δικές της συλλογικές υποθέσεις θα μπορούσε να είναι η φυσιολογική, συνηθισμένη της κατάσταση» με τα λόγια του Καστοριάδη, βιαστείτε να καταλήξετε κάπου, σε κάτι μικρό και σαφές-αργά ή γρήγορα, πού θα πάμε, θα γυρίσουμε στις τηλεοράσεις μας.

Να φύγουν με τα ελικόπτερα, συμφωνώ. Να μην αφοπλιστεί η χώρα από τα εργαλεία ανάπτυξής της, να πει όχι, δεν λέω όχι. Να μην αφοπλιστεί όμως και από εκείνους που κατάλαβαν ότι η Δημοκρατία απέτυχε, κυρίως επειδή δεν σταματάει, ακόμα και την ώρα του ξεσπάσματος, να τους υπενθυμίζει τις ευθύνες τους. Η βροχή ήταν εύκολος αντίπαλος απόψε: Η άγνοια καλπάζει παντοδύναμη με όχημα εξυπνακίστικα tweets. Μακάρι να μην αποδείξουμε ότι το μόνο που μπορούμε να είμαστε είναι να είμαστε έξυπνοι, τόσο πολύ μάλιστα που να μπορεί να ανασταίνει συνέχεια, αυτή η φωνακλού η ευφυΐα, τους χειρότερους εφιάλτες μας.

Υ.Γ.Η χούντα δεν τελείωσε το '73.

Υ.Γ1. Δεν βλέπεις αγανακτισμένε μου τους Κινέζους πόσο αγαπούν τον εργοδότη τους;

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Σήμερα γάμος γίνεται

Ο.k, είχαμε παραιτηθεί «αμετάκλητα και άνευ όρων» από την εθνική μας κυριαρχία αλλά μπορούσαμε να το αγνοούμε, να μη μας πειράζει και τόσο, στην τελική ήταν γραμμένο σε μία γραμμούλα ενός πολυσέλιδου κωλόχαρτου που βρίζουμε από το πρωί εώς το βράδυ. Ο εξευτελισμός όμως, απόψε, σόκαρε ακόμα και τον νηφάλιο Πρετεντέρη. Και σόκαρε περισσότερο επειδή ήταν πιθανόν εκτός προγράμματος, απαιτώντας αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο ρόλο και του Αντώνη Σαμαρά που ήταν έτοιμος, τον είδαμε όλοι στο Ζάππειο, να κάνει τα πρώτα του βήματα, αποφασισμένος να αναδιαπραγματευτεί για χάρη μας. Αν το μνημόνιο ήταν ο αρραβώνας μας με την Χούντα, η προϋπόθεση πολιτικής συναίνεσης που απαιτείται από εδώ και στο εξής από παρακλάδια τρομοκρατικών τραπεζικών οργανώσεων είναι η επισημοποίηση αυτής της ιδιαίτερης σχέσης (στ)οργής. Ήταν αναμενόμενο ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε από τη στιγμή που η περίφημη έννοια ταλαιπωρήθηκε πολύ μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος δανειστής για να την επιβάλει, από τη στιγμή που η συνταγή Στρος Καν ήταν εν τέλει συνταγή σεξολόγου: Πρώτα θα ανοίξεις το στόμα σου, θα καταπιείς ό,τι σπέρμα κυκλοφορεί, κι ύστερα δίχως καμία αμφιβολία να επισκιάζει την πολύτιμη ηθική σου, θα είσαι έτοιμη να παντρευτείς. Το πρώην νούμερο ένα του Δ.Ν.Τ έχει κάθε δικαίωμα να αρνείται τις κατηγορίες περί βιασμού, ο Ρεν, όμως, και ο Γιούνγκερ δεν έχουν ανάγκη τους δικηγόρους του προς το παρόν. Τι να κάνουμε που οι καμαριέρες από τη Νέα Γουινέα δεν φτάνουν για όλους; Όσο για σένα που κάποτε ψήφισες ΠΑ.ΣΟ.Κ γιατί θα σου έδινε αύξηση, τώρα ίσως πλησιάζει η ώρα που θα επιλέξεις Π.Α.Κ και θα κατεβάσεις επιτέλους ολόκληρο το μνημόνιο στον υπολογιστή σου προκειμένου να το διαβάζεις τα ανήσυχα βράδια όπου θα σφίγγει κι άλλο γύρω από τη ζωή σου, αμετάκλητα και άνευ όρων προφανώς, ο κλοιός της επικαιρότητας.

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Γιατί γράφουμε

Με αφορμή την έκθεση βιβλίου που δεν επισκέφτηκα.

Η γραφή είναι λέπρα. Κάφκα.

Η ποίηση είναι το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Μπρετόν.

Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε. Πωλ Βαλερύ.


«Αλήθεια, ποιος δεν έχει περάσει αυτή τη φρικτή εμπειρία, να βρίσκεται καθισμένος μπροστά σε μια λευκή σελίδα, με το φαφούτικο στόμα της να του γρυλίζει: Για τόλμα να απλώσεις χέρι επάνω μου». O Άμος Οζ περιγράφει κάτι πολύ οικείο. Σαν εκείνο τον Ιρλανδό του ανεκδότου που όταν τον ρώτησαν κάποιοι πώς θα φτάσουν στον προορισμό τους κούνησε το κεφάλι και είπε: «Στη θέση σας δεν θα ξεκινούσα από εδώ», έτσι και εμείς μπροστά στο γυμνό φύλλο. Πώς θα νικήσεις την παντοδύναμη λευκή σελίδα δίχως να την καταστρέψεις, δίχως να ενοχλήσεις τις λέξεις (Μόντης), αποφεύγοντας να προσθέσεις επιπλέον ντεσιμπέλ στον καρκινογόνο θόρυβο των Social Media;

Γιατί αψηφούμε τον κίνδυνο και γράφουμε; Το ερώτημα επιδέχεται όσους ορισμούς έχει υποστεί η επικοινωνιολογία από τους επικοινωνιολόγους. Είναι μια προσπάθεια να αποκτήσουμε προβλήματα; Δεν έχουμε τίποτα χειρότερο να κάνουμε; Ψάχνουμε το δρόμο προς τις γυναίκες; Ας ξεκινήσουμε από κάτι δεδομένο: Όσοι γράφουν δεν είναι ευχαριστημένοι. Κάτι τους λείπει, γράφουν για να το βρουν ή μέχρι να το βρουν, αποφεύγοντας να επιβαρύνουν τους άλλους με την μοναξιά τους. «Γράφουµε γιατί φοβόµαστε τον θάνατο; Γιατί φοβόµαστε να ζούµε; Γιατί νοσταλγούµε την παιδική µας ηλικία;» ρωτάει ο Ταµπούκι. «Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω μια κανονική δουλειά, όπως οι άλλοι άνθρωποι» απαντάει ο Παμούκ, «γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν» λέει ο Λειβαδίτης, «μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή, όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω» συμπληρώνει ο Πατρίκιος. Ο τελευταίος μάλλον αδικεί τους ποιητές θεωρώντας τους πιο υστερόβουλους από τους ηθοποιούς • ο Χάιντεγκερ με την ίδια λογική αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Σωκράτη τον αγνότερο όλων των δυτικών στοχαστών διότι «δεν έγραψε». Αν δεχτούμε τον ισχυρισμό του ποιητή περί αλήθειας, η υπόθεση περιπλέκεται: Ο Λεοπάρντι είπε κάποτε πως το ανθρώπινο γένος δε μισεί τόσο αυτόν που πράττει το κακό, ούτε το ίδιο το κακό, όσο αυτόν που το αποκαλεί με το αληθινό του όνομα. Όσοι διασώζουν επομένως κομμάτια της αλήθειας, δικαίως μπορούν να θεωρούνται οι δολοφόνοι του και μάλιστα οι πλέον κακοπληρωμένοι-ο Πόε προτιμά ένα ποίημα της απόλαυσης.

Η διακήρυξη του Μαλλαρμέ ότι ο πραγματικός σκοπός του σύμπαντος είναι η δημιουργία ενός υπέρτατου βιβλίου δεν είναι βεβαίως παρά μια υπερβολή, μια σκέτη τρέλα. Ο αναγνώστης επόμενο είναι να σκεφτεί πως κι άλλοι αγάπησαν τη δουλειά τους, πως κι άλλοι λάτρεψαν το εγώ τους, αλλά δεν έκαναν έτσι. Ο κόσμος-νομίζω ότι το έχω γράψει και παλαιότερα- εκτιμά τους συγγραφείς και τους ποιητές όχι επειδή είναι σπουδαίοι-σπανίως είναι- αλλά επειδή αφιερώνουν το χρόνο τους σε μια πράξη ρομαντική και μοναχική, χρόνο που εκείνοι δεν θα αφιέρωναν με τίποτα. Η προδοσία της καθημερινότητας- και η ταυτόχρονη ανάληψη του μέλλοντος- που συνεπάγεται η συγκεκριμένη ασχολία φαίνεται αδικαιολόγητη ακόμα και στους ίδιους καθώς υποψιάζονται ότι υπάρχουν ανθρώπινες λειτουργίες απείρως φυσικότερες και αληθινότερες από το γράψιμο, μία παραξενιά πολυτελείας, αλλά και μία αναγκαία τελικώς έκφραση. Αν «όλη η δυστυχία των ανθρώπων προέρχεται από το ότι δεν μπορούν να κάτσουν ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» όπως υποστηρίζει ο Πασκάλ, οι συγγραφείς και οι ποιητές θα έπρεπε να είναι όλοι ευτυχισμένοι-κι αυτό δεν συμβαίνει. Ο Φωστιέρης μπορεί να πιστεύει ότι θα βγουν από το ποίημα ζωντανοί • δεν μας λέει όμως για πόσο.

Για τον Σαρτρ τα κίνητρα δεν είναι ευγενικά: «Κανείς δεν μπορεί να με ξεχάσει ούτε να με αποσιωπήσει: είμαι ένα μεγάλο, εύχρηστο και τρομερό φετίχ. Η συνείδησή μου έχει γίνει θρύψαλα: τόσο το καλύτερο. Με ανέλαβαν άλλες συνειδήσεις. Με διαβάζουν, τραβώ τα βλέμματα• μου μιλούν, είμαι μέσα σε όλα τα στόματα, γλώσσα παγκόσμια και μοναδική• γίνομαι εξερευνήσιμο αξιοθέατο για εκατομμύρια βλέμματα• για όποιον ξέρει να με αγαπά, είμαι η πιο μύχια ανησυχία του αλλά αν θελήσει να με αγγίξει σβήνομαι, εξαφανίζομαι: δεν υπάρχω πια πουθενά, επιτέλους είμαι! Είμαι παντού: παράσιτο της ανθρωπότητας, οι ευεργεσίες μου την κατασπαράσσουν και την υποχρεώνουν αδιάκοπα να ανασταίνει την απουσία μου». Την ίδια μεγαλομανία συναντάμε στον Πίνδαρο:«Όταν η πόλη που δοξάζω θα έχει καταρρεύσει, όταν οι άνθρωποι για τους οποίους ψάλλω θα έχουν εξαφανιστεί στη λήθη, οι λέξεις μου θα διαρκούν ακόμα». «Δώστε μου τη χάρη να παράγω μερικούς ωραίους στίχους, που θα αποδείξουν σε μένα τον ίδιο ότι δεν είμαι ο έσχατος των ανθρώπων, ότι δεν είμαι κατώτερος εκείνων που περιφρονώ» γράφει ο δύστροπος Μπωντλαίρ. Όσοι στερούνται ανάλογης ματαιοδοξίας, ελπίζουν οι εμμονές τους να αποδειχθούν αρκετές ή ακόμα καλύτερα ότι θα γεννηθούν μετά θάνατον, όπως έλεγε ο Νίτσε. (Ο Ντιντερό είχε το θάρρος να αποκαλύψει το αντικείμενο των πόθων του που δεν ήταν άλλο από το να μην πεθάνει. Τι άλλο ήταν τα γραπτά του παρά το καταδικασμένο να μην εγκριθεί αίτημα αθανασίας του;).

Η νίκη ωστόσο του Γάλλου φιλόσοφου είναι κενή περιεχομένου. Παίρνει το ματς, αλλά στα χαρτιά. Ο Φλωμπέρ είναι απαρηγόρητος τη στιγμή που φεύγει. Η φημισμένη φράση του, ότι «το να γράφω είναι ένας τρόπος να ζω», επισκιάζεται από την επιθανάτια κραυγή του ενάντια στην «πόρνη Μποβαρύ» που θα τη γλιτώσει, συνεχίζοντας τη ζωούλα της μετά από αυτόν. Δε βρίσκει καλή ιδέα την υστεροφημία-θέλει τη ζωή του. «Χρειάζομαι απομόνωση για να μπορώ να γράφω, όχι σαν ερημίτης αλλά σαν νεκρός. Να γράφεις μ’αυτή την έννοια είναι ένας βαθύτερος από τον συνηθισμένο ύπνος, άρα θάνατος, κι ακριβώς όπως δε γίνεται να βγάλουν ένα νεκρό από τον τάφο του, δεν θα μπορούν τη νύχτα να με σηκώσουν από το γραφείο μου» μας λέει ο Κάφκα. Αν δεχτούμε την εξήγηση του συγγραφέα της Δίκης, η ταραχή του Φλωμπέρ δεν είναι μόνο εκείνου που έχει ζήσει σαν ζωντανός-νεκρός και περιμένει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση, αλλά του ανθρώπου που έκανε αθάνατη μία γυναίκα κι ίσως περίμενε να του χαριστεί η ζωή. Ο Χριστός θυσιάστηκε για να σώσει τον άνθρωπο ενώ εκείνος μία Μαντάμ, τη δική του Μαγδαληνή που περιμένει τον επιθανάτιο ρόγχο προκειμένου να του αφαιρέσει τα καρφιά.

Το αντίπαλον δέος του Σαρτρ, ο Αλμπέρ Καμύ, μας φαίνεται καθ’όλα έντιμος: «Γράφω σημαίνει είμαι ανιδιοτελής» λέει και προσθέτει:«Αν ο κόσμος μου φαινόταν ότι έχει κάποιο νόημα, δεν θα έγραφα». «Ο λιγότερο φιλόδοξος συγγραφέας βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια» πιστεύει ο Μπέλοου, «η αληθινή λογοτεχνία οφείλει να διδάσκει ή να υπόσχεται την ελευθερία» συμπληρώνει ο Τσέχοφ, σκέψεις που θα συνυπέγραφε νομίζω ο Γαλλοαλγερινός συγγραφέας. Ποιος μας λέει ωστόσο ότι ο πραγματικός Καμύ δεν είναι ο υποκριτής δικηγόρος της Πτώσης, εκείνος που νιώθει ενοχές όταν οι φίλοι του τον θεωρούν καλύτερο απ’ό,τι ο ίδιος νιώθει πως είναι; Ποιος ήρωας των συγγραφέων κουβαλάει τις αμαρτίες τους; Ποιον χαρακτήρα τους να πρωτοπιστέψουμε; Ο Μαρσέλ Προυστ υποστήριξε κάποτε ότι το λογοτεχνικό εγώ είναι διαφορετικό από το πραγματικό-το πόσο όμως δεν μας λέει ούτε αυτός. Από την άλλη, ποιος είναι τόσο αφελής που δεν υποψιάζεται ότι υποκρίνεται ακόμα και την ειλικρίνειά του και ποιος τόσο κουτός ώστε να πιστεύει ότι γνωρίζει στ’αλήθεια τον εαυτό του;

Ξεφυλλίζοντας βιογραφίες φαίνεται να ξεχνάμε κάτι βασικό: Οι αδυναμίες, τα ελαττώματα και τα σκοτάδια κάθε ανθρώπου νοηματοδοτούν τις τέχνες. Αν ήμασταν όλοι τέλειοι, θα επικοινωνούσαμε απρόθυμα και θα συνεννοούμασταν με χασμουρητά. «Το έργο που παράγει ο άνθρωπος είναι ιερό κι ας μην είναι ιερός αυτός ο ίδιος» μας λέει σχετικά ο Άγγελος Τερζάκης και προσθέτει: «Όλη η μυστική διαδικασία της Τέχνης σε αυτό στηρίζεται. Στο να παράγεις ιερότητα από την αμαρτία σου» • ο Χριστιανόπουλος το λέει αξιοποίηση αποβλήτων. Δυστυχώς η περιέργεια των βιογράφων στρέφει απότομα τους αναγνώστες στο κουτσομπολιό και την ανάκριση: Η μεγάλη αποκάλυψη ενός καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ ήταν ότι ο Μπρεχτ δεν μύριζε μανούλα • για τον Σαρτρ υπάρχουν παρόμοιες καταγγελίες. Κανένας σάλος ωστόσο δεν ξέσπασε, ούτε ο πιο φθηνός, επειδή τα ποιήματά του κάθε φορά που τα διαβάζουμε μοσχομυρίζουν το ίδιο ή ακόμα και διαφορετικά. Μήπως ο Τσαρλς Μπουκόφσκι βίαζε μικρά κοριτσάκια επειδή περιέγραφε την αποτρόπαια πράξη στο βιβλίο του; «Έμπλεξα σε φασαρίες με πολλά από τα σκατογραπτά μου» ομολογεί. Ο Μέιλερ υπογραμμίζει αυτό το φόβο των νεαρών συγγραφέων και κυρίως εκείνον που αφορά στις πληγές που ενδέχεται να ανοίξουν σε δικούς τους ανθρώπους, μέσα από τα πορτραίτα τους. Ξεκίνησαν να γράφουν για να λυτρωθούν αλλά δεν υπολόγισαν τις παγίδες. Όσο για την ιδεολογική τοποθέτηση τους, δεν αποτελεί παρά έναν επιπλέον βραχνά. «Είστε κομμουνιστής κύριε Κούντερα; Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος. Είστε διαφωνών; Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος. Είστε αριστερός ή δεξιός; Είμαι μυθιστοριογράφος» επιμένει να απαντάει ο Τσέχος συγγραφέας απογοητεύοντας πολλούς.

«(Στη σύγχρονη ελληνική ποίηση) Οι αιδήμονες "χαμηλοί τόνοι", οι τελετουργικές δηλώσεις ταπεινοφροσύνης, η καταθλιπτική ρητορεία της απώλειας, της ήττας, της απελπισίας δίνουν και παίρνουν. Κάθε ποιητικό ιδίωμα, τωρινό ή περασμένο, που προσεγγίζει την έξαρση, τη ρώμη, την αυτοπεποίθηση θεωρείται μεγαλομανία ή ασύγγνωστη αφέλεια, κάθε ομολογία πίστεως στις δυνατότητες και την χρήση της ποιητικής ομιλίας φαρμακερή αυταπάτη» σημειώνει ο Κώστας Κουτσουρέλης, φωτίζοντας ένα ακόμη πρόβλημα της καλλιτεχνικής έκφρασης. Μονίμως εξόριστη η ποίηση, μάταια περιμένει να αποκτήσει ισχύ νόμου. Η εποχή, εξάλλου, όπου θα την έβρισκε κυρίαρχη, θα ήταν αναμφίβολα βαθιά αντιποιητική. Εκτός κλίματος, μεταδίδοντας τύψεις για το ότι προσθέτει μοναξιά στη μοναξιά, αφήνοντας μεγαλύτερα περιθώρια παρερμηνείας απ’ό,τι η λογοτεχνία, φοβάμαι πως θα παραμένει αιωνίως στα αζήτητα σε έναν κόσμο που διψάει για ακρίβεια και μικρές μπουκίτσες εύπεπτων πληροφοριών. Αντί να μεμψιμοιρεί, θα ήταν προτιμότερο να κερνάει τα ποιήματά της με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, διορθώνοντας τον κόσμο(Ουάιλντ) με εντιμότητα και πάθος και όχι για να απαγγέλει τα πονήματά της, την εκφυλιστική ασθένεια που χτυπάει, δίχως εξαίρεση, κάθε έναν από τους ποιητές.

Τι κάνει λοιπόν εκατομμύρια ανθρώπους να γράφουν τις σκέψεις τους, να απομονώνονται γρατζουνώντας λέξεις που δε σε βγάζουν τις περισσότερες φορές πουθενά και που καταφέρνουν μόνο να σε βάζουν λίγο πιο ήρεμο για ύπνο; Η γενίκευση με διευκολύνει αλλά αναμφίβολα αδυνατεί να φωτίσει την μοναδικότητα του καθένα ξεχωριστά. «Αγόρι μου, ο κόσμος έτσι που είναι δεν σου φαίνεται αρκετά άσχημος, αλλά θέλεις και να τον παραστήσεις στο θέατρο;» ρωτάει η μάνα του τον αμήχανο Τένεσι Ουίλιαμς. Αισθάνεται ένοχος που δεν μπορεί να απαντήσει ευθέως στην ερώτησή της και συνεχίζει να γράφει: μόνο έτσι ξορκίζει όσα τον καταθλίβουν. Ποιος μπορεί να σταματήσει τον Ιάκωβο Καμπανέλλη που μαγεύεται από το θέατρο, θέλει απεγνωσμένα να γίνει ηθοποιός-αλλά δεν μπορεί εξαιτίας του απολυτηρίου γυμνασίου που δεν έχει- και πιάνει το μολύβι; Η επιθυμία του είναι ακαταμάχητη, η ανάγκη του ασυμβίβαστη • οι σελίδες δειλά και με κόπο αρχίζουν να γεμίζουν.

Ο Πολ Ελυάρ παρατηρεί: «Αν ο Μπωντλαίρ, ο Λωτρεαμόν και ο Ρεμπώ φαίνονται γεμάτοι τύψεις αυτό συμβαίνει γιατί η μοναξιά τους δεν έχει σύνορο. Αυτοκατηγορούνται που δεν έχουν πάνω στον κόσμο μια απόλυτη, άμεση εξουσία». Τι είναι επομένως το γράψιμο; Πρόκειται τελικώς για προσπάθεια απόκτησης εξουσίας ή για την ολοκληρωτική άρνησή της; Απόπειρα απόκτησης ελέγχου σε ένα ακατανόητο σύμπαν, αποκατάσταση της θεωρίας σε σχέση με την πράξη ή απλώς πείραμα αθανασίας;

Ο συγγραφέας, σε αντίθεση συχνά με τους θαυμαστές του, έχει γνώση της πολυπλοκότητάς του. Δίχως να γνωρίζει ακριβώς ποια είναι αυτή, δοκιμάζει να την αποκαλύψει. Την αθλιότητα των άλλων μπορεί να την αντιμετωπίσει • τη δικιά του δεν την ανέχεται. Αν αγαπάει αλλά και ενοχλείται από το καθετί, καταλαβαίνει ότι πρέπει να ξεδώσει στο χαρτί προκειμένου να μην γίνει αφόρητος, γκρινιάρης ή τρελός. Εκεί, εντελώς ξεκούραστα, τα βάζει με όλους-και εκείνοι ούτε που το φαντάζονται. Καλύτερα να τα βρουν μια μέρα γραμμένα. Γράφοντας, νίπτει τας χείρας του. Βγάζει γλώσσα στην ξερόλα δασκάλα, τη ζωή. Ανταγωνιζόμενος τον Θεό, τον προκαλεί να μιλήσει-δεν έχει ερωτηθεί για αυτό που ζει. Επιτέλους τα προβλήματα της ανθρωπότητας μπορούν να γίνουν δικά του! Καιρός να τα λύσει! Εργοδότης του είναι ο κόσμος και μόνο σε εκείνον λογοδοτεί. Καθισμένος στην καρέκλα του κάνει παρέα με όλη την ανθρωπότητα και το μόνο που εύχεται είναι να μην αρχίσει να πονάει η μέση του. Το πόσο καλός θα γίνει εξαρτάται από το πόσο σύμπαν μυρίζει σε κάθε του εισπνοή, από το πόσο καλά ακούει τις μικρές ώρες, από το πόσο του αρέσει να παίζει το παιχνίδι, τελικά από το πόσο επιθετικά και υπομονετικά θα φλερτάρει το όραμά του, χρησιμοποιώντας όλες τις οδούς, όλες τις χαραμάδες και όλα τα τεχνάσματα. Εμπνευσή του φυσικά η παρατήρηση, η αυθεντική διασκέδαση κάθε συγγραφέα-μερικές φορές απαιτείται μεγάλη φαντασία για να καταλάβεις ότι ισχύει για σένα αυτό που παρατήρησες στους άλλους, φαντασία που δεν διαθέτουν ούτε οι καλύτεροι συγγραφείς. Γράφει γιατί αντιλαμβάνεται πως έχει φωνή, γιατί δεν ξέρει να παίζει μουσική, γιατί δε θέλει να προσβάλλει κανέναν, για να ενημερώσει πολλές φορές σε πείσμα της ενημέρωσης, μα πάνω από όλα για να πει στις γυναίκες της ζωής του ότι τις αγαπάει. Η συγγραφή μπορεί να πάρει χίλιες δυο μορφές: εξονυχιστική εξέταση, συμβόλαιο με τον εαυτό, άμυνα του καταπονημένου οργανισμού, βομβαρδισμός ανθρωπιστικής βοήθειας, επείγουσα έκκληση απεγκλωβισμού, σημειώσεις μυστικές που σε περνούν στο μάθημα της ζωής, ανακωχή αλλά και πόλεμος μαζί.

Ρωτάει ο Ρίλκε τον νεαρό ποιητή: «Θα πεθαίνατε τάχα αν σας απαγόρευαν να γράφετε;». Αν απαντήσει ναι, μία φράση του Ρουσό θα ήταν αρκετή για να τον προβληματίσει:«Κάθε αφοσίωση είναι σημάδι ανεπάρκειας». Ποιος νέος άνθρωπος θέλει να είναι ανάπηρος; Ο Λόντον γίνεται αμέσως ο δικηγόρος του διαβόλου: «Αν δεν μπορείς να βρεις χρόνο, να είσαι βέβαιος ότι ο κόσμος δεν θα βρει χρόνο για να σε ακούσει». «Η γραφή μας επιτρέπει να συνδιαλεγόμαστε με τους νεκρούς, με τους απόντες, με αυτούς που ποτέ δεν γεννήθηκαν, διασχίζοντας όλες τις αποστάσεις του χρόνου και του χώρου» διαπίστωνε ο Άβρααμ Λίνκολν, «όποτε αφήνω το χαρτί και το μολύβι σκοντάφτω» λέει η Καρυστιάνη • ο Καββαδίας ζαλίζεται στη στεριά. «Να 'μαι ποιητής δεν είναι δική μου φιλοδοξία. Είναι ο τρόπος μου να είμαι μόνος» λέει ο Πεσσόα, «πίδακας από αίμα η ποίηση, τίποτα δεν την σταματάει» μας εκμυστηρεύεται η Πλαθ, ο Τσοράν, όποτε γράφει, «κλαίει διακριτικά».

«Το γράψιμο δε με ενδιαφέρει παρά στον βαθμό κατά τον οποίο ενσωματώνεται στην πραγματικότητα μιας μάχης, στην καθαρότητα ενός εργαλείου, μιας τακτικής, μιας φωτοχυσίας. Δεν θα ήθελα παρά να είναι τα βιβλία μου ένα είδος νυστεριού, βόμβας μολότωφ ή νάρκης και να απανθρακώνονται μετά τη χρήση όπως τα πυροτεχνήματα» σημειώνει ο Φουκό περιγράφοντας μία γραφή γενναιόδωρη -σε μερικούς, όπως ο Χέγκελ, θα έφτανε να γίνουν έστω και λιγάκι κατανοητοί. Μοιάζει σε αυτό ο συγγραφέας με τη νοικοκυρά: φτιάχνει ένα κείμενο περιμένοντας όχι απλά κάποιον να το δοκιμάσει αλλά να του αρέσει κιόλας. Η διαφορά είναι πως εκείνος παραμένει ορφανός όσο δεν βρίσκει αναγνώστες-συνεχίζει όμως να μαγειρεύει για δική του ευχαρίστηση.

«Καινούριοι καιροί, καινούρια καθήκοντα» γράφει ο επίκαιρος Ουγκό. «Δε φτάνει πια να στοχάζεσαι, πρέπει και να αγαπάς. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι και ν’ αγαπάς, πρέπει να δρας. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι, ν’αγαπάς και να δρας. Πρέπει και να υποφέρεις». Τα κριτήρια φαντάζουν αυστηρά. Ο ίδιος ο έλεγχος στα γραπτά οφείλει να αυστηροποιηθεί. Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως επιτρέπεται εντέλει στους συγγραφείς να γράφουν με μία προϋπόθεση: να γίνουν σπουδαίοι, να μην είναι χλιαροί, να μην είναι οι ποιητές-γιαούρτια του Λιαντίνη. Διαφορετικά ο Έκο θα προσθέσει στον ταξιτζή-τον άνθρωπο που δεν έχει ποτέ ρέστα- τον συγγραφέα-τον 40άρη που δεν ξέρει να ψήσει καφέ όπως ομολογούσε ο Μπένγιαμιν. Ποιος θα τον αδικήσει;

«Η απειλή σήμερα» βλέπει ο Ζίζεκ «δεν είναι η παθητικότητα αλλά η ψευδοδραστηριότητα, η παρόρμηση να είμαστε ενεργοί, να συμμετέχουμε, συγκαλύπτοντας το τίποτα που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Άνθρωποι παρεμβαίνουν συνεχώς, κάνουν κάτι, ακαδημαϊκοί παίρνουν μέρος σε ανόητες αντιπαραθέσεις». Ποιος θα διαφωνούσε; Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί παρουσιάζουμε τα βιβλία. Βαριόμαστε να τα διαβάσουμε; «Τα πιο μεγάλα γεγονότα» μας λέει ο Νίτσε «δεν είναι οι πιο θορυβώδεις ώρες μας αλλά οι ώρες της μεγάλης σιωπής». Βρίσκει όμως χρόνο να σωπάσει κανείς; «Η μάχη να δίνεται μετά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας» συμβουλεύει με τη σειρά του ο Αναγνωστάκης σε ένα στίχο που θα θέλαμε επίσης να ξεχάσουμε-άκρως επικίνδυνο να τραυματίζεις αυταπάτες.

«Όσοι ξεκινούν για την περιπέτεια της τέχνης θα πρέπει να ξέρουν πως η ιστορία της ομορφιάς συμπληρώθηκε, δεν περιμένει εκείνους που θα την αποσώσουν. Και εκείνο που κάνουν πάντα οι αφοσιωμένοι της δεν είναι παρά ένας αγώνας να ξαναβρούν αυτό που χάθηκε, ξαναβρέθηκε , ξαναχάθηκε κάτω από βοηθητικές ή αντίθετες συνθήκες, ένας αγώνας δύσκολος και ασταμάτητος» σημειώνει ο Λορεντζάτος. «Η τελευταία λέξη του κόσμου για τον κόσμο δεν έχει ειπωθεί. Ο κόσμος είναι ανοιχτός και ελεύθερος. Όλα είναι ακόμη, και θα είναι για πάντα, μπροστά μας» μας ενθαρρύνει περισσότερο ο Μπαχτίν. Οι συγγραφείς, αδιόρθωτοι εγωιστές, πάντα θα ψάχνουν στο έργο τους να πουν την τελευταία λέξη, να γράψουν το τελευταίο βιβλίο, να ψιθυρίσουν ντροπαλά το αλαζονικό “You must listen to me” του Αλί, ελπίζοντας πως όλο και κάποια τρίχα από τα μυστικά του Θεού θα ξεριζώσουν (Miguel De Unamuno), πως όλο και κάποιος θα αναγνωρίσει το χαμένο νόημα στη δική τους φωνή. Η τέχνη τους όσο πιο περιττή θα αρχίσει να μας φαίνεται, τόσο περισσότερο αναγκαία για την ίδια την πραγματικότητα θα είναι.

«Το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό» έλεγε ο Ντελακρουά, ζωτικό ψεύδος(Ίψεν) που χρειάζονται όλοι οι καλλιτέχνες για να δράσουν και να κινητοποιηθούν, αυταπάτη ώστε να μην παγώσουν στη σκέψη πως ό,τι και να πουν είναι πια εκπρόθεσμο. Σε ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα ταύτισης, ο Βίττγκενσταιν επαναλαμβάνει τη θέση του Επίκουρου περί θανάτου δίχως καν να το υποψιάζεται. Προφανώς, για να μην πεθάνεις, πρέπει ορισμένα πράγματα να τα ρισκάρεις.


Κινδυνεύω και το καλύτερο πράγμα που σκέφτηκα είναι να γράψω αυτό το κείμενο που κανείς δε θα διαβάσει. Αν δεν το έγραφα ωστόσο, εξαγριωμένοι ιδανικοί αναγνώστες θα μου επιτίθονταν. Θα κοιμηθώ ήσυχος-μικρό πράγμα είναι αυτό; Με την πλάτη στον τοίχο, δεν αισθάνομαι ανίκητος. Έδωσα όμως νόημα στη ζωή μου. Είναι αυτονόητο πως ανησυχώ για την τύχη του ψέματός μου. Θέλω να σταθεί τυχερό. Δίχως ταπεινά κίνητρα η εκκίνησή μου από τους βατήρες ήταν-παραδέχομαι-νωχελική. Δε ζητάω από τους αυριανούς εργοδότες μου να αναγνωρίσουν την αξία μου ή να νοιαστούν για την αξιοπρέπειά μου. Μου αρκεί να μου την πληρώνουν. Έχω κι εγώ δικαίωμα, όπως όλοι, να ζήσω από το παιχνίδι μου. Αν με εμπιστευθείτε, δε θα χάσετε. Δεν κοιμάμαι ούτε κλαίω εν ώρα υπηρεσίας. Στο μυαλό μου- δεν σας κρύβω- έχει κολλήσει μια φράση του Χορν: «Είμαι ψευδοσεμνός. Είμαι ψευδομετριόφρων. Θέλω να κάνω αυτό που θέλω».

Διαβάζω ακόμα. Διαβάζω επειδή με νοιάζει τι είπε ο ένας και ο άλλος. Διαβάζω παρόλο που ξέρω ότι βάζω σε κίνδυνο τον εαυτό μου-οι άνθρωποι βλέπουν ευκολότερα το πιο τρομακτικό θρίλερ ενώ τρομάζουν στην ιδέα ενός καλού βιβλίου. Το κάνω επειδή δεν έχω ιδανική παρέα, αρκετά χρήματα και χρόνο για να ταξιδέψω. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου, κατάφερα να πηγαίνω σε μέρη όπου κανένα αεροπλάνο δε μπορούσε να προσγειωθεί, κανένα πλοίο να πιάσει λιμάνι, κανένα τρένο σταθμό. Τα βιβλία ήταν το διαβατήριό μου. Συν τοις άλλοις, κανείς δεν τολμά να με υπολογίσει στα στατιστικά του στοιχεία-δε μένω άνεργος όσο έχω ακόμα βιβλία αδιάβαστα. Σε αυτό το blog επιμένω συχνά να μιλάω με λόγια αλλονών όχι για να κάνω επίδειξη γνώσεων, όπως μου είπε πρόσφατα ένας άνθρωπος που περίμενα να με ξέρει καλύτερα. Πέρα από τη δημοκρατικότητα της επιλογής μου, το κάνω επειδή φοβάμαι πως είναι ο μόνος τρόπος να επιτύχουμε τελικώς το διάλογο μεταξύ των ανθρώπων, πως υπάρχει σημαντική πιθανότητα όλοι αυτοί οι σπουδαίοι που παρέθεσα, παρά τις κοινές τους ανησυχίες, να μην άντεχαν ο ένας τα χνώτα του άλλου για περισσότερο από ένα λεπτό, εάν ποτέ τους μαζεύαμε σε ένα δωμάτιο-θα αισθάνονταν ότι πνίγονται. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζαμε πάντοτε εμείς οι πολιτισμένοι είναι η ίδια: Να αγαπιόμαστε. Να αγαπιόμαστε ως εάν αυτό να ήταν δυνατό.

Σε έναν κόσμο όπου τινάζεται στον αέρα κάθε μέρα, όπου η ελπίδα θα πεθάνει από αηδία, όπου σε πρώτο πλάνο σήμερα είναι η οικονομία-λες και χθες ήταν ο έρωτας, όπου η ζωή με απόλυτη ευθύνη μας προήχθη σε διαδικτυακή μπούρδα, δε με εκπλήσσει που τον τελευταίο καιρό διάφοροι συνάνθρωποί μου μπήκαν στο blog για τους εξής λόγους: «Κανονες απο νταντα αμεσου δρασεως, ζαλμας γκευ, στεκια στριπτιτζουδες, ρεμπεκα γουανγκ, λογαράς πούστης, o kolos tis misel obama». Μέσα σε δευτερόλεπτα τους έχασα από πελάτες μου καθώς δεν στάθηκα ικανός να τους εξυπηρετήσω. Ώρα να τους λάβω υπόψη μου!

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Μπεστ Ντεθ Έβερ!

Κύματα ενθουσιασμού σαρώνουν τις ακτές των ειδησεογραφικών πρακτορείων, ο κόσμος πανηγυρίζει, φίλησα κι εγώ τη μάνα μου έπειτα από καιρό. Έχουμε χεστεί από τη χαρά μας. “This is the greatest night of my career, I am so blessed, so privileged to be at my desk at this moment", εξομολογείται ένας παρουσιαστής του Fox.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται, όμως, σταθερά, σχεδόν κουραστικά, αδυνατώντας να χαρίσει ιστορικές στιγμές τόσο στους καταγραφείς της όσο και στους τηλεθεατές της-γεμίζει όμως συγκίνηση από την πρώτη κιόλας στιγμή τους παραχαράκτες της. Πέρα από αναλώσιμοι, είμαστε και θανάσιμα προβλέψιμοι. Αν ζούσαμε το 1945, μερικοί από μας θα πανηγύριζαν τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ας μείνουμε όμως στο τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα: Πρώτον, yes we can kill Bin Laden-κι ας μη μπορούμε να βρούμε δουλειά, κι ας φοβούνται οι Αμερικανοί με τις πλύσεις εγκεφάλου που τους γίνονται να πάνε μέχρι την τουαλέτα του σπιτιού τους! Δεύτερον, ο Ομπάμα μπορεί να διπλασιάσει τα Νόμπελ του, πηγαίνοντας γκανιάν και για δεύτερη θητεία. Τρίτον, «πρέπει να κατανοήσουμε για ποιον λόγο αυτοί οι πανηγυρισμοί είναι λογικοί. Δεν είναι ούτε αφελείς, ούτε αναίτιοι». Σαν καλοί χριστιανοί, μπορούμε να το καταφέρουμε κι αυτό με λίγη προσπάθεια και με συνέχιση της νηστείας. Τέλος, μπορούμε να αγκαλιάσουμε τον απρόσμενο θρίαμβο της πολεμοχαρούς Δικαιοσύνης. Οι αγορές σε τελική ανάλυση αποφάνθηκαν! Οι δημοσιογραφικές αναλύσεις είναι περιττές, όταν είναι θετικά τα πρόσημα στις αγορές: Παρίσι και Φρανκφούρτη έκλεισαν με κέρδη, άρα επιδοκιμάζει ο Θεός. Σταθεροποιείται η τιμή του πετρελαίου, επικροτεί ο Διάβολος. Εξάλλου ο Οσάμα Μπιν Λάντεν διαβάζουμε:«έτυχε κανονικής θρησκευτικής τελετής στη γέφυρα του αμερικανικού αεροπλανοφόρου Καρλ Βίνσον, κατά πλήρη σεβασμό των μουσουλμανικών παραδόσεων». Δολοφονήθηκε(;), δε, σύμφωνα με τις δυτικές: Μυστηριωδώς, ακαριαίως, επικοινωνιακά άρτια.

Έχω σταματήσει να επισκέπτομαι τακτικά το Protagon. Μου θυμίζει όλο και περισσότερο τον αφορισμό του Πετάν:«Αυτοί που δεν σκέφτονται απαιτούν να συγκαταλέγονται στους διαφορετικά σκεπτόμενους». Στην τηλεόραση μαθαίνω πιο χρήσιμα πράγματα. Σήμερα ας πούμε άκουσα την εξής συγκλονιστική φράση: «Δεν συμφωνώ με τα ρούχα της». Η παρρησία του γούστου αντικαθιστά σιγά σιγά και στις δικές μας συνήθειες την παρρησία της γνώμης: συμφωνούμε ή διαφωνούμε με ένα ρούχο, συμφωνούμε ή διαφωνούμε με μία εικόνα-εικόνες ντροπής δε λέμε; Στις εικόνες που καταδικάζονται συμπεριλαμβάνονται, αναγκαστικά, ατυχείς στυλιστικοί συνδυασμοί.

«Η Αμερική έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει. Και μαζί με αυτήν και όλοι εμείς». Ο δημοσιογράφος του Σκάι ήταν συν τοις άλλοις και καλοντυμένος. Φορούσε στολή σοβαροφάνειας. Επομένως, αξιοπιστίας. Θα το κάψουμε κυρ Στέφανε! Ναι, θα το κάψουμε! Μην έχεις καμία αμφιβολία! Όλα τώρα ξαναρχίζουν! Η πολεμική μηχανή που δημιούργησε τον εχθρό της θα θελήσει να κρατήσει τη μνήμη του ζωντανή, δηλαδή την απειλή του. Κανένας φόβος δεν πρόκειται να πάει χαμένος!

Υ.Γ. Το Νάτο βομβαρδίζει στρατιωτικούς στόχους στη Λιβύη.