Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Τα πράσινα παπούτσια

Γιατί δεν πέτυχα τον πρωθυπουργό.

«Δεν ξέρω τι πήγε στραβά. Δεν έχω δει ακόμα το ριπλέι και δε θέλω να εκφέρω γνώμη. Και να πεις πως ήμουν απροπόνητος. Ζητάω συγγνώμη από όλους τους Έλληνες που απογοήτευσα. Πίστευα πολύ στον εαυτό μου. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να αστοχήσω στο πιο κρίσιμο σουτ του αγώνα που κάνει η Ελλάδα για να βγει από την κρίση. Μερικοί νομίζουν ότι έχω κάτι εναντίον του πρωθυπουργού. Κάνουν λάθος. Πρώτη φορά τον έβλεπα τον άνθρωπο από κοντά στη ΔΕΘ και μου φάνηκε πολύ καθωσπρέπει κύριος. Δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει γιατί πέταξα το παπούτσι αλλά γιατί αυτό δεν βρήκε τον πρωθυπουργό. Πράγματι είχα ειδοποιήσει το BBC. Ήταν εκεί όμως για να βοηθήσει στην προσπάθεια που κάνει η χώρα και όχι να υποκινήσει. Ας όψεται όμως η αστοχία μου. Τελικά περάσαμε πολύ κακή εικόνα προς τα έξω. Αν ευστοχούσα, αν όλα πήγαιναν όπως τα είχα σχεδιάσει και του ερχόταν το παπούτσι κατακούτελα, θα δείχναμε στους Ευρωπαίους ότι επιτέλους η Ελλάδα πετυχαίνει τους στόχους της. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε. Ίσως, χωρίς να θέλω να ακουστώ υπεραισιόδοξος, να άνοιγαν ξανά οι αγορές. Αυτό που με πίκρανε τελικά ήταν η διστακτικότητά μου στο πέταγμα, που αντί να κάνω μπέιζμπολ πάσα όπως είχα υποσχεθεί στους συντρόφους μου στο Πατριωτικό μέτωπο, αρκέστηκα σε ένα φόλοου κάρφωμα. Άκουσα ότι ήθελα απλά να τραυματίσω τον κ. Παπανδρέου για να του κάνω ακτινογραφία. Το διαψεύδω κατηγορηματικά. Ας μη σπεύδουν να με καταδικάσουν οι πάντες για μια κακή στιγμή. Είμαι ένας ακτινολόγος που έχει προσφέρει πολλά στην εθνική υπόθεση-όποια κι αν είναι αυτή. Ελπίζω πως σύντομα ο σοφός ελληνικός λαός θα μου εμπιστευτεί και πάλι τα παλιά του τα παπούτσια. Σας ευχαριστώ. Κάρτα του ιατρείου μου σας έδωσα;».

Η ελληνική οικονομία

Ο Jean Louis Forain, ζωγράφος και χαράκτης, γνωστός για τις πολιτικές του γελοιογραφίες ενώ πέθαινε άκουγε από τον γιατρό του να του λέει ότι πάει καλύτερα. Του απάντησε: «Εν ολίγοις, γιατρέ, θα πεθάνω γιατρεμένος».

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Εξουσιομανείς δούλοι

Όταν κάποτε ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε τον ρώτησαν τι ήξερε να κάνει. Απάντησε:«Να διατάζω. Κοίτα λοιπόν ποιος θέλει να αγοράσει έναν αφέντη».

«Όχι Άρη, μη Άρη, με απογοητεύεις Άρη, όχι μπροστά σε κόσμο Άρη». Η κυρία του πάρκου αγοράζοντας ένα σκύλο αγόρασε εξουσία-ίσως να της αρνήθηκαν να διατάζει ένα παιδί. Το γάβγισμά του ήταν το μοναδικό σημείο ζωής στην καθημερινότητά της. Μαζί του προτίμησε να ζήσει το ειδύλλιο και την πίστη που της αρνήθηκαν οι άνδρες. Κρατώντας τον σφιχτά από το λουρί, έπαιρνε την εκδίκησή της. Κάθε φορά που περνούσε ξεσήκωνε τη γειτονιά στο πέρασμά της. Δεν την ένοιαζε όμως. Είχε αποκτήσει ανθεκτικότητα σε όλα τα μπινελίκια. Οι άνθρωποι δεν αποτελούσαν πλέον πρόκληση για εκείνη.

Να διατάζουμε. Να διατάζουμε ενώ είμαστε αιχμάλωτοι. Αυτή η χαρά μας έμεινε-και αλίμονο σε όποιον επισημαίνει την τραγικότητα των εντολών μας. Αφέντες ή δούλοι- ποτέ δε θελήσαμε να γίνουμε τίποτα περισσότερο. Παραμένοντας σιωπηλοί εκτελούμε άριστα τα καθήκοντά μας. Μαχόμενοι για τον εαυτό μας, μείναμε παγερά αδιάφοροι απέναντι στο δίκιο μας-που είναι το δίκιο όλων των ανθρώπων να έχουν μια ζωή. Υπηρετούμε το εγώ μας φοβισμένοι και προπάντων πεπεισμένοι. Κατσαρίδες και πεποιθήσεις-αυτές και μονό αυτές θα παραμείνουν ζωντανές μετά το πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Σκοτωνόμαστε γιατί δεν έχει μείνει τίποτα καλύτερο να κάνουμε, είμαστε βλάκες αλλά δεν μας έχει περάσει ποτέ από το μυαλό, νιώθουμε μόνοι μας επειδή δε σκεφτήκαμε ποτέ να μιλήσουμε σε κανέναν-οι άνθρωποι που γνωρίζαμε συνέχισαν να μας συγχωρούν απόλυτα ή να μη μας συγχωρούν τίποτα. «Η λύση κάθε προβλήματος είναι να μ’αφήσετε μόνο μου» φαίνεται να λέμε αυτάρεσκα ο ένας στον άλλον.

Η ύπαρξή μας δε μας φαίνεται αρκετή ούτε και πολύ χρήσιμη για να τη ζήσουμε – κι άλλοτε υπερβολικά υπέροχη για να την κρίνουμε. Η αδιαφορία μας για ό,τι αφορά τους γύρω μας κρύβει το βαθύτατο ρατσισμό μας και την περιφρόνηση της ζωής. Υπάκουα ξεφορτωνόμαστε οποιαδήποτε σκέψη δεν ταιριάζει με τη φιλοσοφία του καναλιού και του μαγαζιού. Όσοι μας κοιτούν πλήττουν μαζί μας-δε χρειάζεται καν να μας πλησιάσουν. Χωρισμένοι σε χρήσιμους και άχρηστους, ικανούς και ανίκανους, φτωχούς και πλούσιους, παίζουμε τα ρέστα μας. Ποιος ρομαντικός θα τολμήσει να αμφισβητήσει την αδυναμία μας να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας παίζοντας το κεφάλι του κορώνα γράμματα;

Ο εαυτός μας και οι απόψεις του: ιδού κύριοι η πληροφορία της ημέρας-προς τι τόσες εφημερίδες; Δεν ασχολούμαστε φυσικά με λεπτομέρειες, είμαστε σοβαροί άνθρωποι εμείς- κι όλο για μας μιλάμε. Στην ανάγκη δε θα διστάζαμε να ξεκάνουμε το διπλανό μας ή αν ήμασταν ευγενικότεροι, τον παραδιπλανό μας. Θα συμφωνούσαμε με όλη μας την καρδιά με οποιονδήποτε πόλεμο. Οι περισσότεροι θα βρίσκαμε σε κάθε περίπτωση λίγο χρόνο για να καταθέσουμε εναντίον των άλλων-ενώ θα εμφανιζόμασταν απρόθυμοι να υπερασπιστούμε ακόμα και το μεγαλύτερο θύμα στην ιστορία της αδικίας. Και μόνο του να έμενε αυτό το τέρας που βιαστικά ονομάσαμε άνθρωπο, αφού πρώτα τους σκότωνε όλους με τα ίδια του τα χέρια, κάτι θα του έλειπε.

Οι ελευθερίες, που διέσωζαν την ελάχιστη αξιοπρέπειά μας, έμειναν στο ράφι όπως κι η κυρία του πάρκου. Μετατράπηκαν σε ενέδρες για τους κακούς. Η παραχώρησή τους δε μας κοστίζει παραπάνω από την καρέκλα που εμπιστευόμαστε στον παλιατζή. Παρωχημένα προνόμια ενός παλιού καιρού, μηδαμινής αξίας. Τα επιμέρους παιδιαρίσματα των αντιδραστικών-κακοποιών στοιχείων δεν πλήττουν ευτυχώς την πρόοδο και την ασφάλεια. Τις τρέχουσες ανάγκες μας φαίνεται να τις καλύπτει μια ασφαλής κόλαση χωρίς ελλείμματα ή διαλείμματα παραδείσου, αρκεί να πληροί την ελάχιστη προϋπόθεση: Να είναι εγγυημένη για όλους τους φυλακισμένους-η αλληλεγγύη που ψάχναμε. Η ελευθερία σκορπάει τα φύλλα της όπως το φθινόπωρο και γεμίζει προδότες και λιποτάκτες-ένας απ' αυτούς είμαι κι εγώ.

Στο έργο που ανεβάζει η κοινωνία, συνειδητά επιλέξαμε το ρόλο του δούλου. Έχει λιγότερα λόγια, είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μας και δεν κουράζει τον εξαντλημένο εγκέφαλό μας. Είμαστε υπήκοοι εκ πεποιθήσεως-αλλά και λόγω υπερκόπωσης. Μας πείθουν εξάλλου οι κυβερνώντες ότι πράττουν το σωστό-οπότε είναι σα να εκτελούν τις επιθυμίες μας, σα να βρίσκονται υπό τον έλεγχό μας.

Όσοι κατέχουν την εξουσία είχαν πάρει τις πληροφορίες τους για μας: Αν δεν κολακεύσεις τους ανθρώπους υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σε παρεξηγήσουν. Οι αλυσίδες μας, ο ομφάλιος λώρος όλων των δεινών μας, στη νέα κολεξιόν βγαίνουν σε πιο διακριτικά σχήματα. Ο ήχος τους γίνεται ολοένα και πιο μεθυστικός-θα γοήτευαν και θα αποκτήνωναν και τους πιο ευαίσθητους ποιητές. Ας κοιμηθούμε λοιπόν, τι περιμένουμε; Όταν είναι να πεθάνουμε, θα μας ξυπνήσουν. Η ησυχία στο δρόμο διαλαλεί πως η κοινωνία πέθανε πολύ πριν το Θεό της. Εφόσον αρνηθήκαμε εξαρχής να ρίχνουμε βόμβες στα πιστεύω μας, ο πόλεμος ήταν καταδικασμένος να χαθεί εκ των προτέρων.

Μη με ακούς. Υπάρχει ελπίδα, ησύχασε. Από κανένα κείμενο δε λείπει η αρχική του πρόθεση. Πολύ συχνά, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, οι άνθρωποι ξεχνιούνται και ελπίζουν. Το καλοκαίρι όμως μας τελείωσε.

(Ο Μάης εντόπιζε την παραλία κάτω απ’το πλακόστρωτο. Ας αρχίσουμε το σκάψιμο θρασύδειλα, χωρίς να χάνουμε το στυλ μας).

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Στροφή στην ποιότητα

«Η τέχνη κι η ποίηση δε μας βοηθούν να ζήσουμε. Η τέχνη και η ποίηση μας βοηθούνε να πεθάνουμε». Νίκος Εγγονόπουλος.

Ο Γκοντάρ είχε πει κάποτε για το «Νέο κύµα» κινηµατογραφιστών: «Ήµασταν σαν τους χριστιανούς στις κατακόµβες. Πιστεύαµε πως το σινεµά ήταν το ίδιο σηµαντικό όσο και το ψωµί». Μα πόσοι από μας συμμεριζόμαστε το πάθος του; Η δούκισσα του Μεν έλεγε: «Δεν μπορώ να κάνω χωρίς τα πράγματα που μου είναι αδιάφορα». Αυτό ακριβώς, το απαραίτητο αδιάφορο, έγινε το χαρούμενο σήμα κατατεθέν του πολιτισμού μας, η ίδια η ατμομηχανή του καταναλωτισμού. Ποιος κατάφερε να μη διαβάσει Ciao φέτος στην παραλία;

Κάποιοι επιμένουν να πεθαίνουν για να καταλάβουν πώς λειτουργεί ο κόσμος μας και κάποιοι δίνουν ακόμα και τη ζωή τους για να μη ξέρουν-πόσα θα ‘δινα κι εγώ για να μη μάθω. Οι πρώτοι δεν ξέρουν για ποιο λόγο θέλουν να ξέρουν-δεν τους καταλαβαίνει κανείς. Οι δεύτεροι δεν ξέρουν γενικότερα. Πώς να τους πείσεις να αφήσουν στην άκρη την άγνοιά τους όταν μονάχα αυτή είναι η πηγή της ευτυχίας τους; Όταν όπου ανακαλύπτουν κενό, πηγαίνουν και πέφτουν μέσα; Γιατί να θέλεις το κακό τους;

Τελευταία πάλι προετοιμαζόμαστε σκληρά για να την πατήσουμε σαν πρωτάρηδες. Ξεφυλλίζουμε εγχειρίδια σωτηρίας, δεχόμαστε συμβουλές ανυπαρξίας και συμβουλευόμαστε καταπραϋντικούς οδηγούς. Πώς θα ξοδεύουμε λιγότερα, πώς θα κάνουμε διακοπές φθηνότερα, πώς θα επιβιώσουμε στην κρίση; Οι αγαπητοί δημοσιογράφοι ξεχνούν να αναφέρουν τη χτυπητή αντίφαση ότι εφόσον ο κόσμος μαζευτεί, την ύφεση την έχουμε στο τσεπάκι μας-κάτι που υποτίθεται ευχόμαστε να αποφύγουμε και ζητάμε από τους τουρίστες να φάνε, να πιούνε και να ξοδέψουνε.

«Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί να υπάρχει ένας κόσμος» είχε γράψει ο Καρλ Κράους σε ένα φλογερό του κείμενο. Η νέα ιδέα είναι να το ρίξουμε στα γράμματα και τις τέχνες-που δεν ακούγεται καθόλου άσχημη. Αναμφίβολα μπορούν να μας βοηθήσουν αν ζητάμε αφύπνιση και όχι πιπίλα, σαλιάρα και νανούρισμα. Αν μάλιστα έχουμε βιβλιοθήκη στο σπίτι μας ας δοκιμάσουμε να την αφουγκραστούμε: Τόσα αριστουργήματα, τόσος μόχθος, τόσος ιδρώτας για να γραφτεί μία σελίδα που ίσως ανάψει μια φωτιά στα μυαλά των ανθρώπων να καταλήγει άραγε εδώ; Στις αγορές, τα χρηματιστήρια, τις τράπεζες, την υποχρεωτική λιτότητα και το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους; Είναι επιθυμία μας να ζήσουμε χειρότερα; Τι θα έλεγε ένας αξιοπρεπής εξωγήινος για τον κόσμο μας; Πόσοι από μας θα ζήσουν χωρίς να προστρέξουν στη βοήθειά του;

Ενώ λοιπόν η σκέψη είναι καλή, η εκτέλεση εμπεριέχει προφανείς κινδύνους. Πρέπει εσπευσμένα να κλειδώσουμε τα θέατρα και να κάψουμε τα βιβλία, αν μας φαίνονται καλές λύσεις απόγνωσης. Η τέχνη, καθώς ακόμη παλεύει για να σωθεί από τον εαυτό της, είναι εξίσου ικανή να μας οδηγεί στο νόημα όσο είναι και στο να μας το αποκρύπτει. Δε χρειαζόμαστε περισσότερο αποπροσανατολισμό αλλά καινούριες πυξίδες. Ποιος αμφιβάλλει ότι η επίσημη ενημέρωση κάνει καλά τη δουλειά της; Μια χαρά μπορούμε να αποβλακωθούμε με το καινούριο πρόγραμμα του Mega και τα επικοινωνιακά παιχνίδια της κυβέρνησης.

«Μπορεί κανείς να αποκτηνωθεί με τον Όμηρο και τον Γκαίτε όσο και με τα πιο φτηνιάρικα προϊόντα» λέει κατηγορηματικά ο Μπρυκνέρ. Ο Στάινερ προκλητικότερα αναρωτιέται: «Όλοι αυτοί για τους οποίους ένα μεγάλο ποίημα, ένα φιλοσοφικό έργο, ένα θεώρημα είναι σε τελική ανάλυση η υπέρτατη αξία, μήπως δε βοηθούν τους εκτοξευτές ναπάλμ στρέφοντας αλλού το βλέμμα, καλλιεργώντας μια στάση αντικειμενικής λύπης ή ιστορικού σχετικισμού;». Δεν ξέρω αν βοηθούν «όλοι αυτοί», σίγουρα πάντως δε βοηθούν τους συνανθρώπους τους όταν η ενασχόληση τους με την τέχνη δε γίνεται έναυσμα για περαιτέρω ενεργοποίηση, εγρήγορση και ευαισθητοποίηση.

Ας το αναγνωρίσουμε. Ό,τι πίστεψαμε, δε μας έλαβε υπόψη του. Κάθε ιδέα βρήκε στέγη και σε διαφορετική πέτρα. Κι εμείς εξακολουθούμε να σκοντάφτουμε πρόθυμα πάνω σε όλες, χωρίς να έχουμε σκεφτεί ποιες και πόσες απ’ αυτές θα βάλουμε στο όχημά μας για να μην το παίρνει ο αέρας. Στο δρόμο μας, μας περιμένουν ανυπόμονα ισάριθμοι σωτήρες. Όταν θα αρχίσουμε να διασκεδάζουμε με τα παλιά μας λάθη στα δύσβατα μονοπάτια των ιδεών, θα έχουμε καταφέρει να εκδιώξουμε και τον τελευταίο Θεό πάνω απ' το κεφάλι μας.

Ο κόσμος ωστόσο μοιάζει ακόμα να προσπαθεί να παγιδεύσει όλο το φως έξω του με στόχο την τελική του εξόντωση από έλλειψη οξυγόνου, πραγματοποιώντας την τελευταία του φαντασίωση. Οι λάτρεις της τέχνης, βλέποντας τον γκρεμό πεντακάθαρα μπροστά μας, αλαζονικά επιμένουν: Όλοι θα κριθούν κάποτε από την ομορφιά που θα χωρέσουν μέσα τους. Ίσως. Σίγουρα δεν είναι ηλίθιος αυτός που θέτει ερωτήματα ενώ όλοι φαίνεται να έχουν τις απαντήσεις-δίχως να περιμένουν τη διαρροή. Ο χρόνος όμως πιέζει-και ίσως ήρθε η ώρα να ρισκάρουμε μία. Ας ξαναδιαβάσουμε πρώτα το Σύνταγμα κι έπειτα ας ανοίξουμε τον Ελύτη.

Ό,τι δε μένει: Μονάχα αυτό είναι ζωντανό. Μια μάχη έχει μείνει για να χαθεί και πρέπει γρήγορα να βρούμε το σπαθί μας και να πηδήξουμε στη φωτιά. Η αλλαγή θα εμφανιστεί σα μια μικρή ρυτίδα, σαν ένα σημάδι από μια πληγή της μάχης που υποχρεωτικά δίνουμε και δεν είναι άλλη απ' τη μάχη για την επιβίωση. Η ελπίδα θα γεννηθεί με το ζόρι αν χρειαστεί, με μια ωραιότατη καισαρική. Είναι δική μας δουλειά, από σήμερα κιόλας, να αρχίσουμε να διαφωνούμε.

Δύο απόψεις για την ίδια κρίση

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στα «Νέα» μέσα στο καλοκαίρι ήταν ενθουσιασμένος με την κρίση. Αναπαρήγαγε το γνωστό τροπάριο: «Πριν το παιχνίδι χαθεί στην οικονομία και τα ομόλογα, το παιχνίδι χάθηκε στην παιδεία και τον πολιτισμό» γράφει. Κάνοντας τον διαχωρισμό ανάμεσα σε καλούς και κακούς Έλληνες έλεγε για τους πρώτους: «Όλοι αυτοί την περίμεναν αυτήν την κρίση. Κι όσο κι αν ξέρουν πως θα την πληρώσουν και οι ίδιοι, ίσως και χειρότερα από τους υπόλοιπους, τη δέχτηκαν με κάποια ανακούφιση. Το «επιτέλους» βγαίνει αυθόρμητα, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, κι όσο κι αν η γενικευμένη κατήφεια είναι και δική τους υπόθεση το δικό τους ειρωνικό χαμόγελο είναι η μόνη διέξοδος απ΄ το σημερινό αδιέξοδο. Οι κοινωνίες περνούν κρίσεις, όπως η ζωή του καθενός περνάει κρίσεις. Είναι απαραίτητες γιατί μόνον αυτές σου επιτρέπουν να πάρεις τις απαιτούμενες αποστάσεις από τον εαυτό σου, να δεις το σχήμα που μέχρι προχθές πνιγόταν μες τη βαβούρα».

Μια μέρα αργότερα η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου, που είναι επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έγραψε στο «Βήμα»: «Συχνά εκφράζεται η άποψη, τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, ότι τάχα η κρίση μπορεί να έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα, μπορεί να μας κάνει «καλύτερους» ανθρώπους, πολίτες φίλους, γονείς, συντρόφους, συναδέλφους κτλ. Βασική προϋπόθεση αυτής της αντίληψης είναι ότι η κρίση είναι ένα είδος τιμωρίας για τις υπέρμετρες, στον βαθμό της ύβρεως, συμπεριφορές και αντιλήψεις των τελευταίων δεκαετιών ή ακόμη ένα είδος τιμωρίας για τα εγγενή «κουσούρια» της φυλής. Άμεση συνέπεια τέτοιων επιχειρημάτων είναι η άποψη ότι η «σωτηρία» μας τώρα εξαρτάται από τη δυνατότητά μας να προσαρμόσουμε τις αξίες, τον τρόπο ζωής και τις αντιλήψεις μας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται βέβαια για μια βαθιά ηθικολογική- και μάλλον αποκαλυπτικής έμπνευσης- θεώρηση της οικονομικής κρίσης που προσφέρεται για κάθε είδους κριτική αποδόμηση. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε ότι η ιδέα της «τιμωρού κρίσης» βασίζεται στη λογική προϋπόθεση ότι το σύνολο των μελών της κοινωνίας τιμωρείται από κοινού για τα κοινά αμαρτήματα και, το κυριότερο, ότι βιώνουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τις επιπτώσεις της τιμωρίας. Κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου η κρίση βιώνεται σήμερα με πολλούς διαφορετικούς και συχνά αντιφατικούς τρόπους από διαφορετικές ομάδες πληθυσμού. Εξάλλου, οι κρίσεις- όπως και οι καταστροφές - αναδεικνύουν τις κάθε είδους ανισότητες των κοινωνιών, ανατρέπουν ισχύοντες συσχετισμούς, εντείνουν τις εσωτερικές ανομοιογένειες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν σαν κολυμπήθρα που θα ξεπλύνει τις αμαρτίες και θα μας κάνει τάχα καλύτερους ανθρώπους».

Κάπως καλύτερα, δε νομίζετε;

Υ.Γ. Καλώς σας βρήκα. Είναι κανείς εδώ;

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Επιστρέφω αμέσως


Ο Pasaenas κάνει χρήση της καλοκαιρινής του άδειας.

Τακτοποιήθηκε

Κάποιοι βίασαν ένα κορίτσι μέσα στις τουαλέτες ενός σχολείου. Οι σοφοί συνεδρίασαν. Είπαν: «Να κλειδώσουμε τις τουαλέτες». Το μέτρο απέδωσε. Ένα σχολικό λεωφορείο στα Τέμπη συγκρούστηκε με νταλίκα. 21 μαθητές νεκροί. Οι σοφοί συνεδρίασαν εκ νέου. Είπαν:«Να σταματήσουν οι εκδρομές». Η σύσταση ξεχάστηκε μαζί με τα παιδιά. Μία χώρα μπήκε σε επιτήρηση. Τα περιουσιακά της στοιχεία, οι μισθοί και οι συντάξεις κινδύνευαν. Οι σοφοί αυτή τη φορά δυσκολεύτηκαν. Είπαν:« Όσοι δεν έχουν τηλεόραση, ας φάνε παντεσπάνι». Και ενώ δεν συμφωνούσα σε τίποτα απ’όσα είχαν πει οι σοφοί, ένα μήνυμα έφτασε στο κινητό μου:«Το καρτοκινητό σας έχει ταυτοποιηθεί». Μα πώς; Πήρε από μόνο του την πρωτοβουλία; Οι σοφοί με διευκόλυναν. Μου είπαν: «Οι μηχανές πάντοτε βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά από τους αφέντες τους. Με τη σειρά σου δείξε κι εσύ καλή θέληση και υπάκουσε. Είναι το μοναδικό δικαίωμα εξάλλου που σου αναγνωρίζουμε. Τι θέλεις, να σε αφήσουμε ελεύθερο; Εμείς ξέρουμε. Θα σε ελέγχουμε, άρα θα υπάρχεις». Δέος με κυρίευσε. Κάπως έπρεπε να ανταποδώσω τη χάρη. Ψέλλισα: «Το Facebook μου το θέλετε»;

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Η ανωνυμία και η Σέκτα

Πολλά blogs είναι ανώνυμα, όπως εξάλλου και πολλά μωρά. Όταν μεγαλώσουν και πάνε σχολείο, όλο και κάποιο θα ξεχάσει κάποτε να βάλει το όνομά του κάτω από κάποιο διαγώνισμα. Το όνομα για το blog, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική ανάλυση που έχετε τη δυνατότητα να παρακολουθήσετε, είναι ό,τι η ζώνη για το αυτοκίνητο. Μην το παραλείπεις, αφού διαφορετικά κινδυνεύεις να σε φάνε λάχανο. Παρόλο λοιπόν που λανθασμένα οι τρομοκράτες σκοτώνουν, δεν αποκλείεται τελικώς να επιλέγουν τους σωστούς ανθρώπους και να έχετε κάνει πολύ κακά που τους έχετε παρεξηγήσει. Αν και δεν προκύπτει από την προκήρυξη με σαφήνεια, δεν είναι απίθανο να υπάρχουν κοινοί στόχοι και κοινοί εχθροί γύρω από τους οποίους μπορεί τελικά να χτιστεί μία συναίνεση και να βρεθεί κάποιο σημείο επαφής με το αντάρτικο πόλεων, ένας νεκρός πάνω στον οποίο όλοι θα μπορούν να συμφωνήσουν. Από τη στιγμή που όλοι θα γράφουν επώνυμα, δεν γίνονται αυτομάτως στόχος όλοι, αλλά ναι, καλά ακούσατε, θα παύει να έχει λόγο ύπαρξης η Σέκτα. Η ανωνυμία κοστίζει ζωές, η επωνυμία αφοπλίζει τρομοκρατικές οργανώσεις. Ποτέ δεν είναι αργά για να διευρύνουμε τους πνευματικούς μας ορίζοντες,

(«Αυτό θέλαμε να πούμε αλλά εμμέσως μωρή ηλίθια» ακούστηκε η ταραγμένη φωνή του Άρη όταν έπεσαν διαφημίσεις...).

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Σπινόζα, δήλωσες το καρτοκινητό σου;

«Από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους συνάγεται εμφανώς ότι ο απώτερος σκοπός του δεν είναι να κυριαρχεί επί των ανθρώπων ούτε να τους κάνει να σιωπούν από τον φόβο ή να τους καθυποτάσσει στο δικαίωμα του άλλου, αλλά το αντίθετο: να ελευθερώνει τον καθένα από τον φόβο ούτως ώστε στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, να ζει με ασφάλεια και επομένως να διατηρεί το φυσικό δικαίωμα που έχει στην ύπαρξη χωρίς να βλάπτει τον εαυτό του ή τους άλλους». Μπαρούχ Σπινόζα.

Το αβοήθητο παιδί

Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι και άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί και έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πώς, φώναξα είπε το παιδί και άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ’άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ’άλλο είπε ο άνθρωπος. Πήρε και το τελευταίο γρόσι απ’το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του. (Από τις Iστορίες του κυρίου Κόινερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ).

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Με το Χάρο, με τη Ρίκα, το Σωκράτη και τ ’άλλα παιδιά

Update: To Troktiko έκλεισε, η Δημοκρατία νίκησε! Η δικιά τους Δημοκρατία!

Τον μακαρίτη (και όλη τη σχολή που δημιούργησε) τον «συμπαθούσα» τόσο πολύ, που η πρώτη πρώτη μου, απαίσια, ομολογώ σκέψη μετά το φονικό ήταν: «Ποιος μ… τον έκανε ήρωα;».

Ποιος μαλάκας πάρκαρε εδώ που παρκάρω εγώ; Ποιος μαλάκας είναι τέτοια ώρα στο τηλέφωνο; Ποιος μαλάκας ανακατεύει τα πράγματά μου; Ποιος μαλάκας έκανε τον Γκιόλια να δείχνει γοητευτικός έτσι νεκρός; Κλασική περίπτωση Κένεντι και η περίπτωση του Σωκράτη όπου ο δολοφονημένος χρωστάει χάρη στους εκτελεστές του για την καλή του υστεροφημία…

Τα συλληπητήρια λέει ο Τσοράν, όταν δεν είναι τυπικά, αγγίζουν την απρέπεια ή τον παραλογισμό. Αυτό είναι το πρόβλημα που εμφανίζεται σε κάθε τέτοιο κείμενο: Ο φασισμός με τον οποίο υποδεχόμαστε την είδηση. Αυτή η «πρώτη πρώτη» σκέψη πρέπει να διαγραφεί από το μυαλό μας οριστικά και να επιστραφεί εσπευσμένα πίσω-ποιος πιστεύει ακόμα στη κεραυνοβόλα σκέψη; Όχι επειδή είμαστε υποκριτές, αλλά επειδή νεκροί και ζωντανοί έχουμε την ίδια πατρίδα-κανείς δεν υποψιάζεται άραγε ότι θα πεθάνει;

Ο θάνατος απαιτεί να παίξουμε ξανά και ξανά τη σκηνή στο μυαλό μας, να ακούσουμε το κουδούνι, να νιώσουμε τη σφαίρα, να μυρίσουμε το αίμα. Αν πάσχουμε από έλλειψη φαντασίας, αν δε φτάνουν όλα αυτά, μπορούμε να επισκεπτούμε τη γυναίκα του θύματος. Η γνώμη μας για τον άνθρωπο αυτή την ώρα είναι παραπλανητική-γι’αυτό ο κόσμος που ενοχλήθηκε λέει στη Ρίκα μέσες άκρες να βάλει τη δική της εκεί που ξέρει!

Προσοχή λοιπόν! Έχουμε την ευκαιρία να γράφουμε για το θάνατό του μόνο επειδή έτυχε να μην είναι ο δικός μας. Δεν μας ζήτησε ο νεκρός την άποψή μας για το κατά πόσο του πάει η οριζόντια στάση στον καινούριο του τάφο, δεν συναντηθήκαμε σε κοσμικό γκαλά και μας έρχεται να τον φτύσουμε, δεν είναι ετοιμοθάνατός και δεν τον ενδιαφέρει αν έχουμε κάτι τελευταίο να του εκμυστηρευτούμε. Μας ζητάει τη γνώμη μας για το θάνατό του. Τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε πια για τον παράδεισο ή την κόλαση, άμα συναντηθούμε.

Μοιάζουμε απελπιστικά με τους χαιρέκακους διανοούμενους που μπερδεύουν την παγκόσμια οικονομική κρίση της ασυδοσίας και της κερδοσκοπίας με την κοινωνική χρεοκοπία που προηγήθηκε-και σκέφτονται ότι είναι καιρός να αναγνωριστεί η μεγαλοφυία τους από τα «ανθρωπάκια». Μοιάζουμε φρικτά με κάτι τύπους στο TVXS που έλεγαν στα σχόλια ότι εντάξει, δεν ήταν άνθρωπος αυτός που έφυγε, ήταν υπασπιστής του Χρυσοχοίδη! Πρέπει πάση θυσία να διαχωρίσουμε το γεγονός και να μείνουμε σε αυτό. Αλλιώς ας πούμε με παρρησία ότι τουλάχιστον τη δολοφονία του την είχε σε αποκλειστικό! Πως αν ήταν ανάρτηση στο Troktiko κανείς δεν θα τη θυμόταν μετά από 2 ώρες! Πως για εμάς δεν είναι απώλεια η εκτέλεσή του, μπαίνοντας έτσι στη λίστα των υπόπτων! Ας πούμε ανοιχτά ότι είμαστε καμουφλαρισμένα φασιστοειδή και παριστάνουμε τους δημοκράτες! Ας το φωνάξουμε κι ας λυτρωθούμε για πάντα από το συμβατικό αυτό ψέμα!

Είναι πολλοί αυτοί που καταπιέζονται στην κατασυκοφαντημένη Δημοκρατία μας. Κι αν και είναι πράγματι υπέροχη και για μένα η διαδικτυακή γειτονιά του Protagon, έχει φιλοξενήσει δυστυχώς κείμενο που αντιτίθεται στην ελευθερία της έκφρασης, κείμενο που με έκανε να τρομάξω και να θυμώσω. Το κορίτσι του διπλανού πόρταλ, καθόλα ανώνυμα, έγραφε: «Με λίγα λόγια αν ξανακούσω κανένα να υπερασπίζει την ελευθερία των μπλόγκερς του Διαδικτύου παίδες θα τα σπάσω όλα! Καλύτερα να κόψω το χέρι μου παρά να τους χαριστώ άλλη φορά. Να πα να πνιγούν. Να καούν στην κόλαση. They give freedom a bad name!». Αν δεν μπορούν ούτε οι ευφυείς άνθρωποι να καταλάβουν για τι αξίζει να πεθάνει κανείς, πρέπει όλοι απευθυνόμενοι στον εαυτό μας να επαναλάβουμε τα λόγια εκείνου του δικαστή προς τον κλητήρα στα χρόνια του Φράνκο: «Ας περάσει ο καταδικασμένος».

Η Δημοκρατία απαιτεί γερό στομάχι. «Είναι ένα έργο τέχνης, ένα αποσυντονιστικό στοίχημα ενάντια στη φύση και τους θεούς» όπως γράφει ο Σαβατέρ, είναι η ίδια η Επανάσταση. Κι είναι τέτοια η τόλμη της, που αφήνει τους εχθρούς της να δραστηριοποιούνται εις βάρος της(Ε. Κριαράς). Ο Νίτσε σε ένα ποίημά του λέει ότι ένα παχύ βατράχι είναι ό, τι πρέπει για τη δυσπεψία. Αυτό ζητάει από μας η Δημοκρατία καθισμένη στο εδώλιο. Να την καταπιούμε με υπομονή, ανεκτικότητα, αγάπη αλλά και πάθος-γιατί είναι καλύτερή μας και εμείς ακόμα ανάξια τέκνα της. Κάποια άλλη κυρία, κι εκείνη ενοχλημένη, φαίνεται να ζηλεύει, να σνομπάρει και να υποτιμά τις ιδέες που γεννιούνται στα blogs. Ο Μπρεχτ δεν έχει στείλει βιογραφικό για να εισακουσθεί: «Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα να αλλάξουμε».

Κανείς μας δεν φαίνεται ικανός να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στη Δημοκρατία. Απορροφημένος από τη φωνή του και κτητικός με το δίκιο του, ο πολίτης τρώγεται συνεχώς με τα ρούχα του. Θέλει την απόλυτη εξουσία και η δημοκρατία αρνείται πεισματικά να του τη δώσει, τον παιδεύει, τον εξοργίζει, τον δοκιμάζει, τον εμπαίζει, μένει μαζί του σε ένα απέραντο φλερτ δίχως τέλος, κομματιάζει τα νεύρα του. Κι αυτός γκρινιάζει, κουράζεται, εξαντλείται, βαριέται, ζεσταίνεται κιόλας. Θέλει να ξεσπάσει στους υπευθύνους. Τα θέλει όλα τώρα και όλα(μονά-ζυγά) δικά του. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, δείχνει πανέτοιμος να προσκαλέσει επιτέλους εκείνον τον καλό δικτάτορα που θα τον απαλλάξει από τις δυσβάσταχτες ελευθερίες του. Δειλός με την πραγματικότητα και αδέξιος απέναντι στις χιλιάδες δυνατότητες, σκαλίζει τη διαφωνία επειδή δε τον χωράει η συμφωνία-ενώ αποδεδειγμένα χίλιοι καλοί χωράνε. Ακριβώς όλα όσα δε φτάνει η αλεπού, είναι η πολύτιμη Δημοκρατία μας.

Επειδή μίλησα για το TVXS, τις προάλλες ψάρεψα δύο σχόλια: «Είναι άκρως εντυπωσιακό μια τρομοκρατική οργάνωση να χτυπά ένα μικρό γρανάζι της σκατομηχανής. Η δολοφονία ενός λούμπεν της παραδημοσιογραφίας θα πρέπει να έχει προκαλέσει πραγματικό πανικό στους πάρα πολλούς "πρόθυμους" bronze και silver boys». Και πιο κάτω: «Ε ναι, εκεί πάνω που θα άρχιζαν να αναρωτιούνται όλοι ποιος επωφελείται από αυτή τη δολοφονία, τσουπ, επέστρεψε απ'το λήθαργο η πιο προβοκατόρικη οργάνωση που έχει εμφανιστεί αυτά τα χρόνια. Τυχαίο; Δε νομίζω!». Αυτό είναι το Διαδίκτυο. Είναι το απόλυτο τεστ της κριτικής μας ικανότητας. Είναι αυτό που δεν θέλουμε να έχει συμβεί κι αυτό που φοβόμαστε να σκεφτούμε και να εξετάσουμε: το δίκιο μας να μην είναι δίκαιο και η ενημέρωσή που μας προσφέρει η τηλεόραση για την παράνομη χωματερή.

Η εισαγωγή του κειμένου της Ρίκας ενόχλησε γιατί ήταν άκαιρη και κυνική. Οφείλουν όλοι όσοι ασχολούνται με τα κοινά το «ένας από μας» να το θεωρούν δεδομένο. Και κάθε τέτοιο θάνατο προσωπική τους αποτυχία. Το ξέρω ότι φαίνεται σχεδόν ασήμαντο αυτό που γράφω και η διαφορά με όσα έγραψε τελικά ελάχιστη, αλλά είναι κρίσιμο για το αν θα μπορέσουμε κάποτε να κατακτήσουμε τη γη και τους εαυτούς μας πάνω σ' αυτή. Στο παρελθόν ο άνθρωπος διέλυσε αυτά που είχε χτίσει και επέλεγε πάντα να καθαρίζει τον συνάνθρωπό του παρά να τολμήσει να καθαρίσει τη ψυχή του. Η λύση και στην περίπτωσή μας είναι σε μέρος που δεν ψάχνουμε από πείσμα και ισχυρογνωμοσύνη. Αλλά αν θέλουμε Δημοκρατία, αυτά τα δύο θα πρέπει να τα ξεχάσουμε.

Ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος, αν δεν αλλάξουμε, να πούμε ότι κάποτε ήμασταν πιο κοντά ο ένας με τον άλλον, παραφράζοντας τον Στανισλάβ Λεκ, γιατί τα όπλα μας δεν έριχναν πολύ μακριά. Να πούμε ότι δεν έτυχε να σκοτώσω εγώ τον Σωκράτη επειδή δεν έχω σταθερό χέρι! Να κοβόμαστε μέχρι τα γεράματα στον Βολταίρο όπως το κορίτσι του διπλανού πόρταλ. Το ραντεβού στην πλατεία μπορεί να γίνει διαμαρτυρία ή σφαγή. Στο χέρι μας είναι και η αγκαλιά και το περίστροφο.

Όταν ο Pasaenas γίνει φασίστας θα ενημερώσει τους έξι αναγνώστες του(τόσους έχει σύμφωνα με τον Πανόπτη του) για να πάρουν τα μέτρα τους και να φορέσουν αλεξίσφαιρο. Προς το παρόν απολαμβάνει να διαφωνεί ακόμα και μαζί τους γιατί όπως έλεγε ο Μοντεσκιέ: «Εκεί όπου δεν υπάρχουν ορατές συγκρούσεις, δεν υπάρχει ελευθερία». Δεν ήταν κατάλληλη η ώρα για να χωρίσουν οι δημοσιογράφοι διαδικτυακά τις δημοσιογραφίες τους. ‘Η μήπως για κάποιους άλλους ήταν;

Y.Γ: Ο Δήμου έγραφε στη «Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» ότι ο Νεοέλληνας δεν μπορεί να μιλήσει για οποιονδήποτε συμπατριώτη του χωρίς να πει: «Ναι, αλλά». Το πρόβλημα για μένα δεν βρίσκεται στη δευτερεύουσα. Η αντίρρηση επιβάλλεται να εκφραστεί-κρίνε για να κριθείς έλεγε ο Αναγνωστάκης. Το πρόβλημα είναι ότι δεν εννοούμε τον καλό μας λόγο, ότι δεν λέμε με την καρδιά μας την κύρια, ότι δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε μια αλήθεια για κάποιον άνθρωπο αξιόλογο. Η Ρίκα έχει δυνατή πέννα-το λέω ολόψυχα. Και με είχε εντυπωσιάσει με κάποια οξυδερκή κείμενά της. Τώρα αισθάνεται αδικημένη-δεν καταλαβαίνει ότι είναι κοπλιμέντο να τα βάζουν μαζί σου. Ωστόσο η ίδια παραδέχεται ότι το κείμενο το έγραψε σε είκοσι λεπτά-της πήρε πολύ παραπάνω από μια ανάρτηση στο Troktiko και πολύ λιγότερο απ’όσο τελικά χρειαζόταν. Κι η σκέψη μου δεν μπορεί να μην πάει στον Κάφκα, αυτόν τον περίεργο τύπο που είχε ζητήσει από τον Μαξ Μπροντ να μην εκδοθεί τίποτα απ'όσα είχε γράψει-ναι, και «η Δίκη»- και που πίστευε πως «όλα τα ανθρώπινα λάθη πηγάζουν από την ανυπομονησία, την πρόωρη διακοπή της μεθοδικής διαδικασίας, τη φανερή αποφυγή αυτού που φαίνεται να είναι υπό εξέταση». «Τα περισσότερα γραψίματα απομένουν μούστος, δε θα γίνουν ποτέ κρασί» διαπίστωνε ο Λορεντζάτος. Καλοκαίρι, παραλία, καιρός να ανοίξουμε κανένα παλιό και ώριμο. Μετά τον καύσωνα.

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Ποιος αγαπάει τέτοια ώρα;

Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίφασης και της φυγής. Μπωντλαίρ.

Το κουρασμένο μυαλό προκαλεί την καρδιά σε μονομαχία. Της επιβάλλει να εκφραστεί για να επωφεληθεί πνευματικά και συναισθηματικά. Κι υποθέτω πως περιμένει απ' αυτήν να αποδώσει δικαιοσύνη, να συντρίψει τους προστατευτικούς εγωισμούς και να αποφύγει τους συναισθηματισμούς.

Τίποτα εύκολο δεν είναι ωραίο. Και το ψέμα το σιχαίνομαι. Το σιχαίνομαι γιατί το ‘χω πει, την ώρα που η αλήθεια αύξανε τις απαιτήσεις της. Γιατί μόνο όταν με ανακάλυψα είδα καθαρά την ανθρωπότητα. Η αδυναμία μας να αγαπήσουμε τους άλλους είναι αδυναμία να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, αποφάνθηκα, καταλήγοντας στο σωστό συμπέρασμα ενός βιαστικού πορίσματος.

«Αγαπήστε με, αγάπησέ με, αγάπα με». Η ικεσία μας δεν είχε εξαρχής καμία τύχη. Ο ανώνυμος άνθρωπος της πόλης απέκτησε άμεσα προβλήματα συγκέντρωσης και συσσώρευσε σύγχυση αιώνων. Βγαίνοντας στην κοινωνία, έγινε πρόθυμος να υπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό και αφέντη, να πει και να φορέσει οτιδήποτε για να τον προσέξουν, να πέσει πάνω μας στο δρόμο μόνο και μόνο για να μας ζητήσει συγγνώμη. Φανταστείτε πόσο μακρινή άρχισε να του φαίνεται η απόσταση που τον χωρίζει από τους άλλους, πόσο απρόσιτη να του φαίνεται η αγάπη-και πόσο ανίκανος να γίνεται γι’αυτήν.

Σε περίοδο οικονομικής κρίσης ο έρωτας προστέθηκε κι εκείνος με τη σειρά του στα συνειδησιακά βάρη. Αφού καταστρέψαμε τους συμπολίτες μας συνολικά, τους αναλαμβάνουμε και ξεχωριστά. Υπάρχουν φυσικά ακόμα άνθρωποι που σε κρίνουν από τις φωτογραφίες που έχεις στο πορτοφόλι σου και όχι από το περιεχόμενό του και σε παρασύρουν. Και πάει καιρός που αποδέχτηκα επιστρατεύοντας όλο μου το θάρρος ότι δεν προσφέρω μόνο εγώ φιλί, χάδι και αγκαλιά, πως κανείς και τίποτα δε μου ανήκει.

Ο Μπωντλαίρ έλεγε ότι στον έρωτα όπως και σε όλες σχεδόν τις ανθρώπινες υποθέσεις, η εγκάρδια συνεννόηση είναι αποτέλεσμα μίας παρεξήγησης. Όταν αυτή η παρεξήγηση εκλείψει, το θέμα θέλει προσπάθεια που δεν έχει κανείς κουράγιο να κάνει. Οι αυτοματισμοί ξεχνιούνται και τα πείσματα ευνοούνται. Όταν δύο εγώ μαλώνουν στην έδρα του έρωτα, το δίκιο και το άδικο δεν τα χωρίζουν, απλώς τα καθυστερούν.

Το υπεράνθρωπο «προτιμώ να ‘χουν δίκιο οι άλλοι» του Μπόρχες, όσο κι αν προσπαθείς να το εφαρμόσεις, αρχίζει να ακούγεται υποκριτικό όταν ξεθωριάζει ο πειρασμός της πρόκλησης για επιμονή, όταν ναρκοθετείται η ανάγκη για συνεννόηση, όταν τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται, όταν το στόμα σου σα μια πληγή δε ζητά παρά να σφαλίσει(Ρίλκε). Η ανάγκη και η ανασφάλεια θα συνεχίσουν να κάνουν τις σχέσεις περισσότερο δυνατές απ’ όσο μπορεί η ελευθερία, που σε αφήνει πάντα μόνο με το τίμημά της: να είσαι ο κακός της υπόθεσης.

Ευτυχώς όμως, ο άνθρωπος επιβιώνει. Όσο κι αν ορκίζεται σε ό,τι ιερότερο έχει, δε θέλει να αγαπηθεί γι’αυτό που είναι-όχι για πολύ καιρό τουλάχιστον. Μια τέτοια απόλυτη αγάπη, που δεν τον καλεί να αλλάξει, θα ήταν μια αβάσταχτη υπενθύμιση της θνητότητάς του, μια προετοιμασία για το θάνατο. Η αχαριστία του είναι μια απόλυτα υγιής αντίδραση που τον προστατεύει από αυτό το ναυάγιο. Στην πραγματικότητα διψάει για δράση- όσο ακόμα την αντέχει και αντλεί από αυτή ικανοποιήσεις. Θέλει δύναμη, εξουσία, κολακείες, συγκινήσεις, προδοσίες, ονειροπολήσεις, εξάψεις, προσωρινές λυτρώσεις, περιπέτειες με αίσιο τέλος, ελεγχόμενους κινδύνους, νικηφόρους πολέμους και απεριόριστες δυνατότητες αυτοκαταστροφής.

Δημιουργεί ανώδυνες απουσίες, σκοτώνει μέσα του ανθρώπους πριν γεννηθούν και τους αποβάλει, ενθουσιάζεται με το καινούριο, λοξοκοιτάζει προς την ευτυχία, διασκεδάζει με τιμωρίες και ψέματα, αναμιγνύει ακίνδυνα ή και επικίνδυνα δηλητήρια. Επιθυμεί να εξαφανιστεί από τη γη χωρίς συνέπειες, να σαλπίσει τα θαύματα, να διαχειριστεί την κόλαση, να προκαλέσει αναστάσεις, διαψεύσεις και απογοητεύσεις, να ταράξει τα νερά, να βυθιστεί στις απολαύσεις μένοντας ανικανοποίητος, να αναβάλλει όλα τα δικαστήρια που του ετοιμάζουν οι συνάνθρωποί του.

Τα θρεπτικά του λάθη, που συνήθως αξίζουν και με το παραπάνω την συντριβή της στρεβλής και κοινωνικά ορθής ηθικής του, έχει συνηθίσει να τα κρύβει ντροπιασμένος στην άμμο, κυριαρχώντας εκ των υστέρων επάνω τους ανακουφισμένος. Μειώνοντας την αξία τους, υποβιβάζει τη σημασία τους, προσποιούμενος ότι η ύπαρξή του, το κρίσιμο διάστημα της τέλεσης του «εγκλήματος», δεν του ανήκε ολοκληρωτικά.

Παρόλο που με τα λάθη του είναι επιεικής, αν δεν θεωρεί τον εαυτό του ικανό να δημιουργήσει και να ζήσει ένα πάθος, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Γίνεται ικανός για όλα, βουλιάζει στη θλίψη και επιβιώνει μονάχα χάρη στις εμμονές του. Όταν επιτίθεται, το πράττει αιφνιδιαστικά και με έναν ενστικτώδη ενθουσιασμό. Κι αν αφήσει την ειλικρίνειά του να τα φυλάει, πολλοί από εμάς θα ξυπνήσουν μέσα στα αίματα.

Από τον εραστή του ζητεί μόνο το ωφέλιμο κομμάτι του, το ευπροσάρμοστο, το λογικό, το ανώδυνο, το πιο απάνθρωπο και τεχνολογικό. Το πάθος του για ταχύτητα τρέφει την ανυπομονησία του και την ψευδαίσθηση. Ο πόθος του ευνοεί τα αντικείμενα. Γι’αυτό συνήθως ο σωτήρας που επιθυμούσε αποδεικνύεται περιορισμένων δυνατοτήτων, ένας άγιος που δεν γνωρίζει το δρόμο για τον παράδεισο, που δεν κατέχει ούτε τα βασικά της σωτηρίας. Τότε μεμιάς, σαν πληγωμένος τυχοδιώκτης, τον ξεφορτώνεται και ελαφρύτερος πια χτυπάει παλιές, βολικότερες πόρτες. Δεν κάνει έρωτα, μόνο σεξ. Δε ζει, κρύβεται. Δε σμίγει, εξαιρείται. Δεν καταλαβαίνει, πιστεύει. Η μοναξιά που αισθάνεται τον εμποδίζει να την παρακάμψει και να της επιβληθεί έστω προσωρινά-η απουσία του τον κυνηγά. «Καθένας θα έπρεπε να είναι ταγμένος στη μοναξιά του αλλά επιλέγει να επιτηρεί την μοναξιά των άλλων» γράφει ο Τσοράν πολύ πριν το Facebook.

Η ικανότητά μας να ξεχνάμε μας κάνει κατάλληλους για τον κόσμο. Λίγη κακία όμως είναι απαραίτητη αν θέλει να επιβιώσει κανείς. Αν περιφρονείς το εγώ σου, πώς περιμένεις να ασκήσεις τη ζωή; Όσο θλιβερό ωστόσο κι αν ακούγεται η μεγαλύτερη μου φιλοδοξία μέσα στη μοναξιά μου είναι να είναι καλά αυτοί που αγαπώ. Τα λάθη μου είναι λάθη μοναχικού ανθρώπου που έχει πειστεί πως η μόνη υποφερτή λύση είναι να μοιραζόμαστε και είχε αποφασίσει μέχρι πρότινος να κόβει δρόμο αγαπώντας.

Στο εξής να φοβάμαι να ζήσω κάτι όμορφο; Να φοβάμαι γιατί μετά θα το θυμάμαι; Έτσι όπως ‘γιναν οι ζωές μας, μας φαίνεται σχεδόν ανώφελο να αγαπηθούμε. Αηδίες! Μη με ακούσει ο Νίτσε. Θα μου ‘λεγε ότι δε φέρνω τίποτα στο τραπέζι, μήτε μια πείνα της προκοπής. Ο έρωτας, αυτή η φωτεινή όψη της απελπισίας, δεν αξίζει ούτε στους τεμπέληδες ούτε στους φυγόμαχους.

Είχα πειστεί. Αν μεταφράσεις τις καρδιές λένε όλες το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια. Μία ακόμη βεβαιότητά μου γκρεμίστηκε-σιγά την απώλεια. Θέλει απλά να αγαπηθεί ο άνθρωπος… Τι είναι απλό σε ό,τι τον αφορά για να είναι αυτό; Απορώ ώρες-ώρες με την αφέλειά μου!

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Ένας blogger στον Παράδεισο


Ο Προυντόν ήταν εξοργισμένος μαζί Του: «Γιατί μ' εξαπατάς; Γιατί με τη σιωπή σου έχεις αποδεσμεύσει μέσα μου τον εγωισμό; Εξαιτίας της αμφιβολίας μου βρίσκομαι αναγκαστικά σε πόλεμο με τον εαυτό μου και με το γείτονά μου. Εσύ ο ίδιος μας έκανες να διαπράξουμε τα λάθη για τα οποία ζητάμε συγχώρεση. Εσύ ο ίδιος έστησες τις παγίδες απ’ τις οποίες σε εκλιπαρούμε να μας βγάλεις». Ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ περισσότερο κυνικός:«Πιστεύω πως αν υπάρχει το κακό πάνω στη γη, τότε αυτό το χάος επιβάλλεται από το Θεό ή είναι πάνω από τις δυνάμεις του να το εμποδίσει. Δε φοβάται κανείς ένα Θεό που είναι μονάχα ή αδύναμος ή κακός». Ο Σαραμάγκου διαπίστωνε με μεγαλύτερη ψυχραιμία πως «ο Θεός είναι η σιωπή του σύμπαντος και ο άνθρωπος η κραυγή που δίνει νόημα σ’αυτή τη σιωπή». Εμένα κάτι μου λέει πως αν υπάρχει, δεν κρατάει κακία στους άθεους. Οι μεγάλοι ήξεραν πως είναι σχετικά ασφαλές να τον αμφισβητείς. Ο σπουδαίος Πορτογάλος λογοτέχνης δεν ήθελε να εξασφαλίσει έτσι εύκολα μια θέση στον παράδεισο. Έφτιαξε ένα blog στα 87 του χρόνια. Και τα 'βαλε με όλους από την αρχή.

Σπατάλες

Δύο μήνες απομένουν για την απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους και το Υπουργείο Υγείας ξεκινάει μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης για τις επιπτώσεις του τσιγάρου στην υγεία των πολυαγαπημένων του πολιτών. Εγώ λέω να αφήσουν τις μαλακίες και να αρχίσουν μία χρησιμότερη καμπάνια που θα αφορά στις επιπτώσεις που έχουν στην υγεία μας οι αγορές. Αλλά ξέχασα, εκεί επιτρέπεται να βασιλεύει η βολική άγνοιά μας.

Η αντιπολίτευση κάνει τους άντρες


Ενθουσιασμός επικράτησε πριν λίγες ώρες στο συνέδριο της Ν.Δ όταν εισήλθε στην αίθουσα ο πρώην παίκτης του Greek Idol Χρήστος που είχε αποχωρήσει πρόωρα. Ο ταλαντούχος Θεσσαλονικιός είχε φύγει νύχτα από το παιχνίδι αντιδρώντας στη σκληρή κριτική που είχε δεχτεί μεταξύ άλλων και από τον Αντώνη Σαμαρά επειδή ήταν αδιάφορος και δεν παρακολουθούσε τις πρόβες. Σήμερα οι δύο άντρες έλυσαν την παρεξήγηση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους και αντάλλαξαν θερμή χειραψία. Μια αισιόδοξη σίγουρα είδηση μέσα στο σκοτάδι που επικρατεί στον τόπο. Κάτι τέτοια βλέπω και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου την ιδέα ενός κόσμου που θα αποτελείται αποκλειστικά από αντιπολιτεύσεις. Θα ήταν η απόλυτη πολιτική φαντασίωση.