Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Ηθικά τέρατα

Έχει περίπου ένα χρόνο που εδώ στην Parallaxi ένας ιστορικός της Μεσογείου αρνήθηκε να μας απαντήσει σε ερώτηση για το ναυάγιο της Λαμπεντούζα. Σε μερικές ώρες θα μιλούσε στο Ολύμπιον κι όλοι θα θαύμαζαν τον κορυφαίο πανεπιστημιακό από κοντά. Όποιος κι αν ήταν ο ακριβής λόγος της μούγγας του κυρίου, το όνομα του οποίου φρόντισα να ξεχάσω, ο νους αναπόφευκτα έτρεξε στον Πύργο του Κυανοπώγωνα: «Οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, στα οποία και μέσω των οποίων γίνεται κυρίως η μετάδοση των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών, μπορεί κάλλιστα να ευδοκιμούν δίπλα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης».

Το καλοκαίρι, βλέποντας τις εικόνες από τη Γάζα, δοκίμασα να γράψω. Αλλά τι; Aπέτυχα. «Αν δεν πονάει κανείς βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αν δεν αισθάνεται φρίκη, αν δεν προσπαθεί να καταργήσει οτιδήποτε προκαλεί αυτόν τον όλεθρο, αυτό το μακελειό, τότε, αυτές είναι αντιδράσεις ενός ηθικού τέρατος. Και εμείς, τα μέλη της μορφωμένης τάξης δεν είμαστε τέρατα. Η αποτυχία μας είναι αποτυχία φαντασίας, αποτυχία συμμετοχής: αποτύχαμε να λάβουμε υπόψη μας αυτή την πραγματικότητα». Οι σκέψεις της Βιρτζίνια Γουλφ για τον πόλεμο μας φαίνονται αφελείς. Θεωρεί πως όλοι οι καλόπιστοι άνθρωποι, βλέποντας τον πόνο που προκαλεί, θα στρατευτούν εναντίον του. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Στον "Φωτεινό θάλαμο" ο Μπαρτ βοηθάει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα λιγότερο συναισθηματικά. Η φωτογραφία, πιστεύει, μπορεί να είναι ανατρεπτική όχι όταν φοβίζει, αλλά όταν είναι στοχαστική. Από τα δύο παιδιά ενός ιδρύματος που πάσχουν από νοητική υστέρηση, για παράδειγμα, παραδέχεται ότι δεν βλέπει τα πελώρια κεφάλια, αλλά παρατηρεί μόνο την αποκεντρωμένη λεπτομέρεια, τον πελώριο γιακά του πιτσιρίκου, την κούκλα του κοριτσιού: «Είμαι ένας άγριος, ένα παιδί- ή ένας μανιακός. Αποδιώχνω κάθε γνώση, κάθε παιδεία, φυλάγομαι από το να κληρονομήσω τη ματιά ενός άλλου». Τι άλλο είμαστε μπροστά στη δυστυχία παρά τρομαγμένα παιδιά;

Αφού το Ισραήλ ισοπέδωσε τη Γάζα, τώρα δεν διανοείται να μην επενδύσει στην ανοικοδόμησή της. Η ανάσταση των νεκρών κολλάει σε γραφειοκρατικά ζητήματα και προς το παρόν δεν χρηματοδοτείται. Όσα παιδιά δεν έχασαν τη ζωή τους- ανόητη φράση, λες κι έχασαν τα κλειδιά τους-, πάσχουν τώρα από ενούρηση, βλέπουν εφιάλτες και στο σχολείο είναι πιο επιθετικά. Να μπλοκάρουμε επομένως ή όχι τους νεκρόφιλους στο Facebook; Πνευματικές αναζητήσεις συγγραφέων που έχουν ξεσαλώσει, σιωπές ιστορικών που έρχονται στην πόλη για να μας διαφωτίσουν, αμηχανίες σαν τις δικές μας εξηγούν γιατί ευδοκιμούν στις μέρες μας κάποια άλλα στρατόπεδα. Ο κύριος Τζιφόπουλος έλυσε και τις τελευταίες απορίες. Υγεία, για όλους εμάς τους υγιείς, σημαίνει συχνά την επίδειξη της αρρώστια μας.



                                                          (Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ένα πανίσχυρο εγώ

Χιλιετίες πολιτισμού συσκότισαν το τι είστε, σας έκαναν να πιστέψετε ότι δεν είστε εγωιστές, αλλά η κλήση σας είναι να είστε ιδεαλιστές («καλοί άνθρωποι»). Αποτινάξτε από πάνω σας αυτό! Μην αναζητάτε την ελευθερία, που σας στερεί ακριβώς τον εαυτό σας, με την «άρνηση του εαυτού», αλλά αναζητείστε τον εαυτό σας, γίνετε εγωιστές, γίνετε ο καθένας σας ένα πανίσχυρο εγώ. Ή, σαφέστερα: αναγνωρίστε τον εαυτό σας και πάλι, αναγνωρίστε τι είστε πραγματικά, και παρατήστε τις υποκριτικές προσπάθειες, τη μωρή μανία σας να είστε κάτι άλλο απ’ αυτό που είστε. Τις αποκαλώ υποκριτικές, επειδή μείνατε μολαταύτα εγωιστές όλες αυτές τις χιλιετίες, αλλά κοιμισμένοι, αυτοεξαπατώμενοι, τρελοί εγωιστές, εσείς εαυτόν τιμωρούμενοι, εσείς βασανιστές του εαυτού σας. Ποτέ ακόμη δεν μπόρεσε μία θρησκεία να κάνει δίχως υποσχέσεις και επαγγελίες, είτε για το επέκεινα είτε το εδώ κάτω. Διότι ο άνθρωπος θέλει να ανταμείβεται και δεν κάνει τίποτε «τζάμπα». Τι είναι όμως εκείνο το «να κάνεις το καλό για το καλό» δίχως βλέψη ανταμοιβής; Λες κι εδώ επίσης δεν περιέχεται η ανταμοιβή στην ικανοποίηση που θα δώσει αυτό. Συνεπώς, ακόμη και η θρησκεία στηρίζεται στον εγωισμό μας και τον εκμεταλλεύεται. Υπολογισμένη για τις επιθυμίες μας, πνίγει πολλές άλλες για χάρη μιας. Αυτό προκαλεί τότε το φαινόμενο του εξαπατημένου εγωισμού, όπου ικανοποιώ όχι τον εαυτό μου, αλά μια από τις επιθυμίες μου, π.χ την ενόρμηση της ευδαιμονίας. Η θρησκεία μού υπόσχεται το ύψιστο αγαθό. Για να το αποκτήσω, αγνοώ όλες τις άλλες επιθυμίες και δεν τις ικανοποιώ πια. Όλες οι πράξεις και οι προσπάθειες σας είναι μυστικός, συγκαλυμμένος και κρυμμένος εγωισμός. Επειδή όμως είναι εγωισμός, τον οποίο δεν θέλετε να παραδεχτείτε και κρύβετε από τον ίδιο τον εαυτό σας, άρα εγωισμός όχι φανερός και δημόσιος, άρα ασύνειδος, δεν είναι εγωισμός αλλά δουλεία, υποτέλεια, άρνηση του εαυτού. Είστε εγωιστές, και δεν είστε, επειδή αρνείστε τον εγωισμό.

Μαξ Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του, Εκδόσεις Θύραθεν, Μετάφραση Ζήση Σαρίκα.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Οι υπογραμμίσεις δικές μου

Αν βλέπουμε τους φιλοσόφους με ένα είδος καχυποψίας ή και ειρωνείας, αυτό γίνεται γιατί διακρίνουμε ότι είναι πολύ ανυποψίαστοι και πέφτουν εύκολα έξω, δηλαδή μας ενοχλεί, όχι τόσο η αφέλεια και η παιδικότητά τους, αλλά το ψεύδος. Μα οι φιλόσοφοι, αντίθετα, κραυγάζουν όλοι για τις ικανότητές τους κάθε φορά που πλησιάζουν έστω και ελάχιστα, την αλήθεια, ισχυριζόμενοι πως έφτασαν στην ανακάλυψή της μέσα από μια καθαρή, λογική και ανέμελα διαλεκτική διαδικασία, σαν να είναι ουρανοκατέβατη. Σ'αυτό το σημείο διαφέρουν από εκείνους τους αποκρυφιστές που επειδή είναι άξεστοι αλλά και πιο τίμιοι από τους πρώτους, λένε πως είναι εμπνευσμένοι-ενώ αυτοί παίρνουν μια θέση προκατάληψης και έχουν μια υποκριτική επιθυμία με αιτίες που αναζητούν κοπιαστικά: όλοι τους δεν είναι παρά δικηγόροι που συνηγορούν προς τις προκαταλήψεις τους που τις έχουν ονομάσει αλήθειες. Αλλά απέχουν πολύ από τη γενναιότητα που θα είχε κάποια συνείδηση η οποία θα ομολογούσε αυτή την κατάσταση κι ακόμη από την καλαισθησία της τόλμης που θέλει να κάνει τους άλλους να καταλάβουν είτε από γενναιότητα, είτε για να εφιστήσουν την προσοχή σε εχθρούς και φίλους ή ακόμη από ειρωνεία προς την παραπάνω κουταμάρα. Ο παλιόφιλος Καντ με τον παρόμοια αλύγιστο και σεπτό του ταρτουφισμό, μας παρακινεί από την διαλεκτική του και τα κρυφά της περάσματα που μας πηγαίνουν με παραπλάνηση στην, όλο κατηγορίες, εντολή του, κάνει εμάς τα καλοθρεμένα παιδιά να χαμογελάμε γιατί όταν επιτηρούμε αυτές τις μυγιάγγιχτες προσταγές των δασκάλων της ηθικής και των γερασμένων ηθικολόγων δεν διασκεδάζουμε καθόλου. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Σπινόζα που μασκάρεψε τη φιλοσοφία του με μαθηματικές απατεωνιές και τη θωράκισε για να κόψει από την πρώτη στιγμή το θάρρος σ' εκείνους που θα τολμούσαν να επιτεθούν κι ακόμη να ρίξουν τα μάτια τους και στην ανίκητη Παρθένα, την Παλλάδα Αθηνά. Στ' αλήθεια, όλη αυτή η επικάλυψη πόσο καλά μας φανερώνει το φόβο και τη δειλία ενός νοσηρού και απομονωμένου τύπου.

Φρειδερίκος Νίτσε, Πέραν του καλού και του κακού, Εκδόσεις Δαμιανού, Μετάφραση Ελένης Καλκάνη.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ποτάμι για κακό γούστο

Αποσύρθηκα απ' τον κόσμο όχι γιατί είχα εχθρούς αλλά γιατί είχα φίλους. Όχι γιατί δε με εξυπηρετούσαν όπως συνηθίζεται αλλά γιατί με θεωρούσαν καλύτερο απ'ό,τι είμαι. Ένα ψέμα που δεν μπόρεσα να ανεχθώ. Αλμπέρ Καμύ.

Η είδηση δεν ήταν απ’ το Κουλούρι όπως νομίσαμε αρχικά. Ο Σταύρος έκανε κόμμα. Γιατί όχι; Ο Θεοδωράκης ήταν ο μόνος που μπορούσε να πιάνει αγκαζέ τον Ψαραντώνη με την ίδια άνεση που την επόμενη έπινε καφέ απ' την κούπα της Χρυσής Αυγής, ο μόνος που τη μία μέρα θυμόταν στο Tedx την ταπεινή του καταγωγή και την άλλη έγραφε υπέρ των πλειστηριασμών, ο τελευταίος ρομαντικός δημοσιογράφος της τιβί που θεωρούσε πως τη λύση θα δώσουν η αστυνόμευση και η τιμωρία δίχως να κινεί υποψίες, ο μόνος που στο σακίδιο κουβαλούσε ακόμα κάτι από τον Τσε αλλά έπαιζε τέννις με τον Φώτη Μπόμπολα. Το χαϊλάιτ του στο Protagon δεν ήταν ωστόσο ούτε η ψήφος χωρίς προφύλαξη στο Σύριζα (στη Δημοκρατία αδιέξοδα;), ούτε όταν τα έβαλε με τον Μαζάουερ, αλλά η αγγελία του για ένα ορφανό αγοράκι. Είχε προηγηθεί η ατυχής διαφήμιση του μικρού από το Κέντρο Βρεφών Μητέρα, λες και το παιδί ήταν απορρυπαντικό: «O Αχιλλέας είναι ένα μελαχρινό, λεπτοκαμωμένο αγοράκι ηλικίας 6 χρονών, με ωραία μαύρα μάτια». Το κείμενο φανέρωνε το μυστικό της επιτυχίας και τη νοοτροπία πάνω στην οποία ο μιντιακός υπόκοσμος στερέωνε την κυριαρχία του, μοιράζοντας ελεημοσύνη: Αν σκεφτόταν τον Πρωταγωνιστή, θα χειριζόταν την πληροφορία αλλιώς. Επειδή όμως η δόξα της «ευαισθησίας» πάντα επέστρεφε στον ίδιο μεγαλύτερη, είπε να σπρώξει κι αυτός «τον παίδαρο που τον περίμενε στην πόρτα». Ως γνωστόν, τα άσχημα παιδιά δεν έχουν ίδια δικαιώματα. Το προϊόντα μας δεν νοείται να είναι ελαττωματικά.

Κάποτε, διέθετε ταλέντο στο να περνά απαρατήρητος. Ήταν ομολογουμένως ευφυής ο τρόπος που διεκπεραίωνε τις εκπομπές του, η ευπροσηγορία του σε κέρδιζε όταν ο συνεντευξιαζόμενος είχε πράγματα να πει και κάμποσες απ'αυτές, αναπόφευκτα, έβγαιναν εξαιρετικές. Είχε κατακτήσει την πόζα που γούσταρε η Mega-λη μάζα, τις παύσεις που την κολάκευαν, τη διγλωσσία που τη γοήτευε, τη σύγχυση του ανθρώπου που συμμετέχει, την πνευματική οκνηρία εκείνου που θέλει να γεμίσει το στομάχι του. Στις κακές στιγμές του, που ήταν κι οι περισσότερες, παρίστανε τον μορφωμένο, τον πονεμένο, τον σκεπτόμενο, συνήθως ανεπιτυχώς. Διαβάζοντας τα κείμενά του, ακόμα κι ένας άπειρος αναγνώστης αντιλαμβανόταν πως μάλλον στήριζε όσα συνέβαιναν. Ότι ενώ στην τηλεόραση ήταν με τους αδικημένους, στα γραπτά του ήταν με τους ισχυρούς, αντίφαση που αγνοούσε μεγάλο κομμάτι του τηλεοπτικού κοινού. Οι ελλείψεις του παρέμεναν καλά κρυμμένες, το κακό μελό δεν έλειπε με αποκορύφωμα την εκπομπή για τον Φύσσα (για τον θάνατο του οποίου ένιωθε τύψεις έπειτα από τη φιλική κουβέντα με τον Μιχαλολιάκο), τα τσιτάτα του δικαίως έγιναν αντικείμενο χλεύης από τους Κομπάρσους καθώς δεν είχαν υπόβαθρο. Αν ο Πετρόπουλος αγαπούσε τα τσογλάνια, τους χασίκλες, τους κλέφτες και τις πουτάνες γιατί μάχονταν κάθε μορφή εξουσίας, ο Σταύρος, θα 'λεγε κάποιος, πως το έκανε για να φανεί χρήσιμος σ' αυτήν.

Η αλλαγή δεν θα ήταν μεγάλη: Από την AGB στην MRB. Τα θέματα των Πρωταγωνιστών που συχνά λειτουργούσαν αποπροσανατολιστικά και ο αμφιλεγόμενος χειρισμός τους αποτελούν το πολιτικό παρελθόν του, παρόλο που ο ίδιος θέλει να λέει ότι είναι καινούριος. Όταν πάντως μπλόκαραν το parody account του στο Twitter, σώπασε, θυμίζοντας Ερντογάν. Πώς αποφάσισε να μας σώσει ένας άνθρωπος που δεν αγωνιούσε μέχρι πρότινος ιδιαίτερα, κάποιος που αν δεν του δίναμε 5% όπως είπε θα μας άφηνε στα νύχια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου; Δεν είμαι σίγουρος. Αν το σύστημα παίζει ένα από τα τελευταία του χαρτιά προκειμένου να ισορροπήσει μετά την ιστορία πάθους που έζησε με τη Χρυσή Αυγή, σε ό,τι τον αφορά είναι μάλλον μια κίνηση αυτοκαταστροφική. Ένας άνθρωπος που βαριέται εύκολα όπως έλεγε πριν δυο χρόνια στην Tv Μακεδονία, που δεν αντέχει δηλαδή τον εαυτό του, είναι αναμενόμενο κάποια στιγμή να θελήσει να μας απασχολήσει περισσότερο. Ομολογώ πως δεν υπολόγιζα ότι θα ιδρύσει ολόκληρο κόμμα. Τον είχα για πιο προσεκτικό. Ο κόσμος θα πει πως όλοι υποτιμούν τη νοημοσύνη του και δεν θα 'χει άδικο. Ο Σταύρος τουλάχιστον είναι συμπαθής. Σαν τους ερωτευμένους που δεν βλέπουν το σημάδι στο λαιμό απ' τα αφεντικά του.

Στον Θεοδωράκη αρέσει μια φράση του Καζαντζάκη απ' την Ασκητική και τη λέει για να εντυπωσιάζει: «Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω». Ο Δημήτρης Λιαντίνης κι ο Ρένος Αποστολίδης δεν εκτιμούσαν το φιλοσοφικό μπουρδούκλωμα του Κρητικού συγγραφέα που στη χειρότερη στιγμή του, αναζητώντας τον Υπεράνθρωπο, έγραφε: «Τρεις είναι σήμερα θαρρώ οι ανώτατοι τύποι που έχουν δικαίωμα να πλάσουν, κατ'εικόνα τους κι ομοίωση, τους ανθρώπους: Ο Λένιν, ο Γκάντι κι ο Μουσολίνι». Ν' αγαπάς, επομένως, την ευθύνη. Αλλά αν δε σωθεί η γη, δεν φταις ακριβώς εσύ. Μεγάλοι σφαγείς της ανθρωπότητας, όπως ο Ντούτσε, την αιματοκύλισαν από υπερβολικό ενδιαφέρον. Ο Σταύρος, που μοιάζει αρκετά με τον άνθρωπο μιας ιστορίας του Μπρεχτ, ο οποίος αρχικά σταματάει να δει γιατί κλαίει το παιδί και στο τέλος του παίρνει από τα χέρια και το τελευταίο γρόσι συνεχίζοντας ξέγνοιαστος το δρόμο του, δεν πιστεύει καν στη φράση. Πολύ αργότερα, στην Αναφορά στον Γκρέκο, ο Καζαντζάκης βρίσκει τη φωνή του: «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;». Να τι έπρεπε να πει ο ιδρυτής του Ποταμιού σε όσους τον σταματούν στο δρόμο και να μην έρχεται σε δύσκολη θέση. Πως δεν χρειάζονται σωτήρες. Πως όσο τους αναζητούν, ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους, θα παθαίνουν τα ίδια. Πως στην Ευρώπη της λιτότητας και των τραπεζών, ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία ποιοι είναι «οι άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες» και κατά πόσο είναι πρόθυμοι να υπηρετήσουν αυτό που πάλι ο Καζαντζάκης όριζε ως «οργανωμένη αδικία».

Ο Θεοδωράκης θα συνεχίσει να έχει πέραση. Θα παίζει το χαρτί της Κρήτης γιατί γνωρίζει ότι του προσδίδει την αυθεντικότητα που του λείπει και θα πουλάει μούρη σε εκείνους που διψούν να την πουλήσουν στους επόμενους. Η λογική, που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται, είναι η λογική της εξουσίας. Το δίκιο, που επίσης θέλει να υπερασπιστεί, είναι συνήθως του εργάτη. Κι αυτές οι δύο πολύ ωραίες λεξούλες, την εποχή που τσακίζονται τα εργασιακά δικαιώματα, συγκρούονται ξανά σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το τέρας, οπωσδήποτε, έχει πολλά πρόσωπα. Ως ένοχος μεταξύ ενόχων, εξάλλου, μιλώ κι εγώ. Αυτό που περιέγραψα δεν είναι το χειρότερο απ' όσα έχουμε δει ή απ' όσα θα δούμε. Θυμίζει ωστόσο την Ελλάδα που χρεοκόπησε. Είναι αγαπησιάρικο και χαμογελάει μειλίχια. Τα χαρακτηριστικά του είναι οικεία αλλά ασαφή. Δεν εννοεί τη δεύτερη καλησπέρα του. Το 2004 θα 'ταν η χρονιά του. Πέρασαν όμως δέκα χρόνια.

Τότε ήταν που ο Ευγένιος Αρανίτσης έγραφε για τη στροφή του Στέλιου Ράμφου. Και τα τέσσερα κείμενα για όσους ενδιαφέρονται βρίσκονται στο Αντίφωνο: «Η ψυχή μας έχει παγώσει και μαζί της ο κόσμος ολόκληρος, οι σχέσεις, ο Λόγος, τα περιεχόμενα, οι επιθυμίες, η θεραπευτική επιρροή του φυσικού κόσμου, η νοσταλγία των αστεριών, η ικανότητα να πενθούμε, να συμπονάμε, να διαχειριζόμαστε τα αγαθά, να αναγνωρίζουμε το ιερό, να θαυμάζουμε την ομορφιά ανεξαρτήτως χρησιμότητας, να γινόμαστε εγγυητές της αλήθειας και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμίζω ότι, σε θερμοκρασία κάτω από μια οριακή τιμή, η ηλεκτρική αντίσταση ορισμένων υλικών μηδενίζεται· το ρεύμα ρέει χωρίς απώλειες, το μαγνητικό πεδίο απαλείφεται, η δε βαρύτητα παρομοίως. Αυτό εξηγεί την επιτάχυνση του κόσμου μας, τη «διαφάνεια», την «ελαφρότητα», την απροσδιοριστία, την έλλειψη βάρους και βάθους, τον απλοϊκό φετιχισμό των ανέσεων, το εικονικό σεξ, την επέλαση του φαντασιακού σε όλα τα μέτωπα: το υλικό που έχασε σήμερα τις αντιστάσεις του είναι η ίδια η έννοια Άνθρωπος».


                                               (Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Ο Αρανίτσης για τον Ράμφο

Για όσους διαισθάνονται τι είδους παιγνίδι παίζεται εδώ και τι εξυπηρετούν οι ξαναζεσταμένες θεωρίες υπέρ της άρον άρον εκχώρησης του εαυτού στην παραληρηματική έκρηξη ρομποτικής ατομικότητας της Δύσης, δεν έχω λόγο να συνεχίσω αυτή την ανάλυση. Η ψυχή μας έχει παγώσει και μαζί της ο κόσμος ολόκληρος, οι σχέσεις, ο Λόγος, τα περιεχόμενα, οι επιθυμίες, η θεραπευτική επιρροή του φυσικού κόσμου, η νοσταλγία των αστεριών, η ικανότητα να πενθούμε, να συμπονάμε, να διαχειριζόμαστε τα αγαθά, να αναγνωρίζουμε το ιερό, να θαυμάζουμε την ομορφιά ανεξαρτήτως χρησιμότητας, να γινόμαστε εγγυητές της αλήθειας και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμίζω ότι, σε θερμοκρασία κάτω από μια οριακή τιμή, η ηλεκτρική αντίσταση ορισμένων υλικών μηδενίζεται· το ρεύμα ρέει χωρίς απώλειες, το μαγνητικό πεδίο απαλείφεται, η δε βαρύτητα παρομοίως. Αυτό εξηγεί την επιτάχυνση του κόσμου μας, τη «διαφάνεια», την «ελαφρότητα», την απροσδιοριστία, την έλλειψη βάρους και βάθους, τον απλοϊκό φετιχισμό των ανέσεων, το εικονικό σεξ, την επέλαση του φαντασιακού σε όλα τα μέτωπα: το υλικό που έχασε σήμερα τις αντιστάσεις του είναι η ίδια η έννοια Άνθρωπος. 

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/249-Η-περίπτωση-του-Στέλιου-Ράμφου.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/246-Τα-άστρα-σύμφωνα-με-τον-Ράμφο.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/250-Ψυχική-ανάγκη-και-ψυχαναγκασμός.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/245-Το-τέλος-της-ανθρωπολογίας.html

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Στην άλλη άκρη

Τι υπάρχει στην άλλη άκρη; Ακριβώς το αντίθετο, ο βαθμός μηδέν του θεάτρου, το σνομπάρισμα της θεατρικής σκηνής, έτσι όπως εκφράστηκε στα Ανώγεια από μία εκδήλωση με δημοτική μουσική, που περιλάμβανε μερικά αστέρια του είδους, από την κυκλαδίτικη οικογένεια των Κονιτόπουλων μέχρι τον Ιρλανδό που έγινε Κρητικός, το λυράρη Ross Daly που ζει εδώ και χρόνια στην Κρήτη, κατασκευάζοντας και παίζοντας παραδοσιακά όργανα (δύο δίσκοι του υπάρχουν ήδη στο εμπόριο). Τόσο οι Κονιτόπουλοι όσο και ο Ross δεν είναι προϊόντα καμιάς διαδικασίας αποκέντρωσης: παίζουν σα να βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου κι ο κόσμος αυτός (αναγκαστικά) είναι εσωτερικός, συναισθηματικός και πνευματικός. Χωρίς να μεταμφιέζονται, λάμπουν παράξενα: η αποκέντρωση δεν έχει τι να τους κάνει, γιατί δεν προέκυψαν από πουθενά. Με δυο λόγια, καταστρατηγώντας κάθε διαδικασία, φύτρωσαν (Κονιτόπουλοι) ή ρίζωσαν (Ross).

Χρήστος Βακαλόπουλος, Αντί, Τεύχος 269, 31-8-1984.

Υ.Γ. 30 χρόνια μετά, ο Ross επέστρεψε δισκογραφικά από την ίδια άλλη άκρη, από το ίδιο κέντρο του κόσμου.


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Το καρεκλάτο

Για λόγους ψυχαγωγικούς, παρακολουθώ τα κείμενα μιας φάσιον μπλόγκερ. Ας την πούμε Σίντι. Η Σίντι πρόσφατα έχασε τη δουλειά της και μας το ανακοίνωσε. Εξοργισμένη, εξηγούσε σε άπταιστα αγγλικά, πόσες ώρες από την λαμπερή ζωή της έχασε γράφοντας άρθρα για διάσημους. «Λες και με ένοιαζε πότε θα κατουρήσουν», τελείωνε το «κατηγορώ» της. Μια κοπέλα που διατηρεί ολόκληρο μπλογκ, όχι μόνο για να διαφημίζει ρούχα, αλλά πρωτίστως για να μας ενημερώνει ποια φίλη της είδε, πού πήγε βόλτα, πότε έκανε μπάνιο και τι ταινία παρακολούθησε με το αγόρι της, χάνοντας την εργασία της, επαναστάτησε. Ποτέ δεν την ένοιαζε πότε κατουρούν οι άλλοι διάσημοι.
 
Στο cult πια ξέσπασμα του Μπούκουρα στη Βουλή, πιο αποκαλυπτική ήταν η παρακάτω φράση: «Γιατί μου στερείτε την ελευθερία μου;». Ένας άνθρωπος  που αναπολούσε το Άουσβιτς για να τον πάρει ο ύπνος και έπαιρνε μέρος σε πογκρόμ μεταναστών για να σώσει την ψυχή του, εξομολογήθηκε δημοσίως τον έρωτά του γι' αυτήν. Ποιος του τη στερεί όμως; Είναι η ελληνική δικαιοσύνη στ’αλήθεια; Ή μήπως η σύλληψή του δεν ήταν παρά μια μικρή γεύση του οράματός του; Όταν το ψέμα που τον τάιζε στράφηκε, κατά κάποιο τρόπο, εναντίον του, άρχισε τα ψυχοφάρμακα. Άσχημο να σε απολύει το ίδιο σου το τίποτα, το ξέρει και η Σίντι.

Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνθηκε κι ένας παλιός γνωστός. Με τον Γιώργο Παπανδρέου στο τιμόνι της χώρας, δούλευε σε γραφείο Υπουργού. Μα αφότου έχασε τη θέση και τον παχυλό μισθό του, ανακάλυψε τον κόσμο. Άρχισε να εκφράζει την ενόχλησή του για τις τιμές στην αγορά και τους καινούριους διαχειριστές της φτωχοποίησης που είχαν προλάβει να χαλάσουν, υποτίθεται, ό,τι το ΠΑΣΟΚ είχε χτίσει με πόνο και δάκρυα. Τα δικά μας τα μνημόνια ήταν τα καλά, των άλλων είναι τα σκάρτα. Αφού για τον ίδιο σκοπό δούλευες, μήπως να έβγαζες το σκασμό;

Την εβδομάδα που πέρασε, ο Ολυμπιακός ζήτησε καλύτερες διαιτησίες, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, οι πολιτικοί μας όλο και κάποια κωλοτούμπα θα έκαναν. Σε κάποιο επεισόδιο της Dolce Vita, η Σάσα ορμάει να μαλλιοτραβηχτεί με την Ασπασία καθώς η τελευταία αρνείται να την αναγνωρίσει μέσα στο αστυνομικό τμήμα: «Όταν μου ζητούσες να σου πω για το καρεκλάτο, την ήξερες τη Σάσα, την ήξερες;». Και έχει δίκιο. Η προειδοποίηση των Tsopana Rave δεν σταμάτησε να είναι επίκαιρη ποτέ. Και προσοχή. Μη θεωρηθεί πως κάποια μορφή σχιζοφρένειας ευθύνεται για την κατάσταση.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιδιαίτερη τρέλα μου

Περιοριζόμενος εδώ να εκθέσω το ζήτημα όσο το δυνατόν πιο γενικά, θα πω ότι επεδίωξα πάντα να δίνω την αόριστη εντύπωση ότι διέθετα σπουδαία διανοητικά, ακόμα και καλλιτεχνικά, προσόντα τα οποία όμως προτίμησα να στερήσω απ’ την εποχή μου, που δεν μου φαινόταν άξια της χρήσης τους. Πάντα βρίσκονταν άνθρωποι που θλίβονταν για την απουσία μου και, παραδόξως, με βοηθούσαν να τη διατηρήσω. Αυτό δεν μπόρεσα να το καταφέρω παρά μόνον επειδή ποτέ δεν έσπευσα προς αναζήτηση κάποιου, οπουδήποτε. Ο περίγυρός μου δεν αποτελείτο παρά μόνον από εκείνους που ήρθαν μόνοι τους και ήξεραν να γίνονται αποδεκτοί. Δεν ξέρω αν έστω και ένας τόλμησε να φερθεί όπως εγώ, την εποχή εκείνη. Οφείλω επίσης να παραδεχτώ ότι η αποσάθρωση όλων των υφιστάμενων συνθηκών εμφανίστηκε ακριβώς την ίδια στιγμή, λες για να δικαιώσει την ιδιαίτερη τρέλα μου.

Οφείλω να παραδεχτώ παρομοίως, επειδή τίποτα δεν μπορεί να παραμείνει εντελώς αναλλοίωτο στο διάβα του χρόνου, ότι ύστερα από καμιά εικοσαριά χρόνια ή και λίγο περισσότερο, μια προχωρημένη μερίδα ενός εξειδικευμένου κοινού φάνηκε ν΄αρχίζει να μην απορρίπτει πλέον εντελώς την ιδέα ότι μπορούσα κάλλιστα να διαθέτω πολλά αληθινά ταλέντα, αξιοσημείωτα κυρίως σε σύγκριση με τη μεγάλη φτώχεια των ευρημάτων και των αναμασημάτων που είχαν επί μακρόν πιστέψει ότι όφειλαν να θαυμάζουν και παρά το γεγονός ότι η μόνη ορατή χρήση των χαρισμάτων μου οφείλει να θεωρηθεί τελείως ολέθρια. Και τότε, εγώ ήμουν φυσικά που αρνήθηκα, με κάθε τρόπο, να δεχτώ ν’αναγνωρίσω την ύπαρξη των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι άρχιζαν, για να το πω έτσι, ν’ αναγνωρίζουν κάτι δικό μου. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν έτοιμοι ν’ αποδεχθούν τα πάντα και πάντοτε έλεγα ευθέως ότι θα έπρεπε ν’αποδεχτούν ή όλα ή τίποτα, θέτοντας έτσι οριστικά τον εαυτό μου στο απυρόβλητο των ενδεχόμενων συγκατανεύσεών τους. Σ’ ό, τι αφορά την κοινωνία, οι προτιμήσεις και οι ιδέες μου δεν άλλαξαν, παραμένοντας οι πλέον αντίθετες με ό,τι εκείνη ήταν καθώς και με ό,τι ανάγγειλε ότι ήθελε να γίνει.

Η λεοπάρδαλη πεθαίνει με τις κηλίδες της και εγώ ποτέ δεν διανοήθηκα ούτε πίστεψα ότι ήμουν ικανός να βελτιωθώ. Δεν διεκδίκησα αληθινά κανενός είδους αρετή, εκτός ίσως απ’ τη σκέψη ότι μόνο κάποια εγκλήματα ενός νέου είδους, που σίγουρα δεν είχαμε ακούσει να αναφέρονται στο παρελθόν, θα μπορούσαν να είναι αντάξιά μου, και απ΄τη σκέψη ότι δεν έχω αλλάξει, έπειτα από ένα τόσο κακό ξεκίνημα. Σε μια κρίσιμη στιγμή των ταραχών της Σφενδόνης, ο Γκοντί, ο οποίος τόσο σπουδαία δείγματα των ικανοτήτων του επέδειξε στο χειρισμό των ανθρωπίνων υποθέσεων και κυρίως στον αγαπημένο του ρόλο του διασαλευτή της δημόσιας τάξης, αυτοσχεδίασε επιτυχώς ενώπιον του Κοινοβουλίου του Παρισιού, δίνοντας μιαν όμορφη παράθεση, που απέδωσε σ΄έναν αρχαίο συγγραφέα, του οποίου το όνομα μάταια αναζήτησαν όλοι, αλλά, που ταίριαζε καλύτερα στο δικό του πανηγυρικό: «In difficillimis Reipublicae temporibus, urbem non deserui. In prosperis nihil de publico delibavi. In desperatis, nihil timui». Την μεταφράζει ο ίδιος έτσι:« Στους χαλεπούς καιρούς, ποτέ δεν εγκατέλειψα την πόλη, στους αίσιους, ποτέ δεν επωφελήθηκα και στους ζοφερούς, δεν φοβήθηκα τίποτα».

Γκυ Ντεμπόρ, Πανηγυρικός, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Μετάφραση Κώστα Οικονόμου.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Από Βέρθερο

Η Ιουλία Lespinasse, μία από τις πιο πνευματώδεις γυναίκες στη Γαλλία τον 18ο αιώνα, φίλη του Ντ’Αλαμπέρ, ήταν ερωτευμένη με τον αξιωματικό και ποιητή Ιππόλυτο De Guibert. Χωρίς ανταπόκριση. Του έγραφε: «Σας αγαπώ όπως πρέπει κανείς ν’αγαπά, με πλησμονή, με τρέλα, με ενθουσιασμό, με απελπισία. Σας αγαπώ πέρα από τη δύναμη της ψυχής και του σώματός μου. Δυο πράγματα στον κόσμο δεν υποφέρουν την μετριότητα: οι στίχοι κι ο έρωτας. Ω φίλε μου, η ψυχή μου υποφέρει. Δεν έχω πια λόγια παρά μόνο κραυγές». Και μετά την αναγγελία των γάμων του: «Αχ Θεέ μου, πόσο υπεροπτικά γραμμένη είναι η κάρτα σας; Αυτός είναι ο τόνος που σας κάνει να παίρνετε η ευτυχία σας; Στην περίπτωση αυτή δεν θα τολμούσα να παραπονεθώ, όμως πρέπει μόνο να ξέρετε πως δεν είναι των δυνάμεών μου να υποφέρω προστασία και οίκτο. Ο οίκτος σας θα κορύφωνε τη δυστυχία μου». Λίγο μετά το γάμο του Guibert, η Ιουλία Lespinasse πέθανε.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα ακόμα σκοτεινότερο αίνιγμα

Έχω παλέψει με το θάνατο. Είναι ο λιγότερο συναρπαστικός αγώνας που μπορείτε να φανταστείτε. Τον δίνεις μέσα σε μιαν ασύλληπτη γκρίζα ατμόσφαιρα, δίχως να έχεις έδαφος να πατάς κάτω από τα πόδια σου, τίποτα ολόγυρά σου να πιαστείς, δίχως θεατές, δίχως ιαχές, δίχως δόξα, δίχως το μεγάλο πάθος της νίκης, δίχως τον μεγάλο φόβο της ήττας, σ’ ένα άρρωστο περιβάλλον χλιαρού σκεπτικισμού, δίχως μεγάλη πεποίθηση στη δύναμή σου, και έχοντας ακόμα λιγότερη γι’αυτήν του αντιπάλου σου. Αν είναι αυτή η μορφή της έσχατης στιγμής, της ύστατης σοφίας, τότε, φίλοι μου, η ζωή είναι ένα ακόμα σκοτεινότερο αίνιγμα, απ’ όσο νομίζουν αρκετοί από μας. Βρέθηκα σε απόσταση αναπνοής από την τελευταία ευκαιρία να εκφέρω μία γνώμη και κατάλαβα, με φοβερή ντροπή, ότι ίσως δεν είχα τίποτα να πω! Για τούτο, λέω, ήταν ξεχωριστός άντρας ο Κουρτς. Είχε στην τελευταία του πνοή κάτι να πει. Όταν έφτασα κι εγώ κάποτε στην άκρη, κατάλαβα καλύτερα το μήνυμα του βλέμματός του. Του βλέμματος εκείνου που ήταν εξασθενημένο ώστε να μην μπορεί να διακρίνει τη φλόγα του κεριού μου, αλλά, την ίδια στιγμή, τόσο ευρύ ώστε να μπορεί να αγκαλιάσει το σύμπαν ολόκληρο, και τόσο δυνατό ώστε να μπορεί να διαπεράσει όλες τις καρδιές που χτυπούν μέσα στο σκότος. Ο Κουρτς έβγαλε το συμπέρασμά του…έκρινε…”Η Φρίκη! Η Φρίκη!” Ναι, ήταν ξεχωριστός άντρας! Αυτό που είπε πριν πεθάνει ήταν η έκφραση κάποιας πίστης! Είχε ευθύτητα, εντιμότητα, πεποίθηση…είχε μια παλλόμενη χροιά εξέγερσης καθώς ψιθύριζε την ετυμηγορία του για τον κόσμο και την ψυχή του, είχε το τρομερό πρόσωπο κάποιου που αντικρίζει αστραπιαία μιαν αλήθεια τρομερή, είχε το αλλόκοτο αμάλγαμα πόθου και μίσους …Δεν είναι η δική μου στιγμή κοντά στο θάνατο-ένα όραμα γκρίζο, χωρίς μορφή, γεμάτο απερίσκεπτη περιφρόνηση για τη ματαιότητα και το εφήμερο των πραγμάτων, ακόμα και του πόνου-που θυμάμαι καλύτερα, όχι! Όχι! Είναι η δική του στιγμή, του Κουρτς, μπροστά στο θάνατο που φαίνεται να έχω ζήσει πιο έντονα. Στ’αλήθεια με εκείνο το τελευταίο του βήμα, ο Κουρτς προχώρησε πέρα από το χείλος της αβύσσου, ενώ εγώ οπισθοχώρησα, τράβηξα πίσω το διστακτικό μου πόδι. Και ίσως εδώ να έγκειται όλη η διαφορά μας! Ίσως όλη η σοφία, όλη η αλήθεια και η ειλικρίνεια να βρίσκονται συμπιεσμένες μέσα σ’ εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου  που πρόκειται να διαβούμε το κατώφλι της ανυπαρξίας και του αοράτου! Μου αρέσει να ελπίζω πως το συμπέρασμά μου για τη ζωή, η τελευταία μου λέξη, δεν θα είναι μια λέξη αλόγιστης περιφρόνησης. Καλύτερα η κραυγή του, καλύτερα! Ήταν μια απόφανση, μια ετυμηγορία, μια ηθική νίκη, πληρωμένη βέβαια με αναρίθμητες ήττες, απαίσιους τρόμους, ανείπωτες ικανοποιήσεις. Αλλά παρ’ όλα αυτά, μια Νίκη!

Τζόζεφ Κόνραντ, Η καρδιά του σκότους, Εκδόσεις Ερατώ, Μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Πού είναι τα τέρατα

Κάποτε ο καταδικασμένος φτάνει επιτέλους στην αθωότητα. Αλλά ο παρατηρητής δεν έχει καν επίγνωση της ενοχής του. Για ένα έγκλημα το οποίο εξιλεώνεται στη φυλακή, υπάρχουν δέκα χιλιάδες άλλα που διαπράττονται άσκεφτα από εκείνους οι οποίοι καταδικάζουν. Δεν υπάρχει αρχή ή τέλος σ’αυτό. Όλοι ενέχονται, ακόμα και οι πιο άγιοι των αγίων. Το έγκλημα αρχίζει με τον Θεό. Θα τελειώσει με τον άνθρωπο όταν βρει και πάλι τον Θεό. Το έγκλημα βρίσκεται παντού, σε όλες τις ρίζες και τις ίνες του είναι μας. Κάθε λεπτό της μέρας προσθέτει νέα εγκλήματα στο ημερολόγιο, τόσο από αυτά που εξιχνιάζονται και τιμωρούνται όσο και από εκείνα που παραμένουν κρυφά. Οι εγκληματίες διώκουν τους εγκληματίες. Οι κρίνοντες κρίνουν τους κρίνοντες. Οι αθώοι βασανίζουν τους αθώους. Παντού, σε κάθε οικογένεια, κάθε φυλή, κάθε μεγάλη κοινότητα, εγκλήματα, εγκλήματα, εγκλήματα. Συγκριτικά, ο πόλεμος είναι πιο καθαρός. Ο δήμιος είναι ευγενική περιστερά, συγκριτικά. Ο Αττίλας, ο Ταμερλάνος, ο Τζένγκις Χαν, άμυαλα ανδρείκελα συγκριτικά. Ο πατέρας σου, η αγαπημένη μάνα σου, η γλυκιά η αδερφή σου, ξέρεις τι βρομερά εγκλήματα έχουν μες στα στήθη τους; Μπορείς να κρατήσεις τον καθρέφτη απέναντι στη μοχθηρία όταν βρίσκεται σιμά σου; Έχεις κοιτάξει στον λαβύρινθο της ίδιας σου της αξιοκαταφρόνητης καρδιάς; Έχεις ζηλέψει καμία φορά τον κακούργο για την ντομπροσύνη του; Η μελέτη του εγκλήματος αρχίζει με τη γνώση του εαυτού σου. Όλα όσα περιφρονείς, όλα όσα απεχθάνεσαι, όλα όσα απορρίπτεις, όλα όσα καταδικάζεις και επιζητείς να μεταστρέψεις με την τιμωρία ξεπηδάνε από σένα. Η πηγή τους είναι ο Θεός που τον τοποθετείς έξω, πάνω και πέρα. Το έγκλημα είναι ταύτιση, πρώτα με τον Θεό, μετά με την ίδια σου την εικόνα. Το έγκλημα είναι όλα όσα είναι έξω από τον σωρό, όσα ζηλεύουμε, εποφθαλμιούμε, λαχταρούμε. Το έγκλημα κάνει να γυαλίζουν χιλιάδες κοφτερά λεπίδια κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας ακόμα, όταν ο ξύπνος δίνει τη θέση του στον ύπνο. Το έγκλημα είναι ένας πελώριος μουσαμάς απλωμένος από τη μια απεραντοσύνη στην άλλη. Πού είναι τα τέρατα που δεν γνωρίζουν το έγκλημα; Σε ποια βασίλεια κατοικούν; Ποιος τα εμποδίζει να καταπνίξουν το σύμπαν;

Χένρι Μίλερ, Κλιματιζόμενος εφιάλτης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Ναι, είναι δυνατό

Είναι γελοίο. Κάθουμαι εδώ στη μικρή κάμαρή μου, εγώ ο Μπρίγκε, που έγινα είκοσι οχτώ χρονώ και που κανένας δεν ξέρει. Κάθουμαι εδώ και δεν είμαι τίποτα. Και όμως αυτό το τίποτα αρχίζει να σκέπτεται, και σκέπτεται, πέντε σκάλες ψηλά, ένα γκρίζο παρισινό δειλινό, τούτη τη σκέψη: Είναι δυνατό, σκέπτεται, να μην είδε κανείς, να μη διέγνωσε και να μην είπε ακόμα τίποτα το πραγματικό και αξιόλογο; Είναι δυνατό να ‘χε κανείς στη διάθεσή του αιώνες για να ιδεί, να σκεφτεί και να σημειώσει και ν’ άφησε τους αιώνες να περάσουν σαν ένα σχολικό διάλειμμα, οπότε τρώγει κανείς το βουτυρωμένο του ψωμί κι ένα μήλο; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό, μ’όλες τις εφευρέσεις και τις προόδους, μ’ όλον τον πολιτισμό, τη θρησκεία και την κοσμική σοφία, να ‘μεινε κανείς στην επιφάνεια της ζωής; Είναι δυνατό, κι αυτή ακόμα την επιφάνεια, που θα ‘τανε πάντα κάτι, να την εσκέπασαν μ΄ένα απίστευτα ανιαρό ρούχο, ώστε να δείχνει σαν έπιπλο σαλονιού τις καλοκαιρινές διακοπές; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να ‘χει παρεξηγηθεί ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία; Είναι δυνατό να ‘ναι το παρελθόν ψεύτικο, επειδή πάντα μίλησαν για τις μάζες του, ακριβώς σα να διηγούνταν για ένα συρφετό πολλών ανθρώπων, αντί να μιλήσουν για τον ένα, γύρω απ’ τον οποίο στεκόντανε αυτοί, επειδή ήταν ξένος και πέθανε; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να πίστεψε κανείς πως πρέπει να αναπληρώσει ό,τι έχει συμβεί προτού γεννηθεί; Είναι δυνατό πως θα ‘πρεπε κανείς να υπενθυμίσει στον καθένα ότι έχει γεννηθεί από όλους τους προηγούμενους, και συνεπώς το ήξερε και δε θα ‘πρεπε ν’ ακούσει τους άλλους που ήξεραν άλλα; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό όλοι αυτοί οι άνθρωποι να γνωρίζουν με ακρίβεια ένα παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε; Είναι δυνατό να μη σημαίνουν τίποτα γι’αυτούς όλες οι πραγματικότητες; Πως η ζωή τους κυλάει ολότελα ασύνδετη, σαν ένα ρολόγι μέσα σε μια άδεια κάμαρη; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να μην ξέρει κανείς τίποτα για τα κορίτσια, που ωστόσο ζούνε; Είναι δυνατό να λέγει κανείς «οι γυναίκες», «τα παιδιά», «τ’αγόρια» και να μη μαντεύει (να μη μαντεύει παρόλη τη μόρφωση) πως αυτές οι λέξεις από καιρό πια δεν έχουν πληθυντικό, παρά αμέτρητους ενικούς; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που λένε Θεός και πιστεύουν πως αυτό είναι κάτι κοινό; Κοίταξε μονάχα δύο παιδιά του σχολείου: αγοράζει το ένα ένα μαχαιράκι, και την ίδια μέρα αγοράζει κι ο γείτονάς του ένα εντελώς όμοιο. Και τα δείχνουν ο ένας στον άλλον ύστερα από μιαν εβδομάδα τα δυο μαχαιράκια, και προκύπτει πως έχουν μονάχα ασήμαντες πια ομοιότητες. Τόσο διαφορετικά καταντήσανε σε διάφορα χέρια. Είναι δυνατό να πιστεύει κανείς πως θα μπορούσε να ‘χει έναν Θεό χωρίς να τον μεταχειρίζεται; Ναι, είναι δυνατό. Όταν όμως όλα αυτά είναι δυνατά, όταν έχουν έστω και μια πιθανότητα δυνατότητας-τότε πρέπει βέβαια, για χάρη όλων στον κόσμο, κάτι να γίνει. Ο πρώτος τυχών, εκείνος που έκανε αυτή την ανησυχαστική σκέψη, πρέπει να αρχίσει κάτι ν’αναπληρώνει απ’ τα παραμελημένα, έστω κι αν είναι ένας οποιοσδήποτε, όχι εντελώς ο αρμοδιότερος: επειδή ακριβώς δεν υπάρχει άλλος. Αυτός ο νεαρός, ασήμαντος ξένος, ο Μπρίγκε, πρέπει να καθίσει, πέντε σκάλες ψηλά, και να γράψει, μέρα και νύχτα: ναι, να γράψει, αυτό θα ‘ναι το τέλος.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, Εκδόσεις Ροδακιό, Μετάφραση  Δημ. Στ. Δήμου.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Τι αξιοθρήνητη επινόηση

Έχω βαρεθεί την ζωή, ο κόσμος μου προκαλεί ναυτία. Είναι ανούσιος και δεν έχει ούτε γεύση, ούτε νόημα. Ακόμη κι αν ήμουν πιο πεινασμένος κι από τον Πιερρό, δεν θα επιθυμούσα να τραφώ από την εξήγηση που θα έδιναν οι άνθρωποι. Όπως βυθίζουμε το δάχτυλο στην γη για να αναγνωρίσουμε τον τόπο που βρισκόμαστε, έτσι κι εγώ βυθίζω το δάχτυλό μου μέσα στην ζωή: δεν έχει καμμία οσμή. Πού βρίσκομαι; Ο κόσμος τι θέλει να πει; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ποιος με ξεγέλασε για να με πετάξει εδώ και τώρα με εγκατέλειψε; Ποιος είμαι; Πώς εισήλθα στον κόσμο; Γιατί δεν με ρώτησαν, γιατί δεν με πληροφόρησαν για τους τρόπους και τις συνήθειες, αλλά με ενσωμάτωσαν στις τάξεις σαν να με είχε αγοράσει ένας στρατολόγος της φρουράς; Με ποια ιδιότητα έδειξα ενδιαφέρον γι’ αυτή την τεράστια επιχείρηση που ονομάζουν, η πραγματικότητα; Και γιατί πρέπει να ενδιαφέρομαι γι’αυτήν; Δεν πρόκειται για μια υπόθεση ελεύθερη; Και αν είμαι υποχρεωμένος να ενδιαφέρομαι, πού είναι ο διευθυντής για να του κάνω μια παρατήρηση; Δεν υπάρχει διευθυντής; Σε ποιον θα απευθύνω τα παράπονά μου; Η ζωή είναι το αντικείμενο μιας συζήτησης: Μπορώ να ζητήσω να ληφθεί υπ’ όψιν η γνώμη μου; Κι αν πρέπει να δεχτώ τη ζωή έτσι όπως είναι, δεν θα ήταν καλύτερα να γνωρίζω πώς ακριβώς είναι; Ένας απατεώνας: τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ο Κικέρων δεν λέει ότι βρίσκουμε έναν απατεώνα όταν ρωτήσουμε: cui bono, ποιος ωφελείται; Ας αναρωτηθεί ο καθείς και εγώ ρωτώ τον καθένα αν είχα κάποια ωφέλεια όταν προκάλεσα την δυστυχία μου και την δυστυχία ενός νέου κοριτσιού. Τι σημαίνει να είσαι ένοχος; Μια υπόθεση μαγείας; Δεν ξέρουμε πώς να απαντήσουμε με ακρίβεια. Κανείς δεν έχει διάθεση να απαντήσει; Το πρόβλημα λοιπόν δεν έχει την τελευταία σημασία για όλους τους συν-ενδιαφερομένους;  Η λογική μου σταματά, ή μάλλον, την εγκαταλείπω. Την μια στιγμή είμαι κουρασμένος, εκμηδενισμένος και σχεδόν νεκρός από αδιαφορία. Την άλλη στιγμή γίνομαι έξαλλος από θυμό και πάω απελπισμένος από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, αναζητώντας κάποιον άνθρωπο επάνω στον οποίο να ξεσπάσει η οργή μου. Όλο το είναι μου φωνάζει την αντίφαση. Με ποιο τρόπο έγινα ένοχος; Γιατί τότε μου φωνάζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ότι είμαι ένοχος; Τι αξιοθρήνητη επινόηση είναι η ανθρώπινη γλώσσα εκφράζοντας ένα πράγμα όταν σκέφτεται κάτι άλλο!

Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Για το μυστήριο του ανθρώπου, Εκδόσεις Ευθύνη, Μετάφραση Σόνιας Κουμαντάρου-Πρεβελάκη.