Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Αντιπαράθεση μέχρι θανάτου


Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε πως είμαστε χειραφετημένος λαός. Λέμε ότι είμαστε δημοκράτες, ότι αγαπάμε την ελευθερία, ότι είμαστε απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και μίση. Εδώ είναι το χωνευτήρι, η έδρα ενός μεγάλου πειράματος της ανθρωπότητας. Όμορφες λέξεις, γεμάτες ευγενικό, ιδεαλιστικό συναίσθημα. Στην πραγματικότητα είμαστε ένας χυδαίος, πιεστικός όχλος με πάθη που εύκολα υποκινούν οι δημαγωγοί, οι δημοσιογράφοι, οι θρησκόληπτοι αγύρτες, οι ταραχοποιοί και άλλοι παρόμοιοι. Το να αποκαλείς τέτοιο κατασκεύασμα κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων είναι βλασφημία. Χένρι Μίλερ. Κλιματιζόμενος εφιάλτης.


Η πρώτη ενδεκάτη Σεπτεμβρίου της Ιστορίας είναι εκείνη της Χιλής το 1973 με το αιματηρό πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ και τη βοήθεια της C.I.A. Η δεύτερη, σε αμερικανικό έδαφος το 2001, σηματοδότησε την έναρξη του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας για καλή τύχη των Νεοσυντηρητικών. Η τρίτη ανήκει στην 9χρονη Κριστίνα Τέιλορ Γκριν, το μικρότερο θύμα του μακελειού της Τουσόν, γεννημένη εκείνη τη μέρα που ο κόσμος άλλαζε.

Μία εβδομάδα μετά τους πυροβολισμούς που πήραν τη ζωή πέντε ακόμα ανθρώπων, η Τάιμς Σκουέρ φιλοξενούσε τον διαγωνισμό της μεγαλύτερης σε διάρκεια χειραψίας, απονεμήθηκαν οι χρυσές…σφαίρες, ήταν η μέρα του MLK και μίας βόμβας που δεν έσκασε ποτέ, τα γενέθλια του Άλι και της Μισέλ Ομπάμα. Στην Αριζόνα, τον τόπο της τραγωδίας, μεγάλα πλήθη συνέρευσαν για να απολαύσουν μία επίδειξη όπλων ενώ το ημιαυτόματο του δράστη ζούσε το αμερικανικό όνειρο χάρη στην εγγυημένη αποτελεσματικότητά του κάνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι νομοθέτες της πολιτείας, θορυβημένοι, προτίθενται να κάνουν, άμεσα, λιγότερο αυστηρούς τους νόμους για την οπλοκατοχή, καθώς αυτό επιβάλλει η τετράγωνη αμερικανική λογική.

Το Πάρτυ που διασκεδάζει πίνοντας τσάι θα ευθυνόταν για την τραγωδία μόνο αν κάποιος αποδείκνυε ότι το ρόφημα μετατρέπει τη διέγερση σε αμόκ. Η συζήτηση που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι Δημοκρατικοί επικοινωνιακά, στην πραγματικότητα, επιχειρεί να κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες μια μεγαλύτερη με τρόπο βιαστικό. Το μακελειό στην Αριζόνα δεν είναι παρά η παράπλευρη απώλεια ενός μεγαλύτερου και αέναου μακελειού που συντηρεί το πολιτικό ριάλιτι, μπροστά στο οποίο το ελληνικό Big Brother θυμίζει αίθουσα τέχνης. Η δύναμη της Αμερικής εξαρτιόταν ανέκαθεν θετικά από το μέγεθος του κακού στο οποίο μπορεί να υποβάλλει τους πολίτες της και τους ξένους αμάχους: 30 χιλιάδες άνθρωποι σκοτώνονται κάθε χρόνο με ένα από τα σχεδόν 300 εκατ. όπλα που υπάρχουν στις Η.Π.Α –η αντιστοιχία είναι ένα όπλο για κάθε κάτοικο. Η γερουσιαστής Γκάμπριελ Γκίφορντς που φαίνεται να τη γλιτώνει, αν και Δημοκρατική, είναι υπέρ της οπλοκατοχής και εδώ μια δίκαιη αλληλουχία επιχειρημάτων θα έλεγε: Τα όπλα σκοτώνουν. Η γερουσιαστής είναι υπέρ τους. Άρα η γερουσιαστής αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει.

Δεν υπάρχει όμως θετική αυθάδεια στο ασφυκτικό πολιτικό τοπίο. Η υπεράσπιση της οπλοχρησίας από προνόμιο των Ρεπουμπλικάνων εξελίχτηκε σταδιακά σε συνταγματικό εχέγγυο προσωπικής ελευθερίας. Ο ατομικισμός, αφού απομόνωσε τους πιστούς του, άφησε στο πέρασμά του μόνο φανς και μπιλίβερς. Κάπως έτσι τα όπλα έγιναν απαραίτητα εφόσον ορκίστηκαν να υπερασπίζονται σθεναρά την αγία ιδιοκτησία. Στην Αμερική της Πίστης και της Πίστωσης(Γ. Παπασωτηρίου), του πολιτισμού του Χάξλει για τους μέσα και του Όργουελ για τους έξω (Πόστμαν), το απαράδεκτο ήταν τώρα να μην πιστεύεις-και τι πιο απαράδεκτο από το να μην πιστεύεις στη δίκαιη κατανομή των όπλων. Είσαι απόλυτα ελεύθερος να αλλάζεις ιδεοληψίες αλλά απαγορεύεται να μην έχεις μερικές. Η κριτική, που είναι ο κανόνας στην Ευρώπη, έγινε η εξαίρεση στην Αμερική. Οι Ευρωπαίοι έλεγαν ψέματα όσο οι Αμερικάνοι έκαναν λάθη. Η σκέψη δεν φαινόταν χρήσιμη σε έναν λαό που σηκωνόταν από νωρίς και έτρωγε έναν Θεό καπιταλιστή ο οποίος προκειμένου να ικανοποιήσει τη ζήτηση είχε υιοθετήσει τρεις γιους: έναν Λευκό, έναν Μαύρο και έναν Ισπανόφωνο.

«Αυτή η λαίμαργη δημοκρατία που κατέψυξε το φαί της προτού το κάψει, και ευχαριστιόταν να γλείφει το κέτσαπ από τηγανητές πατάτες τόσο μουσκεμένες που γλιστρούσαν απ’τα δάχτυλα σαν σκουλήκια» με τα λόγια του Μέιλερ, δεν είναι διατεθειμένη για κανέναν νεκρό να θέσει ζήτημα αναθεώρησης ούτε στον τρόπο ζωής της ούτε στον τρόπο θανάτου της. Η σπουδαία αυτή χώρα συνήθισε να βιώνει χωρίς γιατί τους εφιάλτες της, εξαιτίας του βίαιου ακρωτηριασμού του κοινού νου της. Ως γνωστόν εκείνος δεν αναγνώριζε πια δείκτες εγκληματικότητας αλλά μονάχα μεμονωμένους εγκληματίες. Το μάτι μόνο φαινόταν να προοδεύει στον εντοπισμό δυνητικών δραστών με τη συμφοιτήτρια του Λόφνερ να προβλέπει πως είναι «ένας απ' αυτούς τους τύπους που βλέπουμε τη φωτογραφία του στις εφημερίδες αφού εισβάλει σε μια τάξη με ένα αυτόματο όπλο». Η παρατηρητικότητά της εντούτοις δεν απέτρεψε το μακελειό.

Η τιμωρία ωστόσο καθίσταται ικανή να την εξαγνίζει όσο την αποδέχεται στωικά. Όταν το σοκ υποχωρεί, το δράμα φαντάζει έξαφνα εξαιρετικά οικείο και ο δράστης που μέχρι πριν από λίγο θεωρούνταν απόβλητος, αντιμετωπίζεται επιτέλους με κατανόηση και ενδιαφέρον-κάθε που αναρωτιέται πώς μπόρεσε κανείς να κάνει κάτι τέτοιο δεν εννοεί παρά τα ελλιπή μετρά ασφαλείας. Η τραγωδία διαδραματίζεται νομοτελειακά σαν να ήταν από πριν κομμάτι των υποχρεώσεών της και εξαντλείται πρόσχαρα όπως το νέο χιτ της Γκάγκα, όπως τα εισιτήρια μιας ακόμα πολυδιαφημισμένης Action Movie. Η επίφαση κάθαρσης επιτυγχάνεται μέσω του σωστού ρυθμού και τόνου στην προεδρική ομιλία που οφείλει να κλείσει μέσα της όλο το συναίσθημα και την υποκρισία ενός χιλιοπαιγμένου σόου. Αυτή είναι η επιθυμητή κατάληξη των σφαιρών: Η αυτοεπιβεβαίωση του μεγάλου έθνους και ο καθησυχασμός τραυματιών και τηλεθεατών. Η επιστροφή στην παράδοση μεταφράζεται σε ψήφο εμπιστοσύνης προς τους οπλισμένους πολίτες.

Αυτή η τέλεια οργανωμένη σύγχυση είναι αποτέλεσμα της πιο επιθετικής πλύσης εγκεφάλου που ξεκίνησε δειλά από τα πρώτα βίντεοκλιπς και επεκτάθηκε αργότερα στο infotainment. Τα ασυνάρτητα βίντεο του Λόφνερ, κλείνουν μέσα τους όλο το αναπόφευκτο μιας μεταδοτικής παράνοιας που έχει εισχωρήσει στα πάντα. Δημοσιογράφοι που υποστηρίζουν παρόμοια πράγματα με τον δράστη, χρησιμοποιώντας καλύτερα το συντακτικό, δεν θεωρούνται περιέργως εξίσου επικίνδυνοι. Το χρέος της χυδαιότητας να ξεπερνά τον εαυτό της και η μονοτονία της προπαγάνδας, εκλογίκευσαν τη μισαλλοδοξία στρώνοντας στον φόβο το χαλί. Κήρυκες νέας κοπής ξεκίνησαν να συνθέτουν το ελκυστικότερο ψέμα για τα συμφέροντα που το χρηματοδοτούν, εξασφαλίζοντας την επιτυχία της επένδυσης. Δίπλα σε ατσαλάκωτους αναλυτές και δημοσιογράφους, προστέθηκαν καινούρια φυντάνια που παραλογίζονται on camera. Λαλίστατοι οι νέοι ντελάληδες, ενεργητικοί, επιθετικοί και αποφασισμένοι, δεν αρκούνται στο να πείσουν. Σκοπός τους να κατακτήσουν καθώς θα εξερευνούν τα όρια της υπερβολής-οι αντιδράσεις στις δηλώσεις Πάγκαλου φαίνονται πεισματάκια μπροστά στα μίση που εκείνοι υποδαυλίζουν.

Ξεχάστε τους σοβαρούς και ατσαλάκωτους αναλυτές, εκείνους στους οποίους δινόταν ο λόγος με την προϋπόθεση να μην έχουν τίποτα να πουν. Οι νέοι είναι πιο θρασείς, πιο συναισθηματικοί και περισσότερο προσηλωμένοι στο στόχο που δεν είναι άλλος από την κατασκευή νέου τύπου ατόμων, περισσότερο φοβισμένων, περισσότερο χειραγωγήσιμων. Το κοινό τους σημείο είναι πως όλοι πια λένε την αλήθεια ειδικά από τότε που εκείνη, λόγω δυσκολιών και απαγορεύσεων στη μετάδοσή της, υποβιβάστηκε σε μια ιστορία, προσιτή όσο η αγορά ενός όπλου. Ήτανε πλέον αδύνατο να αντισταθείς σε κάτι που δεν αναγνωρίζεις. Ο Γκλεν Μπεκ περπατούσε στα βήματα του Κινγκ, παρουσιαστές πρότειναν την εκτέλεση του Ασάνζ, γερουσιαστές τη συχνότερη χρήση της θανατικής ποινής. Ο ύψιστος φιλοσοφικός λόγος γνωμοδοτούσε με τα χείλη της Όπρα(Αρανίτσης), η προδοσία του Λεμπρόν επισκίαζε τις αποκαλύψεις των Γουικιλίκς, οι μουσουλμάνοι θεωρούνταν ανεπιθύμητοι στο Ground Zero, ο αυνανισμός ήταν, λίγο ή πολύ και γιατί όχι, μοιχεία, η νέα ατζέντα χαρασσόταν στην παλάμη της Πέιλιν, η εξωσυζυγική σχέση έγινε ηθικά λιγότερο αποδεκτή από τη θανατική ποινή. Η Αμερική έγινε βαθμιαία αυτό το πράγμα που μπορεί να κάνει τον Ασάνζ, Μπιν Λάντεν και τον Ομπάμα, Μπους, η χώρα των θαυμάτων αλλά και το τέλος του νοήματός τους.

Κάθε μέρα έγινε και μια προσπάθεια να μην αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο αφού, ούτως ή άλλως, το τελευταίο δεν μπορούσε πια να οριστεί. Ο καπιταλισμός περνώντας το κατώφλι του Mall των ονείρων του ξεδίπλωνε ελεύθερα όλο το μεγαλείο της ανοησίας του. Η μνήμη δεν διαρκούσε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα, η νοσταλγία δεν συμβάδιζε με το κυνήγι του κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ευτυχία, το παρελθόν εμπόδιζε τη δημιουργική αφομοίωση της φιλοσοφίας των νέων γκάτζετς, το αυθεντικό εκδιώχθηκε επειδή της έκοβε την όρεξη, επειδή της χαλούσε τη διάθεση.

Επομένως αν παρατηρούσες τις εξελίξεις κριτικά πήγαινε να πει ότι η προσοχή σου είχε αδικαιολόγητα αποσπαστεί και η τηλεόραση αναγκαζόταν να σε τρομάξει περισσότερο. Ο κόσμος γινόταν πιο κατανοητός και εύπεπτος χωρίς ιδέες, ιστορία, δικαιοσύνη και ευθύνη. Η ανθρώπινη κοινωνία απορρίφθηκε σαν μια υπερτιμημένη κομμουνιστική ουτοπία. Ο Μέιλερ πίστεψε ότι ο Όσβαλντ σκότωσε τον Κένεντι, ο Άλι αρρώστησε, ο Γουντγουόρντ απομυθοποιήθηκε · Ήρθε ο Τάισον, η Πάρις, ο Μπίμπερ. Χάνοντας τη δύναμη να δημιουργεί ψευδαισθήσεις, ξεχνώντας στο ασπρόμαυρο Χόλυγουντ την αισθητική και τον αισθησιασμό της, συνέχισε να εντυπωσιάζει αλλά σταμάτησε να σαγηνεύει, προτιμώντας τελικά να ξεφορτωθεί τους σκελετούς που την ενοχλούσαν μαζί με την ντουλάπα.

Έχοντας παρακολουθήσει τόσες φορές την καταστροφή της, η Αμερική θα εκπλαγεί αν τελικώς επιβιώσει και προς το παρόν τρέχει φορτωμένη με πληροφορίες μπας και προλάβει την προβολή ενός ακόμη προεπιλεγμένου θανάτου της. Αν επιβραδύνει την περιμένει κατάθλιψη, αν επιταχύνει περισσότεροι εφιάλτες. Η μεγαλύτερη εχθρός της είναι δίχως άλλο η ψυχική ισορροπία· το μόνο που φαίνεται ότι μπορεί να την τρομάξει είναι η νηφαλιότητα, το μόνο που δύναται να τη νυστάξει η κριτική σκέψη, το μόνο που την απειλεί η διαύγεια. Καταδικασμένη στο ψεύδος και την παρακμή, ξυπνάει με μοναδική έγνοια την επανάληψη των λαθών της, την ψυχική υγεία των νεκροθαφτών της, το ζέσταμα της μηχανής του κιμά για τους λιγοστούς εναπομείναντες υγιείς εγκεφάλους της. Είναι πια και επισήμως λασκαρισμένη.

Τι κι αν ο Ομπάμα μας χάρισε μια ακόμα όμορφη ομιλία; «Θέλω η Δημοκρατία μας να είναι τόσο καλή όσο την φαντάστηκε η Κριστίνα» είπε, ένας άγγελος που η ομορφιά του παιδικού της προσώπου κοστίζει όσο 500 εκατομμύρια Facebook. Με 14,5 εκατ. παιδιά κάτω από το όριο της φτώχειας, 16, 7 εκατ. να ζουν σε οικογένειες που δυσκολεύονται να βάλουν φαγητό στο τραπέζι και 1,5 εκατ. άστεγα, το στοίχημα του είναι το λιγότερο επισφαλές. Αδικώντας την μικρή καθώς την φαντάζεται να παίζει στον παράδεισο, ο πρόεδρος βιάζεται να κοιτάξει μπροστά παραφράζοντας τον Ντοστογιέφσκι: Αν υπάρχει παράδεισος, που σίγουρα δηλαδή υπάρχει και είναι και αμερικανικός, όλα επιτρέπονται. Ξεφορτωνόμαστε τη μικρή, κρατάμε το μίσος και ξαναοπλίζουμε.

Η Αμερική υιοθέτησε τη θεωρία του μοναχικού της τρελού όταν ακόμα δεν ήταν πάνοπλος και έτοιμος να εκτελέσει την αποστολή του. Τώρα ο διαταραγμένος της, αυτός ο μοναχικός τύπος που αποφεύγουν επιδεικτικά τα πιστά και αμήχανα τέκνα της, η ξεκούραστη λύση στα εγκλήματά της την δεκαετία του ’60, το κομμένο της πλάνο, πιστό αντίγραφο του Όσβαλντ, περνάει στην αντεπίθεση και την αποτελειώνει σαν σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, φορώντας μάλιστα στρινγκ. 245 ελαφρότερα διαταραγμένοι τύποι στο Κογκρέσο απειλούν να της στερήσουν την Μεταρρύθμιση στην Υγεία, το Ιράκ του Μπαράκ σύμφωνα με τον ιεροεξεταστή Ο Ράιλι, και ξανακλέβοντάς της την αξιοπρέπεια να μην την ανταμείψουν ούτε κατ’ελάχιστο για τη σωστή επιλογή της τον Νοέμβριο του 2008, το μαγικό εκείνο βράδυ που οι πολυάριθμοι εχθροί της την ερωτεύονταν ξανά.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Like

Ακολουθεί συλλεκτικό βρωμόστομο ποστ.

Στάτους διαγραφής προφίλ 1

Ως εδώ ήτανε! Αποχωρώ εντός ολίγων ημερών από τούτο το μάταιο διαδικτυακό κόσμο όπου «επιτηρούμε τις μοναξιές μας» και κλείνω τους λογαριασμούς μου με τον κύριο Zuckerberg. Μου πήρε 1,5 ώρα για να σημειώσω τα mail ολονών σας-κάποια ακόμα μου λείπουν. Καλός φίλος δεν ήμουν παρόλο που ήμασταν ένα κλικ μακριά. «Η σχέση με τους φίλους μας στο Facebook οφείλει να στηρίζεται στην αμοιβαία αδιαφορία. Μόνο έτσι μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη». Ε λοιπόν δεν γουστάρω να επαληθεύω άλλο αυτό τον αφορισμό. Κάτι μου λέει ότι έτσι θα μιλάμε συχνότερα, θα ανταμώνουμε συχνότερα, θα αγαπιόμαστε συχνότερα. Ποιά είναι αυτή η Γκόλντμαν Σακς; Τι κάνει το Fb τα στοιχεία μας; Είναι υπερβολικό αν λέγαμε πως κατά κάποιο τρόπο, όσο εφιαλτικό κι αν ακούγεται, ό,τι γράφουμε χρησιμοποιείται εναντίον μας; Δεν ξέρω. Όσοι μ'αγαπούν, τον Pasaena τον γνωρίζουν. Εκεί γράφω για «να σμίξω τον κόσμο, όχι για να ξεχωρίσω απ'αυτόν». Θα με βρίσκουν εκεί. Μπορώ να πω ότι διασκέδασα αφάνταστα μπαίνοντας στα προφίλ σας. Θα ήθελα να κάνετε το ίδιο και να φτιάξετε βαλίτσες και εσείς σιγά σιγά για άλλες πολιτείες, πιο ερωτικές και πιο αληθινές. Δεν τρέφω αυταπάτες ότι κάνω κάτι σημαντικό. Είναι όμως εδώ που φτάσαμε το ελάχιστο. Μια ωραία αρχή τώρα που έρχονται τα χειρότερα. Δεν αλλάζω γνώμη, δε θέλω να μου κάνετε ερωτικές εξομολογήσεις, δεν τρώω μύγδαλα και δε χανόμαστε!

Στάτους διαγραφής προφίλ 2

Σόρυ που θα σας πρήξω μέχρι να αποχωρήσω! Θέλω να καταστήσω σαφές πως δεν την κάνω επειδή δεν διασκεδάζω στο Fb. Η διαγραφή του προφίλ μας επαφίεται πλέον στον πατριωτισμό μας-να ένα άρθρο του Συντάγματος προς αναθεώρηση. Σας καλώ να το σκεφτείτε και εσείς. Αρνούμαι αυτή τη σχιζοφρένεια(να κράζω και να συμμετέχω), αρνούμαι να είμαι παιδί της Γκόλντμαν(τα παιδιά που κάνουν το έργο του Θεού όπως λένε), αρνούμαι την εξουσία τους πάνω στον κόσμο. Fb Λελέ!


Σχόλιο


Πρόσφατα μια ώριμη γυναίκα παίζει στο Money Drop με την κόρη της. Στην προτελευταία ερώτηση ρισκάρει και δικαιώνεται. Η τύχη της χαμογελά. Αποκτά αυτομάτως τη δυνατότητα να φύγει με λεφτά από το πλατό. Ούτε όμως την τελευταία απάντηση γνωρίζει. Αντί να μοιράσει τα χρήματα στις δύο επιλογές, ρισκάρει και πάλι. Η τύχη, αυτή τη φορά, την τιμωρεί και χάνει τα πάντα. Είναι άπληστη; Δεν μπορώ να απαντήσω καταφατικά. Πώς γίνεται να είσαι άπληστος πριν ακόμα κερδίσεις οτιδήποτε;

Η είδηση, λίγες μέρες μετά την εκπομπή, ήταν σαφής. Η Γκόλντμαν Σακς, «αυτή η τεράστια σουπιά-βρικόλακας που γαντζωμένη στο πρόσωπο της ανθρωπότητας ρουφάει ανελέητα από το αίμα της οτιδήποτε μυρίζει χρήμα» σύμφωνα με τη διάσημη φράση του δημοσιογράφου Ματ Ταΐμπι επενδύει 450 εκατ. δολάρια στο Facebook, το Social Media που άλλαξε το τοπίο του αυνανισμού προκαλώντας τη μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας: τώρα πια δεν είσαι αναγκασμένος να τον παίζεις για τις διάσημες-έχεις άπειρες φωτογραφίες με ημίγυμνες φίλες σου.

Παρά την διεθνή κατακραυγή, το μίσος που υπάρχει στην Αμερική για τον επενδυτικό κολοσσό, τα λίγα δημοσιεύματα στον Τύπο και την ιδιαίτερα αποκαλυπτική εκπομπή των Φακέλων για τα Ασφάλιστρα Κινδύνου, κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφίας παραμένει στην κοσμάρα του. Παρουσίασε την είδηση αντικειμενικά, όπως του αρέσει, παραθέτοντας το αχαρακτήριστο: «Η Γκόλντμαν Σακς, που θεωρείται παγκοσμίως ως η πιο διορατική στις τοποθετήσεις της….». Είναι πράγματι φίλε συντάκτη διορατική: στο να πετάει ανθρώπους από τα σπίτια τους, στο να βγαίνει η μεγάλη κερδισμένη του πακέτου διάσωσης, στο να βρίσκεται σχεδόν παντού και πουθενά. Είναι οι ίδιοι ανίκανοι δημοσιογράφοι που περιγράφουν ευλαβικά τις διακυμάνσεις στα συναισθήματα των αγορών παρόλο που ακόμα και ο ίδιος ο διάβολος, ο Τζορτζ Σόρος, έχει δηλώσει στο παρελθόν πως «μόνον οι ηλίθιοι πιστεύουν πως οι αγορές έχουν συνείδηση, οι ηλίθιοι και οι καθηγητές που κατέχουν έδρες οικονομολογίας».

Ο Τύπος όμως δεν είναι το θέμα μας σήμερα. Ο Σταντάλ εντόπιζε τη δικαιολογία του Θεού στο ότι δεν υπάρχει-μια φράση που ζήλευε ο Νίτσε. Στην «Εξομολόγηση ενός διεφθαρμένου τραπεζίτη», ο ανώνυμος συγγραφέας του υποστηρίζει ότι το μόνο που δικαιολογεί τους Υπουργούς Οικονομικών είναι ότι «στην πραγματικότητα, δεν καταλαβαίνουν τίποτα». Ο κύριος Μιχάλης Χρυσοχοίδης στα Νέα πάει αυτό το έλλειμμα αντίληψης ένα βήμα παραπέρα μιλώντας στη Μίρκα Παπακωνσταντίνου: «Αλήθεια σας λέω, ακόμη και τώρα που είμαι αρμόδιος υπουργός, δεν ξέρω πώς ακριβώς λειτουργεί το Χρηματιστήριο και ούτε θέλω να μάθω». Πάρτε το λοιπόν από μπροστά του να μη το βλέπει και ξεράσει ο άνθρωπος. Στην Αμερική όπου η ανεργία σκαρφάλωνει στο 10%, σχεδόν πριν από ένα μήνα ανακοινώθηκε ότι η Wall Street μοίρασε το 2010 το ποσό ρεκόρ των 144 δισ. δολαρίων σε μπόνους. Αλλά ο κύριος Χρυσοχοίδης, επηρεασμένος από την στάση ζωής της Στέλλας Μπεζαντάκου απεναντι στο Δ.Ν.Τ, δεν θέλει ούτε να το ακούει.

Η εκκεντρική, λοιπόν, σχεδόν γραφική αλλά πολυαναμενόμενη διαγραφή του προφίλ μου, το μόνο που κατάφερε είναι να με καταστήσει στα μάτια των φίλων μου ακόμα πιο περίεργο-επιστήμονες θα έρθουν να με μελετήσουν από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Αυτά τα μπάσταρδα της Γκόλντμαν έχουν πιάσει το νόημα της ζωής κι εγώ το αρνούμαι επειδή με ενοχλεί που δεν είμαι ένα από αυτά. Ο υστερικός Μαξ Κάιζερ, πρώην παιδί της Wall Street, μοιάζει στα μάτια πολλών με μετανοημένη πορνοστάρ που υποστηρίζει το δικαίωμα του Θεού σε έναν κόσμο χωρίς σπέρματα και πέη. Η Ντίσνειλαντ του χρήματος, ο τζόγος για τον τζόγο, το ρίσκο για το ρίσκο, το κέρδος για το κέρδος, μπορούν να γίνουν δικά σου αν αναλύσεις σωστά τον αστρολογικό χάρτη των μετοχών. Οποιαδήποτε απόπειρα υπογράμμισης των γεγονότων μυρίζει ηθικολογία, εκλαμβάνεται σαν επίθεση εναντίον του επιχειρηματικού κόσμου και της ασύδοτης αγοράς, σαν προσπάθεια εξάλειψης της μόνης μορφής ζωής που αξίζει τον κόπο της μάνας που αναθρέφει το γιόκα της, παράπονο αγάμητης γεροντοκόρης που καλεί την αστυνομία με το που ξεκινήσει η μουσική στο πάρτυ του γείτονα. Πώς να το κάνουμε; Είναι μίζερο να τα βάζεις με την εξουσία όταν μπορείς να τον τρως από τον κώλο ή όταν ακόμα προλαβαίνεις να αλλάξεις ομάδα και να φορέσεις τη φανέλα των σατανικών νταβατζήδων σου.

Και δόξα τω Θεώ, έχει απ’όλα ο μπαξές των αγορών. Η Wall Street, το alter ego της C.I.A, μπορεί να ρίξει κυβερνήσεις, να προπαγανδίσει, να διαφθείρει, να ελέγξει, να δημιουργήσει κρίσεις. Εξουσία, ίντριγκες, απάτες, παιχνίδια, ανατροπές, γκόμενες, ψέματα και κυρίως νέα προϊόντα και συνεχής καταστρατήγηση των κανονισμών. Οι υπεραθλητές τρέχουν συνεχώς όλο και πιο γρήγορα σπάζοντας κάθε ρεκόρ και η πολιτική, παγκοσμίως, παριστάνει τη Wada. Σε αυτή τη σαπουνόπερα της εξουσίας, κατά κύριο λόγο, πρωταγωνιστούν άντρες που στη σχολική τους αυλή ήταν αόρατοι. Αν δεν ξεπεράσουν τώρα, σήμερα κιόλας, τα όρια, δεν έχει γούστο το παιχνίδι. Τα παιδιά, είναι προφανές, πως δεν χρειάζονται κανόνες αλλά την νταντά αμέσου δράσεως. Φαίνεται παράδοξο όμως δεν είναι: εκεί μέσα, δίπλα στους δείκτες, χτυπάει η παιδική ψυχούλα της ανθρωπότητας.

Αν είσαι αρσενικό και δε διασκεδάζεις με όλα αυτά, έχεις πρόβλημα. Αρκείσαι στο να τους τραβάς το αυτί, τους λες ότι με τη γιαγιά δεν θα παίζουν ούτε θα την σέρνουν, δεν θα της καταστρέφουν το πλεκτό ούτε θα της αλλάζουν τα χάπια για την πίεση, αρκείσαι τελικά σε αυτό που λέει ο Ζίζεκ: νομίζεις ότι κάνεις κάτι πολύ ανατρεπτικό ενώ στην πραγματικότητα σκονίζεις τα αρχίδια της εξουσίας. Η απληστία εξάλλου «είναι καλό πράγμα» όπως έλεγε ο Γκόρντον Γκέκο από το 1987. Στην επιστροφή του προσθέτει και μία δόση Βουλγαράκη: είναι και νόμιμο. Μπορεί να μην κάνει τον χρηματιστή ή τον τραπεζίτη καλύτερο άνθρωπο, τον κάνει όμως καλύτερο στη δουλειά του-ποιος θέλει εκτός από μένα να είναι αποτυχημένος;

Προβληματίζομαι: υπάρχει άραγε σοφία πίσω από τη σχιζοφρένεια που θα μας κρατήσει στο Facebook όλη τη νέα τρομακτική χρονιά να παραπονιόμαστε για τα νέα μέτρα; Όταν κανείς δεν ακούει αυτό που έχεις να του πεις, αρχίζεις να πιστεύεις ότι και εσύ επιχειρηματολογείς απλά για να παίξεις ένα παιχνίδι-αν συμβαίνει αυτό ομολογώ πως πρέπει να είμαι από τους πιο βαρετούς και προσεκτικούς παίκτες του αθλήματος. Ο λήθαργος μας είναι υπαρξιακός: δοκιμάζει το θάνατο. Η φτώχεια των φτωχών είναι προσωπικό δεδομένο που δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί το Facebook, λεπτό ζήτημα στο οποίο δεν επιθυμούν να εμπλακούν άμεσα τα διακριτικά hedge funds.

Μια ένσταση επίσης με βαραίνει και θέλω να ακουστεί: ακούω και ξανακούω ότι η ζωή είναι ωραία λες και βρίσκομαι στο χείλος του γκρεμού και απειλώ ότι θα αυτοκτονήσω. Σας απαντώ ότι κάνετε λάθος. Η ζωή δεν είναι ωραία · η ζωή είναι υπέροχη, είναι θαύμα ανυπέρβλητο και αξεπέραστο, δώρο ανεκτίμητο που αν δεν υπήρχε ο Δαρβίνος θα παρέμενε ανεξήγητο μυστήριο. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο οφείλουμε να διαβάζουμε, να πολεμάμε, να γευόμαστε όλα τα σκατά της και να την υπερασπιζόμαστε-δεν δικαιούμαστε να την αφήσουμε να πωλείται μόνο από επιλεγμένα καταστήματα πολυεθνικών και τραπεζών. Η μονότονη έκκληση για θετική σκέψη είναι σαν εξεταστική της Βουλής · επιστρατεύεται για να κουκουλώσει ένα μεγάλο σκάνδαλο. Κι όσο συνεχίζετε να μου λέτε ότι η ζωή είναι ωραία, λες και υπήρχε περίπτωση να μην το έχω προσέξει ή βιώσει, φοβάμαι πως εννοείτε τη δική σας.

Αφού επένδυσαν στη χρεοκοπία μας, επενδύουν στα προφίλ μας. Πού βρίσκετε το περίεργο; Αφού δεν θυσιάζουμε τον εικονικό κύκλο γνωριμιών μας, θα θυσιάσουμε το μισθό και τη ζωή μας, που εξάλλου κατάντησε μία φούσκα και μισή. Τι πιο φυσιολογικό και, σε τελική ανάλυση, τι πιο δίκαιο
; «Το χειρότερο απ’όλα είναι η αδιαφορία» δηλώνει ο 94χρονος αντιστασιακός Στεφάν Εσέλ του μπεστ σέλερ «Αγανακτήστε» που κυκλοφορεί στη Γαλλία. Προτού ανοίξω την εφημερίδα είχα πει στο φίλο μου τον Χρήστο ότι η αδιαφορία είναι η μόνη μορφή ηλιθιότητας που αναγνωρίζω-τι κρίμα που δεν κάνω εγώ τις χρυσές πωλήσεις.

Κακά τα ψέματα: κανείς δεν μπορεί να σε παγιδεύσει να σκεφτείς αν δεν το επιθυμείς. Είναι κι αυτό μια δυνατότητα που προσφέρει η ελευθερία: Η μόνη ίσως δυνατότητα. Έχετε καταλάβει καλύτερα από μένα ότι στα Εξάρχεια οι σφαίρες πάντα θα εξοστρακίζονται και πως οι κοντές φούστες κάθε φορά θα δίνουν ελαφρυντικά στους βιαστές. Έχετε πιστέψει πως δεν είναι αυτοί οι θύτες. Έχετε επιβεβαιώσει πως εσείς είστε θύματα.

Δίχως ντιλίτς, για να μιλήσουμε λιγάκι τη γλώσσα της εξουσίας, μας περιμένουν οδυνηρότερα ντιφίτς. Το τέρας αναπληρώνει ενέργεια όταν κλείνουμε τα μάτια μας. Διαγράφοντας το προφίλ μας εξαιτίας της νέας συντρόφου του Ζούκερμπεργκ, αποκτούμε μία ευκαιρία να υπάρξουμε. Ποτέ ωστόσο δεν ήμουν πιο σίγουρος για την τύχη της. Και αυτή τη φορά, εξαιτίας της ελάχιστης αποτελεσματικότητας της δράσης που προτείνω, συγχωρείστε. Δε σας υπόσχομαι, όμως, ότι η Γκόλντμαν και το Facebook θα πράξουν το ίδιο.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Αρπαχτή

Πρόπερσι τον Δεκέμβρη το Νόμπελ Ειρήνης πήγε στον Ομπάμα ως διά βλακείας. Ακριβώς ένα χρόνο μετά, τα βραβεία συνέχισαν να εκπλήσσουν με τις επιλογές τους. Ο Παπανδρέου μπορεί να μην κατάφερε, τελικά, να κατακτήσει το βραβείο του χειρότερου πρωτοεμφανιζόμενου πρωθυπουργού χάρη σε μερικές ψήφους του ΛΑ.Ο.Σ, αλλά αναδείχτηκε 79ος γκλόμπαλ θίνκερ από το Foreign Policy, επιτυχία που αποδεικνύει ότι κάτι σημαντικό κάνει για τους ανθρώπους του, η ταυτότητα των οποίων είναι δυστυχώς σκοτεινή και αόριστη ακόμα και ανάμεσα στο επιτελείο της Βίκυς Χατζηβασιλείου. Το ωραίο θα ήταν η διάκριση να είχε συνοδευτεί από χρηματικό έπαθλο ανάλογο με αυτό που δόθηκε στους χαμηλοσυνταξιούχους και ο πρωθυπουργός να το χάριζε σε εκείνον που το έχει περισσότερο ανάγκη-όχι σε όσους τον βραβεύουν για τις εξυπηρετήσεις που τους προσφέρει.

Ουδείς ωστόσο προφήτης στον τόπο του. Ο καθηγητής Γιανναράς στην Καθημερινή πυροβολεί τον απροσδόκητο ανταγωνιστή του μεταφέροντας την άποψη του Ευθ.-Φοίβου Παναγιωτίδη, επίκουρου καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου: «Αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας… αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει, ανεξαιρέτως, βάθος σκέψης και ικανότητα για συνθετική συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι (της χώρας) κάποιον που γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις;». Σκωτζέζικο ντους για τον πρωθυπουργό η διάγνωση. Κάθε μεγάλος στοχαστής βεβαίως είχε ανέκαθεν και τους εχθρούς του. Εντοπίζοντας όμως το «οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη» στη γλωσσική του ικανότητα, το υποβαθμίζουμε.

Τα μαργαριτάρια του Γ.Α.Π είναι για εσωτερική κατανάλωση-δεν παρακολουθούν Ελληνοφρένεια οι ευρωπαίοι εταίροι. Ο πρωθυπουργός στο εξωτερικό εντυπωσιάζει, θεωρητικά τουλάχιστον, με την ευχέρειά του στις ξένες γλώσσες, γεγονός που τον διασώζει από τη γελοιοποίηση τη δεδομένη στιγμή. Το να απαιτείς από τον αρχηγό ενός κράτους να γνωρίζει την επίσημη γλώσσα του, διαθέτει ισχυρή βάση και κατανοητό σκεπτικό. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί την αποκλειστική ένστασή σου. Με την ίδια λογική θα μπορούσε ένα λογιστής να τον μέμφεται για το ότι δεν έχει ιδέα από οικονομικά μεγέθη, ένας μαέστρος για τη νωχελική διεύθυνση της κυβέρνησής του, ένας κτηματομεσίτης για την άγνοιά του όσον αφορά στο οικόπεδο Ελλάδα, ένας ναυαγοσώστης για το ότι δεν κρατάει σωσίβιο, ένας θηριοδαμαστής για την έλλειψη δεξιοτεχνίας του στο μαστίγιο κατά των τοκογλύφων, ένας ποδοσφαιριστής για την αδυναμία που τρέφει στο ποδήλατό του. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο, αλλά δεν ακούγεται και πολύ διαφορετικό. Όλοι μπορούν να έχουν την ίδια παράλογη αξίωση: Εφόσον με κυβερνά, πρέπει να κατέχει το αντικείμενό μου εξίσου καλά με εμένα. Έχουμε όμως δικαίωμα να τον κατηγορούμε τη μόνη φορά που υπήρξε ειλικρινής απέναντί μας; Στο ζήτημα των ελληνικών του, μας είχε ξεκάθαρα και επανειλημμένα προειδοποιήσει.

Αν φορέσουμε τα γυαλιά μας, προλαβαίνουμε το δάσος. Πιο καίρια ερωτήματα προηγούνται: Πώς κοιμάται τα βράδια; Πώς νιώθει ως εκπρόσωπος τύπου των κατοχικών στρατευμάτων; Πότε θα μας πει αλήθεια; Μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα της Ρομιγί και όχι της Μανωλίδου; Μπορεί να ζητήσει την άμεση αναδιάρθρωση του χρέους; Μπορεί να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε ο Κορέα στον Ισημερινό; Μπορεί να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο στην επιβεβλημένη αλλαγή πορείας του Τιτανικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ο κύριος Γιανναράς όσο κακό βαθμό και να του βάλει, όσο κι αν τα ψάλλει στη Μαργαρίτα, το καμάρι της θα παραμένει ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της τάξης, το παιδί για όλες τις δουλειές των αγορών, ο ανασφάλιστος που καθαρίζει τα τζάμια τους και κινδυνεύει λόγω ελλιπών μέτρων ασφαλείας να σκοτωθεί, παίρνοντας κι άλλους στο λαιμό του.

Ο Μητροπολίτης Άνθιμος, όμως, είναι εκτός συναγωνισμού. Εντύπωση προκάλεσε η πρόσφατη αρπαχτή του με τον Γκαίτε. «Πνευματικός άνθρωπος χωρίς Χριστιανισμό δεν υπάρχει» αποφάνθηκε, στηρίζοντας το συμπέρασμά του σε έναν αφορισμό του Γερμανού ποιητή και πεζογράφου που λέει ότι «τελικά ο αγώνας μέσα στον κόσμο είναι μεταξύ πίστεως και απιστίας». Δεν κατάλαβε τι διάβασε ή δεν τον ενδιέφερε να το κατανοήσει; Ο καθένας μπορεί να υποπτευθεί πως η σκέψη του συγγραφέα δεν ταυτίζεται με εκείνη του Μητροπολίτη. Ο ίδιος ωστόσο δεν πτοήθηκε και εκμεταλλεύτηκε βάναυσα τον αφορισμό του. Κοίταξε να εξυπηρετηθεί από τη φράση, φέρνοντάς την στα μέτρα του ράσου του, πονηρά και άγαρμπα, χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αντιλαμβάνονται τον ελεύθερο στοχασμό όσοι τον θαυμάζουν και ταυτόχρονα τον υποτιμούν, όσοι σκοντάφτουν πάνω του τυχαία.

Ο Φάουστ είναι ξεκάθαρος: «Ποιός καλή μου θα τολμήσει να πει πως στο Θεό πιστεύει; Όταν είσ’ όλη ευτυχισμένη στο αίσθημά σου, πες το όπως θέλεις τότε, πες το ευτυχία, καρδιά, έρωτα, Θεό. Όνομα εγώ γι’αυτό δεν έχω. Αίσθημα είναι όλα». Η θετική πλευρά του ατοπήματός του Άνθιμου είναι πως τόλμησε να αναφερθεί σε έναν κανονικό άνθρωπο-όχι σε κάποιον απόστολό ή άγιο- χωρίς να ζητήσει πιστοποιητικό ιδεολογικών φρονημάτων όπως θα έκανε ένας πολιτικός που θα παρέθετε μόνο τον αρχηγό του κόμματος. Οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι και να αναγνωρίσουμε την υπέρβασή του, επισημαίνοντας παράλληλα τη στρέβλωση και την ιδιοτέλειά στην κρίση του, κακό σύμμαχο κάθε αναγνώστη.

Ο αφορισμός είναι μία πολύ έξυπνη πρόταση ειδικά σχεδιασμένη για να λέει τη μικρή αλήθεια ενός μεγαλύτερου ψέματος, που δεν είναι άλλο από την ψευδαίσθηση που σου χαρίζει ότι τα «είπες όλα». Στην περίπτωση που εξετάζουμε υπάρχουν μάλιστα πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ο Γκαίτε προσπαθεί να καταλήξει στο συμπέρασμα του Άνθιμου και δεν μπορεί, η γνώμη του δεν θα έφτανε. Στα 60 του χρόνια ο Γερμανός συγγραφέας είχε χάσει εντελώς το κουράγιο του:«Η άγια ελευθερία του Τύπου: Τι χρησιμότητα, τι καρπούς, τι πλεονεκτήματα μας προσφέρει;». Θα μπορούσε κανείς να στηρίξει ολόκληρη στρατιωτική δικτατορία πάνω σ'αυτή τη φράση. Απέναντι στους κινδύνους της αυθεντίας, η κρίση μας οφείλει να δουλεύει στο φουλ-όχι να υποχωρεί δίχως μάχη. Η επίκλησή της δεν είναι αρκετή · διαπιστώνουμε ότι έχει κι εκείνη τις κακές της μέρες. Ένας κόσμος εξάλλου που θεωρεί ακόμα αμάρτημα την κάθε είδους απιστία και όχι την πίστη, πίστη στον πόλεμο, στους μεσσίες της πολιτικής, στον έναν και μοναδικό Θεό, στα θεόσταλτα πλούτη, στις αγορές, στην ανωτερότητα της φυλής, είναι ξεκάθαρα ένας κόσμος πολύ ανώριμος για να ελπίζει στη σωτηρία του.

Αυτός που μπορεί να είναι ειλικρινής με το χαρτί, μπορεί να καμώνεται πως είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Το «εχέμυθο αυτί του» όπως θα έλεγε η Δημουλά καταγράφει τα πάντα, ιδιαίτερα αν έχεις συμπληρώσει πολλές ώρες πτήσης στην ανάγνωση: συναισθήματα, ανεπάρκειες, κίνητρα, εμμονές. Δυστυχώς η ανάγκη να καταστήσουμε το γραπτό μας ξεχωριστό, ασυνείδητα, ενισχύει την προπαγάνδα του. Το γράψιμο, αναμφίβολα, ρισκάρει την υπόληψη και τον εξοστρακισμό του προς τα ναρκοθετημένα χωράφια της πειθούς, όταν αρχίζει να αρνείται τη μοναξιά του, το οξυγόνο που εμπνέει το πιο μαχητικό κομμάτι του.

Ξαναδιαβάζοντας χθες την σπαρακτική ποίηση της Γώγου δεν μπόρεσα να μην διακρίνω, σε αντίθεση με το κείμενο του σεβάσμιου Μητροπολίτη, την εντιμότητα του πεσιμισμού της. Οι λέξεις της είναι «σουγιαδιές»: σε πυροβολούν, σε παίρνουν στο κυνήγι, σε αναστατώνουν. Το στυλό της λυγίζει επειδή οι στίχοι την βαραίνουν. «Οι φίλοι την φοβούνται» όσο και οι αναγνώστες της. Εντέλει η ποιήτρια δεν λυτρώθηκε ποτέ, ανακουφίστηκε παρά μόνο προσωρινά, κάηκε παρά τις λέξεις της, έγραψε ό,τι ήξερε και βγήκε από την τάξη, δεν δέχτηκε να πιλατεύει ένα γραπτό που ό,τι και να έκανε δεν θα την ικανοποιούσε, αφού η ζωή πεισματικά δεν θα άλλαζε. Είναι δύσκολο να πεις αν η ποίηση τελικά επιβράδυνε ή προκάλεσε το τέλος της. Βιαστική λόγω ιδιοσυγκρασίας, ίσως δεν αποδέχτηκε ότι δεν έχουμε να πάμε πουθενά- ή το κατάπιε και δεν μπόρεσε να ζήσει μ’αυτό. Το πηγάδι της απελπισίας μαγνητίζει όποιον επίμονα το κοιτάζει. Ο Ρεμπώ το είχε καταλάβει από νωρίς. «Νομίζω ότι βρίσκομαι στην κόλαση, άρα βρίσκομαι» έγραψε και έγινε έμπορος όπλων. Η Κατερίνα περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή τους φίλους της:«Πού στην ευχή είσαστε; Πού, ρε;».

Ο Ζυλ Ρενάρ έλεγε ότι «το γράψιμο είναι ένας τρόπος να μιλάς χωρίς να μπορεί κανείς να σε διακόψει». Η Γώγου θα συμφωνούσε ως προς τον εγωκεντρισμό του. Καθόλου άβολα δεν ένιωθε ξεμπροστιάζοντας την ίδια της την τέχνη. Ίσως και να πρόλαβε να τη μισήσει ολοκληρωτικά μέσα στα επικίνδυνα βάθη που την έριξε. Η συγγραφή δεν επιλέγει τα πειραματόζωά της όπως η έρευνα. Εκείνα της προσφέρονται. Την ίδια στιγμή που ζητάει την ευαισθησία σου, απαιτεί την αναίδειά σου. Δίχως να ξεχνάμε λοιπόν να της βγάζουμε πού και πού τη γλώσσα, θα ήταν προδοτικό να την αφήσουμε να γίνει εκκλησιαστικό κήρυγμα που επιτρέπει χειροκροτήματα εκμεταλλευόμενο την εύνοια του Θεού ή άσκηση υψηλής δυσκολίας για νάρκισσους των γραμμάτων που παίζουν τη γλώσσα στα δάχτυλα.

Μπροστά στο φαινόμενο Σαίξπηρ, τον κάτοχο ενός λεξιλογίου τριάντα χιλιάδων λέξεων, ο Βιττγκενστάιν ρωτάει: «Είναι αρκετή η γλώσσα;». Θεωρώντας σύμβαση μεταξύ των αιώνων τον εγκωμιασμό του, φτάνει στο σημείο να πει: «Δε μου αρέσει» (Ich mag es nicht). Ο Στάινερ συμμερίζεται τον προβληματισμό του:«Υπάρχει ένας πολύ πραγματικός τρόπος, συντριπτικός, σχεδόν τρομακτικός με τον οποίο ο Σαίξπηρ κατανοεί και λέει τα πάντα. Κατανοεί όμως και λέει τίποτε άλλο;» αναρωτιέται.

Χάνοντας πολύτιμο χρόνο στα μαργαριτάρια του Γ.Α.Π, καθυστερούμε να εξορύξουμε τα πραγματικά. «Πρέπει να αναζητήσουμε αποσπάσματα, σκλήθρες, κομμένα νύχια, οτιδήποτε έχει μετάλλευμα μέσα του, οτιδήποτε είναι ικανό να νεκραναστήσει το σώμα και την ψυχή». Η φράση του Χένρι Μίλερ από τον Τροπικό του Καρκίνου αποτελεί αιώνιο κάλεσμα προς όλους τους πνευματικούς ανθρώπους · σε περίοδο Δ.Ν.Τ γίνεται συναγερμός και κάλεσμα στα ορύγματα. Η μείωση της σπατάλης του πνεύματος δεν αποτελεί όρο του μνημονίου.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Μάστερ σεφ


Μάλλιασε η γλώσσα των τηλεστοχαστών: Είναι σημαντική η ανθρώπινη επαφή αυτές τις μέρες, λένε. Η φευγαλέα οπτική αρκεί στην αντιμετώπιση της πολύ πιο προσιτής, πια, δυστυχίας τις υπόλοιπες, συμφωνούν. Η συζήτηση δεν βοηθά στη συναίνεση της κοινωνίας, δεν ταράζει την επικυρωμένη χούντα, δεν κάνει το αφτί της θεσμοθετημένης απάθειας να ιδρώσει. Πιθανές απορίες και αφελείς ερωτήσεις αποθαρρύνονται. Η κυβέρνηση δε δίνει κίνητρα σε ηλίθιους.

Η σιωπή, ωστόσο, δεν δημιουργεί απαραίτητα και τάξη. Τώρα δεν φοβόμαστε πώς μας βλέπουν οι ξένοι. Τώρα οι ξένοι είναι κοντά μας, είναι στους δρόμους, είναι δίπλα μας. Όποιος τσουλάει προς την αστυνομία ανακρίνεται τηλεοπτικά, όποιος διαρρέει μυστικά μετατρέπεται σε φυτό, όποιος κρατάει πνεύμα συλλαμβάνεται. Η εποχή παρόλα αυτά, προς το παρόν, αντί να γεννά μάλλον πνίγει συναισθήματα και μοιάζει ακατάλληλη για τη γέννηση του Θεανθρώπου, απαγορευτική για τον Υπεράνθρωπο, επικίνδυνη ακόμα και για τον Ασάνζ. Ποιόν εκπλήσσει που η εβδομάδα απεργίας ονομάζεται εβδομάδα…ταλαιπωρίας προς τιμήν των ταλαίπωρων που την κάνουν; Εμένα πάντως καθόλου. Οι δυσάρεστες διαμαρτυρίες πράγματι φέρνουν σε δύσκολη θέση τον ήδη καχύποπτο Άγιο Βασίλη.

Οι χριστουγεννιάτικες αγορές επαναφέρουν στο προσκήνιο, εξάλλου, το απόλυτο test drive του πορτοφολιού μας. Μπορείς να παίρνεις λιγότερα και να ξοδεύεις περισσότερα; Εδώ σε θέλω Έλληνα. Το πολιτικό αποτεφρωτήριο, τρομοκρατημένο από το πρόβλημα που το ίδιο θέτει, κανονίζει τις επόμενες κινήσεις του μακριά από τα λαμπιόνια του δέντρου, ρίχνοντας τις στάχτες μας στο βυθό, δίνοντας σημασία ακόμη και στην παραμικρή λεπτομέρεια που δεν περνάει πλέον από το χέρι του. Δεν είναι υπέροχο; Για του λόγου το αληθές, η Βουλή είναι διακοσμημένη φέτος με 300 βουλευτές παραπάνω που όταν ταξιδεύουν στα παγκόσμια fora συμπεριφέρονται σαν μικροβιοτέχνες και σερβίρονται στις αγορές με τη μορφή ενός εξωτικού κουραμπιέ.

Το χριστουγεννιάτικο κλίμα που επιβάλλεται αναγκαστικά επί της πραγματικότητας χρειάζεται επειγόντως από όλους νέο αίμα εθελοτυφλίας, θετικής ενέργειας και πάνω από όλα πειθαρχία στη φρίκη. Η πλήρης αποσυναρμολόγηση της συνείδησης σου συνίσταται στην ορθότητα μιας πίστεως της ανέχειας. Χρησιμοποιώντας το χαμόγελο σου που σφυρηλατήθηκε στην αδιαφορία, απαλλάσσεσαι από την ευθύνη να αφουγκράζεσαι, να νιώθεις και να ενημερώνεσαι. Ο υποβιβασμός του βιοτικού επιπέδου του πλησίον σου σε βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Στον εαυτό σου και μόνο επιζεί το έρμο το καλό. Οι αλήθειες των άλλων ακούγονται αισθητά πιο ψιθυριστά στο φαιδρό σκηνικό μίας πόλης που σου επιτρέπει να πρωταγωνιστείς πλάι σε αγνώστους με τις ίδιες πιθανότητες αποτυχίας.

Ευγνώμων όμως που σου δίνει τη δυνατότητα να αντικρίζεις με θάρρος και φυσικότητα τα σκουπίδια της, έχεις την κρυφή ελπίδα ότι σήμερα μπορεί να είσαι εσύ το θύμα της ημέρας. Το κέρμα που βουλιάζει στην τσέπη σου, ισοδυναμεί με το βραδινό του ζητιάνου που παρόλο που αποστρέφεσαι ικανοποιεί σε καθημερινή βάση τα συμπλέγματα μιας ολόκληρης γειτονιάς η οποία καταφέρνει να τα φέρνει βόλτα αφού-ω του θαύματος-οι ταμειακές μηχανές κόλλησαν και τα ταξίμετρα χάλασαν. Η επαγγελματική επιτυχία των μελών της αντικατοπτριζόταν ανέκαθεν πιο λαμπερά πάνω στα λερωμένα χέρια που αναζητούν τροφή στους υπερχειλισμένους αλλά και προνομιούχους κάδους των σουπερμάρκετ, τα μοναδικά ίσως απομεινάρια κοινωνικής πολιτικής.

Τίποτα όμως πιο απαγορευτικό για τη διαφορετική σκέψη από την επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα. Όσο το ραντεβού στο κομμωτήριο αποτελεί την τακτικότερη πολιτική σου πράξη, οι υπόνομοι και οι χωματερές θα συνεχίσουν να αναδεικνύουν τα νέα πολιτικά μορφώματα και η βία τα κινήματα πολιτών. Μένει μόνο να μάθουμε ποιά ζώδια ευνοούνται τη νέα χρονιά. Κάπως έτσι και με καταρρακωμένο το ηθικό θα πάμε προετοιμασμένοι στις καινούριες μας ήττες: Θαυμάζοντας τα λιτά πιάτα των κορυφαίων σεφ, ανοίγοντας τα σπλάχνα μας και χαμογελώντας. Καθώς η κάμερα θα γράφει, θα βρούμε ευκαιρία να ευχαριστήσουμε δημοσίως τον εγωισμό μας που ποτέ δε μας πρόδωσε. Το 2011, παρά τις διαβεβαιώσεις των ειδικών, αποκλείεται να βρεθούμε προ εκπλήξεως αν εκείνος δεν περικοπεί.

Ενόσω οι Καμινομπουτάρηδες θα αποτυγχάνουν να αλλάξουν το σκηνικό όπως οι Καραμεροχαριτάτοι, ετοιμαστείτε για τον ερχομό ενός καινούριου, χαιρέκακου και άσπλαχνου Χριστού από τη Wall Street που θα ‘μαστε τυχεροί αν έχει πάρει κάτι από τη Μαριάννα και τη Μαρί. Μέσα από την ανάγνωση θεόπνευστων μνημονίων και ιερών εκθέσεων του οίκου Fitch, θα διαπιστώσεις, αυτές τις γιορτές, ιδίοις όμμασι πως η τρέλα φαντάζει ιδανική επιλογή επιβίωσης τη νέα χρονιά και πως η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας είναι μια πολύ συμπαθητική πραγματικότητα με εξαιρετικές προοπτικές για όποιον μπορεί να τις εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά.

Ανακεφαλαιώνοντας, Kalo Kouragio. Το είπε και ο Όλι Ρεν. Τα Χριστούγεννα μπορούν να περιμένουν.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ο φασισμός εκοιμήθη

Ποιός άνθρωπος θα μπορούσε να κρίνει τον άνθρωπο; Στο όνομα τίνος θα μιλούσε; Σιμόν Ντε Μπωβουάρ.

Τα παραμύθια πήγαιναν πάντοτε μπροστά με τα τέρατα και τις νεράιδες: Τα τέρατα έχουν συνήθως την πλειοψηφία με το μέρος τους, τα μέσα στη διάθεσή τους και την προσοχή των ανυπόμονων επάνω τους· οι νεράιδες ξετρελαίνουν τους ρομαντικούς·οι ανήσυχες ψυχές δεν τις εκτιμούν ιδιαίτερα και φοβούνται για τα χειρότερα.

Το να κινδυνολογείς για έναν προφανή κίνδυνο δεν κρύβει κάτι το ηρωικό-δεν αποδεικνύει καν τη ικανότητά σου να τον οσφραίνεσαι. Από τη στιγμή που πρόκειται για κάτι αναγνωρίσιμο που δε σε απειλεί άμεσα, παύει να αποτελεί και κίνδυνο, ακόμη κι αν στο μυαλό σου παίρνει διαστάσεις τρομακτικές. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι μπροστά μας κάθε μέρα όταν παραμένει κρυμμένος, όταν περπατάει στις μύτες των ποδιών, όταν απαιτεί ευαίσθητες κεραίες και χαρούμενες θυσίες, όταν ελέγχει όχι κατά πρόσωπο αλλά από τα υπόγεια˙ «Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά είναι μέσα σ' αυτόν εδώ» για να δανειστούμε τη φράση του Ελυάρ.

Η Χρυσή Αυγή ανέβασε τα ποσοστά της στην Αθήνα. Ε και; Ψυχραιμία. Η αυθόρμητη αισιοδοξία μου δεν πηγάζει μόνο εξαιτίας του πρόσφατου σουξέ που λέει πως ό, τι ανεβαίνει κατεβαίνει μια μέρα. Είμαι αισιόδοξος γιατί είναι ευκαιρία το πρόσωπό της να φωτιστεί από την αρχή και να απορριφθεί από όλους όσοι της έδωσαν την ψήφο τους επειδή δεν εμπιστεύονται πλέον τα σκυλιά-οι οικονομικοί μετανάστες δεν προσφέρονται ακόμα προς ενοικίαση παρά την επιθυμία των Ελληναράδων. Οι μισαλλόδοξες θέσεις της θα ηττηθούν αργά ή γρήγορα από την κοινωνία, προσπαθήσει ή όχι να μας προειδοποιήσει η Αριστερά του σαλονιού που είδε στους Καμινομπουτάρηδες τους νέους της προφήτες και συλλαβίζει την αλλαγή ενώ μας κάνει πλαστική λίγο πριν τη γκιλοτίνα. Εάν αυτό δεν συμβεί και η Χρυσή Αυγή σταματήσει να είναι ασπρόμαυρη αποκτώντας χρώματα, θα σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει πια κοινωνία-οπότε και οι φόβοι μας θα πάψουν να είναι τόσο πολυτελείς. Το μόνο που χρειάζονται αυτά τα τέρατα με τις σβάστικες είναι να τα ψεκάσουμε με μεγάλη ποσότητα αγάπης. Η αγάπη, η πιο υποτιμημένη επαναστατική ιδέα, είναι ικανή να αφοπλίσει τους μεγαλύτερους στρατούς. Εάν σπάσεις τα νεύρα των εχθρών σου επαναλαμβάνοντάς τους ότι εσύ δεν τους μισείς, όχι επειδή έτσι θα μάθεις να λες αλλά επειδή έτσι θα νιώθεις, θα καταφέρεις να θέλουν να σε σπάσουν στο ξύλο για άλλο λόγο-θα έχουν πλέον ηττηθεί. Τα άκρα εξάλλου βρίσκονται εξ ορισμού πιο κοντά στο γκρεμό και συνεπώς ένα βήμα πιο μπροστά στο δρόμο αποκατάστασης της ανθρώπινης συνείδησης.

Ο φασισμός της καθημερινότητας, αυτό το απαίσιο υπείροχον έμμεναι άλλων που μας άφησαν οι αρχαίοι και που απεχθάνεται ο Χριστιανόπουλος, είναι βασικό συστατικό της στολής, της βίας και της εξουσίας. Αποτελεί τερατογένεση μιας αποτυχίας, ένα αγελαίο ανακλαστικό πρώτης εντύπωσης, μονομερής αναγνώριση των κόπων του εαυτού σου και του καθρέφτη σου. Είναι η συνήθης κατάληξη των πόνων που ξυπνούν ένα κατώτατο ένστικτο αυτοσυντήρησης, μια κατάψυξη δακρύων που μπαίνει σε λειτουργία εξαιτίας της έλλειψης πόρων αγάπης από την οικογένεια και την κοινωνία. Δεν ανακαλύπτω την Αμερική. Ο φασισμός κουρνιάζει στα πιο απίθανα μέρη: στην αμερικανικής προέλευσης πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη απονέμενεται μέσω της νομής των αγαθών του καπιταλισμού, στην κερκόπορτα του διαίρει και βασίλευε, στην ιδέα του περιούσιου ατόμου, της ισότητας του Facebook, στις κομματικές αγκυλώσεις, στην αλαζονεία του εμείς είμαστε οι καλύτεροι παρόλο που δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε, στην οικειοποίηση της σωστής απάντησης, στο αλάθητο της κρίσης, στο κακό χιούμορ, στον ρατσισμό των εξωτερικών χαρακτηριστικών, στην περηφάνια της αμάθειας για την οποία μιλάει ο Γκουίντο Βιάλε. Στην ουσία προσφέρει μια διευκόλυνση στην ευφυΐα μας, ένα τρυφερό λαγούμι για την προσωρινή ταφή της αναπηρίας μας.

Αφορμή για όλα αυτά ένας συγγραφέας που εξετάζει την ρατσιστική αντεπίθεση. Η γνώμη του βαραίνει: «Ποιος φταίει; Οι πάντες. Η Αριστερά, για την προσήλωσή της σε στερεότυπα τύπου «µπάτσοι» και «πλουτοκρατία». Για την εµµονή της να ταυτίζει την Ακροδεξιά στην Ελλάδα µε τον «Καρατζαφύρερ» και τον «Μπουµπούκο». Η ∆εξιά, για την επιδεικτική αδιαφορία της αλλά και για τον ρατσιστικό λόγο της χρόνια τώρα. Πάνω απ’ όλα, η πολιτεία. Οχι µόνο επειδή υποθάλπει την γκετοποίηση και επιτρέπει την αλόγιστη έξαρση της εγκληµατικότητας. Κυρίως γιατί δίνει το δικαίωµα σε αυτούς τους ανθρώπους όχι απλώς να κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάµεσά µας αλλά και να εκλέγουν και να εκλέγονται». Γυρνάω πίσω την κασέτα μα το απόσπασμα ακούγεται το ίδιο: «Κυρίως γιατί δίνει το δικαίωµα σε αυτούς τους ανθρώπους όχι απλώς να κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάµεσά µας αλλά και να εκλέγουν και να εκλέγονται». Προσπάθησα να μην επηρεαστώ από την παραπάνω διαφήμιση της Ακροδεξιάς. Θυμήθηκα ξαφνικά τη φράση του Ρίλκε: «Όσο ζω μου φαίνεται ολοένα και πιο απαραίτητο να αντέξω να καταγράψω μέχρι τέλους όλα όσα υπαγορεύει το γεγονός της ύπαρξης μου. Διότι μπορεί η μικρή εκείνη, η δυσδιάκριτη ίσως λέξη, μέσω της οποίας όλα όσα με κόπο μάθαμε και δεν κατανοήσαμε, μεταστρέφονται εντέλει προς ένα εξαίσιο νόημα, να μην περιλαμβάνεται παρά στην τελευταία πρόταση». Η τελευταία πρόταση προδίδει λοιπόν αυτόν που την γράφει. Η Δημοκρατία των δειλών και των εν δυνάμει φασιστών εξετάζει τις καλές πλευρές μιας Δικαιοσύνης που απαγορεύει την κυκλοφορία και στερεί πολιτικά δικαιώματα. Ο ομότεχνος του Ρίλκε ξεχνάει ότι διασφαλίζοντας το δικαίωμα του χειρότερου από μας, διασφαλίζουμε στην πραγματικότητα το δικαίωμα του χειρότερού μας εαυτού-το δικαίωμα του δηλαδή να αρθρώνει την τελευταία του πρόταση.

Υπάρχουν ευτυχώς αντίθετες φωνές. Ο εφοπλιστής, στον κόσμο όπου τα στερεότυπα ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους που τα υπηρετούν, είναι εκείνος που ρουφάει το αίμα του τίμιου εργαζόμενου: «Δυστυχώς σ’ αυτή την κοινωνία, κάποιοι που μπορούσαν να είναι παραγωγικά μέλη της, βρίσκονται στην αντίπερα όχθη και παρανομούν. Εύχομαι τα 30 εκατ. ευρώ των λίτρων να τους χρησιμεύσουν για να καλυτερέψουν τη ζωή τους και να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι σταματώντας την παραβατική τους συμπεριφορά». Η ξένη καθαρίστρια, που δεν αντιλαμβάνεται την ανωτερότητα της κερδοσκοπίας, συμπληρώνει: «Όντως, δεν έχω μίσος. Τον λυπάμαι, αυτός ο άνθρωπος που το ‘κανε έχει πρόβλημα μεγάλο με την ψυχή του, με τον εαυτό του. Σε μένα το κακό φαίνεται, σε εκείνον δε φαίνεται. Αυτός τραβάει πολύ περισσότερα από μένα». Και οι δύο είναι επιεικείς. Και οι δύο συγχωρούν-δεν μου μένει αμφιβολία ότι τα ‘χουν και οι δύο χαμένα.

Ο Πρίμο Λέβι γράφει:« Τα τέρατα υπάρχουν αλλά είναι πάρα πολύ ολιγάριθμα ώστε να είναι πραγματικά επικίνδυνα. Αυτοί που είναι πιο επικίνδυνοι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι». Η απάντηση του Πικάσο σε έναν Γερμανό το 1937 ήταν εξίσου κατηγορηματική: «Την Γκουέρνικα δεν την έκανα εγώ. Είναι δικό σας έργο» γύρισε και του είπε χωρίς ίχνος αυταρέσκειας, αρνούμενος τα πνευματικά του δικαιώματα. Η κόλαση του Σαρτρ λειτουργεί ως γνωστόν άψογα με τρία μόνο άτομα·είναι σε θέση να φιλοξενήσει όλο το φασισμό που την κάνει να ξεχωρίζει από τον παράδεισο.

Ο φασισμός που φοβόμαστε, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο υψωμένο χέρι των Χρυσαυγιτών. Ο φασισμός παραμονεύει, εκσυγχρονίζεται, γίνεται αόρατος, απαραίτητος, αναγκαίος. Δεν οπλοφορεί αλλά δανείζει, δεν σκοτώνει αλλά σπιλώνει, δεν απειλεί αλλά εξαγοράζει, δεν ψεύδεται αλλά προπαγανδίζει, δεν φοβάται αλλά εκφοβίζει. Δεν καταχράται τη φιλοξενία μας-την απολαμβάνει, δεν γελάει-μας χαμογελά, δεν ντρέπεται-μας υποδέχεται. Αδυνατώντας προς το παρόν να πούμε ότι κάθε εξουσία είναι κατάχρηση εξουσίας, μοιάζουμε ακόμα έτοιμοι να υπερασπιστούμε στους δρόμους το δικαίωμα της εξουσίας να εξουσιάζει αδιακρίτως-η επανάσταση αναβάλλεται. Ο Στίγκλιτς μπορεί να λέει ότι ο φονταμενταλισμός της ελεύθερης αγοράς έχει πεθάνει. Ποιος μας λέει ωστόσο ότι δεν έχει αναστηθεί;

«Πρώτον εγώ. Δεύτερον εγώ. Τρίτον εγώ. Έπειτα τίποτα. Έπειτα πάλι εγώ και μετά όλοι οι άλλοι». Η Ένα Βάις, μια Εβραία γιατρός, δεν αποκαλύπτει το μυστικό της επιτυχίας κάποιας σύγχρονης σταρ. Αποτυπώνει ωμά τη φιλοσοφία επιβίωσής της στο Άουσβιτς. Σε καθημερινή βάση η ίδια φιλοσοφία ξεπηδάει πηγαία από τα δελτία ειδήσεων, με την έγκριση της εξουσίας. Οι άνθρωποι που εξακολουθούν να πεθαίνουν ή να χάνουν την εργασία τους είναι μηδαμινές λεπτομέρειες που δεν αφορούν το σφαγείο μας-με ένα ζάπινγκ μπορούμε και ξορκίζουμε το κακό. Κι η Δημοκρατία, που παραμένει στόχος προς πραγμάτωση(Πιέρ Ροζανβαλόν) και όχι υπό διαπραγμάτευση, κινδυνεύει περισσότερο σε περιόδους αφασίας, κυνισμού και ασύμμετρων απειλών όπως αυτή που ζούμε.

Η δικαιοσύνη του φούρνου και της βόμβας από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, συνεχίζει και ασκεί αδιαλείπτως τη διακριτική γοητεία της σε δυστυχισμένες ψυχές. Ο φασισμός της, όσο κι αν τον πολεμήσουμε, θα συνεχίσει να είναι σέξι στο κρεβάτι όπως διαπίστωνε η Ζόνταγκ. Γίνεται ωστόσο αποκρουστικός όταν αρχίζει να διαχωρίζει τις τουαλέτες. Στη μάχη εναντίον του ας θυμόμαστε πως ούτε τα τέρατα είναι τελικά τόσο κακά, ούτε οι νεράιδες προκαταβολικά αθώες. Οι νοοτροπίες του, που ποτέ δεν μας αποχαιρέτισαν, ζουν στα βάθη του λεξιλογίου που χρησιμοποιούμε-κι αν δεν το διαπιστώσουμε νωρίς, θα αρχίσουν και να βασιλεύουν.

Για να ανακεφαλαιώσουμε λογικοί μου δεξιοί, αριστεροί μου που σας είχα κάποτε αδυναμία, σοσιαλιστές μου απορημένοι: Επιτηρείστε ή μαχαιρώστε πρώτα τον φασίστα μέσα σας. Σκοτώστε τον μπάτσο μέσα σας όπως είχε πει ο Κοροβέσης. Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε με τους υπόλοιπους. Τώρα που η εξουσία ψάχνει νέους τρόπους προστασίας από το μαρτυριάρικο Ίντερνετ, δεν περισσεύει κανείς. Εκείνη ακόμα και στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου ήταν μία και αδιαίρετη. Εμείς πότε θα αποφασίσουμε να βαδίσουμε δίχως τη συνοδεία σημαιών και πεποιθήσεων; Ποιές θα θυσιάσουμε, εκείνες ή εμάς;

Οι ιδεολογίες ορκίζονται πως έμαθαν από τα λάθη τους, πως ξέρουν πια το δρόμο, πως δεν θα μας εγκαταλείψουν ποτέ ξανά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκουλάγκ ή Δ.Ν.Τ. Αντισταθείτε χωρίς τη βοήθειά τους-μια βοήθεια αναμφίβολα σημαντική για την κατανόηση του κόσμου. Δε βαρεθήκατε να πιστεύετε;

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Κρίση πέους

Στο μεγάλο καζίνο της Γουόλ Στριτ η αισιοδοξία έχει επιστρέψει. Οι Νιου Γιορκ Τάιμς αναφέρουν ότι τα ακριβά εστιατόρια σημειώνουν αύξηση στις κρατήσεις και τα στελέχη ήδη κλείνουν τις θερινές κατοικίες τους στο Χάμπτονς, το παραθαλάσσιο θέρετρο ανατολικά της Νέας Υόρκης. Ένα σαφές κλίμα ευφορίας που χαλάει ο Ερίκ Καντονά και ο Τζουλιάν Ασάνζ, οι δυο πιο επικίνδυνοι και ανεύθυνοι άνθρωποι που ήρθαν ποτέ στον κόσμο. Το σύστημα είναι αναγκασμένο να ανησυχεί την ώρα που ανακάμπτει και δεν είναι λίγοι στην Αμερική αυτοί που διαφωνούν με τη σύλληψη του ιδρυτή του Wikileaks, προτείνοντας να παρθούν εναντίον του πιο δραστικά μέτρα-δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε.

Παρά την κρίση στον Τύπο, κανένα ελληνικό μέσο δεν φρόντισε να συντάξει από την αρχή την είδηση των ξένων πρακτορείων που αφορούσε στον Καντονά και να τη μεταφέρει σωστά. Είναι μεν πιο εντυπωσιακός ο τίτλος «Οφσάιντ η επανάσταση Καντονά» αλλά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα-τόσο το χειρότερο λοιπόν γι’αυτή. Ενώ το βίντεο βρισκόταν στη διάθεση όλων κάνοντας το γύρο του Διαδικτύου, οι δημοσιογράφοι μας δεν το έλαβαν υπόψη τους. Διαβάζοντας τα δημοσιεύματα καταλάβαινες ότι ο Καντονά πρωτοστάτησε στην κίνηση και μας κάλεσε σε μαζική ανάληψη των χρημάτων μας στις 7 Δεκέμβρη. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη φυσικά ποτέ. Στην πραγματικότητα πέταξε απλά μια ιδέα! Μια μαλακία είπε βρε αδερφέ! Δεν απηύθυνε έκκληση, δεν οργάνωσε τίποτα και δεν ζήτησε να αποσύρουμε τα λεφτά μας από τις τράπεζες! Είπε μόνο τι θα γινόταν εάν το κάναμε! Μάλιστα σημείωσε ότι η επανάσταση δεν χρειάζεται πια να γίνει με αίμα και ότι δεν ωφελεί να βγαίνουμε στους δρόμους, δίνοντας μια προοπτική στα γαλλικά συνδικάτα που έχασαν πρόσφατα τη μάχη από τον Σαρκοζί για το συνταξιοδοτικό και την μουδιασμένη Αριστερά που παρακολουθεί αποκαρδιωμένη και αμήχανη την κατάρρευση του εχθρού, λες και πρόκειται για το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η αλήθεια είναι ότι ο «Βασιλιάς» αρνήθηκε τις συνεντεύξεις τις τελευταίες εβδομάδες έχοντας μείνει και εκείνος έκπληκτος από αυτό που διαδραματιζόταν στα Social media και την απήχηση της όχι και τόσο πρωτότυπης σκέψης του. Οι δημοσιογράφοι χαιρέκακα συνέχιζαν μέχρι χθες να πετούν σπόντες για τους πολλούς λογαριασμούς του-άλλος Ερντογάν μας βρήκε- και για το ότι ο ίδιος δεν απέσυρε τελικά τα λεφτά του. Μας κορόιδεψε δηλαδή ο αλήτης, ακριβώς όπως και ο Ασάνζ όταν πήδηξε τις Σουηδέζες συντρόφισσες χωρίς προφυλακτικό, παρακούοντας τον Μαρξ για την απαγόρευση εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Η κίνηση απέτυχε παταγωδώς όπως είχε διαφανεί από νωρίς και η εκδίκηση βρήκε έδαφος να εκφρασθεί σθεναρά: «Ο καθένας θα πρέπει να παρεμβαίνει ανάλογα με τις δυνατότητές του» δήλωσε η Κριστίν Λαγκάρντ, σχόλιο ενδεικτικό της δημοκρατικότητας των ανθρώπων που διευθύνουν τις ζωές μας και που έχουν κατορθώσει να μας εκφράζει στο Ευρωκοινοβούλιο ο αρχηγός του Tea Party της Μεγάλης Βρετανίας. Φανταστείτε πώς θα χαρακτήριζαν εμάς, τους ασήμαντους υπηκόους της παρακμάζουσας ένωσης των τραπεζών τους.

Ο Καντονά τη δεκαετία του ’90 σήκωνε το γιακά, κολλούσε τη μπάλα στο δεξί και ενέπνεε τη μεγάλη Μάντσεστερ σαν πραγματικός ηγέτης. Στην Κομισιόν φοβάμαι ότι δυσκολεύονται να δέσουν τα ίδια τους τα παπούτσια. Το γεγονός ότι ανησύχησαν οι φονταμενταλιστές των αγορών και οι υπεύθυνοι πολιτικοί μας είναι ωστόσο ένα ενθαρρυντικό μήνυμα και έρχεται να επιβεβαιώσει την επαναστατική δυναμική μίας αναμφίβολα ακραίας πρότασης. Η αδιαφορία που επέδειξαν τα Μίντια στην ακριβή μετάδοση της είδησης, κατατάσσοντάς την στο σωρό των αμφισβητούμενων φάσεων, σε εκρηκτικό συνδυασμό με τη σύλληψη Ασάνζ για ένα ελαττωματικό προφυλακτικό, σημαίνει ενδεχομένως ότι και η Δικαιοσύνη λειτουργεί και πως και ο Μπαλζάκ όταν έλεγε στα 1843: «Εάν ο Τύπος δεν υπήρχε, δεν θα έπρεπε να τον ανακαλύψουμε» μπορεί να είχε δίκιο.

Ο Ερίκ στη συνέντευξη Τύπου της τιμωρίας του, μετά τη διάσημη κλωτσιά στον οπαδό της Κρύσταλ Πάλλας, είχε κάνει την εξής μνημειώδη δήλωση: «Όταν οι γλάροι ακολουθούν τις τράτες είναι γιατί νομίζουν ότι θα πετάξουν τις σαρδέλες στη θάλασσα». Ο χρησμός του δεν αποκωδικοποιήθηκε ποτέ πλήρως. Το πιθανότερο είναι ότι παρομοίαζε τα Μ.Μ.Ε με τους γλάρους που περιμένουν τις σαρδέλες δηλαδή τις δηλώσεις που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Εάν σήμερα θεωρήσουμε αυθαίρετα ότι οι τράτες είναι οι τράπεζες και εμείς οι γλάροι, το νόημα της αποκαλύπτεται με 15 χρόνια καθυστέρηση. Δύο λεπτά μόνο του είχε πάρει στην επιστροφή του τον Οκτώβρη του ’95 να δημιουργήσει τη φάση του πρώτου γκολ εναντίον της Λίβερπουλ. Ελπίζω την επόμενη φορά να εξετάσουμε σοβαρότερα τις δυνατότητες της γεωμετρικής ακρίβειας πάσας του.

Όλα δείχνουν πάντως ότι μετά την τρίτη φάση της κρίσης χρέους, εισερχόμαστε στην τέταρτη και πιο δύσκολη φάση, την κρίση πέους. Δεν είναι απίθανο τις επόμενες ημέρες να αποφασιστεί ομόφωνα η επιτήρησή των γεννητικών μας οργάνων. Ας επιδείξουμε ανευθυνότητα.

Μου είσαι πλέον περιττό

Όλοι έχουμε αρκετή δύναμη για ν’αντέξουμε τα δεινά των άλλων. Λα Ροσφουκώ.

Το μεγαλύτερο φιλοσοφικό ερώτημα έχει τεθεί από τον Leibniz και είναι εκνευριστικό όπως καθετί βασανιστικό: «Γιατί να υπάρχει κάτι και όχι το τίποτα;». Στις σύγχρονες κοινωνίες της οικονομίας και της λιτότητας το ερώτημα θα μεταφερόταν ως εξής: «Γιατί να κοπεί κάτι και όχι τίποτα;». Μια τέτοια πρόταση, σε συνθήκες έκτακτες, θα γινόταν χωρίς συζήτηση παρανάλωμα του ευρωπαϊκού πυρός που κατακαίει οικονομίες χωρών και θα θεωρούνταν το άκρον άωτον του λαϊκισμού, μια μάστιγας που ήρθε η ώρα να εξοντωθεί μαζί με τον πληθυσμό.

Στη χώρα μας, όπως εξάλλου και αλλού, χαίρουν εκτίμησης κυρίως προτάσεις γενοκτονίας που περιλαμβάνουν μέτρα μαζικής καταστροφής. Το απάνθρωπο ακούγεται σοφό, το παράλογο γίνεται αντικείμενο θαυμασμού, το αυταρχικό και η ανεργία παρουσιάζονται σαν μοναδική λύση. Η λιτότητα δε θα φέρει ύφεση μας λέει ο Τρισέ-πιθανότητα πιο μικρή και από το να κάνεις δίαιτα και να μην αδυνατίσεις. Μη φοβάσαι τα μέτρα συμπληρώνει ο Στρος Καν- είναι αναγκαία και απαραίτητα. Γιατί άραγε αποφεύγει να τα πει κατάλληλα και τι σημασία σε τελική ανάλυση έχει ένα τέτοιο ερώτημα στην Ευρώπη των τραπεζών της, δε χρειάζεται να σε ενδιαφέρει. Τώρα που το 30% του κράτους μας φαίνεται περιττό, στη Βολιβία θα συνταξιοδοτούνται στα 58!

Ζήτω λοιπόν ο ορθολογισμός, ζήτω τα νούμερα, ζήτω οι διαρθρωτικές και οι εξοντωτικές αλλαγές. Οι απολύσεις είναι σημασίας ζωτικής- Αλέκο έχεις δίκιο. Θέλω απλώς κάποια στιγμή να μου εξηγήσεις από πότε ένα CDS έγινε πιο σημαντικό για σένα από μένα και πώς έγινε κι ο πνευματικός αφοπλισμός προηγήθηκε εντέλει του πυρηνικού. Εάν είχαν τουλάχιστον μουσική αυτά τα CDS, σαν εκείνο του Bradley Manning με τη Lady Gaga, θα ‘μουν ο πρώτος που θα σου ‘δινα δίκιο. Όλο το δίκιο, Υπουργέ μου.

Γίνε Άρης-όσο που προλαβαίνεις να γουστάρεις

Στις 15 Μαρτίου του 1968 ο διάσημος χρονικογράφος της εφημερίδας «Le Μonde» Πιερ Βιανσόν Ποντέ δημοσίευσε το ιστορικό άρθρο: «Η Γαλλία πλήττει». Ο Ντε Γκωλ, 45 ημέρες πριν τον Μάη, εγκαινίαζε εκθέσεις χρυσανθέμων και οι φοιτητές αγωνίζονταν για το δικαίωμα επίσκεψης των κοριτσιών στα δωμάτια των αγοριών στις φοιτητικές εστίες. Σε λίγες ημέρες, όταν ήρθαν τα πάνω κάτω, πολλοί θυμήθηκαν το βαρύγδουπο τίτλο.

Ο συμπαθέστατος Γιάννης Δασκάλου, μετά την ήττα του Άρη από τον Πανσερραϊκό και πριν το ματς των Κιτρίνων με την Ατλέτικο, έγραψε ένα κείμενο που άφησε κι αυτό τη δική του ιστορία 42 χρόνια μετά, με τίτλο: «Καραγκίοζ μπερντέ». Έλεγε: «Υπάρχουν πρόσωπα στην ομάδα, των οποίων ο κύκλος στον ΑΡΗ μάλλον έχει ολοκληρωθεί. Δεν είμαι εγώ αυτός που θα τα κατονομάσει, πριν από τον ίδιο τον προπονητή ή την διοίκηση. Καλό θα ήταν όμως, τώρα που πλησιάζει ο Δεκέμβριος, να ανοίξει η πόρτα της ομάδας και κάποιοι να την περάσουν κλείνοντάς την πίσω τους. Φιλικά, όμορφα και ωραία. Όπως αρμόζει στον σύγχρονο επαγγελματικό αθλητισμό».

Δεν είχε άδικο αλλά καλύτερα να μασάς. Οι ίδιοι παίκτες, που είχαν κλείσει τον κύκλο τους, είχαν κέφια όταν έφτασαν στη Μαδρίτη και εξέθεσαν τον άτυχο συντάκτη, αποδεικνύοντας πως με τα μάλλον, μάλλον, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να προβλέψουμε το μέλλον πειστικά-κι όσο μικρότερες πιθανότητες λάθους δίνουμε στην άποψη μας, τόσο πιθανότερο γίνεται το ενδεχόμενο να διαψευστούμε. Ένα μάλλον μακριά ήταν τελικά η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή νίκη στην ιστορία της ομάδας-κι είναι σκληρό και άδικο, φαντάζομαι, να πέφτεις έξω για τόσο λίγο.

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Δικαίως

Θέλομε δε θέλομε θα μας εσώσουν. Κακναβάτος.

Ζητώ συγγνώμη για το προηγούμενο κείμενο. Από μόνο του πήγε το χέρι μου. Είμαι παρορμητικός και ανόητος. Τώρα που το ξαναβλέπω, με λυπάμαι που έκανα σχόλιο υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης και της ανωνυμίας. Εξέθεσα μια αδυναμία του χαρακτήρα μου: ότι ανώνυμα σκέφτομαι ελεύθερα, ότι δε θέλω να με θαυμάζουν, ότι μου φτάνει να μ’αγαπούν. Δικαίως λοιπόν αγνοήθηκα. Δεν αποτελεί πρόκληση η ελευθερία για τα μέσα διαδικτυακής ενημέρωσης και επικοινωνίας. Δεν αποτελεί πρόκληση για κανέναν. Τα νέα μέσα θα παραμείνουν νέα κι ύστερα θα γίνουν ακόμη πιο νέα. Τι σημασία έχει που τα μυαλά θα είναι παλιά; Αυτό έλειπε δα, να μη μπορώ για το καλό της πατρίδας να κάνω τα στραβά μάτια σε μια ανούσια και μεμονωμένη περίπτωση λογοκρισίας. Απολογούμαι.

«Δεν μπορεί πια να γραφτεί ποίηση» είχε πει μετά το Άουσβιτς ο Αντόρνο. Τι νομίζουν ότι κάνουν οι εραστές της τέχνης τώρα που στο Άουσβιτς προστέθηκε η Γκόλντμαν; Θλίψη μου προκαλούν. Κύρος δεν έχουν, αυτό είναι δεδομένο. Τσίπα δεν έχουν; Γιατί ρίχνουν το επίπεδο της συζήτησης που γίνεται για τα οικονομικά μεγέθη; Το πνεύμα είναι όπως και να το κάνουμε λιγάκι γραφικό στις μέρες μας. Καλύτερα να υιοθετήσει τη λύση της εκκωφαντικής σιωπής και της συνειδητής απουσίας. Προτιμότερο να σωπαίνει στην πρώτη δυσκολία-να μην το παίρνει πια κανείς στα σοβαρά. Δικαίως δε θα το παίρνει.

Όσοι ονειρεύτηκαν έναν κόσμο ανθρωπινότερο χλευάζονται. Και αν θέλετε τη γνώμη μου, δικαίως χλευάζονται. Δεν έβγαλαν λεφτά από εγωισμό, δεν αφουγκράστηκαν την εποχή, έμειναν θαμώνες του ίδιου ανώριμου καφενείου. Δεν είδανε, δεν άκουσαν τα πλούτη-τους πήρε στο λαιμό της η ομορφιά. Δεν είναι έκπληξη που δεν έχουν τι να προτείνουν, δεν είναι κάτι το καινούριο πως δεν έχουν τι να πουν. Η εξουσία με προσοχή θα άκουγε τις προτάσεις τους εάν υπήρχαν-για να μπορέσει να προφυλαχθεί από αυτές. Ποια υπόνοια της παντοδυναμίας της περιορίζει την φαντασία τους;

Δεν ασχολούμαι πια μαζί τους. Μετά το Opengov, τέρμα τα λάθη. Ανασυντάχθηκα. Έβαλα μυαλό. Αλλάξα φώτο στο Fb όπως μου πρότειναν. Τους αποστόμωσα τους πούστηδες. Τι να πουν τώρα για τη νέα γενιά; Τι να της καταμαρτυρήσουν όταν με ένα κλικ δημιουργεί νέες μορφές πάλης κάνοντας περήφανο το ΚΚΕ; Τι σημασία έχει που δεν μπορούμε να σβήσουμε καμία φωτογραφία μας και τις κρατάει για πάντα ο Ζούκερμπεργκ ενθύμιο; Εμείς οφείλουμε να του αποδείξουμε ότι δικαίως έγινε διάσημος. Αν προσπαθήσουμε, θα καταφέρουμε να παραμείνουμε οι ηλίθιοι της χαμένης μας υπόθεσης, αφελή υπολείμματα ανθρώπων, ευεργέτες της παγκόσμιας συστημικής αλαζονείας.

Διαχωρίζω τη θέση μου από όλους αυτούς. Εγώ διαφέρω και έχω την απόδειξη στα χέρια μου. Πριν λίγο καιρό πάτησα like στην είδηση με τον άστεγο και το απορριμματοφόρο. Ήμουν ένας από τους 17. Έκανα και το αστείο με τη σάλτσα Πουμαρό-με εμπνέει το Ράδιο Αρβύλα και ο Θέμος. Μόνο οι σατιρικές εκπομπές τελικά κατανοούν την ανάγκη μου να νιώθω ζωντανός νεκρός και ικανοποιούν αυτή μου τη διαστροφή. Με αποβλακώνουν γλυκά. Τι ωραίο που είναι να σε αποβλακώνουν. Τι ανέξοδη ηδονή. Δεν συγκρίνεται με τίποτα. Ποιον ενδιαφέρει αν έκαψαν άνθρωπο όταν κινδυνεύει να καεί το φαί στο Μάστερ Σεφ; Από τον καμένο Σύριο, προτιμώ τη Μανωλίδου. Δικαίως προτιμώ τη Μανωλίδου. Σε λίγο καιρό, εάν συνεχίσω έτσι, θα προτιμώ και τον άντρα της.

Δεν εθελοτυφλώ. Βλέπω τι γίνεται γύρω μου. Τι κάνω; Υπομονή κάνω. Πληρώνω τους φόρους μου, φόρους άλλων, αμαρτίες άλλων και προσεύχομαι. Τώρα που θα μειωθούν οι μισθοί στις ΔΕΚΟ θα μειωθούν σημαντικά οι ανισότητες-επιτυγχάνεται η περίφημη ανακατανομή του πλούτου υπέρ των πλουσίων. Δικαίως μειώνονται οι μισθοί. Αν τολμούσε κάποιος να τους αυξήσει, θα γινόταν επανάσταση. Κατά τα άλλα τίποτα ιδιαίτερο, μη φανταστείς. Διασκεδάζω, πίνω, ξερνάω, κοιμάμαι και ψάχνω για δουλειά. Κυρίως ψάχνω για δουλειά. Δεν ξέρω πού τις έχουν βάλει. Πάντως εγώ ψάχνω.

Για την πατρίδα κάνω ό,τι μπορώ. Απόδειξη: Όσες φορές και να χτυπήσει, δεν ανοίγω την πόρτα σε επισκέψεις της κρίσης μου. Δικαίως αντιδρώ στην κρίση μου. Διαβάζω τρόπους αντιμετώπισής της και παραπληροφορούμαι. Οι ειδήσεις που έρχονται είναι ξεκάθαρες-κακώς μου φαίνονται αντικρουόμενες. Τις διαβάζω και τις ξαναδιαβάζω-μπορεί να ξέφυγαν πράγματα που ισχύουν. Σε σωστό δρόμο, σε λάθος δρόμο, πάντως μεγάλο δρόμο θα διαβώ, τι θα κερδίσω άμα το σκέφτομαι; Οι ειδήσεις μπορεί να βιάζονται, εγώ όμως θα μείνω. Προχωρώ, χαλαρώνω, κλείνω τα μάτια- εμπιστεύομαι το μέλλον μου στα χέρια της μίας και μοναδικής, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Ποιον κοροϊδεύω; Το παραδέχομαι.
Δεν ξέρω τι να κάνω αφού δεν ξέρω τι συμβαίνει. Καμώνομαι ωστόσο πως καταλαβαίνω. Το ίδιο κάνουν όλοι. Δε θέλω να πιστέψω, θέλω μόνο να αποφασίσω αν θα είμαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος. Εάν δεν έχω την επιλογή, δεν έγινε και τίποτα: το πολύ πολύ να φοβάμαι. Για να κρίνω το παρόν καλούμαι να προβλέψω το μέλλον. Περιμένω λοιπόν διά στόματος Στρος-Καν την ανακοίνωση της επόμενης δοκιμασίας, μήπως βοηθηθώ. Προς το παρόν δεν βρίσκω άκρη στο λαβύρινθο των οικονομικών, απολαμβάνω την αποτυχία μου και εθίζομαι στις καταιγιστικές εξελίξεις. Ξέρω ότι ακολουθώ το μονόδρομο. Ακούγεται λογικό αλλά δεν βγάζει νόημα. Αποκτά μόνο όταν δέχομαι συγχαρητήρια. Δεν πάει το μυαλό μου στους λόγους που τα δέχομαι. Όλα κι όλα όμως. Δικαίως μου τα δίνουν. Το ΔΝΤ δεν είχε ποτέ πριν από μένα πιο πρόθυμο πειραματόζωο. Δέχομαι τα συλλυπητήριά μου.

Ακούστε με. Συνήθως πέφτω έξω. Νιώθω τους τελευταίους μήνες ότι με κυβερνά μία Χούντα. Μακάρι να είναι ιδέα μου. Είναι αυτονόητο ότι την κρίση, θα την πληρώσω εγώ. Στη χώρα μου δεν δέχομαι να την πληρώσει άλλος. Κερνάνε οι τραπεζίτες την επόμενη φορά. Για την ώρα, there is no alternative. Υπάγομαι στην εξουσία, είμαι εξουσιαζόμενος, άρα τη νέμομαι. Είναι φως φανάρι. Θέλει αρετή και τόλμη η δικτατορία. Τι κι αν υπάρχει αδικία; Δικαίως υπάρχει αδικία.

Κατάφερα να φτάσω ως εδώ. Ας μη γίνω τώρα μελοδραματικός. Μη με βλέπετε αντιδραστικό. Δεν έχω να προτείνω τίποτα. Είναι το πιο υπεύθυνο πράγμα που μπορώ να κάνω. Η αποτυχία της πρότασής μου είναι εξασφαλισμένη. Βλέπετε διαβάζω ακόμα τους ποιητές. Αδίκως τους διαβάζω.

Από σήμερα θα είμαι μοντέρνος και ανοιχτόμυαλος. Θα έχω σύνεση νεκρού. Θα το πάρω απόφαση. Θέλω δε θέλω θα με σώσουν, θέλω δε θέλω θα με φάνε. Θα με σώσουν δηλαδή για να με φάνε. Δικαίως, αν με ρωτάτε, θα με φάνε. Πολύ ευγενικό εκ μέρους τους. Δε θα χρειαστεί να υπερασπιστώ και τον εαυτό μου. Θα βρίσκομαι σε θέση ισχύος.

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Κηδεία

http://www.medium.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3572:201053&catid=52:2008-09-01-08-30-56&Itemid=73

«Η διαβούλευση θα έπρεπε να τελειώσει μετά την ανάγνωση αυτού του κειμένου του Πάσχου Μανδραβέλη. Εύχομαι στο τέλος να επικρατήσει στα μυαλά σας ο Βολταίρος. Και οι κυβερνήσεις κάποτε να ακούνε τους πολίτες δίχως να τους υπενθυμίζουν τους όρους συμμετοχής. «Ένα έθνος που φοβάται να αφήσει τους ανθρώπους του να κρίνουν την αλήθεια και την αναλήθεια, είναι ένα έθνος που φοβάται τους ανθρώπους του» είχε προλάβει να πει ο Κένεντι. «Εκεί όπου δεν υπάρχουν ορατές συγκρούσεις, δεν υπάρχει ελευθερία» έλεγε ο Μοντεσκιέ. «Η ελευθερία είναι καθήκον» φώναζε ο Παναγούλης. Περιμένω να την προστατεύσετε πάση θυσία, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ναι στην ανωνυμία».

Συμμετείχα στη δημόσια διαβούλευση για τα blogs με το παραπάνω σύντομο σχόλιο στις 29 Οκτωβρίου. Η χυδαία προσπάθειά μου, οι οκτώ ολόκληρες σειρές που άφησα στη φόρμα του Opengov, δολοφονήθηκαν από τον διαχειριστή του. Μετά από μερικές μέρες, στις 9 του Νοέμβρη, ζήτησα μία εξήγηση. Τους έγραψα:«Μπορείτε να με ενημερώσετε σχετικά με τη λογοκρισία του σχολίου μου, σας παρακαλώ; Ποιος ακριβώς κόπηκε; Ο Βολταίρος, ο Κένεντι, ο Μοντεσκιέ, ο Παναγούλης ή ο Πάσχος Μανδραβέλης; Σας ρωτώ γιατί επιθυμώ άμεσα να διορθώσω τα διαβάσματά μου». Απάντηση φυσικά δεν πήρα. Το ανώδυνο σχόλιο του Ανόνιμου Ανονιμιάδη που έκανε την τεκμηριωμένη παρέμβαση «Εγώ θέλω ανωνυμία» έτυχε θερμότερης υποδοχής και φυσικά πέρασε από την τσιμπίδα της λογοκρισίας. Είναι προφανές το γιατί. O νόμος για τα blogs φοβάμαι ότι έρχεται. Στην κηδεία της ελεύθερης έκφρασης στη χώρα μας, το Οpengov θα καταθέσει το στεφάνι του.

Έχω πραγματικά θυμώσει. Πηγαίνω να ονειρευτώ τη χώρα μου. Θα επανέλθω. Δίνω απλώς λίγο χρόνο στους φιλοκυβερνητικούς αναγνώστες μου να απομακρυνθούν από το blog. Το επόμενο ποστ θα βρει σύμφωνο μέχρι και τον Βασίλη Κικίλια.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Επίδομα ψήφου

Δημοκρατία είναι 4 λύκοι και 1 πρόβατο να ψηφίζουν για φαγητό! Αρκάς.

Το μήνυμα των εκλογών δεν ήταν ευανάγνωστο. Γι’αυτό έπεσαν πάνω του σαν τα κοράκια όλοι να το αποκρυπτογραφήσουν, λες και ήτανε τα γράμματα δικά τους. Πολιτικοί, αρθρογράφοι και πανελίστες, ερμηνεύοντάς το, δεν κατάφεραν να μη φαλτσάρουν με φόντο τη μάχη των εντυπώσεων, τη μεγαλύτερη και ενδοξότερη μάχη στην οποία έλαβαν ποτέ μέρος ελληνικά τηλεοπτικά στρατεύματα. Όταν εκείνο ζήτησε να κάνουν όλοι στην άκρη να πάρει λίγο αέρα, να βρει οξυγόνο να αναπνεύσει, ο γραφολόγος το πλησίασε, το εξέτασε και σήκωσε τα χέρια ψηλά. Ο γραφικός χαρακτήρας ανήκε στον άγνωστο λαό. Κι όσο σαφές και να ήταν το μήνυμά του, αν ανοίγαμε τηλεόραση, δε θα γλιτώναμε από τον υποτιτλισμό του.

Ο Κούντερα λέει κάπου ότι αυτός που σκέφτεται δεν πρέπει να αγωνίζεται να πείσει τους άλλους για την αλήθεια του. Έτσι και αυτός που νίκησε υποθέτω ότι δεν χρειάζεται να χτυπιέται για να μας πείσει ότι νίκησε. Θα έπρεπε να πανηγυρίζει. Απεναντίας, οι νικητές προσπαθούσαν όλο το βράδυ να μας πείσουν ότι κέρδισαν, εξασκώντας παράλληλα το μετεκλογικό δικαίωμα της κινδυνολογίας, βάζοντας σε κίνδυνο και την υπομονή μας. Ποιος είναι ο υπ'αριθμόν ένα κίνδυνος; Η αποχή; Ο Μπουτάρης; Ο Ψινάκης; Η Χρυσή Αυγή; Η άνοδος της Αριστεράς; Όλες οι αναλύσεις παρέλασαν μπροστά από τα μάτια μας με στόχο να παραλύσουν τη σκέψη μας. Ο καθένας επέλεξε αυτό που του ταιριάζει να μισεί. Το μνημόνιο κέρδισε είπαν ορισμένοι, οι ψηφοφόροι έγιναν πολίτες υποστήριξαν κάποιοι άλλοι, οι ψηφοφόροι παρέμειναν ψηφοφόροι ισχυρίστηκαν κάποιοι τρίτοι. Κανείς δεν είπε ότι ψηφίζαμε για την αυτοδιοίκηση.

Παρά το συλλογικό ναυάγιό μας, το συμπέρασμα που βγαίνει από τη βραδιά των εκλογών και την εβδομάδα που ακολούθησε είναι εξόχως ανησυχητικό: δεν έχουμε χάσει καθόλου το κέφι μας να βριζόμαστε. Η βλάβη είναι μόνιμη στον κομματικό εγκέφαλό μας. Οι οπαδοί των κομμάτων θέλουν τόσο πολύ να κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους που μπορούν ακόμα άνετα να τα καταφέρνουν. Μαστουρώνουν ακόμα με τους αρχηγούς τους και τις πεποιθήσεις τους. Ο ένας ανησυχεί τον άλλον και η καχυποψία έχει χτυπήσει κόκκινο.

Οι πολιτικοί, βλέποντας την ικανοποιητική συμμετοχή και την αποδοχή των πολιτών στα πρόσωπά τους, δεν ήθελαν φυσικά και πολύ για να μας παρεξηγήσουν. Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που το κάνουν. Μας είδαν σιωπηλούς και μας πέρασαν για ηλίθιους, αγνοώντας το παρακάτω σενάριο επιστημονικής φαντασίας: Κάθε άνθρωπος να είναι ξεχωριστός, να δρα μοναδικά και να νιώθει διαφορετικά. Εάν νομίζουν πραγματικά ότι, πηγαίνοντας στην κάλπη, θελήσαμε να τους στείλουμε κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα, επαναλαμβάνουν δύο ολέθρια αμαρτήματά τους: Μας υποτιμούν, παραμένοντας παράλληλα αδιόρθωτα εγωκεντρικοί.

Η νέα τάση που εξαπλώνεται, το νέο trend, ο καινούριος ιός, είναι η αποχή. Δεν είναι η τελική λύση αλλά «ούτε και αν ψηφίσω λύνω τίποτα» λένε οι καταναλωτές του. Κι αν και δεν μου φαίνεται άδικο να σκέφτομαι ότι όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν έχουν παραδοθεί στον εγωισμό, την απογοήτευση και την αδιαφορία, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως τρέφουν λιγότερο δημοκρατικά αισθήματα από όλους όσοι βόσκουν ακόμα μέσα στα μαντριά και ανέχονται να τους λένε ότι η ψήφος τους στοιβάζεται στην εμετική σούμα των ποσοστών τους.

Όσοι από την άλλη αψήφισαν τη μόδα και τόλμησαν να επισκεφτούν τα εκλογικά τμήματά τους, χλευάστηκαν για τη γλοιώδη αδυναμία τους να ψηφίζουν, για να παραφράσουμε τον Μπαρτ. Σαν τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι, που μπροστά στη ματαιότητα της ζωής αποφασίζει να αυτοκτονήσει επειδή σκέφτεται πως σε εκείνον «δεν θα τη φέρουν», οι πολίτες αρνούνται ένα από τα τελευταία άθικτα δικαιώματά τους. Μια Χούντα με τα όλα της θα ήταν ένα χαστούκι που θα τους συνέφερε. Οι εκλογές ήδη εξάλλου έχουν μετατραπεί σε περίοδο διακοπών όπου λείπουν οι γάτες του ΔΝΤ-και χορεύουν τα ποντίκια του λαού. Αύριο, οπότε και ολοκληρώνονται, ποιος δεν αισθάνεται ότι τελειώνει ξανά το καλοκαίρι;

Από το μυαλό κανενός δεν περνάει, ότι ένας κόσμος που δεν ικανοποιεί κανέναν, είναι ο ιδανικός. Η προβληματική μας Δημοκρατία, για όποιον δεν κατάλαβε, υπήρξε πάντοτε η τελευταία μας ευκαιρία. Αν χαθεί, αν δεν προστατευθεί κι αν δεν ανανεωθεί από τους πολίτες της, τις συζητήσεις μας στο μέλλον θα μονοπωλεί το εξής αγωνιώδες ερώτημα: Ποιοι και πόσοι από μας δικαιούνται το επίδομα ψήφου και γιατί αργεί η κυβέρνηση να ανακοινώσει τις προϋποθέσεις του. Οι ντροπές της κοινωνίας θα είναι δύο: να δουλεύεις(να έχεις δουλειά) και να ψηφίζεις.

Υ.Γ. Ποτέ δε θα μάθουμε τι έγινε σε αυτές τις εκλογές και ποιο μήνυμα τελικά στείλαμε. Πάλι καλά που υπάρχουν και τα τελικά αποτελέσματα.

Ιστορία μου, αμαρτία μου

Από την εποχή ακόμα των μεγάλων ολοκληρωτισμών, η αντιπολίτευση προς το κόμμα σήμαινε και αντιπολίτευση στο έθνος και την πατρίδα. Βασικό μάθημα ιστορίας.

Ο Παπανδρέου στη διακαναλική, ζητώντας ψήφο πολιτική την πρώτη Κυριακή, εννοούσε ψήφο κομματική: να τον παντρευτούμε γιατί διαφορετικά θα μας χωρίσει όπως είπε ο Χάρρυ Κλυν. Η πρόταση γάμου που μας έκανε ήταν βγαλμένη από ταινία τρόμου. Μιμούμενος τον περσινό Καραμανλή που ζητούσε να ανεμίζουν οι ελληνικές σημαίες στις πλατείες, υπέπεσε στο ίδιο ολίσθημα. Με τον ωμό και άκομψο εκβιασμό του, μετέφερε την εξουσία που του ασκούν οι παντοδύναμες αγορές στον αδύναμο λαό του, σαν σε σπασμένο τηλέφωνο. Θύμισε Μπους και Μπερλουσκόνι- αν είχε τις ορμές του δεύτερου θα του λέγαμε το ναι. Έπιασε πάτο.

Πολιτικά όμως, πέτυχε διάνα. Ο φόβος δούλεψε. Ο εκβιασμός ήταν το απαραίτητο τεστ αντοχής για την κυβέρνησή του. Η ερμηνεία που δόθηκε ήταν ακριβής: Ακόμα κι αν νικούσε, αν τον φόβιζε η κάλπη, θα ισχυριζόταν ότι έχασε και θα πηγαίναμε σε εκλογές.

Ο Σγουρός ωστόσο τα κατάφερε. Το μήνυμα της κάλπης ανακούφισε τις αγορές, που προς τιμήν τους, εξέφρασαν προεκλογικά απλώς την ανησυχία τους και όχι την επιθυμία τους. Πόσο θα κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό η κυβέρνηση, πόσο μακριά θα φτάσει, πόσα μέτρα θα καταφέρει να πάρει μέχρι να εξαντλήσει την υπομονή των πολιτών, είναι ένα αίνιγμα. Το γνωστό παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Την επομένη κιόλας των εκλογών η αντιπολίτευση κάλεσε τους πολίτες να ρίξουν αντιμνημονιακή ψήφο και στο δεύτερο γύρο. Μέχρι και απόψε το βράδυ φοβόμουν ότι θα ξαναβγεί ο πρωθυπουργός για να μας εκβιάσει από την αρχή. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Σήμερα απέχετε, προφανώς, με την άδειά του.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Μπαμπινιώτης

Οι λέξεις υποφέρουν. Αντάμοβ.

Α'Γύρος

  • Ο Σαμαράς πέτυχε την ολική επαναφορά.
  • Μιλάμε για την απόλυτη ανατροπή. Ο Κικίλιας έπιασε 20% χωρίς το Φ.Π.Α. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του παγκόσμιου μπάσκετ.
  • Το μνημόνιο ήταν αναγκαίο κακό είπε ο Κώστας όμως και του τα χάλασε.
  • Παρερμηνεύτηκε. Αυτό πιστεύει στην πραγματικότητα. Άλλο πρέπει να πιστεύει δημοσίως.
  • Εμείς εγγυόμαστε την πολιτική ομαλότητα.
  • Εγγυάται κανείς την πολιτική ανωμαλία και το χάος;
  • Εμείς λέμε λίγα και κάνουμε πολλά.
  • Και τούμπαλιν.
  • Οι θυσίες των πολιτών αποδίδουν.
  • Ακούγεσαι πολύ ενθουσιασμένος. Σε καταλαβαίνω. Δεν είναι μικρό πράγμα 30 εκατομμύρια χαμένες θέσεις εργασίας σε όλο τον κόσμο.
  • Ας κάνουμε την κρίση ευκαιρία.
  • Το ίδιο λένε τράπεζες και αγορές.
  • Θα μειώσουμε το έλλειμμα.
  • Αυξάνοντας την ανεργία.
  • Δε θα επιτρέψουμε να αμφισβητηθεί η πορεία της χώρας.
  • Ποιος αμφισβητεί τη χρεοκοπία της;
  • Υπάρχει Τρίτος δρόμος.
  • Και Τρίτος κόσμος επίσης.
  • Δεν παίζουμε με τις τύχες της χώρας.
  • Αστειεύεσαι; Καλύτερα με τα νεύρα και την υπομονή της.
  • Οι νέοι συμμετέχουν στη προσπάθεια της πατρίδας.
  • Σε μένα το λες; Αν συμμετέχουν λέει...Μένουν άνεργοι ή φεύγουν. Θα τους δοθεί ωστόσο η ευκαιρία να προσφέρουν και από άλλα πόστα όπως παιδιά των φαναριών, μικροπωλητές και σκλάβοι.
  • Οι Έλληνες κατανοούν ότι ήταν αναγκαία τα μέτρα.
  • Οι Έλληνες δέχονται καταιγιστική πλύση εγκεφάλου και ενδέχεται να το κατανοήσουν σύντομα κι αυτό.
  • Τα σπρεντ ανεβαίνουν μόνο όταν ανεβαίνουν οι συμβασιούχοι στον ιερό βράχο και όχι με την εκλογολογία.
  • Έτσι άκουσα κι εγώ. Αρχικά ήταν να ανέβουν μόνα τους αλλά τελικά περίμεναν τους συμβασιούχους να ανέβουν μαζί.
  • Υπάρχει τρόπος για να βγούμε από την κρίση.
  • Το γνωρίζω. Ταυτίζεται με τον τρόπο που μπήκαμε.
  • Μισό λεπτό ρε φίλε, μισό λεπτό. Ας συμφωνήσουμε σε κάτι. Το ΔΝΤ δεν ήταν μονόδρομος;
  • Στη Δημοκρατία, ρε μαλάκα, δεν είναι που δεν υπάρχουν αδιέξοδα;

Β' Γύρος

Η πολιτική γλώσσα διασύρει τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Λέει, λέει, λέει. Ασκεί επικοινωνία, δηλαδή συνθέτει ψέματα με καταιγιστικό ρυθμό. Η ορθή της χρήση, δηλαδή η ευτελισμένη, είναι αυτή που διασώζει τον πολιτικό από την οργή του κόσμου και τον πολίτη από αλήθειες που ξέρει.

Ο Ηλίας Ψινάκης είναι πρώτος σε σταυρούς- κι αυτό σκανδάλισε πολλούς. Η φαινομενική του ακαταλληλότητα, το ανάλαφρο στυλ του, η παράξενη γλώσσα του, ξενίζουν. Μα αυτό που ξεχνούν οι υποκριτές του-ναι καλά το λέω, υποκριτές του- είναι ότι στο πρόσωπο του η πολιτική κέρδισε ένα στοίχημα επιβίωσης που έβαλε με τον εαυτό της. Ο Ψινάκης δε μασάει τα λόγια του. Η σκανδαλιστική ειλικρίνειά του, που έμεινε ασχολίαστη, φοράει παντελόνια, καθιστώντας αδιάφορο το χρώμα και το σχήμα των εσωρούχων του. Εμένα τουλάχιστον, για αρχή, μου αρκεί.

Η κατάσταση είναι οριακή. Οι λέξεις πιέζονται. Η υπομονή τους εξαντλείται. Αν συνεχίσουν οι πολιτικοί να τους συμπεριφέρονται κατ’αυτόν τον τρόπο, δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή εκτός από τον Ηλία. Θα τους γυρίσουν η μία μετά την άλλη την πλάτη, θα σκάσουν στα χείλη τους, θα αρνηθούν να βγουν από το στόμα τους, θα λιποτακτήσουν από την υποχρεωτική θητεία που τους επέβαλλε η γλώσσα τους. Θα βγουν από τη σειρά που τις έβαζαν κάποτε, θα αλλάξουν τη σημασία τους στα λεξικά, θα ζητήσουν να τις ασφαλίσουν και να σταματήσουν να τις εκμεταλλεύονται, θα αποκτήσουν γνώμη και άποψη. Θα ξέρουν πια ποιος θέλει το καλό τους και ποιος το κακό τους. Γιατί είναι ζήτημα τιμής, ζωής και θανάτου. Γιατί δεν είναι λεφτά-και εκείνοι τις χρησιμοποιούν για να κάνουν τη δουλειά τους. Ε λοιπόν το κατάλαβαν, ανασυντάσσονται και αργά ή γρήγορα θα βρουν τον τρόπο να αντιδράσουν, επαναστατώντας βελούδινα.

Η μέρα που οι πολιτικοί θα κομπλάρουν μπροστά στις κάμερες δε θα αργήσει. Τα λόγια του ρόλου τους τελειώνουν. Καμία ατάκα και κανένα ψέμα δεν έχει μείνει για να πουν. Θα καθίσουν τότε να συζητήσουμε σαν άνθρωποι. Θα βάλουμε κάτω τα στοιχεία. Θα τους βοηθήσουμε με όσα μέσα διαθέτουμε. Θα στύψουμε το κεφάλι μας να βρούμε μια δίαιτα που μπορεί να ακολουθήσει μέχρι και ο Πάγκαλος. Ώσπου να επιστρέψει η εμπιστοσύνη των αγορών στην οικονομία μας, θα γυρίσει εκείνη που χάθηκε μεταξύ μας.

Και πες πως καθόμαστε στο τραπέζι, και πες πως μισιόμαστε λιγότερο. Μην πάει ο νους σου στο κακό. Τις κομματικές σημαίες μας θα τις κρατήσουμε. Όλα κι όλα. Δεν τις αποχωριζόμαστε ο κόσμος να χαλάσει. Οι λέξεις ας πάνε να πνιγούν. Μέσα στα ψεύτικα συνθήματα θα ηττηθούν οριστικά. Όλα θα αλλάξουν: θα γίνουν ίδια με πριν. Κι όταν το συνειδητοποιήσουμε, θα ρίξουμε επιτέλους το φταίξιμο στον Μπαμπινιώτη.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Χρήσιμες πληροφορίες

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι ερωτική πόλη. Είναι ερωτευμένη με την Αθήνα και μάλιστα χωρίς ανταπόκριση.

Ο λαός πρέπει να φοβάται μόνο τον κακό εαυτό του. Τους πολιτικούς.

Από μικρός ήθελε να γίνει βουλευτής. Ήταν προορισμένος για τα μικρά.

Η αλήθεια πάει με όλους, με εξαίρεση αυτούς που την υπολογίζουν-βλέπε λεπτομέρειες στη διάσημη διαφορά πουτάνας και καριόλας.

Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται αραιά και πού, τα μικρά κάνουν κολλητή παρέα.

Οι φίλοι μου είναι τα όμορφα πράγματα που δεν βλέπω ότι υπάρχουν στη ζωή μου. Οι περισσότεροι είναι εκτός Θεσσαλονίκης και σκοπεύουν να παραμείνουν εκεί
.

Η επίσημη εκδοχή είναι η κυρίαρχη θεωρία συνομωσίας.

Όλα είναι τυχαία στη ζωή, τίποτα δεν γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο.

Αν η τηλεόραση παχαίνει, το Ίντερνετ σίγουρα αδυνατίζει.

Η βλακεία είναι η καλύτερη θεωρία. Το να λες όμως ότι είναι ανίκητη, είναι φυγομαχία.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στα γενέθλια.

Δείρε με, βαριέμαι να υπερασπιστώ τις ιδέες μου.

Τι να πεις σε έναν κόσμο που σκέφτεται με το συναίσθημα και ερωτεύεται με τη λογική;

Ο αυθεντικός ηλίθιος δεν σου επιτρέπει να τον αγνοείς. Άλλοτε καταφεύγει στις φωνές και τις υπερβολές και άλλοτε στη δύναμη της σιωπής.

Στην πράξη και η αλήθεια συμβιβάζεται.

Ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Αυτοκτόνησε.

Η σχέση με τους φίλους μας στο Facebook οφείλει να στηρίζεται στην αμοιβαία αδιαφορία. Μόνο έτσι μπορεί να θεωρείται ουσιαστική.

Κανείς δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στα κείμενά μου. Πρέπει να είναι πολύ επιτυχημένα.

Δε θέλω παρτίδες με γυναίκες που θέλουν οπωσδήποτε να δυστυχήσουν. Θέλω να παραμένει μια πιθανότητα όπως όλες οι άλλες.

Λεφτά υπάρχουν. Κι αν μας αφήνατε στην αντιπολίτευση, θα υπήρχαν ακόμα. Θα μπορούσαμε δηλαδή να το ισχυριζόμαστε, άρα θα ήταν και αληθές.

Το ΠΑΣΟΚ έχει πέσει θύμα βιασμού αλλά δε θέλει να κάνει καταγγελία για να μην το απελάσουν-όλοι γνωρίζουν ότι κυβερνά λαθραία μια κοινή χώρα των αγορών. Το περίμενε όμως μια έκπληξη έξω από την έκθεση πριν δύο μήνες. Το πανό-κοπλιμέντο έλεγε: «Έφυγαν οι κλέφτες, ήρθανε οι ψεύτες».

Ένα βιβλίο για το Ίντερνετ είναι ό,τι μια παλιά εφημερίδα για την επικαιρότητα.

Μια γυναίκα δίπλα σου δε θέλει να μαθαίνει αλλά να ξεχνάει.

Στις πόλεις το καυσαέριο ευημερεί.

Όλα είναι ροζ. Εγώ έχω αχρωματοψία.

Όπου ακούς ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση, υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα.

Νομίζω ότι υποκρίνομαι ακόμα κι όταν είμαι ειλικρινής.

Με ανακούφιση άκουσα την ετυμηγορία σας πως η γη γυρίζει γύρω από σας. Δεν θα μπορούσα να διαχειριστώ μία τόσο μεγάλη ευθύνη.

Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε τίποτα που δεν είναι ψεύτικο.

Όταν παίρνετε ένα quote, θα ήταν δίκαιο να μας λέτε και πού το βρήκατε. Είναι το ελάχιστο που μπορείτε να κάνετε για έναν νεκρό που υπήρξε ομολογουμένως εξυπνότερος από σας.

Οι λέξεις δεν είναι λεφτά. Μην τις χρησιμοποιείτε για να κάνετε τη δουλειά σας. Το καταλαβαίνουν, ανασυντάσσονται και αργά ή γρήγορα θα βρουν τον τρόπο να αντιδράσουν. Να τις φοβόσαστε.

Όποιος δεν σε κάνει να αισθάνεσαι, δεν μπορεί και να σε πληγώσει.

Υπάρχει τρίτος δρόμος μας έλεγαν εδώ και χρόνια ο Γκίντενς και ο Γιώργος. Το Δ.Ν.Τ ήρθε για να τους γειώσει: Υπάρχει Τρίτος Κόσμος.

Και η (Ονουρ)ολαγνεία καλά κρατεί.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Τα υπόλοιπα είναι σιωπή

Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά. Τζακ Κέρουακ.