Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Η Τζιχάντ είμαι εγώ

Οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Τσαρλς Μπουκόφσκι.

Μου αρέσει που ο τελευταίος άγιος της Εκκλησίας μας πήγε από καρκίνο του προστάτη επειδή μάλλον δεν πολυχρησιμοποιούσε το όργανό του. Μου αρέσει που ο Κρίστοφερ Χίτσενς, αφού έγραψε το βιβλίο του «ο Θεός δεν είναι μεγάλος», πήγε κι αυτός από καρκίνο. Μου αρέσει που εκείνος ο τρελαμένος με την υγιεινή διατροφή και το τζόγκινγκ πέθανε ενώ έκανε τζόγκινγκ. Μου αρέσουν όλες αυτές οι ιστορίες. Έχουν πλάκα, δε νομίζετε; Πιο πολύ μου αρέσει που εκείνη η πορνοστάρ, η Νάντια Στάιλς, αφού γύρισε κάμποσες τσόντες όλων των ειδών, μετάνιωσε για ό,τι σπέρμα είχε καταπιεί. Εμφανίστηκε δακρυσμένη και υποσχέθηκε να μεταφέρει από δω και στο εξής το μήνυμα του αληθινού Κυρίου. Μου άρεσε, δε, ακόμα περισσότερο όταν επέστρεψε στη Βιομηχανία μετά από 2-3 χρόνια για να ρουφήξει το καυλί του Μαντίγκο. Γενικά λατρεύω τις φάρσες που αφορούν στο τι προσκυνάει ο καθένας και τις ανατροπές τους. Για δεξιούς που έγιναν αριστεροί και για αριστερούς που έγιναν δεξιοί, ας μη μιλήσουμε, θα πάρει χρόνο. Δεν ήξερα το Σαρλί Εμπντό και γι'αυτό δεν σκέφτηκα την άποψή μου τις προηγούμενες μέρες. Επισκέφτηκα ωστόσο την Athens Voice, το Protagon και άλλα σάιτ για να μάθω τι πρέπει να πιστεύω ως πολίτης ενός ανώτερου πολιτισμού. Εντέλει βρήκα αυτό το κείμενο από το 2006 που με εκφράζει αρκετά. Αγαπώ τη σάτιρα, αγαπώ όμως και τη διακριτικότητα, αυτό είναι το πρόβλημά μου. Προτιμώ το πίσω απ' την πλάτη, το χαμηλόφωνο, το χιούμορ που χρησιμοποιεί προφυλάξεις και διαθέτει αγάπη γι' αυτόν που σατιρίζει. Δεν μου αρέσει όταν γίνεται εξουσία, νόμος και δίκη. Και είναι μεγάλη εξουσία να μπορείς να κάνεις ανθρώπους να γελάνε. Η κατάχρησή της είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.

Το παρακάτω περιστατικό είναι ασήμαντο αλλά έχει όλα τα συστατικά που βασανίζουν την παγκόσμια συνεννόηση: Προχθές ένας χιουμορίστας έγραψε στο Τουίτερ ότι η κρητική μουσική είναι για νεκρούς, πως ακούει να σκούζουν δελφίνια. Χαριτωμένο, αλλά έχει πει και καλύτερα! Όντως, πολλά κρητικά είναι απαίσια. Η μουσική της Κρήτης όμως δεν είναι ό,τι έχει ακούσει ο συγκεκριμένος στην ιδιωτική του τηλεόραση. Είμαι ήδη αρκετά θυμωμένος για την εικόνα που έχει πολύς κόσμος με ευθύνη των Μ.Μ.Ε. Εδώ ας πούμε τις προάλλες άκουγα καλπασμούς, μπορεί κάποτε να ακούσω και δελφίνια, τίποτα δεν αποκλείω. Επειδή είναι ο τρίτος ή ο τέταρτος που έκανε ατάκα την προκατάληψη και την άγνοιά του για το εν λόγω ζήτημα, επειδή εμένα αυτή η μουσική με κράτησε ζωντανό πριν ένα χρόνο, επειδή το δικό μου όριο στη βλακεία μπαίνει εκεί που ξεκινά το (θρησκευτικό;) συναίσθημά μου, εκνευρίστηκα και του έστειλα έναν Σταυρακάκη. Η φωνή του Βασίλη και η λύρα του Ross δεν θα του άφηναν περιθώρια αν καθάριζε τα αφτιά του. Έστειλα ένα τραγουδάκι κι εκείνος δεν απάντησε ποτέ. Ως ανώτερος; Ως πιο δημοφιλής; Ή απλά ως κάποιος που κάνει την πλάκα του και δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του; Πάντως με αγνόησε επιδεικτικά. Έπρεπε να ακούσω τη σιωπή του: «Ήταν απλά μια ακόμη ατάκα που δεν ήθελε να πει τίποτα, νεαρέ». Εγώ όμως είμαι από άλλο ανέκδοτο. Η σιωπή μου στα Social Media είναι η αγάπη μου. Σκορπίζω ομορφιά και το βουλώνω γιατί έχω μπουχτίσει από αθλιότητα. Δε θα φτιάξω εγώ το ρωμαίικο, αμφιβάλλω αν μπορώ να του κάνω καλό με οποιοδήποτε τρόπο. Προτιμώ να διασκεδάζω μόνο αυτούς που θέλω. Προσπαθώ να μην προσβάλλω κανένα. Και δεν μου αρέσει να με υποτιμούν. Είμαι δηλαδή ένας κοινός σχεδόν άνθρωπος, με ιδιαίτερες ευαισθησίες, πολλά χαρίσματα και ισάριθμα ελαττώματα. Εκείνη την ώρα, λοιπόν, γούσταρα να ταπεινώσω την ευφυΐα που υπέθεσα πως νομίζει ότι μπορεί να έχει πάντα, το ομολογώ. Ξαναδιαβάστε την πρόταση αν μπερδευτήκατε γιατί σ'αυτήν βρίσκεται όλη η παρεξήγηση που η ανθρωπότητα δεν θα λύσει. Σκέφτηκα τον Άλι να γρονθοκοπεί τον Τερέλ: " What's my name, what's my name?". Και δεν ήθελα να πει το δικό μου όνομα, αλλά του Vasili Stavrakaki, του Μωάμεθ μου. Μη μου πείτε πως εσείς δεν έχετε δικούς σας. Δεν έχω χιούμορ όταν κάποιος προσβάλλει όσα αγαπώ; Έχω, αλλά όχι πάντα. Δεν θέλω να πάω στον Πνευματικό μου να εξομολογηθώ γι'αυτό. Δεν αμάρτησε ούτε αυτός, ούτε εγώ. Αν γνωριζόμασταν και πετούσε την ατάκα σε μία παρέα, το κλίμα θα ήταν χαλαρό, ίσως συνεννοούμασταν, ίσως και όχι. Το πιθανότερο είναι να μου έλεγε ότι αυτή είναι η γνώμη του, αλλά δεν παίρνει και όρκο. Εγώ θα αδιαφορούσα ως πολιτισμένος άνθρωπος, αφού ούτε την άδειά του χρειάζομαι ούτε την έγκρισή του για το τι παίζουν τα ακουστικά μου. Στο τέλος της συνάντησης μπορεί να είχαμε γίνει κολλητοί, να μην τον είχα εκτιμήσει αλλά αυτός να έλεγε σε όλους πόσο γαμάτος είμαι ή το αντίστροφο. Η απόσταση όμως, σε συνδυασμό με τη μούγγα του, την προσβολή που ένιωσα, τη συναισθηματική φόρτιση της συγκεκριμένης ημέρας και την αποδοχή της χαζομαρίτσας που έγραψε, με έκανε να σκέφτομαι πως θέλω να του κάνω ανφόλο, που είναι κάτι σα μπουκέτο, ας μην κοροϊδευόμαστε, παρόρμηση που καταπολέμησα επιτυχώς. Αν δεν την ομολογήσω, θα την καταπιέσω χειρότερα. Διαπίστωσα ξανά πόσο άδικος μπορώ να γίνω. Αν είχε πετάξει την ατάκα στα Ζωνιανά, τώρα θα τον κλαίγαμε και θα ήταν κρίμα να υπάρχει μόνο στις ιστορίες της πρώτης παραγράφου. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Αν εγώ με την παιδεία που υποτίθεται πως έχω, αν εγώ που διαβάζω ποίηση, αν εγώ που γοητεύομαι από την εξαντλητική σκέψη και τη μεγάλη λογοτεχνία, αν εγώ που έχω σκοτώσει τους περισσότερους από τους Θεούς μου, αν εγώ που δεν έχω πειράξει άνθρωπο, τυραννιέμαι ακόμα από τέτοια ένστικτα, αχρείαστα και βλακώδη, ε λοιπόν, τότε, δεν μπορώ να το παίζω σοκαρισμένος από τον τζιχαντιστή. Εγώ είμαι η Τζιχάντ. Λυπάμαι, δηλαδή, δυτικέ μου πολιτισμέ, αλλά πάλι ψεύδεσαι, δεν έχεις καταλάβει τίποτα, δεν θες να εξηγήσεις τίποτα, είσαι δέκα φορές ένοχος και σ' έχω βαρεθεί.

Δεν καμαρώνω για τις ουρές στον Παΐσιο. Καταλαβαίνω όμως τα γεροντάκια. Καταλαβαίνω και τον πατέρα μου που όσο μεγαλώνει, αν και διάβασε χιλιάδες βιβλία, γυρνάει όλο και πιο συχνά τη συχνότητα στο 4Ε. Αγαπώ τους Έλληνες που πέθαιναν νέοι, που είχαν σοφούς κι όχι αγίους, που φιλοσοφούσαν και δεν ανέχονταν κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι τους. Αλλά τους αγαπώ γιατί ακόμα το λέει η καρδιά μου. «Υπάρχει μεγαλύτερη παραίτηση από την πίστη;» Ο Σιοράν γνωρίζει την απάντηση, ωστόσο, συμπληρώνει γιατί δεν είναι ανόητος: «Η υγεία είναι το αποφασιστικό όπλο ενάντια στη θρησκεία. Βρείτε το οικουμενικό ελιξίριο: ο Θεός θα εξαφανιστεί αμετάκλητα. Είναι μάταιο να γοητεύσουμε τον άνθρωπο με άλλα ιδεώδη: θα είναι πιο αδύναμα και από τους αρρώστους. Ο Θεός είναι η σκουριά μας, η ανεπαίσθητη φθορά της υπόστασής μας». Ένας φίλος έχασε μάνα, πατέρα και αδερφή, τον έναν άνθρωπό του πίσω απ' τον άλλο σε διάστημα μερικών ετών. Δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία και τώρα είναι στο Άγιο Όρος. Πήγα να τον κρίνω, θύμωσα μαζί του, του 'γραψα κάτι, το αποθήκευσα στα πρόχειρα κι έπειτα γύρισα μια μεγαλοπρεπή μούτζα στον εαυτό μου. Εσείς θα ήσασταν αλλού; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε κι όχι από τη θέση ισχύος που βρισκόμαστε μονίμως. Η δική μας φλύαρη κοσμοθεωρία μπορεί να μην εκτελεί κόσμο (λέμε τώρα), αλλά σίγουρα όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει με την ίδια σκληρότητα ή με την ίδια ελαφρότητα, το ίδιο κάνει. Αν τα καταφέρουμε, ύστερα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί αποτυγχάνει η σάτιρα να «φωτίσει» τον κόσμο. Τη σάτιρα, αλήθεια, θα τη φωτίσει κανείς ή μόνο σφαίρες έχουν απομείνει;

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Ένας ποιητής

Ένας ποιητής μπορεί ν’ αντέξει τα πάντα. Κάτι που είναι το ίδιο με το να πεις πως ένας άνθρωπος μπορεί ν’ αντέξει τα πάντα. Αλλά δεν είναι αλήθεια: λίγα είναι τα πράγματα που μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος. Να τα αντέξει στ’ αλήθεια. Ένας ποιητής, αντίθετα, μπορεί να τ’ αντέξει όλα.

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τηλεφωνήματα, Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Θρήσκευμα: Άουσβιτς



Επί σχεδόν τέσσερις εβδομάδες δεν προχώρησα σε τούτες τις σημειώσεις. Στην αρχή με εμπόδιζε μια κάποια ορισμένη εξάντληση ύστερα από τις παραπάνω αναμνήσεις, ταυτόχρονα όμως και καθημερινά γεγονότα, αλλεπάλληλα, προβλεφθέντα στη λογική ακολουθία τους, κατά κάποιο τρόπο επιθυμημένα και, ωστόσο, πηγή έκπληκτης φρίκης, τα οποία ο άμοιρος λαός μας, αποκαμωμένος από θρήνο και φρίκη, ανίκανος να καταλάβει, τα δέχεται με απαθή μοιρολατρία, στα οποία ήταν εκτεθειμένη όμως και η δική μου ψυχή, καταπονημένη από παλιά θλίψη, παλιά φρίκη, η δική μου παλιά, φρικτά κουρασμένη ψυχή. Ήδη από τα τέλη Μαρτίου- τώρα είναι 25 Απριλίου αυτού του μοιραίου έτους 1945- στα δυτικά της χώρας η αντίστασή μας βρίσκεται εμφανώς σε τροχιά πλήρους κατάρρευσης. Οι εφημερίδες, ήδη σχεδόν αποδεσμευμένες, καταγράφουν την αλήθεια, τον ψίθυρο που, θρεμμένος από ραδιοφωνικές ειδήσεις του εχθρού, από τις εξιστορήσεις προσφύγων, δεν τον πιάνει λογοκρισία και περιφέρει τα καθέκαστα της ταχύτατα εξαπλούμενης καταστροφής σε όσες περιοχές του Ράιχ δεν έχουν ακόμη καταβροχθιστεί, δεν έχουν ακόμα απελευθερωθεί- μέχρι και στο κελί μου. Δεν υπάρχει πια κράτημα: το παν παραδίδεται και διαλύεται. Οι συντετριμμένες και αποκαμωμένες πόλεις μας πέφτουν σαν ώριμα φρούτα. Ντάρμστατ, Βύρτσμπουργκ, Φραγκφούρτη, Μάνχαϊμ και Κάσελ, ακόμη και το Μύνστερ και η Λειψία υπακούουν στους ξένους. Ξαφνικά μια μέρα οι Εγγλέζοι πατούσαν στη Βρέμη και οι Αμερικανοί στο Χοφ της ανατολικής Φραγκονίας. Η Νυρεμβέργη, η πόλη των γιορτών που άγγιζαν τις άμυαλες καρδιές, παραδόθηκε. Ανάμεσα στους μεγάλους του καθεστώτος που κυλιούνταν στην εξουσία, στον πλούτο και στο άδικο, λυσσομανά η δίκη της αυτοκτονίας.

Ρωσικά σώματα στρατού που, μετά την κατάληψη του Καίνιγκσμπεργκ και της Βιέννης, απελευθερώθηκαν για το πέρασμα του Όδερου, προήλασαν, μια στρατιά εκατομμυρίων, κατά της ερειπωμένης, εγκαταλελειμμένης ήδη από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες πρωτεύουσας του Ράιχ, ολοκλήρωσαν με το βαρύ τους πυροβολικό ό,τι από καιρό είχε γίνει από αέρος και πλησίαζαν τώρα στο κέντρο της πόλης. Ο αποτρόπαιος άνδρας που πέρυσι μόλις ξέφυγε ζωντανός- με μια τρεμάμενη ζωή παράφρονων πια αναλαμπών- από την απόπειρα απελπισμένων πατριωτών, οι οποίοι επιδίωκαν να σώσουν την τελευταία ικμάδα, το μέλλον, διέταξε τους στρατιώτες του να πνίξουν την επίθεση κατά του Βερολίνου σε ωκεανό αίματος και να τουφεκίσουν κάθε αξιωματικό που θα μιλούσε για παράδοση. Η διαταγή αυτή εκτελέστηκε πολλές φορές. Ταυτόχρονα, περίεργες, επίσης όχι πια τελείως έλλογες ραδιοφωνικές εκπομπές σε γερμανική γλώσσα, περιπλανιόντουσαν στους αιθέρες: τόσο ορισμένες που ζητούσαν την ευμένεια των νικητών για τον πληθυσμό, ακόμη και τους σμπίρους της Γκεστάπο, ως πολυσυκοφαντημένους, όσο και άλλες που μιλούσαν για ένα απελευθερωτικό κίνημα με την ονομασία «Βέρβολφ»: έναν σύνδεσμο μανιακών αγοριών, τα οποία, κρυμμένα σε δάση απ’ όπου επέδραμαν τις νύχτες, είχαν ήδη προσφέρει υπηρεσίες στην πατρίδα με ανδρείους φόνους εισβολέων. Ω, αξιοθρήνητη γελοιότητα! Έτσι αποκαλούνται ως το τέλος, και όχι χωρίς τη γνώριμη απήχηση, το ωμό παραμύθι, το άγριο ίζημα των θρύλων στην ψυχή του λαού.

Εν τω μεταξύ, ένας υπερατλαντικός στρατηγός βάζει τον πληθυσμό της Βαϊμάρης να παρελαύνει μπρος στα κρεματόρια του εκεί στρατοπέδου συγκεντρώσεως και κηρύσσει- μπορεί να πει κανείς : αδίκως;-, κηρύσσει αυτούς τους πολίτες, οι οποίοι φαινομενικά εντίμως ασχολούνταν με τις δουλειές τους και προσπαθούσαν να μην ξέρουν, μολονότι ο άνεμος φυσούσε τη δυσωδία του καμένου ανθρώπινου κρέατος στις μύτες τους, τους κηρύσσει συνενόχους στις θηριωδίες που αποκαλύπτονται τώρα και τους καταναγκάζει να τις δουν με τα μάτια τους. Ας κοιτάξουν- κοιτάζω μαζί τους, αφήνω με τη σκέψη μου να με σπρώχνουν οι αράδες τους κοιτάζοντας με απάθεια ή αναριγώντας. Το χοντρότοιχο υπόγειο μαρτυρίων στο οποίο μετέτρεψε τη Γερμανία μια δεσποτεία ανάξια, εξαρχής ορκισμένη στο μηδέν, διερράγη, και η καταισχύνη μας απλώνεται έκδηλη μπροστά στα μάτια του κόσμου, των ξένων επιτροπών, στις οποίες τώρα επιδεικνύονται, όπου βρεθούν, αυτές οι απίστευτες εικόνες και οι οποίες εξιστορούν στους τόπους τους: ό,τι έχουν δει ξεπερνά σε φρίκη όσα θα μπορούσε να φανταστεί ανθρώπου νους. Λέω: η καταισχύνη μας. Γιατί, είναι μήπως υποχονδρία να ομολογείς στον εαυτό σου ότι καθετί γερμανικό, ακόμα και το γερμανικό πνεύμα, η γερμανική σκέψη, ο γερμανικός λόγος έχουν πληγεί από αυτή την ατιμωτική αποκάλυψη και έχουν κατακρημνιστεί σε βαθιά αμφισβήτηση; Είναι νοσηρή συντριβή να αναρωτιέσαι πώς θα μπορέσει στο μέλλον η Γερμανία εν γένει με οποιαδήποτε μορφή της να αποθρασυνθεί και να ανοίξει το στόμα μιλώντας για ανθρώπινα ζητήματα;

Αυτά που έρχονται σήμερα στο φως μπορεί κανείς να τα ονομάσει σκοτεινές δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης εν γένει- όμως είναι γερμανοί άνθρωποι, μυριάδες, εκατοντάδες χιλιάδες που τα έκαναν αυτά, μπρος στα οποία ανατριχιάζει η ανθρωπότητα και, ό,τι και αν έχει ποτέ υπάρξει με γερμανικό τρόπο, είναι δακτυλοδεικτούμενο ως βδέλυγμα και ως δείγμα του κακού. Πώς θα είναι να ανήκεις σε έναν λαό που η ιστορία του κυοφορούσε αυτή τη φρικτή αποτυχία, έναν λαό σαστισμένο με τον εαυτό του, ψυχικά αποκαμένο, ο οποίος παραδέχεται ότι έχει χάσει κάθε ελπίδα πως μπορεί να αυτοκυβερνηθεί και θεωρεί ότι το καλύτερο είναι να γίνει αποικία ξένων δυνάμεων, σε έναν λαό που θα αναγκαστεί να ζει αποκλεισμένος με τον εαυτό του όπως οι Εβραίοι του γκέτο, επειδή φοβερό, συσσωρευμένο μίσος γύρω του δεν θα του επιτρέπει να βγει από τα σύνορά του- σε έναν λαό που δεν μπορεί να βγει στο φως;

Κατάρα, κατάρα στους διαφθορείς, που έβαλαν στο σχολείο του κακού ένα είδος ανθρώπων στην αρχή έντιμο, δικαιόφρον, τόσο φιλομαθές, που τόσο του άρεσε να ζει στη θεωρία! Πόσο καλό κάνει να τους αναθεματίζεις, πόσο καλό θα έκανε το ανάθεμα αν έβγαινε από στήθος ελεύθερο και ξέγνοιαστο! Μια αγάπη όμως για την πατρίδα, η οποία θα είχε το θάρρος να ισχυριστεί ότι το κράτος του αίματος, που τώρα ζούμε το ξεφύσημα της αγωνίας του, που για να μιλήσω όπως ο Λούθηρος, «φόρτωσε στο σβέρκο του» ακαταμέτρητα εγκλήματα, που το μούγκρισμα των διακηρύξεών του, οι ακυρωτικές για τα ανθρώπινα δικαιώματα εξαγγελίες του παρέσυραν το πλήθος σε υπερευτυχές παραλήρημα, κάτω από τις φανταχτερές σημαίες του οποίου η νεολαία μας παρήλαυνε με αστραφτερά μάτια, λάμποντας αυτάρεσκα με ακλόνητη πίστη- ότι αυτό ήταν κάτι απολύτως ξένο προς τη φύση του λαού μας, κάτι εκβιασμένο και δίχως ρίζες μέσα της- αυτού του είδους η αγάπη για την πατρίδα θα μου φαινόταν περισσότερο μεγαλόψυχη παρά ευσυνείδητη. Αυτή η δεσποτεία δεν ήταν λόγω και έργω απλώς η στρεβλωμένη, εκχυδαϊσμένη, βδελυρή πραγματοποίηση ενός φρονήματος και μιας αντίληψης του κόσμου, στον χαρακτήρα της οποίας πρέπει να αναγνωρίσει κανείς αυθεντικότητα και την οποία με δέος ο οπαδός του χριστιανικού ουμανισμού βρίσκει αποτυπωμένη στα χαρακτηριστικά των μεγάλων μας, των σε παράστημα και επιβλητικότητα ενσαρκώσεων της γερμανικότητας; Ρωτώ- και μήπως ρωτάω πολλά; Αχ, είναι μάλλον κάτι παραπάνω από απλό ερώτημα το ότι αυτός ο λαός στέκει τώρα με το βλέμμα χαμένο μπροστά στο μηδέν, ακριβώς επειδή η τελευταία και πιο ακραία προσπάθειά του να βρει την ολωσδιόλου δική του πολιτιστική μορφή καταβυθίζεται σε τόσο φρικτή αποτυχία.

Τόμας Μαν, Δόκτωρ Φάουστους, Εκδόσεις Πόλις, Μετάφραση Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

Υ.Γ Δεν αντέγραψα το απόσπασμα για να απαιτήσω τις γερμανικές αποζημιώσεις, να κατηγορήσω την κακιά Μέρκελ ή να αποτρέψω μια ψήφο στη Χρυσή Αυγούλα- φάνηκε λίγη μπροστά στο Κράτος που πρώτα την ανέστησε κι έπειτα την εξολόθρευσε. Μεγάλες συζητήσεις και οι τρεις που ασφαλώς έχουν τη σημασία τους. Το ανεβάζω γιατί αφορά ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνία μας, η οποία εντίμως ασχολείται με τη δουλίτσα της και δεν διανοείται ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί αξιοπρεπώς κάποια μέρα. Ο Ρομπέρ Αντέλμ απαντούσε με μία λέξη κάθε φορά που του έλεγαν θρήσκευμα χριστιανός: Άουσβιτς.

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Στη Μαντόνα

Η γυναίκα στο διπλανό τραπέζι, που «σκυλοβαρέθηκε εδώ πέρα σήμερα» (01.54), ενώ παρακολουθεί τον μεγαλύτερο τραγουδιστή της Κρήτης, είναι η ίδια που βρίζει ο Χικς. Τρομάζει πάντα η ομορφιά.  

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί άραγε

Η διαδικασιοκρατική αντίληψη, αν θέλει να διατηρήσει τη λογική της συνοχή, είναι αναγκασμένη να εισαγάγει λαθραία- ή να καταλήξει σε- δύο τουλάχιστον αποφάσεις, αποφάσεις ουσίας και πραγματικότητας: α) οι πραγματικοί, δεδομένοι θεσμοί της κοινωνίας είναι, ως έχουν, συμβατοί με την λειτουργία αληθινά δημοκρατικών διαδικασιών, β) τα άτομα όπως κατασκευάζονται απ'την κοινωνία μπορούν να θέσουν σε λειτουργία τις καθιερωμένες διαδικασίες σύμφωνα με το πνεύμα τους και να τις υπερασπιστούν. Αυτές οι αποφάσεις απαιτούν πολλές προϋποθέσεις και επιφέρουν πολλές συνέπειες. Θα αναφέρω μόνο δύο. Η πρώτη είναι πως συναντάμε και πάλι εδώ το θεμελιώδες ζήτημα της δίκαιης εφαρμογής, όχι με την έννοια της ουσίας, αλλά κατ' αρχήν με τη στενή λογική έννοια, την οποία είχαν ήδη επεξεργαστεί ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Υπάρχει πάντοτε έλλειψη αντιστοιχίας ανάμεσα στο υπό κρίσιν υλικό και την ίδια τη μορφή του νόμου- το υλικό είναι αναγκαστικά συγκεκριμένο και μοναδικό, ο νόμος αφηρημένος και καθολικός. Η έλλειψη αντιστοιχίας μπορεί να ξεπεραστεί μόνο χάρη στη δημιουργική εργασία του δικαστή, «ο οποίος βάζει τον εαυτό του στη θέση του νομοθέτη»- πράγμα που σημαίνει ότι καταφεύγει σε συλλογισμούς ουσίας. Αυτό ξεφεύγει κατ' ανάγκην από τα όρια της οποιασδήποτε διαδικασιοκρατίας.
 
Η δεύτερη είναι πως, για να είναι τα άτομα ικανά να θέσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες σε λειτουργία σύμφωνα με το «πνεύμα» τους, θα πρέπει ένα σημαντικό μέρος της εργασίας της κοινωνίας και των θεσμών της να είναι στραμμένο προς την παραγωγή ατόμων που θα αντιστοιχούν σε αυτόν τον ορισμό, δηλαδή δημοκρατικών έστω και με την αυστηρά διαδικασιοκρατική έννοια του όρου, ανδρών και γυναικών. Τότε όμως πρέπει να αντιμετωπίσουμε το δίλημμα: είτε αυτή η αγωγή των ατόμων είναι δογματική, αυταρχική, ετερόνομη-οπότε η δήθεν δημοκρατία γίνεται το πολιτικό ισοδύναμο μιας θρησκευτικής τελετουργίας. Είτε τα άτομα που πρέπει να «εφαρμόσουν τις διαδικασίες»- να ψηφίσουν, να νομοθετήσουν, να εκτελέσουν τους νόμους, να κυβερνήσουν- έχουν διαπαιδαγωγηθεί με τρόπο κριτικό. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η θέσμιση της κοινωνίας πρέπει να προσδώσει θετική αξία στο κριτικό πνεύμα καθαυτό-και τότε ανοίγει το κουτί της Πανδώρας με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών, η δημοκρατία ξαναγίνεται κίνημα αυτοθέσμισης της κοινωνίας, δηλαδή νέος τύπος καθεστώτος, με την πλήρη έννοια του όρου.
 
Τόσο οι δημοσιογράφοι, όσο και οι πολιτικοί φιλόσοφοι, που φαίνεται πως αγνοούν τα πάντα σχετικά με τις μακροχρόνιες έριδες των δύο τελευταίων αιώνων γύρω από τη «φιλοσοφία του δικαίου», μας μιλούν συνεχώς για το «κράτος δικαίου». Αν όμως το «κράτος δικαίου» (Rechtsstaat) δεν ταυτίζεται με το «κράτος του νόμου» (Gesetzesstaat), αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι προχωρεί πέρα από την απλή συμμόρφωση προς τις «διαδικασίες». Οφείλεται στο ότι το ζήτημα της δικαιοσύνης τίθεται και θίγει ακόμα και τους ήδη ισχύοντες κανόνες δικαίου. Το ζήτημα όμως της δικαιοσύνης είναι το ζήτημα της πολιτικής, από τη στιγμή που η θέσμιση της κοινωνίας έχει πάψει να είναι ιερή ή παραδοσιακή. Η «βασιλεία του νόμου», στο εξής, δεν μπορεί να παρακάμψει το ερώτημα: ποιοι νόμοι, γιατί αυτός ο νόμος κι όχι κάποιος άλλος; Ακόμα και η «τυπικά δημοκρατική» απάντηση: ο νόμος είναι νόμος γιατί είναι απόφαση των περισσοτέρων (αφήνω φυσικά κατά μέρος εδώ το ζήτημα του αν είναι πράγματι έτσι) δεν μπορεί να αποκλείσει το ερώτημα: και γιατί άραγε πρέπει να είναι έτσι;

Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, Εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, Μετάφραση Κώστα Κουρεμένου.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Ηθικά τέρατα

Έχει περίπου ένα χρόνο που εδώ στην Parallaxi ένας ιστορικός της Μεσογείου αρνήθηκε να μας απαντήσει σε ερώτηση για το ναυάγιο της Λαμπεντούζα. Σε μερικές ώρες θα μιλούσε στο Ολύμπιον κι όλοι θα θαύμαζαν τον κορυφαίο πανεπιστημιακό από κοντά. Όποιος κι αν ήταν ο ακριβής λόγος της μούγγας του κυρίου, το όνομα του οποίου φρόντισα να ξεχάσω, ο νους αναπόφευκτα έτρεξε στον Πύργο του Κυανοπώγωνα: «Οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, στα οποία και μέσω των οποίων γίνεται κυρίως η μετάδοση των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών, μπορεί κάλλιστα να ευδοκιμούν δίπλα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης».

Το καλοκαίρι, βλέποντας τις εικόνες από τη Γάζα, δοκίμασα να γράψω. Αλλά τι; Aπέτυχα. «Αν δεν πονάει κανείς βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αν δεν αισθάνεται φρίκη, αν δεν προσπαθεί να καταργήσει οτιδήποτε προκαλεί αυτόν τον όλεθρο, αυτό το μακελειό, τότε, αυτές είναι αντιδράσεις ενός ηθικού τέρατος. Και εμείς, τα μέλη της μορφωμένης τάξης δεν είμαστε τέρατα. Η αποτυχία μας είναι αποτυχία φαντασίας, αποτυχία συμμετοχής: αποτύχαμε να λάβουμε υπόψη μας αυτή την πραγματικότητα». Οι σκέψεις της Βιρτζίνια Γουλφ για τον πόλεμο μας φαίνονται αφελείς. Θεωρεί πως όλοι οι καλόπιστοι άνθρωποι, βλέποντας τον πόνο που προκαλεί, θα στρατευτούν εναντίον του. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Στον "Φωτεινό θάλαμο" ο Μπαρτ βοηθάει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα λιγότερο συναισθηματικά. Η φωτογραφία, πιστεύει, μπορεί να είναι ανατρεπτική όχι όταν φοβίζει, αλλά όταν είναι στοχαστική. Από τα δύο παιδιά ενός ιδρύματος που πάσχουν από νοητική υστέρηση, για παράδειγμα, παραδέχεται ότι δεν βλέπει τα πελώρια κεφάλια, αλλά παρατηρεί μόνο την αποκεντρωμένη λεπτομέρεια, τον πελώριο γιακά του πιτσιρίκου, την κούκλα του κοριτσιού: «Είμαι ένας άγριος, ένα παιδί- ή ένας μανιακός. Αποδιώχνω κάθε γνώση, κάθε παιδεία, φυλάγομαι από το να κληρονομήσω τη ματιά ενός άλλου». Τι άλλο είμαστε μπροστά στη δυστυχία παρά τρομαγμένα παιδιά;

Αφού το Ισραήλ ισοπέδωσε τη Γάζα, τώρα δεν διανοείται να μην επενδύσει στην ανοικοδόμησή της. Η ανάσταση των νεκρών κολλάει σε γραφειοκρατικά ζητήματα και προς το παρόν δεν χρηματοδοτείται. Όσα παιδιά δεν έχασαν τη ζωή τους- ανόητη φράση, λες κι έχασαν τα κλειδιά τους-, πάσχουν τώρα από ενούρηση, βλέπουν εφιάλτες και στο σχολείο είναι πιο επιθετικά. Να μπλοκάρουμε επομένως ή όχι τους νεκρόφιλους στο Facebook; Πνευματικές αναζητήσεις συγγραφέων που έχουν ξεσαλώσει, σιωπές ιστορικών που έρχονται στην πόλη για να μας διαφωτίσουν, αμηχανίες σαν τις δικές μας εξηγούν γιατί ευδοκιμούν στις μέρες μας κάποια άλλα στρατόπεδα. Ο κύριος Τζιφόπουλος έλυσε και τις τελευταίες απορίες. Υγεία, για όλους εμάς τους υγιείς, σημαίνει συχνά την επίδειξη της αρρώστια μας.



                                                          (Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ένα πανίσχυρο εγώ

Χιλιετίες πολιτισμού συσκότισαν το τι είστε, σας έκαναν να πιστέψετε ότι δεν είστε εγωιστές, αλλά η κλήση σας είναι να είστε ιδεαλιστές («καλοί άνθρωποι»). Αποτινάξτε από πάνω σας αυτό! Μην αναζητάτε την ελευθερία, που σας στερεί ακριβώς τον εαυτό σας, με την «άρνηση του εαυτού», αλλά αναζητείστε τον εαυτό σας, γίνετε εγωιστές, γίνετε ο καθένας σας ένα πανίσχυρο εγώ. Ή, σαφέστερα: αναγνωρίστε τον εαυτό σας και πάλι, αναγνωρίστε τι είστε πραγματικά, και παρατήστε τις υποκριτικές προσπάθειες, τη μωρή μανία σας να είστε κάτι άλλο απ’ αυτό που είστε. Τις αποκαλώ υποκριτικές, επειδή μείνατε μολαταύτα εγωιστές όλες αυτές τις χιλιετίες, αλλά κοιμισμένοι, αυτοεξαπατώμενοι, τρελοί εγωιστές, εσείς εαυτόν τιμωρούμενοι, εσείς βασανιστές του εαυτού σας. Ποτέ ακόμη δεν μπόρεσε μία θρησκεία να κάνει δίχως υποσχέσεις και επαγγελίες, είτε για το επέκεινα είτε το εδώ κάτω. Διότι ο άνθρωπος θέλει να ανταμείβεται και δεν κάνει τίποτε «τζάμπα». Τι είναι όμως εκείνο το «να κάνεις το καλό για το καλό» δίχως βλέψη ανταμοιβής; Λες κι εδώ επίσης δεν περιέχεται η ανταμοιβή στην ικανοποίηση που θα δώσει αυτό. Συνεπώς, ακόμη και η θρησκεία στηρίζεται στον εγωισμό μας και τον εκμεταλλεύεται. Υπολογισμένη για τις επιθυμίες μας, πνίγει πολλές άλλες για χάρη μιας. Αυτό προκαλεί τότε το φαινόμενο του εξαπατημένου εγωισμού, όπου ικανοποιώ όχι τον εαυτό μου, αλά μια από τις επιθυμίες μου, π.χ την ενόρμηση της ευδαιμονίας. Η θρησκεία μού υπόσχεται το ύψιστο αγαθό. Για να το αποκτήσω, αγνοώ όλες τις άλλες επιθυμίες και δεν τις ικανοποιώ πια. Όλες οι πράξεις και οι προσπάθειες σας είναι μυστικός, συγκαλυμμένος και κρυμμένος εγωισμός. Επειδή όμως είναι εγωισμός, τον οποίο δεν θέλετε να παραδεχτείτε και κρύβετε από τον ίδιο τον εαυτό σας, άρα εγωισμός όχι φανερός και δημόσιος, άρα ασύνειδος, δεν είναι εγωισμός αλλά δουλεία, υποτέλεια, άρνηση του εαυτού. Είστε εγωιστές, και δεν είστε, επειδή αρνείστε τον εγωισμό.

Μαξ Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του, Εκδόσεις Θύραθεν, Μετάφραση Ζήση Σαρίκα.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Οι υπογραμμίσεις δικές μου

Αν βλέπουμε τους φιλοσόφους με ένα είδος καχυποψίας ή και ειρωνείας, αυτό γίνεται γιατί διακρίνουμε ότι είναι πολύ ανυποψίαστοι και πέφτουν εύκολα έξω, δηλαδή μας ενοχλεί, όχι τόσο η αφέλεια και η παιδικότητά τους, αλλά το ψεύδος. Μα οι φιλόσοφοι, αντίθετα, κραυγάζουν όλοι για τις ικανότητές τους κάθε φορά που πλησιάζουν έστω και ελάχιστα, την αλήθεια, ισχυριζόμενοι πως έφτασαν στην ανακάλυψή της μέσα από μια καθαρή, λογική και ανέμελα διαλεκτική διαδικασία, σαν να είναι ουρανοκατέβατη. Σ'αυτό το σημείο διαφέρουν από εκείνους τους αποκρυφιστές που επειδή είναι άξεστοι αλλά και πιο τίμιοι από τους πρώτους, λένε πως είναι εμπνευσμένοι-ενώ αυτοί παίρνουν μια θέση προκατάληψης και έχουν μια υποκριτική επιθυμία με αιτίες που αναζητούν κοπιαστικά: όλοι τους δεν είναι παρά δικηγόροι που συνηγορούν προς τις προκαταλήψεις τους που τις έχουν ονομάσει αλήθειες. Αλλά απέχουν πολύ από τη γενναιότητα που θα είχε κάποια συνείδηση η οποία θα ομολογούσε αυτή την κατάσταση κι ακόμη από την καλαισθησία της τόλμης που θέλει να κάνει τους άλλους να καταλάβουν είτε από γενναιότητα, είτε για να εφιστήσουν την προσοχή σε εχθρούς και φίλους ή ακόμη από ειρωνεία προς την παραπάνω κουταμάρα. Ο παλιόφιλος Καντ με τον παρόμοια αλύγιστο και σεπτό του ταρτουφισμό, μας παρακινεί από την διαλεκτική του και τα κρυφά της περάσματα που μας πηγαίνουν με παραπλάνηση στην, όλο κατηγορίες, εντολή του, κάνει εμάς τα καλοθρεμένα παιδιά να χαμογελάμε γιατί όταν επιτηρούμε αυτές τις μυγιάγγιχτες προσταγές των δασκάλων της ηθικής και των γερασμένων ηθικολόγων δεν διασκεδάζουμε καθόλου. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Σπινόζα που μασκάρεψε τη φιλοσοφία του με μαθηματικές απατεωνιές και τη θωράκισε για να κόψει από την πρώτη στιγμή το θάρρος σ' εκείνους που θα τολμούσαν να επιτεθούν κι ακόμη να ρίξουν τα μάτια τους και στην ανίκητη Παρθένα, την Παλλάδα Αθηνά. Στ' αλήθεια, όλη αυτή η επικάλυψη πόσο καλά μας φανερώνει το φόβο και τη δειλία ενός νοσηρού και απομονωμένου τύπου.

Φρειδερίκος Νίτσε, Πέραν του καλού και του κακού, Εκδόσεις Δαμιανού, Μετάφραση Ελένης Καλκάνη.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ποτάμι για κακό γούστο

Αποσύρθηκα απ' τον κόσμο όχι γιατί είχα εχθρούς αλλά γιατί είχα φίλους. Όχι γιατί δε με εξυπηρετούσαν όπως συνηθίζεται αλλά γιατί με θεωρούσαν καλύτερο απ'ό,τι είμαι. Ένα ψέμα που δεν μπόρεσα να ανεχθώ. Αλμπέρ Καμύ.

Η είδηση δεν ήταν απ’ το Κουλούρι όπως νομίσαμε αρχικά. Ο Σταύρος έκανε κόμμα. Γιατί όχι; Ο Θεοδωράκης ήταν ο μόνος που μπορούσε να πιάνει αγκαζέ τον Ψαραντώνη με την ίδια άνεση που την επόμενη έπινε καφέ απ' την κούπα της Χρυσής Αυγής, ο μόνος που τη μία μέρα θυμόταν στο Tedx την ταπεινή του καταγωγή και την άλλη έγραφε υπέρ των πλειστηριασμών, ο τελευταίος ρομαντικός δημοσιογράφος της τιβί που θεωρούσε πως τη λύση θα δώσουν η αστυνόμευση και η τιμωρία δίχως να κινεί υποψίες, ο μόνος που στο σακίδιο κουβαλούσε ακόμα κάτι από τον Τσε αλλά έπαιζε τέννις με τον Φώτη Μπόμπολα. Το χαϊλάιτ του στο Protagon δεν ήταν ωστόσο ούτε η ψήφος χωρίς προφύλαξη στο Σύριζα (στη Δημοκρατία αδιέξοδα;), ούτε όταν τα έβαλε με τον Μαζάουερ, αλλά η αγγελία του για ένα ορφανό αγοράκι. Είχε προηγηθεί η ατυχής διαφήμιση του μικρού από το Κέντρο Βρεφών Μητέρα, λες και το παιδί ήταν απορρυπαντικό: «O Αχιλλέας είναι ένα μελαχρινό, λεπτοκαμωμένο αγοράκι ηλικίας 6 χρονών, με ωραία μαύρα μάτια». Το κείμενο φανέρωνε το μυστικό της επιτυχίας και τη νοοτροπία πάνω στην οποία ο μιντιακός υπόκοσμος στερέωνε την κυριαρχία του, μοιράζοντας ελεημοσύνη: Αν σκεφτόταν τον Πρωταγωνιστή, θα χειριζόταν την πληροφορία αλλιώς. Επειδή όμως η δόξα της «ευαισθησίας» πάντα επέστρεφε στον ίδιο μεγαλύτερη, είπε να σπρώξει κι αυτός «τον παίδαρο που τον περίμενε στην πόρτα». Ως γνωστόν, τα άσχημα παιδιά δεν έχουν ίδια δικαιώματα. Το προϊόντα μας δεν νοείται να είναι ελαττωματικά.

Κάποτε, διέθετε ταλέντο στο να περνά απαρατήρητος. Ήταν ομολογουμένως ευφυής ο τρόπος που διεκπεραίωνε τις εκπομπές του, η ευπροσηγορία του σε κέρδιζε όταν ο συνεντευξιαζόμενος είχε πράγματα να πει και κάμποσες απ'αυτές, αναπόφευκτα, έβγαιναν εξαιρετικές. Είχε κατακτήσει την πόζα που γούσταρε η Mega-λη μάζα, τις παύσεις που την κολάκευαν, τη διγλωσσία που τη γοήτευε, τη σύγχυση του ανθρώπου που συμμετέχει, την πνευματική οκνηρία εκείνου που θέλει να γεμίσει το στομάχι του. Στις κακές στιγμές του, που ήταν κι οι περισσότερες, παρίστανε τον μορφωμένο, τον πονεμένο, τον σκεπτόμενο, συνήθως ανεπιτυχώς. Διαβάζοντας τα κείμενά του, ακόμα κι ένας άπειρος αναγνώστης αντιλαμβανόταν πως μάλλον στήριζε όσα συνέβαιναν. Ότι ενώ στην τηλεόραση ήταν με τους αδικημένους, στα γραπτά του ήταν με τους ισχυρούς, αντίφαση που αγνοούσε μεγάλο κομμάτι του τηλεοπτικού κοινού. Οι ελλείψεις του παρέμεναν καλά κρυμμένες, το κακό μελό δεν έλειπε με αποκορύφωμα την εκπομπή για τον Φύσσα (για τον θάνατο του οποίου ένιωθε τύψεις έπειτα από τη φιλική κουβέντα με τον Μιχαλολιάκο), τα τσιτάτα του δικαίως έγιναν αντικείμενο χλεύης από τους Κομπάρσους καθώς δεν είχαν υπόβαθρο. Αν ο Πετρόπουλος αγαπούσε τα τσογλάνια, τους χασίκλες, τους κλέφτες και τις πουτάνες γιατί μάχονταν κάθε μορφή εξουσίας, ο Σταύρος, θα 'λεγε κάποιος, πως το έκανε για να φανεί χρήσιμος σ' αυτήν.

Η αλλαγή δεν θα ήταν μεγάλη: Από την AGB στην MRB. Τα θέματα των Πρωταγωνιστών που συχνά λειτουργούσαν αποπροσανατολιστικά και ο αμφιλεγόμενος χειρισμός τους αποτελούν το πολιτικό παρελθόν του, παρόλο που ο ίδιος θέλει να λέει ότι είναι καινούριος. Όταν πάντως μπλόκαραν το parody account του στο Twitter, σώπασε, θυμίζοντας Ερντογάν. Πώς αποφάσισε να μας σώσει ένας άνθρωπος που δεν αγωνιούσε μέχρι πρότινος ιδιαίτερα, κάποιος που αν δεν του δίναμε 5% όπως είπε θα μας άφηνε στα νύχια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου; Δεν είμαι σίγουρος. Αν το σύστημα παίζει ένα από τα τελευταία του χαρτιά προκειμένου να ισορροπήσει μετά την ιστορία πάθους που έζησε με τη Χρυσή Αυγή, σε ό,τι τον αφορά είναι μάλλον μια κίνηση αυτοκαταστροφική. Ένας άνθρωπος που βαριέται εύκολα όπως έλεγε πριν δυο χρόνια στην Tv Μακεδονία, που δεν αντέχει δηλαδή τον εαυτό του, είναι αναμενόμενο κάποια στιγμή να θελήσει να μας απασχολήσει περισσότερο. Ομολογώ πως δεν υπολόγιζα ότι θα ιδρύσει ολόκληρο κόμμα. Τον είχα για πιο προσεκτικό. Ο κόσμος θα πει πως όλοι υποτιμούν τη νοημοσύνη του και δεν θα 'χει άδικο. Ο Σταύρος τουλάχιστον είναι συμπαθής. Σαν τους ερωτευμένους που δεν βλέπουν το σημάδι στο λαιμό απ' τα αφεντικά του.

Στον Θεοδωράκη αρέσει μια φράση του Καζαντζάκη απ' την Ασκητική και τη λέει για να εντυπωσιάζει: «Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω». Ο Δημήτρης Λιαντίνης κι ο Ρένος Αποστολίδης δεν εκτιμούσαν το φιλοσοφικό μπουρδούκλωμα του Κρητικού συγγραφέα που στη χειρότερη στιγμή του, αναζητώντας τον Υπεράνθρωπο, έγραφε: «Τρεις είναι σήμερα θαρρώ οι ανώτατοι τύποι που έχουν δικαίωμα να πλάσουν, κατ'εικόνα τους κι ομοίωση, τους ανθρώπους: Ο Λένιν, ο Γκάντι κι ο Μουσολίνι». Ν' αγαπάς, επομένως, την ευθύνη. Αλλά αν δε σωθεί η γη, δεν φταις ακριβώς εσύ. Μεγάλοι σφαγείς της ανθρωπότητας, όπως ο Ντούτσε, την αιματοκύλισαν από υπερβολικό ενδιαφέρον. Ο Σταύρος, που μοιάζει αρκετά με τον άνθρωπο μιας ιστορίας του Μπρεχτ, ο οποίος αρχικά σταματάει να δει γιατί κλαίει το παιδί και στο τέλος του παίρνει από τα χέρια και το τελευταίο γρόσι συνεχίζοντας ξέγνοιαστος το δρόμο του, δεν πιστεύει καν στη φράση. Πολύ αργότερα, στην Αναφορά στον Γκρέκο, ο Καζαντζάκης βρίσκει τη φωνή του: «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;». Να τι έπρεπε να πει ο ιδρυτής του Ποταμιού σε όσους τον σταματούν στο δρόμο και να μην έρχεται σε δύσκολη θέση. Πως δεν χρειάζονται σωτήρες. Πως όσο τους αναζητούν, ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους, θα παθαίνουν τα ίδια. Πως στην Ευρώπη της λιτότητας και των τραπεζών, ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία ποιοι είναι «οι άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες» και κατά πόσο είναι πρόθυμοι να υπηρετήσουν αυτό που πάλι ο Καζαντζάκης όριζε ως «οργανωμένη αδικία».

Ο Θεοδωράκης θα συνεχίσει να έχει πέραση. Θα παίζει το χαρτί της Κρήτης γιατί γνωρίζει ότι του προσδίδει την αυθεντικότητα που του λείπει και θα πουλάει μούρη σε εκείνους που διψούν να την πουλήσουν στους επόμενους. Η λογική, που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται, είναι η λογική της εξουσίας. Το δίκιο, που επίσης θέλει να υπερασπιστεί, είναι συνήθως του εργάτη. Κι αυτές οι δύο πολύ ωραίες λεξούλες, την εποχή που τσακίζονται τα εργασιακά δικαιώματα, συγκρούονται ξανά σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το τέρας, οπωσδήποτε, έχει πολλά πρόσωπα. Ως ένοχος μεταξύ ενόχων, εξάλλου, μιλώ κι εγώ. Αυτό που περιέγραψα δεν είναι το χειρότερο απ' όσα έχουμε δει ή απ' όσα θα δούμε. Θυμίζει ωστόσο την Ελλάδα που χρεοκόπησε. Είναι αγαπησιάρικο και χαμογελάει μειλίχια. Τα χαρακτηριστικά του είναι οικεία αλλά ασαφή. Δεν εννοεί τη δεύτερη καλησπέρα του. Το 2004 θα 'ταν η χρονιά του. Πέρασαν όμως δέκα χρόνια.

Τότε ήταν που ο Ευγένιος Αρανίτσης έγραφε για τη στροφή του Στέλιου Ράμφου. Και τα τέσσερα κείμενα για όσους ενδιαφέρονται βρίσκονται στο Αντίφωνο: «Η ψυχή μας έχει παγώσει και μαζί της ο κόσμος ολόκληρος, οι σχέσεις, ο Λόγος, τα περιεχόμενα, οι επιθυμίες, η θεραπευτική επιρροή του φυσικού κόσμου, η νοσταλγία των αστεριών, η ικανότητα να πενθούμε, να συμπονάμε, να διαχειριζόμαστε τα αγαθά, να αναγνωρίζουμε το ιερό, να θαυμάζουμε την ομορφιά ανεξαρτήτως χρησιμότητας, να γινόμαστε εγγυητές της αλήθειας και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμίζω ότι, σε θερμοκρασία κάτω από μια οριακή τιμή, η ηλεκτρική αντίσταση ορισμένων υλικών μηδενίζεται· το ρεύμα ρέει χωρίς απώλειες, το μαγνητικό πεδίο απαλείφεται, η δε βαρύτητα παρομοίως. Αυτό εξηγεί την επιτάχυνση του κόσμου μας, τη «διαφάνεια», την «ελαφρότητα», την απροσδιοριστία, την έλλειψη βάρους και βάθους, τον απλοϊκό φετιχισμό των ανέσεων, το εικονικό σεξ, την επέλαση του φαντασιακού σε όλα τα μέτωπα: το υλικό που έχασε σήμερα τις αντιστάσεις του είναι η ίδια η έννοια Άνθρωπος».


                                               (Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Ο Αρανίτσης για τον Ράμφο

Για όσους διαισθάνονται τι είδους παιγνίδι παίζεται εδώ και τι εξυπηρετούν οι ξαναζεσταμένες θεωρίες υπέρ της άρον άρον εκχώρησης του εαυτού στην παραληρηματική έκρηξη ρομποτικής ατομικότητας της Δύσης, δεν έχω λόγο να συνεχίσω αυτή την ανάλυση. Η ψυχή μας έχει παγώσει και μαζί της ο κόσμος ολόκληρος, οι σχέσεις, ο Λόγος, τα περιεχόμενα, οι επιθυμίες, η θεραπευτική επιρροή του φυσικού κόσμου, η νοσταλγία των αστεριών, η ικανότητα να πενθούμε, να συμπονάμε, να διαχειριζόμαστε τα αγαθά, να αναγνωρίζουμε το ιερό, να θαυμάζουμε την ομορφιά ανεξαρτήτως χρησιμότητας, να γινόμαστε εγγυητές της αλήθειας και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμίζω ότι, σε θερμοκρασία κάτω από μια οριακή τιμή, η ηλεκτρική αντίσταση ορισμένων υλικών μηδενίζεται· το ρεύμα ρέει χωρίς απώλειες, το μαγνητικό πεδίο απαλείφεται, η δε βαρύτητα παρομοίως. Αυτό εξηγεί την επιτάχυνση του κόσμου μας, τη «διαφάνεια», την «ελαφρότητα», την απροσδιοριστία, την έλλειψη βάρους και βάθους, τον απλοϊκό φετιχισμό των ανέσεων, το εικονικό σεξ, την επέλαση του φαντασιακού σε όλα τα μέτωπα: το υλικό που έχασε σήμερα τις αντιστάσεις του είναι η ίδια η έννοια Άνθρωπος. 

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/249-Η-περίπτωση-του-Στέλιου-Ράμφου.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/246-Τα-άστρα-σύμφωνα-με-τον-Ράμφο.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/250-Ψυχική-ανάγκη-και-ψυχαναγκασμός.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/245-Το-τέλος-της-ανθρωπολογίας.html

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Στην άλλη άκρη

Τι υπάρχει στην άλλη άκρη; Ακριβώς το αντίθετο, ο βαθμός μηδέν του θεάτρου, το σνομπάρισμα της θεατρικής σκηνής, έτσι όπως εκφράστηκε στα Ανώγεια από μία εκδήλωση με δημοτική μουσική, που περιλάμβανε μερικά αστέρια του είδους, από την κυκλαδίτικη οικογένεια των Κονιτόπουλων μέχρι τον Ιρλανδό που έγινε Κρητικός, το λυράρη Ross Daly που ζει εδώ και χρόνια στην Κρήτη, κατασκευάζοντας και παίζοντας παραδοσιακά όργανα (δύο δίσκοι του υπάρχουν ήδη στο εμπόριο). Τόσο οι Κονιτόπουλοι όσο και ο Ross δεν είναι προϊόντα καμιάς διαδικασίας αποκέντρωσης: παίζουν σα να βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου κι ο κόσμος αυτός (αναγκαστικά) είναι εσωτερικός, συναισθηματικός και πνευματικός. Χωρίς να μεταμφιέζονται, λάμπουν παράξενα: η αποκέντρωση δεν έχει τι να τους κάνει, γιατί δεν προέκυψαν από πουθενά. Με δυο λόγια, καταστρατηγώντας κάθε διαδικασία, φύτρωσαν (Κονιτόπουλοι) ή ρίζωσαν (Ross).

Χρήστος Βακαλόπουλος, Αντί, Τεύχος 269, 31-8-1984.

Υ.Γ. 30 χρόνια μετά, ο Ross επέστρεψε δισκογραφικά από την ίδια άλλη άκρη, από το ίδιο κέντρο του κόσμου.


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Το καρεκλάτο

Για λόγους ψυχαγωγικούς, παρακολουθώ τα κείμενα μιας φάσιον μπλόγκερ. Ας την πούμε Σίντι. Η Σίντι πρόσφατα έχασε τη δουλειά της και μας το ανακοίνωσε. Εξοργισμένη, εξηγούσε σε άπταιστα αγγλικά, πόσες ώρες από την λαμπερή ζωή της έχασε γράφοντας άρθρα για διάσημους. «Λες και με ένοιαζε πότε θα κατουρήσουν», τελείωνε το «κατηγορώ» της. Μια κοπέλα που διατηρεί ολόκληρο μπλογκ, όχι μόνο για να διαφημίζει ρούχα, αλλά πρωτίστως για να μας ενημερώνει ποια φίλη της είδε, πού πήγε βόλτα, πότε έκανε μπάνιο και τι ταινία παρακολούθησε με το αγόρι της, χάνοντας την εργασία της, επαναστάτησε. Ποτέ δεν την ένοιαζε πότε κατουρούν οι άλλοι διάσημοι.
 
Στο cult πια ξέσπασμα του Μπούκουρα στη Βουλή, πιο αποκαλυπτική ήταν η παρακάτω φράση: «Γιατί μου στερείτε την ελευθερία μου;». Ένας άνθρωπος  που αναπολούσε το Άουσβιτς για να τον πάρει ο ύπνος και έπαιρνε μέρος σε πογκρόμ μεταναστών για να σώσει την ψυχή του, εξομολογήθηκε δημοσίως τον έρωτά του γι' αυτήν. Ποιος του τη στερεί όμως; Είναι η ελληνική δικαιοσύνη στ’αλήθεια; Ή μήπως η σύλληψή του δεν ήταν παρά μια μικρή γεύση του οράματός του; Όταν το ψέμα που τον τάιζε στράφηκε, κατά κάποιο τρόπο, εναντίον του, άρχισε τα ψυχοφάρμακα. Άσχημο να σε απολύει το ίδιο σου το τίποτα, το ξέρει και η Σίντι.

Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνθηκε κι ένας παλιός γνωστός. Με τον Γιώργο Παπανδρέου στο τιμόνι της χώρας, δούλευε σε γραφείο Υπουργού. Μα αφότου έχασε τη θέση και τον παχυλό μισθό του, ανακάλυψε τον κόσμο. Άρχισε να εκφράζει την ενόχλησή του για τις τιμές στην αγορά και τους καινούριους διαχειριστές της φτωχοποίησης που είχαν προλάβει να χαλάσουν, υποτίθεται, ό,τι το ΠΑΣΟΚ είχε χτίσει με πόνο και δάκρυα. Τα δικά μας τα μνημόνια ήταν τα καλά, των άλλων είναι τα σκάρτα. Αφού για τον ίδιο σκοπό δούλευες, μήπως να έβγαζες το σκασμό;

Την εβδομάδα που πέρασε, ο Ολυμπιακός ζήτησε καλύτερες διαιτησίες, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, οι πολιτικοί μας όλο και κάποια κωλοτούμπα θα έκαναν. Σε κάποιο επεισόδιο της Dolce Vita, η Σάσα ορμάει να μαλλιοτραβηχτεί με την Ασπασία καθώς η τελευταία αρνείται να την αναγνωρίσει μέσα στο αστυνομικό τμήμα: «Όταν μου ζητούσες να σου πω για το καρεκλάτο, την ήξερες τη Σάσα, την ήξερες;». Και έχει δίκιο. Η προειδοποίηση των Tsopana Rave δεν σταμάτησε να είναι επίκαιρη ποτέ. Και προσοχή. Μη θεωρηθεί πως κάποια μορφή σχιζοφρένειας ευθύνεται για την κατάσταση.