Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Ο Αρανίτσης για τον Ράμφο

Για όσους διαισθάνονται τι είδους παιγνίδι παίζεται εδώ και τι εξυπηρετούν οι ξαναζεσταμένες θεωρίες υπέρ της άρον άρον εκχώρησης του εαυτού στην παραληρηματική έκρηξη ρομποτικής ατομικότητας της Δύσης, δεν έχω λόγο να συνεχίσω αυτή την ανάλυση. Η ψυχή μας έχει παγώσει και μαζί της ο κόσμος ολόκληρος, οι σχέσεις, ο Λόγος, τα περιεχόμενα, οι επιθυμίες, η θεραπευτική επιρροή του φυσικού κόσμου, η νοσταλγία των αστεριών, η ικανότητα να πενθούμε, να συμπονάμε, να διαχειριζόμαστε τα αγαθά, να αναγνωρίζουμε το ιερό, να θαυμάζουμε την ομορφιά ανεξαρτήτως χρησιμότητας, να γινόμαστε εγγυητές της αλήθειας και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμίζω ότι, σε θερμοκρασία κάτω από μια οριακή τιμή, η ηλεκτρική αντίσταση ορισμένων υλικών μηδενίζεται· το ρεύμα ρέει χωρίς απώλειες, το μαγνητικό πεδίο απαλείφεται, η δε βαρύτητα παρομοίως. Αυτό εξηγεί την επιτάχυνση του κόσμου μας, τη «διαφάνεια», την «ελαφρότητα», την απροσδιοριστία, την έλλειψη βάρους και βάθους, τον απλοϊκό φετιχισμό των ανέσεων, το εικονικό σεξ, την επέλαση του φαντασιακού σε όλα τα μέτωπα: το υλικό που έχασε σήμερα τις αντιστάσεις του είναι η ίδια η έννοια Άνθρωπος. 

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/249-Η-περίπτωση-του-Στέλιου-Ράμφου.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/246-Τα-άστρα-σύμφωνα-με-τον-Ράμφο.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/250-Ψυχική-ανάγκη-και-ψυχαναγκασμός.html

http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/αρανίτσης-ευγένιος/γραπτός-λόγος/245-Το-τέλος-της-ανθρωπολογίας.html

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Στην άλλη άκρη

Τι υπάρχει στην άλλη άκρη; Ακριβώς το αντίθετο, ο βαθμός μηδέν του θεάτρου, το σνομπάρισμα της θεατρικής σκηνής, έτσι όπως εκφράστηκε στα Ανώγεια από μία εκδήλωση με δημοτική μουσική, που περιλάμβανε μερικά αστέρια του είδους, από την κυκλαδίτικη οικογένεια των Κονιτόπουλων μέχρι τον Ιρλανδό που έγινε Κρητικός, το λυράρη Ross Daly που ζει εδώ και χρόνια στην Κρήτη, κατασκευάζοντας και παίζοντας παραδοσιακά όργανα (δύο δίσκοι του υπάρχουν ήδη στο εμπόριο). Τόσο οι Κονιτόπουλοι όσο και ο Ross δεν είναι προϊόντα καμιάς διαδικασίας αποκέντρωσης: παίζουν σα να βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου κι ο κόσμος αυτός (αναγκαστικά) είναι εσωτερικός, συναισθηματικός και πνευματικός. Χωρίς να μεταμφιέζονται, λάμπουν παράξενα: η αποκέντρωση δεν έχει τι να τους κάνει, γιατί δεν προέκυψαν από πουθενά. Με δυο λόγια, καταστρατηγώντας κάθε διαδικασία, φύτρωσαν (Κονιτόπουλοι) ή ρίζωσαν (Ross).

Χρήστος Βακαλόπουλος, Αντί, Τεύχος 269, 31-8-1984.

Υ.Γ. 30 χρόνια μετά, ο Ross επέστρεψε δισκογραφικά από την ίδια άλλη άκρη, από το ίδιο κέντρο του κόσμου.


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Το καρεκλάτο

Για λόγους ψυχαγωγικούς, παρακολουθώ τα κείμενα μιας φάσιον μπλόγκερ. Ας την πούμε Σίντι. Η Σίντι πρόσφατα έχασε τη δουλειά της και μας το ανακοίνωσε. Εξοργισμένη, εξηγούσε σε άπταιστα αγγλικά, πόσες ώρες από την λαμπερή ζωή της έχασε γράφοντας άρθρα για διάσημους. «Λες και με ένοιαζε πότε θα κατουρήσουν», τελείωνε το «κατηγορώ» της. Μια κοπέλα που διατηρεί ολόκληρο μπλογκ, όχι μόνο για να διαφημίζει ρούχα, αλλά πρωτίστως για να μας ενημερώνει ποια φίλη της είδε, πού πήγε βόλτα, πότε έκανε μπάνιο και τι ταινία παρακολούθησε με το αγόρι της, χάνοντας την εργασία της, επαναστάτησε. Ποτέ δεν την ένοιαζε πότε κατουρούν οι άλλοι διάσημοι.
 
Στο cult πια ξέσπασμα του Μπούκουρα στη Βουλή, πιο αποκαλυπτική ήταν η παρακάτω φράση: «Γιατί μου στερείτε την ελευθερία μου;». Ένας άνθρωπος  που αναπολούσε το Άουσβιτς για να τον πάρει ο ύπνος και έπαιρνε μέρος σε πογκρόμ μεταναστών για να σώσει την ψυχή του, εξομολογήθηκε δημοσίως τον έρωτά του γι' αυτήν. Ποιος του τη στερεί όμως; Είναι η ελληνική δικαιοσύνη στ’αλήθεια; Ή μήπως η σύλληψή του δεν ήταν παρά μια μικρή γεύση του οράματός του; Όταν το ψέμα που τον τάιζε στράφηκε, κατά κάποιο τρόπο, εναντίον του, άρχισε τα ψυχοφάρμακα. Άσχημο να σε απολύει το ίδιο σου το τίποτα, το ξέρει και η Σίντι.

Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνθηκε κι ένας παλιός γνωστός. Με τον Γιώργο Παπανδρέου στο τιμόνι της χώρας, δούλευε σε γραφείο Υπουργού. Μα αφότου έχασε τη θέση και τον παχυλό μισθό του, ανακάλυψε τον κόσμο. Άρχισε να εκφράζει την ενόχλησή του για τις τιμές στην αγορά και τους καινούριους διαχειριστές της φτωχοποίησης που είχαν προλάβει να χαλάσουν, υποτίθεται, ό,τι το ΠΑΣΟΚ είχε χτίσει με πόνο και δάκρυα. Τα δικά μας τα μνημόνια ήταν τα καλά, των άλλων είναι τα σκάρτα. Αφού για τον ίδιο σκοπό δούλευες, μήπως να έβγαζες το σκασμό;

Την εβδομάδα που πέρασε, ο Ολυμπιακός ζήτησε καλύτερες διαιτησίες, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, οι πολιτικοί μας όλο και κάποια κωλοτούμπα θα έκαναν. Σε κάποιο επεισόδιο της Dolce Vita, η Σάσα ορμάει να μαλλιοτραβηχτεί με την Ασπασία καθώς η τελευταία αρνείται να την αναγνωρίσει μέσα στο αστυνομικό τμήμα: «Όταν μου ζητούσες να σου πω για το καρεκλάτο, την ήξερες τη Σάσα, την ήξερες;». Και έχει δίκιο. Η προειδοποίηση των Tsopana Rave δεν σταμάτησε να είναι επίκαιρη ποτέ. Και προσοχή. Μη θεωρηθεί πως κάποια μορφή σχιζοφρένειας ευθύνεται για την κατάσταση.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιδιαίτερη τρέλα μου

Περιοριζόμενος εδώ να εκθέσω το ζήτημα όσο το δυνατόν πιο γενικά, θα πω ότι επεδίωξα πάντα να δίνω την αόριστη εντύπωση ότι διέθετα σπουδαία διανοητικά, ακόμα και καλλιτεχνικά, προσόντα τα οποία όμως προτίμησα να στερήσω απ’ την εποχή μου, που δεν μου φαινόταν άξια της χρήσης τους. Πάντα βρίσκονταν άνθρωποι που θλίβονταν για την απουσία μου και, παραδόξως, με βοηθούσαν να τη διατηρήσω. Αυτό δεν μπόρεσα να το καταφέρω παρά μόνον επειδή ποτέ δεν έσπευσα προς αναζήτηση κάποιου, οπουδήποτε. Ο περίγυρός μου δεν αποτελείτο παρά μόνον από εκείνους που ήρθαν μόνοι τους και ήξεραν να γίνονται αποδεκτοί. Δεν ξέρω αν έστω και ένας τόλμησε να φερθεί όπως εγώ, την εποχή εκείνη. Οφείλω επίσης να παραδεχτώ ότι η αποσάθρωση όλων των υφιστάμενων συνθηκών εμφανίστηκε ακριβώς την ίδια στιγμή, λες για να δικαιώσει την ιδιαίτερη τρέλα μου.

Οφείλω να παραδεχτώ παρομοίως, επειδή τίποτα δεν μπορεί να παραμείνει εντελώς αναλλοίωτο στο διάβα του χρόνου, ότι ύστερα από καμιά εικοσαριά χρόνια ή και λίγο περισσότερο, μια προχωρημένη μερίδα ενός εξειδικευμένου κοινού φάνηκε ν΄αρχίζει να μην απορρίπτει πλέον εντελώς την ιδέα ότι μπορούσα κάλλιστα να διαθέτω πολλά αληθινά ταλέντα, αξιοσημείωτα κυρίως σε σύγκριση με τη μεγάλη φτώχεια των ευρημάτων και των αναμασημάτων που είχαν επί μακρόν πιστέψει ότι όφειλαν να θαυμάζουν και παρά το γεγονός ότι η μόνη ορατή χρήση των χαρισμάτων μου οφείλει να θεωρηθεί τελείως ολέθρια. Και τότε, εγώ ήμουν φυσικά που αρνήθηκα, με κάθε τρόπο, να δεχτώ ν’αναγνωρίσω την ύπαρξη των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι άρχιζαν, για να το πω έτσι, ν’ αναγνωρίζουν κάτι δικό μου. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν έτοιμοι ν’ αποδεχθούν τα πάντα και πάντοτε έλεγα ευθέως ότι θα έπρεπε ν’αποδεχτούν ή όλα ή τίποτα, θέτοντας έτσι οριστικά τον εαυτό μου στο απυρόβλητο των ενδεχόμενων συγκατανεύσεών τους. Σ’ ό, τι αφορά την κοινωνία, οι προτιμήσεις και οι ιδέες μου δεν άλλαξαν, παραμένοντας οι πλέον αντίθετες με ό,τι εκείνη ήταν καθώς και με ό,τι ανάγγειλε ότι ήθελε να γίνει.

Η λεοπάρδαλη πεθαίνει με τις κηλίδες της και εγώ ποτέ δεν διανοήθηκα ούτε πίστεψα ότι ήμουν ικανός να βελτιωθώ. Δεν διεκδίκησα αληθινά κανενός είδους αρετή, εκτός ίσως απ’ τη σκέψη ότι μόνο κάποια εγκλήματα ενός νέου είδους, που σίγουρα δεν είχαμε ακούσει να αναφέρονται στο παρελθόν, θα μπορούσαν να είναι αντάξιά μου, και απ΄τη σκέψη ότι δεν έχω αλλάξει, έπειτα από ένα τόσο κακό ξεκίνημα. Σε μια κρίσιμη στιγμή των ταραχών της Σφενδόνης, ο Γκοντί, ο οποίος τόσο σπουδαία δείγματα των ικανοτήτων του επέδειξε στο χειρισμό των ανθρωπίνων υποθέσεων και κυρίως στον αγαπημένο του ρόλο του διασαλευτή της δημόσιας τάξης, αυτοσχεδίασε επιτυχώς ενώπιον του Κοινοβουλίου του Παρισιού, δίνοντας μιαν όμορφη παράθεση, που απέδωσε σ΄έναν αρχαίο συγγραφέα, του οποίου το όνομα μάταια αναζήτησαν όλοι, αλλά, που ταίριαζε καλύτερα στο δικό του πανηγυρικό: «In difficillimis Reipublicae temporibus, urbem non deserui. In prosperis nihil de publico delibavi. In desperatis, nihil timui». Την μεταφράζει ο ίδιος έτσι:« Στους χαλεπούς καιρούς, ποτέ δεν εγκατέλειψα την πόλη, στους αίσιους, ποτέ δεν επωφελήθηκα και στους ζοφερούς, δεν φοβήθηκα τίποτα».

Γκυ Ντεμπόρ, Πανηγυρικός, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Μετάφραση Κώστα Οικονόμου.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Από Βέρθερο

Η Ιουλία Lespinasse, μία από τις πιο πνευματώδεις γυναίκες στη Γαλλία τον 18ο αιώνα, φίλη του Ντ’Αλαμπέρ, ήταν ερωτευμένη με τον αξιωματικό και ποιητή Ιππόλυτο De Guibert. Χωρίς ανταπόκριση. Του έγραφε: «Σας αγαπώ όπως πρέπει κανείς ν’αγαπά, με πλησμονή, με τρέλα, με ενθουσιασμό, με απελπισία. Σας αγαπώ πέρα από τη δύναμη της ψυχής και του σώματός μου. Δυο πράγματα στον κόσμο δεν υποφέρουν την μετριότητα: οι στίχοι κι ο έρωτας. Ω φίλε μου, η ψυχή μου υποφέρει. Δεν έχω πια λόγια παρά μόνο κραυγές». Και μετά την αναγγελία των γάμων του: «Αχ Θεέ μου, πόσο υπεροπτικά γραμμένη είναι η κάρτα σας; Αυτός είναι ο τόνος που σας κάνει να παίρνετε η ευτυχία σας; Στην περίπτωση αυτή δεν θα τολμούσα να παραπονεθώ, όμως πρέπει μόνο να ξέρετε πως δεν είναι των δυνάμεών μου να υποφέρω προστασία και οίκτο. Ο οίκτος σας θα κορύφωνε τη δυστυχία μου». Λίγο μετά το γάμο του Guibert, η Ιουλία Lespinasse πέθανε.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα ακόμα σκοτεινότερο αίνιγμα

Έχω παλέψει με το θάνατο. Είναι ο λιγότερο συναρπαστικός αγώνας που μπορείτε να φανταστείτε. Τον δίνεις μέσα σε μιαν ασύλληπτη γκρίζα ατμόσφαιρα, δίχως να έχεις έδαφος να πατάς κάτω από τα πόδια σου, τίποτα ολόγυρά σου να πιαστείς, δίχως θεατές, δίχως ιαχές, δίχως δόξα, δίχως το μεγάλο πάθος της νίκης, δίχως τον μεγάλο φόβο της ήττας, σ’ ένα άρρωστο περιβάλλον χλιαρού σκεπτικισμού, δίχως μεγάλη πεποίθηση στη δύναμή σου, και έχοντας ακόμα λιγότερη γι’αυτήν του αντιπάλου σου. Αν είναι αυτή η μορφή της έσχατης στιγμής, της ύστατης σοφίας, τότε, φίλοι μου, η ζωή είναι ένα ακόμα σκοτεινότερο αίνιγμα, απ’ όσο νομίζουν αρκετοί από μας. Βρέθηκα σε απόσταση αναπνοής από την τελευταία ευκαιρία να εκφέρω μία γνώμη και κατάλαβα, με φοβερή ντροπή, ότι ίσως δεν είχα τίποτα να πω! Για τούτο, λέω, ήταν ξεχωριστός άντρας ο Κουρτς. Είχε στην τελευταία του πνοή κάτι να πει. Όταν έφτασα κι εγώ κάποτε στην άκρη, κατάλαβα καλύτερα το μήνυμα του βλέμματός του. Του βλέμματος εκείνου που ήταν εξασθενημένο ώστε να μην μπορεί να διακρίνει τη φλόγα του κεριού μου, αλλά, την ίδια στιγμή, τόσο ευρύ ώστε να μπορεί να αγκαλιάσει το σύμπαν ολόκληρο, και τόσο δυνατό ώστε να μπορεί να διαπεράσει όλες τις καρδιές που χτυπούν μέσα στο σκότος. Ο Κουρτς έβγαλε το συμπέρασμά του…έκρινε…”Η Φρίκη! Η Φρίκη!” Ναι, ήταν ξεχωριστός άντρας! Αυτό που είπε πριν πεθάνει ήταν η έκφραση κάποιας πίστης! Είχε ευθύτητα, εντιμότητα, πεποίθηση…είχε μια παλλόμενη χροιά εξέγερσης καθώς ψιθύριζε την ετυμηγορία του για τον κόσμο και την ψυχή του, είχε το τρομερό πρόσωπο κάποιου που αντικρίζει αστραπιαία μιαν αλήθεια τρομερή, είχε το αλλόκοτο αμάλγαμα πόθου και μίσους …Δεν είναι η δική μου στιγμή κοντά στο θάνατο-ένα όραμα γκρίζο, χωρίς μορφή, γεμάτο απερίσκεπτη περιφρόνηση για τη ματαιότητα και το εφήμερο των πραγμάτων, ακόμα και του πόνου-που θυμάμαι καλύτερα, όχι! Όχι! Είναι η δική του στιγμή, του Κουρτς, μπροστά στο θάνατο που φαίνεται να έχω ζήσει πιο έντονα. Στ’αλήθεια με εκείνο το τελευταίο του βήμα, ο Κουρτς προχώρησε πέρα από το χείλος της αβύσσου, ενώ εγώ οπισθοχώρησα, τράβηξα πίσω το διστακτικό μου πόδι. Και ίσως εδώ να έγκειται όλη η διαφορά μας! Ίσως όλη η σοφία, όλη η αλήθεια και η ειλικρίνεια να βρίσκονται συμπιεσμένες μέσα σ’ εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου  που πρόκειται να διαβούμε το κατώφλι της ανυπαρξίας και του αοράτου! Μου αρέσει να ελπίζω πως το συμπέρασμά μου για τη ζωή, η τελευταία μου λέξη, δεν θα είναι μια λέξη αλόγιστης περιφρόνησης. Καλύτερα η κραυγή του, καλύτερα! Ήταν μια απόφανση, μια ετυμηγορία, μια ηθική νίκη, πληρωμένη βέβαια με αναρίθμητες ήττες, απαίσιους τρόμους, ανείπωτες ικανοποιήσεις. Αλλά παρ’ όλα αυτά, μια Νίκη!

Τζόζεφ Κόνραντ, Η καρδιά του σκότους, Εκδόσεις Ερατώ, Μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Πού είναι τα τέρατα

Κάποτε ο καταδικασμένος φτάνει επιτέλους στην αθωότητα. Αλλά ο παρατηρητής δεν έχει καν επίγνωση της ενοχής του. Για ένα έγκλημα το οποίο εξιλεώνεται στη φυλακή, υπάρχουν δέκα χιλιάδες άλλα που διαπράττονται άσκεφτα από εκείνους οι οποίοι καταδικάζουν. Δεν υπάρχει αρχή ή τέλος σ’αυτό. Όλοι ενέχονται, ακόμα και οι πιο άγιοι των αγίων. Το έγκλημα αρχίζει με τον Θεό. Θα τελειώσει με τον άνθρωπο όταν βρει και πάλι τον Θεό. Το έγκλημα βρίσκεται παντού, σε όλες τις ρίζες και τις ίνες του είναι μας. Κάθε λεπτό της μέρας προσθέτει νέα εγκλήματα στο ημερολόγιο, τόσο από αυτά που εξιχνιάζονται και τιμωρούνται όσο και από εκείνα που παραμένουν κρυφά. Οι εγκληματίες διώκουν τους εγκληματίες. Οι κρίνοντες κρίνουν τους κρίνοντες. Οι αθώοι βασανίζουν τους αθώους. Παντού, σε κάθε οικογένεια, κάθε φυλή, κάθε μεγάλη κοινότητα, εγκλήματα, εγκλήματα, εγκλήματα. Συγκριτικά, ο πόλεμος είναι πιο καθαρός. Ο δήμιος είναι ευγενική περιστερά, συγκριτικά. Ο Αττίλας, ο Ταμερλάνος, ο Τζένγκις Χαν, άμυαλα ανδρείκελα συγκριτικά. Ο πατέρας σου, η αγαπημένη μάνα σου, η γλυκιά η αδερφή σου, ξέρεις τι βρομερά εγκλήματα έχουν μες στα στήθη τους; Μπορείς να κρατήσεις τον καθρέφτη απέναντι στη μοχθηρία όταν βρίσκεται σιμά σου; Έχεις κοιτάξει στον λαβύρινθο της ίδιας σου της αξιοκαταφρόνητης καρδιάς; Έχεις ζηλέψει καμία φορά τον κακούργο για την ντομπροσύνη του; Η μελέτη του εγκλήματος αρχίζει με τη γνώση του εαυτού σου. Όλα όσα περιφρονείς, όλα όσα απεχθάνεσαι, όλα όσα απορρίπτεις, όλα όσα καταδικάζεις και επιζητείς να μεταστρέψεις με την τιμωρία ξεπηδάνε από σένα. Η πηγή τους είναι ο Θεός που τον τοποθετείς έξω, πάνω και πέρα. Το έγκλημα είναι ταύτιση, πρώτα με τον Θεό, μετά με την ίδια σου την εικόνα. Το έγκλημα είναι όλα όσα είναι έξω από τον σωρό, όσα ζηλεύουμε, εποφθαλμιούμε, λαχταρούμε. Το έγκλημα κάνει να γυαλίζουν χιλιάδες κοφτερά λεπίδια κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας ακόμα, όταν ο ξύπνος δίνει τη θέση του στον ύπνο. Το έγκλημα είναι ένας πελώριος μουσαμάς απλωμένος από τη μια απεραντοσύνη στην άλλη. Πού είναι τα τέρατα που δεν γνωρίζουν το έγκλημα; Σε ποια βασίλεια κατοικούν; Ποιος τα εμποδίζει να καταπνίξουν το σύμπαν;

Χένρι Μίλερ, Κλιματιζόμενος εφιάλτης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Ναι, είναι δυνατό

Είναι γελοίο. Κάθουμαι εδώ στη μικρή κάμαρή μου, εγώ ο Μπρίγκε, που έγινα είκοσι οχτώ χρονώ και που κανένας δεν ξέρει. Κάθουμαι εδώ και δεν είμαι τίποτα. Και όμως αυτό το τίποτα αρχίζει να σκέπτεται, και σκέπτεται, πέντε σκάλες ψηλά, ένα γκρίζο παρισινό δειλινό, τούτη τη σκέψη: Είναι δυνατό, σκέπτεται, να μην είδε κανείς, να μη διέγνωσε και να μην είπε ακόμα τίποτα το πραγματικό και αξιόλογο; Είναι δυνατό να ‘χε κανείς στη διάθεσή του αιώνες για να ιδεί, να σκεφτεί και να σημειώσει και ν’ άφησε τους αιώνες να περάσουν σαν ένα σχολικό διάλειμμα, οπότε τρώγει κανείς το βουτυρωμένο του ψωμί κι ένα μήλο; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό, μ’όλες τις εφευρέσεις και τις προόδους, μ’ όλον τον πολιτισμό, τη θρησκεία και την κοσμική σοφία, να ‘μεινε κανείς στην επιφάνεια της ζωής; Είναι δυνατό, κι αυτή ακόμα την επιφάνεια, που θα ‘τανε πάντα κάτι, να την εσκέπασαν μ΄ένα απίστευτα ανιαρό ρούχο, ώστε να δείχνει σαν έπιπλο σαλονιού τις καλοκαιρινές διακοπές; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να ‘χει παρεξηγηθεί ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία; Είναι δυνατό να ‘ναι το παρελθόν ψεύτικο, επειδή πάντα μίλησαν για τις μάζες του, ακριβώς σα να διηγούνταν για ένα συρφετό πολλών ανθρώπων, αντί να μιλήσουν για τον ένα, γύρω απ’ τον οποίο στεκόντανε αυτοί, επειδή ήταν ξένος και πέθανε; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να πίστεψε κανείς πως πρέπει να αναπληρώσει ό,τι έχει συμβεί προτού γεννηθεί; Είναι δυνατό πως θα ‘πρεπε κανείς να υπενθυμίσει στον καθένα ότι έχει γεννηθεί από όλους τους προηγούμενους, και συνεπώς το ήξερε και δε θα ‘πρεπε ν’ ακούσει τους άλλους που ήξεραν άλλα; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό όλοι αυτοί οι άνθρωποι να γνωρίζουν με ακρίβεια ένα παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε; Είναι δυνατό να μη σημαίνουν τίποτα γι’αυτούς όλες οι πραγματικότητες; Πως η ζωή τους κυλάει ολότελα ασύνδετη, σαν ένα ρολόγι μέσα σε μια άδεια κάμαρη; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να μην ξέρει κανείς τίποτα για τα κορίτσια, που ωστόσο ζούνε; Είναι δυνατό να λέγει κανείς «οι γυναίκες», «τα παιδιά», «τ’αγόρια» και να μη μαντεύει (να μη μαντεύει παρόλη τη μόρφωση) πως αυτές οι λέξεις από καιρό πια δεν έχουν πληθυντικό, παρά αμέτρητους ενικούς; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που λένε Θεός και πιστεύουν πως αυτό είναι κάτι κοινό; Κοίταξε μονάχα δύο παιδιά του σχολείου: αγοράζει το ένα ένα μαχαιράκι, και την ίδια μέρα αγοράζει κι ο γείτονάς του ένα εντελώς όμοιο. Και τα δείχνουν ο ένας στον άλλον ύστερα από μιαν εβδομάδα τα δυο μαχαιράκια, και προκύπτει πως έχουν μονάχα ασήμαντες πια ομοιότητες. Τόσο διαφορετικά καταντήσανε σε διάφορα χέρια. Είναι δυνατό να πιστεύει κανείς πως θα μπορούσε να ‘χει έναν Θεό χωρίς να τον μεταχειρίζεται; Ναι, είναι δυνατό. Όταν όμως όλα αυτά είναι δυνατά, όταν έχουν έστω και μια πιθανότητα δυνατότητας-τότε πρέπει βέβαια, για χάρη όλων στον κόσμο, κάτι να γίνει. Ο πρώτος τυχών, εκείνος που έκανε αυτή την ανησυχαστική σκέψη, πρέπει να αρχίσει κάτι ν’αναπληρώνει απ’ τα παραμελημένα, έστω κι αν είναι ένας οποιοσδήποτε, όχι εντελώς ο αρμοδιότερος: επειδή ακριβώς δεν υπάρχει άλλος. Αυτός ο νεαρός, ασήμαντος ξένος, ο Μπρίγκε, πρέπει να καθίσει, πέντε σκάλες ψηλά, και να γράψει, μέρα και νύχτα: ναι, να γράψει, αυτό θα ‘ναι το τέλος.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, Εκδόσεις Ροδακιό, Μετάφραση  Δημ. Στ. Δήμου.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Τι αξιοθρήνητη επινόηση

Έχω βαρεθεί την ζωή, ο κόσμος μου προκαλεί ναυτία. Είναι ανούσιος και δεν έχει ούτε γεύση, ούτε νόημα. Ακόμη κι αν ήμουν πιο πεινασμένος κι από τον Πιερρό, δεν θα επιθυμούσα να τραφώ από την εξήγηση που θα έδιναν οι άνθρωποι. Όπως βυθίζουμε το δάχτυλο στην γη για να αναγνωρίσουμε τον τόπο που βρισκόμαστε, έτσι κι εγώ βυθίζω το δάχτυλό μου μέσα στην ζωή: δεν έχει καμμία οσμή. Πού βρίσκομαι; Ο κόσμος τι θέλει να πει; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ποιος με ξεγέλασε για να με πετάξει εδώ και τώρα με εγκατέλειψε; Ποιος είμαι; Πώς εισήλθα στον κόσμο; Γιατί δεν με ρώτησαν, γιατί δεν με πληροφόρησαν για τους τρόπους και τις συνήθειες, αλλά με ενσωμάτωσαν στις τάξεις σαν να με είχε αγοράσει ένας στρατολόγος της φρουράς; Με ποια ιδιότητα έδειξα ενδιαφέρον γι’ αυτή την τεράστια επιχείρηση που ονομάζουν, η πραγματικότητα; Και γιατί πρέπει να ενδιαφέρομαι γι’αυτήν; Δεν πρόκειται για μια υπόθεση ελεύθερη; Και αν είμαι υποχρεωμένος να ενδιαφέρομαι, πού είναι ο διευθυντής για να του κάνω μια παρατήρηση; Δεν υπάρχει διευθυντής; Σε ποιον θα απευθύνω τα παράπονά μου; Η ζωή είναι το αντικείμενο μιας συζήτησης: Μπορώ να ζητήσω να ληφθεί υπ’ όψιν η γνώμη μου; Κι αν πρέπει να δεχτώ τη ζωή έτσι όπως είναι, δεν θα ήταν καλύτερα να γνωρίζω πώς ακριβώς είναι; Ένας απατεώνας: τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ο Κικέρων δεν λέει ότι βρίσκουμε έναν απατεώνα όταν ρωτήσουμε: cui bono, ποιος ωφελείται; Ας αναρωτηθεί ο καθείς και εγώ ρωτώ τον καθένα αν είχα κάποια ωφέλεια όταν προκάλεσα την δυστυχία μου και την δυστυχία ενός νέου κοριτσιού. Τι σημαίνει να είσαι ένοχος; Μια υπόθεση μαγείας; Δεν ξέρουμε πώς να απαντήσουμε με ακρίβεια. Κανείς δεν έχει διάθεση να απαντήσει; Το πρόβλημα λοιπόν δεν έχει την τελευταία σημασία για όλους τους συν-ενδιαφερομένους;  Η λογική μου σταματά, ή μάλλον, την εγκαταλείπω. Την μια στιγμή είμαι κουρασμένος, εκμηδενισμένος και σχεδόν νεκρός από αδιαφορία. Την άλλη στιγμή γίνομαι έξαλλος από θυμό και πάω απελπισμένος από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, αναζητώντας κάποιον άνθρωπο επάνω στον οποίο να ξεσπάσει η οργή μου. Όλο το είναι μου φωνάζει την αντίφαση. Με ποιο τρόπο έγινα ένοχος; Γιατί τότε μου φωνάζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ότι είμαι ένοχος; Τι αξιοθρήνητη επινόηση είναι η ανθρώπινη γλώσσα εκφράζοντας ένα πράγμα όταν σκέφτεται κάτι άλλο!

Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Για το μυστήριο του ανθρώπου, Εκδόσεις Ευθύνη, Μετάφραση Σόνιας Κουμαντάρου-Πρεβελάκη.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Boycott Brazil 2014

Πριν 100 χρόνια μια μπάλα, για μία νύχτα, σταμάτησε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αφού όμως είναι το γοητευτικότερο θηλυκό του κόσμου, που όλοι επιθυμούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους, από τον πρόεδρο της Φίφα μέχρι τον τελευταίο παίκτη του στοιχήματος, μήπως να την ξεφουσκώναμε; O Χομεϊνί και οι Ταλιμπάν το έπραξαν. Μωρέ λες; Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει για εμάς, εδώ που φτάσαμε, αυτό το boycott Brazil 2014; Η καταδίκη του συγκεκριμένου Μουντιάλ είναι ένα ζήτημα στο οποίο οι περισσότεροι συμφωνούμε. Μια επίθεση όμως, χωρίς την ταυτόχρονη και σαφή υπεράσπιση του ποδοσφαίρου, δηλαδή την άμυνα, προσθέτει ένα ακόμη ουγκ. Γιατί το ποδόσφαιρο είναι τέχνη. Κι όποιος προτείνει μποϊκοτάζ, χωρίς να διευκρινίζει αν το ποδόσφαιρο αξίζει να σωθεί, θυμίζει το φασίστα που απειλεί να κάψει τα βιβλία. Το ματς χάνεται με γκολ από τα αποδυτήρια.

Ο Τσε έλεγε ότι το ποδόσφαιρο είναι όπλο για την Επανάσταση. Κι ό,τι κι αν κάνει η Φίφα ή ο Καπιταλισμός, πάντα θα είναι όπλο για την Επανάσταση-στη Βραζιλία σε τελική ανάλυση τους δίνει αφορμή να εξεγερθούν παίζοντας μπάλα στα οδοφράγματα. Αρκεί να έχεις δει μια ντρίμπλα του Μπέργκαμπ, μια κούρσα του Ανρί, μία πάσα του Ζιντάν ή ένα φάουλ του Ντελ Πιέρο για να το αντιληφθείς. Τα πρόσωπα των παιδιών που την κλωτσάνε στο πάρκο θα ήταν το απόλυτο επιχείρημα υπέρ του. Ήταν εξάλλου ο (τερματοφύλακας) Αλμπέρ Καμύ που εξήγησε ότι η εξέγερση πρέπει να είναι δύναμη ζωής κι όχι θανάτου. Πώς στο καλό θα νικήσουμε, με τι ορμή, χαρά και πάθος; Το ζητούμενο θα ήταν να μη φτιάχνεται η μπάλα αυτή από κάποια άλλα παιδιά σε μια χώρα του Τρίτου Κόσμου. Στο "Μια θρησκεία χωρίς άπιστους", πάντως, δύο δημοσιογράφοι του Ριζοσπάστη (τότε), που θα είχαν ίσως κάθε λόγο να μισούν τα Μουντιάλ και να κραυγάζουν: «Πάλι ποδόσφαιρα θα δείτε;», την υπερασπίζονται συγκλονιστικά, αφού αποδεικνύουν ότι το ποδόσφαιρο θριαμβεύει γιατί είναι άπιαστο σαν όλα τα ωραία. Δίχως τη στρογγυλή θεά ο κόσμος θα ήταν πιο ζοφερός, η μπάλα απορροφά τη βία και δεν τη γεννάει, αποβλακώνει όποιον θέλει να αποβλακωθεί (όπως εξάλλου κάλλιστα μπορεί να κάνει και η Τέχνη), αφήνει να ονειρεύεται εκείνον που θέλει να ονειρευτεί, κάνει σοφότερο εκείνον που θέλει να στοχαστεί.

Το τραγουδάκι όμως είναι αδιέξοδο και ζητάει ξανά την πλήρη διαστροφή της ανθρώπινης φύσης: Η φιλοδοξία είναι κακό πράγμα. Το εγώ είναι μισητό. Το ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων είναι του διαβόλου, το είπε και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Στο σχολείο θα πιανόμαστε χεράκι-χεράκι τα ευνουχισμένα αγοράκια και θα τερματίζουμε μαζί. Όλα τα ματς θα λήγουν 0-0. Τους έρωτες θα τους συμφωνούμε για να μη στεναχωριέται κανείς. Όσοι ξεχωρίζουν ή διαφέρουν, να το κάνουν διακριτικά, να μην πληγώνουν τα άλλα παιζζζάκια. Μόνο η αγάπη, δηλαδή ο φόβος σύμφωνα με τον ποιητή, θα μας ενώνει με τους άλλους. Ούτε έρωτας, ούτε θάνατος, ούτε φυσικά ζωή. Να ζήσουμε ήσυχοι και σκυθρωποί! Υπάρχει ένα τεράστιο μίσος για την ελευθερία πίσω απ' αυτά, που φοράει το μανδύα της παγκόσμιας ευτυχίας, ικανό να γεννήσει τους χειρότερους ολοκληρωτισμούς. Το γήπεδο παραμένει ωστόσο το μεγάλο σχολείο γιατί όλα είναι δρόμος. Στο γήπεδο μαθαίνεις να συγχαίρεις κάποιον που κάνει μια ωραία ενέργεια, να πασάρεις σε αυτόν που είναι σε καλύτερη θέση, να συνεργάζεσαι, να μη μισείς τον αντίπαλο, να είσαι δίκαιος σε ένα πεδίο όπου ο καθένας επιθυμεί να κλέψει και να αδικήσει, «να χάνεις και να μην αισθάνεσαι σκουπίδι, να κερδίζεις και να μην αισθάνεσαι Θεός» και δεκάδες άλλα πράγματα που σε κάνουν άνθρωπο. Να παλέψουμε κόντρα στη Φίφα και τους χορηγούς της, μάλιστα. Μην αφήσουμε όμως να αλωνίζουν κι όσοι το μόνο που βλέπουν είναι η Φίφα και οι χορηγοί της. Γνωρίζουμε τι μπίζνα είναι το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και τι εγκλήματα διαπράχθηκαν στη Βραζιλία. Θα ήταν ζωτικό όμως να μπορούμε ακόμα να βλέπουμε με τα μάτια ενός μικρού αγοριού όσα θα μπορούσαν να μας εμπνεύσουν. Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα, έγραφε ο Σαραντάρης και δεν προτείνω κάτι λιγότερο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διοργάνωση αποτελεί ληστεία σε βάρος του βραζιλιάνικου λαού. Κάτι μάθαμε από τους Ολυμπιακούς του 2004.

Είναι φυσιολογικό να μην καταλαβαίνει κάποιος πόσο μαγικό παιχνίδι είναι το ποδόσφαιρο όταν δεν το γνωρίζει ή οι εικόνες που έχει αφορούν αποκλειστικά στην ελληνική χουλιγκανική πραγματικότητα. Είναι όμως περίπου σαν να απαρνιέσαι την ποίηση επειδή γράφει και ο Μπογδάνος. Το Παγκόσμιο Κύπελλο θα το παρακολουθήσουμε για τον ίδιο λόγο που το παιδί, παρόλο που το σπίτι γκρεμίζεται, πάει και παίζει. Γιατί ο γάμος θα γίνει το βράδυ στην ώρα του, παρόλο που το πρωί στο ίδιο χωριό, είχανε κηδεία. Παίρνουν πολλά οι ποδοσφαιριστές; Σταμάτα να μιλάς σαν temporarily embarrassed millionaire, νομίζω ότι δεν αγαπάς τη δικαιοσύνη αλλά απλά ζηλεύεις. Τονώνει τον εθνικισμό; Απαγορέψτε το και θα τον τονώσουν τα βουνά και τα λαγκάδια. Μα να πανηγυρίσω γκολ που θα πανηγυρίσει κι ο φασίστας; Ναι. Και να το πανηγυρίσεις πιο πολύ. Από πότε σταμάτησες να φλερτάρεις την γυναίκα που γουστάρεις επειδή την διεκδικούν 45 κάγκουρες και 60 κλαρινογαμπροί; Ψόφος στα Μουντιάλ; Ψόφος, δεν έχω αντίρρηση, αφού συνεννοούμαστε με συνθήματα όλο και συχνότερα τελευταία. Ζήτω όμως το ποδόσφαιρο. Όπως θα ευχόμασταν ψόφο στον φασίστα Έζρα Πάουντ και θα λέγαμε ζήτω ο ποιητής Έζρα Πάουντ. Εφόσον ο καθένας μας έχει δεκάδες αντιφάσεις, θυμίζουμε τους Ναζί ή τους Τριανταφυλλόπουλους του κόσμου όταν απαιτούμε μια ανθρωπότητα καθαρή απ' το «κακό». Ο Κωστής Παπαγιώργης το έγραφε απλά: «Όσοι θέλουν ειρηνικούς αγωνιστικούς χώρους είναι όσοι θέλουν τους ζωντανούς χωρίς τους νεκρούς, τη μέρα χωρίς τη νύχτα, τις τράπεζες χωρίς τους ληστές».

Η υπερβολή στα Social Media έκλεψε την παράσταση. Για όσους άνοιξαν τώρα τους δέκτες τους, για να χρησιμοποιήσω ένα από τα χιλιάδες κλισέ του παιχνιδιού που μας κάνουν να γελάμε, θα έλεγε κανείς ότι οι φαβέλες δημιουργήθηκαν εξαιτίας του Μουντιάλ. Θέλουμε να ακουστεί η φωνή της πραγματικής Βραζιλίας, λένε πολλοί. Κατανοητό. Μια δήλωση υπέρ του ποδοσφαίρου, δεν κοστίζει παρόλα αυτά. Απεναντίας, επιλέγονται τίτλοι όπως: «Η μπάλα που σκοτώνει». Πρέπει να αμαυρωθεί λιγάκι και η μπάλα. Ο λεκές να μείνει και πάνω της. Δεν επιτρέπεται να χάνεις ούτε μισό θάνατο από το πρωί για να θεωρείσαι άνθρωπος. Δεν θα χαίρεσαι, δεν θα γελάς, και μέσα στην κατάθλιψη, αποκαμωμένος, απογοητευμένος, θα πέφτεις για ύπνο. Ο φόβος θα κερδίζει. Η επανάσταση θα μένει στα χαρτιά.

Θα παρακολουθήσω το Μουντιάλ για την ομορφιά των πρωταγωνιστών και των ιστοριών του όπως κάνω πάντα. Οι αμετανόητοι ποδοσφαιρόφιλοι γινόμαστε με κάθε ευκαιρία ίσοι και αντάξιοι ενός παιδιού, όπως ονειρευόταν ο Ρίλκε. Οι λαοί εξάλλου δεν χρειάζονται ούτε δυνάστες αλλά ούτε και προστάτες. Το ποδόσφαιρο είναι όπλο για την Επανάσταση. Εκεί τελειώνει κάθε συζήτηση, εκεί αρχίζει το ματς.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

(Δεν) Υπάρχουν άλλοι παράδεισοι

Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο, κι αυτά τ’ ασύλληπτα τα αναλογίζομαι όπως δεν τα αναλογίζονται όσοι βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα πλάι μου. Όταν, καμιά φορά, απαγγέλλω στίχους του Σουίνμπερν, λένε πως το κάνω με τη φωνή του. Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας· δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώνοντας μας απ’ το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.
 
 
Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι

Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά

Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή,

Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.

Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία

Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει

Λιγοστεύει κάθε μέρα,

Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση.

Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας

Σκαλί σκαλί

Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι

Και αφού ξέρουμε εξάλλου

Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι

Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία

Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

Ρομπέρτο Χουαρόθ, Κατακόρυφη Ποίηση, Εκδόσεις Τα τραμάκια, Μετάφραση Αργύρη Χιόνη.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

( Όχι) Σαν το σκυλί

Ωστόσο, τα χέρια του ενός κυρίου είχαν τυλιχτεί κιόλας γύρω απ’ τον λαιμό του Κ., κι ο άλλος έμπηξε το χέρι βαθιά στην καρδιά και το γύρισε δύο φορές. Με μάτια που έσβηναν, ο Κ. πρόλαβε να δει τα πρόσωπα των δύο κυρίων, που σκυμμένοι κοντά στο πρόσωπό του, με τα μάγουλά τους κολλητά, παρακολουθούσαν την εκτέλεση της απόφασης: «Σαν το σκυλί!» είπε, λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του.

Φραντς Κάφκα, Η Δίκη, Εκδόσεις Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Μετάφραση Γιάννη Βαλούρδου.


Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Έξω από την αλήθεια

Για να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι και ίσοι, πρέπει να έχουμε καταλάβει τα καθήκοντά μας. Για να έχουμε καταλάβει καλά τα καθήκοντά μας, πρέπει να είμαστε όλοι απολύτως συνειδητοί. Αλλά το να είμαστε απολύτως συνειδητοί συνεπάγεται να είμαστε απολύτως δυστυχισμένοι. Η ισότητα, αδύνατη αυτή καθαυτήν, θα ισοδυναμούσε με μια απέραντη και ατελείωτη δυστυχία, με μια απέραντη και ασύλληπτη οδύνη. Και η οδύνη θα μας καθιστούσε ασύνειδους, και θα πέφταμε πάλι στην αδικία, πάλι στον πόλεμο, πάλι, πιο επιδέξιοι και πολλαπλοί, στην πανούργα πρακτική του κακού και του εγκλήματος. Το πλέον μεγαλειώδες των επιχειρημάτων υπάρχει μόνο λόγω της αδυναμίας των κριτικών. Δεν υπάρχει πιθανή θεωρία που να μην είναι πιθανό να καταστραφεί, που μια πιθανή κριτική να μην ακυρώνει. Η μοναδική βεβαιότητα είναι ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα. Και μάλιστα θα έλεγα: δεν έχουμε καν αυτή τη βεβαιότητα. Είμαι λιγότερο σύμφωνος με τον Σωκράτη απ’ ό,τι με τον Φρανσίσκο Σάνσες. Δεν λέω «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», αλλά «δεν ξέρω καν ότι δεν ξέρω». Το ελάττωμα των σκεπτικιστών είναι ότι δεν είναι εντελώς σκεπτικιστές. Πρέπει να αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον σκεπτικισμό, να δυσπιστούμε ως προς την ίδια την αμφιβολία. Για οποιαδήποτε ιδέα που μου έρχεται δεν ξέρω παρά μόνο αυτό: είναι λάθος. Για οποιαδήποτε απόλαυση, ότι δεν είναι πλήρης. Για οποιαδήποτε πράξη, ότι είναι ανώφελη. Συγκεκριμένα, ακόμη κι αυτό δεν το ξέρω. Γι’αυτό δεν ξέρω παρά μόνο αυτό. Είμαι παράδοξος; Αυτά που λέω δεν είναι κατανοητά; Είναι γιατί έχω δίκιο. Ο κόσμος είναι το μεγάλο παράδοξο και η μεγάλη ακατανόητη πραγματικότητα. Μόλις βεβαιώσουμε κάτι, σφάλλουμε. Μόλις πιστέψουμε κάτι, πλανιόμαστε. Μόλις γινόμαστε κατανοητοί, περιοριζόμαστε ipso facto και τοποθετούμαστε έξω από την αλήθεια.

Φερνάντο Πεσσόα, Ο Ερημίτης του Μαύρου Βουνού, Εκδόσεις Νεφέλη, Μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Η αληθινή συντέλεια

Μια νεκρή ανθρωπότητα κείται πλάι στα έργα της, που της κόστισε τόσο πνεύμα για να τα ανακαλύψει, ώστε δεν της απέμενε άλλο για να τα χρησιμοποιήσει. Ήμασταν αρκετά περίπλοκοι για να κατασκευάσουμε τη μηχανή και είμαστε υπερβολικά πρωτόγονοι για να την αφήσουμε να μας υπηρετεί.

Για την ώρα νίκησε η φύση. Αλλά σαν εξυπνότερη θα υποχωρήσει, κάνοντας σε μια κούφια πλέον ανθρωπότητα χαλάλι τον θρίαμβο να αφανισθεί και έτσι να εκπληρώσει την πιο μεγάλη της επιθυμία.

Ο τραγικός χαρακτήρας μιας ξεπεσμένης ανθρωπότητας, η οποία είναι πολύ λιγότερο κατάλληλη για τη ζωή μέσα στον πολιτισμό απ’ ό,τι μια γεροντοκόρη για το μπουρδέλο και αναζητεί παρηγοριά στην ηθική για να ξεχάσει τη σύφιλη, έχει οξυνθεί λόγω της διαρκούς παραίτησης από κάθε ψυχική ανανέωση.

Την επείγουσα ανάγκη να μετατραπούν τα πανεπιστήμια σε μπουρδέλα, ώστε η επιστήμη να ξαναελευθερωθεί, δεν κατανοεί κανένα πολιτικό κόμμα. Αλλά οι καθηγητές θα έβρισκαν θέσεις εργασίας ως θυρωροί, αφού θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι γενειάδες και το αξιοπρεπές παρουσιαστικό είναι δεδομένο, οπότε τα έσοδα από τα δίδακτρα θα εισέρρεαν άφθονα.

Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί ακόμα να υπάρχει ένας κόσμος.

Οι δημοσιογράφοι είναι τόσο μετριόφρονες που τσαλαπατούν τα φύτρα της πνευματικής σποράς, αφανίζοντάς την για πάντα. Εγώ είμαι μεγαλομανής: Ξέρω ότι δεν θα έρθει ο καιρός μου.

Είναι τραγικό να μας διεκδικεί το ένα κόμμα, όταν δεν θέλουμε να ξέρουμε το άλλο, και να πρέπει να ανήκουμε σε τούτο, επειδή περιφρονούμε εκείνο. Από το ύψος της αληθινής πνευματικότητας όμως η πολιτική φαίνεται μόνο σαν αισθητικό μπιχλιμπίδι και η ορχιδέα σαν κομματικό λουλούδι.

Το κοινό δεν αισθάνεται τόσο βέβαιη υπεροχή απέναντι σε τίποτε όσο απέναντι σε έναν συγγραφέα που δεν κατανοεί, αλλά εμποροϋπάλληλοι, που πίσω από τον πάγκο ενός μαγαζιού δεν θα τα κατάφερναν ή δεν τα κατάφεραν, είναι οι άγιοί του. Οι δημοσιογράφοι θεία χάριτι μπορούν να γράφουν ό,τι θέλουν. Εμένα όμως μου αμφισβητείται το δικαίωμα να εκφράσω με λόγια τη βαθύτατη πίκρα μου, διότι μόνο τις διαθέσεις του αναγνώστη επιτρέπεται να υπηρετεί μια πέννα που γράφει για αναγνώστες. Οι αναγνώστες μου είναι οι λευκοί που λυντσάρουν έναν νέγρο αν έχει κάνει κάτι φυσικό. Εγκαταλείπω πανηγυρικά τη φυλή και προτιμώ να μη διαβάζομαι καθόλου παρά να με διαβάζουν άνθρωποι που με θεωρούν υπεύθυνο για την πνευματική τους καθυστέρηση. Αυτή προοδεύει-τι θα απογίνω εγώ;

Καρλ Κράους, Η κουλτούρα των Μέσων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Μετάφραση Λευτέρη Αναγνώστου.