Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Αμερικανικές εκλογές

Ένα σκιουράκι στη Νότια Καρολίνα προβλέπει τον νικητή, η Πίτσα Hut δωρίζει γεύματα για μια ζωή αν κάποιος πολίτης ρωτήσει τους υποψήφιους προέδρους πώς την προτιμούν, ο ματιασμένος Ομπάμα  του πρώτου ντιμπέιτ παίρνει τη ρεβάνς στο δεύτερο από τον Ρόμνι ο οποίος δυσκολεύεται να κάτσει στο σταντ καθότι  Μορμόνος και δεν συνηθίζει να πίνει. Θα ήταν μια τυπική αμερικανική εκλογική εκστρατεία αυτή που οδηγεί στις εκλογές της 6ης Νοέμβρη, γεμάτη χυδαιότητα, εικόνες και ελάχιστη πολιτική, αν οι δύο υποψήφιοι δεν ξόδευαν έκαστος  το ποσό ρεκόρ του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων.

Η χρηματοδότηση του επόμενου προέδρου ήταν πάντοτε εξαιρετική επένδυση. Κι οι Αμερικανοί δεν έκρυψαν ότι αγαπούν κάθε παιχνίδι. Στις Υπερεπιτροπές Πολιτικής Δράσης, τις λεγόμενες «Super PACs, απλοί πολίτες, ομάδες συμφερόντων, μεγάλες επιχειρήσεις και διάφοροι μεγιστάνες προσέφεραν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας από λίγα δολάρια ως επιταγές πολλών μηδενικών. Στόχος όλων αυτών των χρημάτων ο επηρεασμός των αναποφάσιστων, που αποδεδειγμένα περιμένουν μια γκάφα ή μία ατάκα για να καταλήξουν. Η καθημερινότητά τους υποψιάζονται ότι δε θα αλλάξει δραματικά, είτε εκλεγεί ο ένας είτε ο άλλος. Ο τυφώνας Σάντυ, που σαρώνει αυτή την ώρα την Ανατολική Ακτή, θα την επηρεάσει πιο δραστικά, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον.

Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις λίγες μέρες πριν τις εκλογές δίνουν ένα μικρό προβάδισμα στον Μπαράκ Ομπάμα. Ο πρόεδρος πληρώνει ετεροχρονισμένα τις υψηλές προσδοκίες που δημιούργησε η εκλογή του το 2008 κι ο αντίπαλος του, που οφείλει την αμύθητη περιουσία του στην κερδοσκοπία και τα νησιά Κέυμαν, υπάρχει περίπτωση να είναι ο επόμενος ηγέτης της υπερδύναμης. Λίγη σημασία έχει αν πάσχει από ρομνησία ή αν είναι σαχλαμάρας, όπως τον αποκάλεσε πρόσφατα ο Ομπάμα. Ακόμα μικρότερη αν σκοπεύει να καταργήσει τη μεταρρύθμιση του συστήματος Υγείας, να μειώσει κι άλλο τη φορολογία στους πλούσιους, να αντικαταστήσει πλήρως  το κοινωνικό κράτος με την φιλανθρωπία και να απορρυθμίσει την ήδη απορυθμισμένη Wall Street. Η υψηλή ανεργία και η αυστηρή λιτότητα που εφάρμοσε ο Ομπάμα, ενισχύουν τον πειρασμό του βιαιότερου νεοφιλελευθερισμού που πρεσβεύει ο αντίπαλός του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα προτιμάει τον πρώην κυβερνήτη της Μασσαχουσέτης, του οποίου οι οκτώ μεγαλύτεροι χορηγοί είναι τραπεζικοί όμιλοι-κολοσσοί: Goldman Sachs, Bank of America, JP Morgan Chase, Morgan Stanley, Credit Suisse Group, Citigroup, Wells Fargo, Barclays. Οι θέσεις του για τις αμβλώσεις και την ομοφυλοφιλία έχουν σκληρύνει τα τελευταία χρόνια πιθανότατα για να ικανοποιήσουν το Tea Party. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς πιστεύει κι αν πιστεύει σε κάτι. Αν δεν κερδίσει πάντως την πολιτεία του Οχάιο, δύσκολα θα ορκιστεί 45ος πρόεδρος των Η.Π.Α. Από την άλλη, οι Δημοκρατικοί ξέρουν ότι ο Ομπάμα θα εξακολουθεί να είναι ανίσχυρος σε περίπτωση επανεκλογής του εφόσον το Κογκρέσο παραμείνει, όπως όλα δείχνουν, σε ρεπουμπλικανικά χέρια.

«Τα αγαθά επιμερίζονται ισομερώς. Τα μεγάλα πλούτη εξαφανίζονται και ο αριθμός των μικρών περιουσιών πολλαπλασιάζεται. Δεν υπάρχουν πια ούτε η αχανής χλιδή ούτε η ανεπανόρθωτη εξαθλίωση». Η κατάσταση, δύο αιώνες μετά το μνημειώδες έργο του Τοκβίλ για τη Δημοκρατία στην Αμερική, έχει αλλάξει δραματικά. Η αμερικανική Αυτοκρατορία έχει εξελιχθεί σε μία τέλεια μη Δημοκρατία λειτουργώντας προς όφελος μία ολιγαρχίας που έχει οργανωθεί εναντίον των πολιτών. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο κόμματα που υπηρετούν διαφορετικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι ψηφοφόροι επιλέγουν ανάμεσα σε δυο διαφορετικές εκδοχές την ίδιας εναλλακτικής. Της μίας και μοναδικής. Το αόρατο χέρι της αγοράς μπορεί να δημιούργησε την παγκόσμια οικονομική κρίση, καιρός όμως να του ξαναδείξουμε απόλυτη εμπιστοσύνη, λένε οι Ρεπουμπλικάνοι. Η αδικία θεωρείται συνώνυμη της τεμπελιάς, η αδιαφορία απόδειξη πίστης στο αμερικανικό όνειρο, οι κοινωνικές ανισότητες συνέπεια της ελευθερίας. Η διαφορετική κουλτούρα των Δημοκρατικών δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πείσει ξανά τους Αμερικανούς. Μπορεί ο Ομπάμα να ψεύδεται ως πολιτικός κι ο Ρόμνι ως κοινός απατεώνας, αλλά οι ελάχιστες αντιστάσεις που προέβαλε τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν αποτελούν εγγύηση για μια νέα τετραετία.

Τα χειρότερα εξάλλου δε φαίνεται να πέρασαν για τον πλανήτη.  Η  επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας σε συνδυασμό με την ένταση στη Μέση Ανατολή, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Οι διαφορές Ομπάμα-Ρόμνι είναι μικρές, αλλά ενδέχεται να αποβούν ουσιαστικές, αν όχι μοιραίες. Η Αμερική, με την φονταμενταλιστική δεξιά πιο παρανοϊκή από ποτέ, φαίνεται πως νοστάλγησε ήδη τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο. Σε ένα μικρόψυχο κόσμο, δεν είναι περιττοί μόνο οι ποιητές, αλλά ως φαίνεται και οι φτωχοί.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Κατεπείγον

«Ενώ στην αρχή επιχείρησαν να μας εξουδετερώσουν με τη σιωπή, ύστερα κατανοώντας πως αυτό ήταν αδύνατο, κατάφυγαν στην αντίθετη μέθοδο. Μας «μνημόνευαν» κάθε μέρα, με τον ένα ή άλλο τρόπο και κάθε φορά προσπαθούσαν να πείσουν τους εργάτες ότι η δράση μας είναι ανάξια λόγου. Ώσπου σιγά-σιγά αυτοί οι κύριοι κατάλαβαν ότι δεν μας εμείωναν καθόλου, το αντίθετο μάλιστα, μας έκαναν καλό, γιατί ο πολύς κόσμος άρχισε ν’ αναρωτιέται: Τι τα θέλουν λοιπόν τόσα λόγια για κάτι που λένε πως είναι γελοίο και πως δεν αξίζει τον κόπο; Η περιέργεια των ανθρώπων ξύπνησε. Τότε έκαναν κυριολεκτικά μεταβολή κι άρχισαν να μας παρουσιάζουν σαν τρομερούς εγκληματίες που βλάπτουμε αφάνταστα την ανθρωπότητα. Με άρθρα, το’ να συνέχεια του άλλου, προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν τα εγκλήματά μας. Με ιστορίες γεμάτες σκάνδαλα που όλα, απ’ το Α ως το Ω είχαν επινοηθεί, προσπάθησαν να τελειώνουν μαζί μας. Όμως και τώρα, γρήγορα κατάλαβαν πως τίποτα δεν πετυχαίνουν ούτε και μ’ αυτό· το αντίθετο μάλιστα: συγκέντρωναν πάνω μας τη γενική προσοχή. Υιοθέτησα τότε την ακόλουθη τακτική: λίγο ενδιαφέρει αν μας ειρωνεύονται ή αν μας αδικούν· αν μας παρουσιάζουν σαν παλιάτσους ή σαν εγκληματίες· το βασικό, το σπουδαιότερο είναι ότι ασχολούνται μαζί μας, ότι λίγο-λίγο μας εμφανίζουν στα μάτια των εργατών σαν τη μοναδική δύναμη που μπορεί να σταθεί αντιμέτωπη και να τους πολεμήσει. Αυτό που ήμασταν στην πραγματικότητα, αυτό που πιστεύαμε στ’ αλήθεια, θα το δείχναμε σίγουρα μια ωραία μέρα σ’ αυτό το εβραίικο σκυλολόι των δημοσιογράφων». (Αδόλφος Χίτλερ, «Ο Αγών μου», μτφρ. Δημ. Κωστελένος, εκδόσεις Ζάρβανος, Αθήνα 1961, τ. Β’, σ. 121)

 

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Είμαστε όλοι Χρυσαυγίτες

Εξανέστη ο γενικός γραμματέας της Χρυσής Αυγής από την πρώτη κιόλας φράση του Κωνσταντίνου Μπογδάνου. Το κόμμα του δεν εισήλθε βίαια στο πολιτικό σκηνικό αλλά διά της λαϊκής βούλησης η οποία για ένα πήδημα αποδεικνύεται εξαιρετική τελικώς λύση, ειδικά όταν το εκλογικό σώμα ανοίγει τα μπούτια του εντελώς απρόσμενα: «Με το ζόρι μπήκαμε στο Κοινοβούλιο ή με το μνημόνιο, την πείνα και τις αυτοκτονίες» αναρωτήθηκε ο Μιχαλολιάκος δίχως να το καταλάβει, συμφωνώντας εντέλει με τον παρουσιαστή μέσω παρακαμπτηρίου. Ψιλά γράμματα κι οι ύμνοι στον Αδόλφο. «Όλοι οι δημοσιογράφοι είστε ψεύτες» παραληρούσε επί μία ώρα, υπερασπιζόμενος καθώς φαίνεται τον Γιόζεφ Γκαίμπελς.

Το να ξεκινάς πάντως ένα νέο talk show επειδή όλοι κάτι έχουν να πουν όπως λέει η διαφήμισή σου, καλώντας κάποιον που αποδεδειγμένα δε λέει τίποτα, είναι μία επιλογή που κατανοώ εν μέρει. Ο λόγος των νεοναζί είναι φρέσκος, αδοκίμαστος και βγαίνει και σε σαπούνι. Ποιος άλλος αρχηγός κόμματος έχει κάτι καινούριο να προτείνει εκτός από εκνευριστικά μισόλογα; Η Χρυσή Αυγή παρουσιάζει το θάνατό σου σε πρώτη πανελλήνια μετάδοση: βρήκε ερείπια και αλωνίζει, βρωμιά και κυλιέται, αοριστία και υβρίζει, διαφθορά και οργίζεται ωσάν παρθένα, έδαφος πρόσφορο και προελαύνει. Είσαι φασίστας, τόσο το καλύτερο, πιάσε κι δυο γάλατα να έχεις, πάρε κι ένα εκπτωτικό κουπόνι, πέρνα κι αύριο να μισήσουμε όλοι μαζί. Το πόσο αντισυστημικό είναι το κόμμα που όλους τους σφάζει κι όλους τους μαχαιρώνει, το ξέρουμε. Πόσο αδιάφθορο, μπορούμε σιγά-σιγά να φανταζόμαστε.

Ωστόσο, για να πει κανείς όχι στο φασισμό, δεν αρκεί να διαδηλώσει. Χρειάζεται το σθένος και δίπλα στο εγώ του να βάλει επιτέλους ένα ίσως που ξέχασε τόσα χρόνια. Να βρει το κουράγιο και δίπλα στην αποψάρα του να βάλει ένα μικρό ενδεχομένως. Να ανακαλύψει 27 εαυτούς όπως ο Πεσσόα και να τους αγκαλιάσει και τους 27. Να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί. Να βρει έστω μερικούς φίλους. Οι Έλληνες μας έμαθαν πως η φιλοσοφία είναι ερώτηση και αμφιβολία. Ο κρητικός ορισμός της ελευθερίας από τον Αριστείδη Χαιρέτη είναι το ζητούμενο: «Πέτε μου έναν άνθρωπο να τα ‘χει λύσει όλα, γιατί εγώ δεν τα ‘λυσα μα δε με γνοιάζει κιόλα». Μα δε με γνοιάζει κιόλα. Είμαι ψεύτης και μη με προκαλείτε γιατί θα σας πω κι άλλα ψέματα μέχρι να με ερωτευτείτε. Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή, σα λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μια χρυσή αυγή. Το λέει και το τραγούδι.

Έχει άδικο επομένως κι ο Φάνης κι η Λιάνα. Συμφωνώ με το χατζιδακικό αφορισμό της:« Αν αρχίσουμε να αστειευόμαστε με το δράμα δίπλα μας, θα εξοικειωθούμε με το τέρας». Πάντα μάλωνα τους πλακατζήδες όταν το παράκαναν ή όσους τα έβαζαν με τους αδύναμους. Μα άθελά της χθες, τα έβαλε με κάποιον που δε χρειαζόταν. Άλλα είναι τα τέρατα του Σκάϊ κι όχι ο συνεργάτης της Συντέλειας που αναγνώρισε κι η ίδια στο διάδρομο. Δε θέλω να υποτιμήσω ούτε την τρομάρα της ούτε την αστοχία του αστείου. Είναι όμως γεγονός ότι η Κανέλλη δεν διατήρησε την ψυχραιμία της όπως τότε που τη γρονθοκοπούσε ο Κασιδιάρης κι ένα παιδί ίσως χάσει τη δουλειά του, ενώ ένα είναι βέβαιο: Ο Μπάμπης και ο Άρης πάλι αύριο θα πουν μάθημα! Χαβαλετζήδες σαν τον φαρσέρ, που είναι ακόμα σα μωρά, είναι μάλλον δικοί μας άνθρωποι, ακόμα κι όταν γίνονται κακόγουστοι. Αν κι αυτή ονειρεύεται έναν κόσμο που θα αποτελείται από ομοίους της, δεν τη χωρίζουν πολλά με τους φασίστες.

Τι θα κάνουμε αν λείψουν οι άλλοι; Ποιος θα άντεχε τέτοια μοναξιά; Ο έρωτας θα εξαφανιζόταν μονομιάς κι η ζωή θα ήταν πιο ανίσχυρη κι από διαπραγμάτευση με την τρόικα. Καλύτερη χίλιες φορές μια γεμάτη κόλαση παρά ένας άδειος παράδεισος, καιρός να το πάρουμε χαμπάρι. Αν δηλαδή υποθέσουμε ότι στη χώρα έχουν απομείνει διεφθαρμένοι και τραμπούκοι, αν δεχτούμε πως οι βασικές κατηγορίες πολιτικών είναι αυτές οι δύο, δίχως δεύτερη σκέψη, θα επέλεγα και πάλι τους πρώτους. Μπορεί να είμαι κι εγώ υπάνθρωπος όπως είπε η υπεράνθρωπη Ελένη Ζαρούλια, αλλά αυτό θα έκανα και μάλιστα με μεγάλη μου χαρά, μετά την εμφάνιση των χιτλερίσκων. Θα σταύρωνα τον Άκη στο ψηφοδέλτιο των «Μεγάλων Επαναστατών» με ένοχη ηδονή μέχρι να μου ζητήσει συγγνώμη για όσα έκλεψε, ωσότου μου κλείσει μία βραδιά στη σουίτα που πήγαινε τη Βίκυ να ηρεμήσω κι εγώ λιγάκι. Το ανησυχητικό δεν είναι ότι τα τέρατα αρνούνται το παρελθόν τους όταν εμφανίζονται δημόσια, όπως διαπίστωνε διαρκώς ο ιδιαιτέρως ευάλωτος σε επιθέσεις δημοσιογράφος του Σκάϊ, αλλά ότι αποκρύπτουν το παρόν και το μέλλον. Κρύβουν ότι έρχεται η ώρα όλων μας όπως ευθέως φώναξε ο Παναγιώταρος έξω από το «Χυτήριο». Στις 27 Ιανουαρίου του 1932, ο μεγάλος δάσκαλος των φιλομνημονιακών τηλεαστέρων, έγραφε στο διάσημο «Ημερολόγιό» του:« Οι εικασίες των εφημερίδων σχετικά με τις θέσεις μας εξακολουθούν. Μα κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά θα κάνουμε».

Τελειώνω σήμερα κιόλας τα βαρυσήμαντα κείμενα εναντίον του τέρατος. Όχι άλλα δάκρυα, Λιάνα. Όποιος κατάλαβε τι τον περιμένει, κατάλαβε. Το κτήνος θέλει έρωτα και πράγματα αφανέρωτα. Αν δε σκεφτεί ο καθένας μόνος του γιατί τον γέννησε η μανούλα του, δε θα το κάνει κανείς για λογαριασμό του. Αφού καλά παιδιά είναι πια αυτά που έχουν αίμα και τιμή, ώρα να γίνουμε τυχοδιώκτες. Μόνο το χιούμορ, το άγιο, το ζωοποιό, μπορεί να καταστρέψει όσους τόσο ανεπιτυχώς παριστάνουν τους Έλληνες, ουχί οι κακές πλάκες. Ως γραφικοί μπήκαν στο παιχνίδι κι ως τέτοιοι είναι ανάγκη να εκτεθούν. Καθημερινά καταλήγω στο συμπέρασμα πως οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια αποκάλυψής τους είναι καταδικασμένη. Κανείς δεν ακούει πια κανένα. Είμαστε όλοι Χρυσαυγίτες.

Notis

Το ρητό λέει να μην τα βάζεις με τους ηλίθιους. Θα σε ρίξουν στο επίπεδό τους και θα σε κερδίσουν άνετα. Δεν λέει εντούτοις τίποτα για τους επικίνδυνους. Δεύτερος λόγος των αρχικών δισταγμών μου για το παρόν κείμενο όπως και για το χθεσινό που αφορούσε τη Δημουλίδου, ήταν πως θα αισθανόμουν σα Χρυσαυγίτης που τα βάζει με τους αδύναμους. Στη δική τους πραγματικότητα όμως, αδύναμος, είμαι εγώ.

Οι φίλοι μου το ξέρουν. Μπουζούκια πήγαινα μόνο Σφακιανάκη. Ακόμα κι όταν είχε δίπλα του την wannabe πορνοστάρ Μαριάντα Πιερίδη, ήταν ο μόνος που ανεχόμουν. Από μικρό με συγκινούσε η φωνή του και το αντιδραστικό του χαρακτήρα του. Όταν φλέρταρε με την αερολογία, τον συγχωρούσα σα μικρό παιδί. «Πρόβατα ξυπνάτε, η σειρά σας έρχεται» προειδοποιούσε και ποιος νοήμων άνθρωπος που έβλεπε γύρω του διαφωνούσε; Δεν πάει πιο κάτω, πιάσαμε πάτο, αποφαινόταν. Πάντοτε όμως έχει παρακάτω. Αφού μας εξάντλησε αφυπνίζοντάς μας με κοινωνικά μηνύματα μασώντας την τσίχλα του, αφού πούλησε συγκίνηση που δεν αμφιβάλλω πως ήταν ειλικρινής για τις αλησμόνητες πατρίδες, αφού είπε πρώτος: «Φέρτε πίσω τα κλεμμένα», ανακάλυψε ότι ο λύκος ήταν ο ίδιος. Τα έχωσε λοιπόν ξανά, τα είπε έξω από τα δόντια ακόμα μια φορά, για να ξεκουράσει κι εκείνος το μαχαίρι του κάπου βολικά, αθωώνοντας το Τραμπουκιστάν. Στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού «Έλληνα», εκτός από το ότι ονόματα όπως του Ομήρου και του Κεντέρη τοποθετούνται δίπλα-δίπλα σε μια ξεκαρδιστική παρέλαση τερατώδους σύγχυσης ως προς τι είναι εθνικό έτσι όπως το όρισε ο εθνικός μας ποιητής, ο τραγουδιστής προσφέρει χείρα βοηθείας σε συμπατριώτες προκειμένου να σταθούν στα πόδια τους. Επειδή την όγδοη μέρα ο Θεός έφτιαξε τον Έλληνα κι όσοι ισχυρίζονται ότι την ένατη έφτιαξε τον πρόσφυγα, δεν ξέρουν πού πατούν και πού πηγαίνουν. Η σκηνή που βρίσκει έναν μαυριδερό αλλοδαπό με πάγκο, χωρίς χαρτιά και τον σπάει στο ξύλο, προφανώς κόπηκε στο μοντάζ.

Σελέμπριτις του παλιού κακού καιρού, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, λες και είναι συνεννοημένοι, διαγκωνίζονται τελευταία για ένα πλάνο δίπλα στο Μιχαλολιάκο που χαιρετάει ναζιστικά, με την ίδια ευκολία που το Χόλυγουντ, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, συντάσσεται στο πλευρό του Ομπάμα. Υπερπατριώτες όλοι σαν αυτούς που σατίριζε ο Σουρής. Είναι πια ξεκάθαρο πως ο ψηφοφόρος της Χρυσής Αυγής κατασκευαζόταν στα εργαστήρια της Μεταπολίτευσης και μάλιστα από τα ίδια τα ανδρείκελα που τα δημιουργήματά τους καταδικάζουν συλλήβδην. Εφόσον τα λαμόγια απειλούν τις περιουσίες τους, γιατί να μην ανοίξουν την κερκόπορτα του φασισμού στους πολιτικούς απογόνους των γερμανοτσολιάδων και των ταγματασφαλιτών;

«Στον κόσμο των αυθεντικών, είμαστε όλοι ξένοι» έλεγε από παλιά ο Άκης Γαβριηλίδης. Το σωκρατικό:«Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» δεν είναι πολύ γαμιστερό. Κι όλοι γνωρίζουμε, αλίμονο, πόσο ξεχειλίζει τελευταία το αντριλίκι. Δε θυμώνω τόσο ωστόσο με όσους θα κάνουν ίνδαλμά τους τον Νότη μετά τις δηλώσεις του, αλλά με μένα που του τα έσκαγα. Επέλεξα μάλιστα να μη δω ολόκληρη την επίμαχη συνέντευξη, αλλά να διαβάσω μία του Γιώργου Μπλάνα, τα συγκλονιστικά Στασιωτικά(1-50) του οποίου βραβεύτηκαν φέτος από το περιοδικό «Διαβάζω». Ένας στίχος του στον «Εγκληματία» ταιριάζει με την περίσταση: «Αν έχεις κάποια ιδέα τί σκέφτεται ο Θεός για την κατάντια μας, γράψε μου αμέσως. Δε θα' θελα να μ' έβλεπε έτσι ανοχύρωτο μπροστά του».

Μπουζούκια μόνο Οικονομόπουλο από δω και στο εξής μέχρι να κάνει δήλωση πως τον εξιτάρει το σκισμένο καλσόν του Κασιδιάρη. Μετά μένει ο Παντελίδης και δε σωζόμαστε σου λέω, τόσο αντικειμενικά στο λέω.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Χρυσηίδα

Καθημερινά αποδεικνύεται πως η χώρα διαθέτει έναν επιπλέον εσωτερικό εχθρό. Την έλλειψη μέτρου. Το μέτρο, το μόνο που θεοποίησαν οι Έλληνες σύμφωνα με τον Καμύ που θυμάμαι συχνά τελευταία. Ο Επαναστατημένος του Άνθρωπος γράφτηκε για να αποτελεί αντικείμενο στοχασμού για τους εξεγερμένους κι όχι για να σκονίζεται σε απόμακρες δανειστικές βιβλιοθήκες δίπλα στη Δημουλίδου. Δίχως ενοχές λοιπόν.

Το ολίσθημα της μέρας είχε πρωταγωνίστρια μία συγγραφέα. Καιρό αναρωτιέμαι αν από ευγένεια ή από καθαρή αλαζονεία, οι Έλληνες λογοτέχνες δεν σχολιάζουν φαινόμενα τύπου Μαντά. Φαντάζομαι δεν πρόκειται για αλληλεγγύη αλλά για ακριβοδίκαιη περιφρόνηση. Πώς όμως αγνοείς τα εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα σε συνδυασμό με όσα συμβαίνουν; Ο λόγος είναι πράξη κοινωνική και κάθε share, κάθε like, μετράει πλέον διπλά. Όλα όσα θα έπρεπε λοιπόν να γνωρίζουν οι αναγνώστες για την τελευταία συγγραφική απόπειρα αυτοκτονίας της νοημοσύνης τους από τη Χρυσηίδα Δημουλίδου, συνοψίζονται στη διαφήμιση του βιβλίου της. «Όταν η αντοχή της ψυχής λυγίζει, οι όρκοι, οι τρεις υποσχέσεις, τη στηρίζουν να συνεχίσει». Τι άλλο θα χρειαζόταν κανείς για να μην το αγοράσει; Βλέπω κάτω από το βίντεο: «Για περισσότερα στοιχεία, πατήστε εδώ» και πιστεύω πως είναι τα καταδικαστικά. Δεν είναι όμως.

Η Χρυσηίδα ξεκίνησε από τις Σέρρες για να γίνει αεροσυνοδός. Δεν περίμενε ποτέ να έχει επιτυχία-δεν είχε υπολογίσει το κοινό. Δεν ασχολείται μόνο με ένα είδος: Έχει γράψει δράμα, κωμωδία, μεταφυσικό, αστυνομικό, επιστημονική φαντασία, ποίηση, παιδικά παραμύθια, φιλοσοφικό-ιστορικές έρευνες. Τίποτα δεν άφησε. Διαφημίζει την πραμάτεια της, πού αλλού, στην Μενεγάκη. Επειδή θα ήταν άκομψο απέναντι στην αστρολόγο να υπάρχει και μέντιουμ, η βασίλισσα της πρωινής ζώνης φιλοξενεί μία προσωπικότητα που καλύπτει εντέχνως το κενό. Κι η Δημουλίδου δεν είναι καμία μετριόφρων. Παραδέχεται ότι βλέπει το μέλλον. Πριν λίγους μήνες έγραφε δύο βιβλία, ένα φοβερό κι ένα συγκλονιστικό. Δεν το λέει κανένας άλλος, η ίδια το λέει. Συγκρίνει, δε, τον εαυτό της με τον Μπετόβεν και το ταλέντο της την εκπλήσσει συνεχώς. «Το σταυροδρόμι των ψυχών» χαρακτηρίζεται από συνάδελφο ως θρυλικό. Και η ΕΣΗΕΑ δεν τον διαγράφει.

Πώς να μην θυμώνει λοιπόν όταν οι αναγνώστες της ξεδιάντροπα δανείζονται τα θεόπνευστα βιβλία της και δεν πληρώνουν το αντίτιμο του αδιαμφισβήτητου μόχθου της; Τα αριστουργήματά της δεν βρίσκονται στα αζήτητα όπως ο Καζαντζάκης, ο Ντοστογιέφσκι και η Λιλή Ζωγράφου. Έτσι δήλωσε χθες στο Facebook και κόντεψε να τους αναστήσει και τους τρεις! Κάποιος φίλος της περιέργως ενοχλήθηκε με την αναφορά και η γυναίκα των 18 μπεστ σέλερ έσπευσε να την αφαιρέσει, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει ελπίδα. Σε ένα ταξίδι της στην Κύπρο είχε πει ότι πήγε στην Τουρκία, εννοώντας την κατεχόμενη Λευκωσία. Και τότε δεν είχε επιμείνει..Ένα βιβλίο για να μπει στις βιβλιοθήκες πρέπει να εχει κάνει τον κύκλο του που είναι 5 με 10 χρόνια, όχι όμως βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν

Δεν τα έχω με εκείνους που δανείζονται τα βιβλία της Χρυσηίδας. Τα ‘χω με εκείνους που τα εκδίδουν και λιγότερο με αυτούς που τα διαβάζουν. Ο λόγος είναι πράξη κοινωνική και κάθε share, κάθε like ή παράλειψή τους, μετράει πλέον διπλά.


                                                     (Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi)
 

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Τι θέλει να πει ο τραμπούκος

Ευτυχώς που είναι στρέιτ ο Πέτρος Γαϊτάνος και μπορεί να λέει άφοβα πως του αρέσει ο τσαμπουκάς. Από τον γνωστό τραγουδιστή, που έχει ερμηνεύσει εκκλησιαστικούς ύμνους στο παρελθόν, διαφεύγει ίσως ότι η πίστη σε οτιδήποτε, εκτός από το ότι σε απαλλάσσει εν πολλοίς από την ευθύνη να σκέφτεσαι, πληρώνει καλά και δημιουργεί περιουσίες. Το διπλό του εκφασισμού, όσο η αγανάκτηση δεν ψάχνει να ανακαλύψει τις βαθύτερες αιτίες της, δίνει 4,60 στο κουπόνι του στοιχήματος και αξίζει οι παίκτες να ποντάρουν σ’ αυτό. Να βαράμε προσοχές, αλλά να βγάλουμε και κάτι. Αυτή ήταν ανέκαθεν η λογική του καριόλη.

Η γη θα ήταν πιο ωραία χωρίς ανθρώπους. Όλοι το έχουμε αισθανθεί όταν δεν είναι η μέρα μας. Συν τοις άλλοις διανύουμε περίοδο κρίσιμη κι ο πρωθυπουργός ζητάει να χαμογελάμε. Να δείχνουμε στους εταίρους πως η Ελλάδα θα τα καταφέρει. Οι αργά ζωσμένοι με εκρηκτικά ή αλλιώς εργαζόμενοι, όλο και λιγότεροι μέρα με τη μέρα, βλέπουν την επίθεση στα δικαιώματά τους να φτάνει στο τελικό στάδιο του βομβαρδισμού από την ανηλεή τρόικα, το βρόμικο ρόλο της οποίας συνειδητοποιεί αργά αλλά σταθερά κι ο Πρετεντέρης. Οι Έλληνες είναι μεν αποφασισμένοι να παραμείνουν στο ευρώ και διατρανώνουν τη θέλησή τους σε κάθε περικοπή, το ευρώ όμως είναι αποφασισμένο να μην παραμείνει στους Έλληνες.  Είναι η πρώτη φορά που δεν έχουμε την απάντηση για τίποτα, που το σκονάκι δε μας βολεύει, που όλα έχουν κόστος ανυπολόγιστο για τον τρόπο που ονειρευτήκαμε το μέλλον. Οι βεβαιότητες τελείωσαν απότομα. Σε όποιο ψέμα και αν ανήκαμε, όσο καλά κι αν περάσαμε, η εγγραφή έληξε. Και ή που θα πάμε με τους ανθρώπους ή που θα πάμε με τους ανθρώπους.
Από την άλλη, το τι θέλει να πει ο τραμπούκος νομίζω είναι σαφές. Επιτέλους οι δυο μας, λέει. Εγώ κι εσείς.  Θα είμαστε όλοι ίδιοι για να μην τα χαλάσουμε. Θα γίνουμε ξανά ζώα εφόσον ο φασισμός είναι τραπεζικός και όλοι τον ζηλεύουμε λιγάκι, εφόσον ο πολιτισμός απογοήτευσε. Πίσω από κλειστές πόρτες και με τσιμπημένο συνήθως εισιτήριο, μάλλον πρόκειται περί συνωμοσίας που σε κάθε περίπτωση προσβάλει τον Ιησού.  Άνθρωποί του αποδείχτηκαν εξάλλου συχνά υπάνθρωποί του. Ο Σελίν, ο Χάιντεγκερ, ο Πάουντ, στήριξαν το ναζισμό. Οπότε για ποιο λόγο να μιλάμε και να μην ουρλιάζουμε, να γράφουμε και να μη λογοκρίνουμε; Ας μείνουμε στο Facebook σε τελική ανάλυση όπου οι πανομοιότυπες ευχές για τα γενέθλιά μας αποτελούν το πιο αποτρόπαιο κομφορμιστικό θέαμα των τελευταίων ετών. Ποιος θα νοιαστεί για την ελευθερία της έκφρασης αφού μπορεί κάλλιστα να αλλάξει profile picture; Ένα μεγάλο μυθιστόρημα θα ήταν χρήσιμο πλήγμα για τον εγωισμό, γιατί όμως να υπονομεύσει κανείς τον εαυτό του; 
Το άλυτο πρόβλημα ποτέ δεν ήταν το εγώ ή το εμείς, παρόλο που διαρκώς εκεί το εντοπίζουμε. Το ζήτημα ήταν ότι το εγώ ποτέ δεν γινόταν αρκετά υγιές, ισχυρό και ισορροπημένο για να λέει εμείς και να το εννοεί. Οι περισσότεροι πιστέψαμε πως θα ήταν σημαντικό να είμαστε έξυπνοι, αλλά αποδείχτηκε πως κι έτσι δε θα καταφέρναμε να ανταλλάξουμε κουβέντα. Καταβροχθίσαμε μεγάλες εκθέσεις, σπουδαία βιβλία και εξαιρετικές παραστάσεις αλλά δε μας πέρασε παρά φευγαλέα από το μυαλό πως πρέπει να υπερασπιστούμε τον άνθρωπο, τον έναν, τον ανίσχυρο γιατί κάθε ώρα είναι η ώρα του. Επιλέξαμε να ζούμε επικίνδυνα εννοώντας πάντοτε όσα λέμε ενώ τα σημάδια μας έλεγαν να τολμήσουμε: Δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια. Είμαστε ψεύτες αναγκαστικά. Give us a break.
Ανακεφαλαιώνοντας, η ελευθερία θέλει αρετή και τόλμη, το μνημόνιο θυσίες, ο φασισμός εκατόμβες, η ουτοπία ρομποτάκια. Πλησίον μαθαίνουμε τελευταία πως είναι εκείνος που πρέπει να δείρουμε. Κάτι δεν πάει καλά επομένως αν η μόνη εφικτή λύση φαίνεται πως είναι η γη σαν ένα τεράστιο νεκροταφείο, όπου ο τελευταίος ηλίθιος θα κόψει την κορδέλα των εγκαινίων. Ενδεχομένως φαίνεται πολύ οτιδήποτε άλλο, αλλά τόσα και άλλα τόσα ζητάει η συγκυρία από όλους. Αν δεν ξεκινήσουμε μια μεγάλη παρτούζα αλληλεγγύης, θα συνεχίσουν να μας περιφρονούν. Όποιος θυμώνει ακόμα με την άκαμπτη στάση τους, προφανώς δε χρησιμοποιεί λιμουζίνα για τις μετακινήσεις του και ελβετικές τράπεζες για τις καταθέσεις του.

Το κρεβάτι είναι η όπερα του λαού λένε οι Ναπολιτάνοι που ξέρουν από φτώχεια. Θα ‘ταν μια καλή αρχή. Να βγούμε όλοι στις ταράτσες ένα βράδυ, να τους απειλούμε ότι θα αυτοκτονήσουμε, να δούμε ποιον θα πρωτοσώσουν, θα ‘ταν μία κάποια πρόοδος. Από τη στιγμή που επιλέξαμε να μείνουμε πίσω και να φυλάμε Θερμοπύλες, βία θα ήταν να μην έχουμε καθόλου φαντασία.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Αποκλειστικό: Αγάπησα έναν Χρυσαυγίτη (Based on a true story)

Το νέο trend, από την Ελλάδα στο Χόλυ Γουντ
 
Αγαπητό Ρoutsopolitan,
 
είμαι η Τζένη, είμαι είκοσι χρονών και γράφω για να ζητήσω τη γνώμη σου. Όχι ότι θα την ακούσω, απλά βαριέμαι λίγο και... ναι αυτό βασικά, βαριέμαι. Λοιπόν, άκου πως έχουν τα πράγματα: Ερωτεύτηκα έναν οπαδό της Χρυσής Αυγής, έναν ναζιστή, μία πόρνη του Μιχαλολιάκου. Πολύ καλό παιδί και άξιο παλικάρι, από σπίτι. Εμείς είμαστε στη φωτό από πάνω. HOW CUTE, RIGHT?! Το θέμα είναι ότι εμένα μ' αρέσει ο Αγγελάκας και ψήφισα Σύριζα και είμαι και παλιννοστούσα από χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Τι πιστεύεις ότι θα γίνει όταν το ανακαλύψει; Θα αποφασίσει ν' αλλάξει για μένα; Θα κάνω αυτό τον Χρυσαυγίτη καλό παιδί, ιδανικό σύντροφο; Θα τον κάνω πατέρα; Θα του μεγαλώσει το τσουτσουν' όταν σταματήσει να παίρνει ναζιστικές πίπες; Έχω πιθανότητες έτσι; Πες μου ναι, γιατί και όχι να μου πεις, εγώ ναι θ' ακούσω. Σκέψου το American History X. Ο Νόρτον άλλαξε κι αυτά είναι απ' τη ζωή βγαλμένα. Σκέψου το Das Experiment και το Die Welle. Έχω ελπίδες αγαπημένο μου περιοδικό. Έχω ελπίδες!

Σε φιλώ,
μια ναζιάρα αναγνώστρια σου.

     ~
Αγαπητή ναζι-άρα αναγνώστρια,

να πω καταρχήν ότι είστε Über Cute, έτσι που σας βλέπω, και ταιριάζετε αφού απ' ότι κατάλαβα, αυτός έχει τον Ερμή στο χοίρο κι εσύ τον ωροσκόπο στη βλακεία. Το αγαπημένο σου περιοδικό επικοινώνησε απευθείας με το γέροντα Γουντιαλλενίσιο, για να πάρεις μια σοφή και πρέπουσα απάντηση, σύμφωνη με τη χριστιανική ηλιθιότητα. Δώσε βάση στην παραβολή που μας έστειλε αποκλειστικά για σένα:
"It reminds me of that old joke- you know, a guy walks into a psychiatrist's office and says, 'hey doc, my brother's crazy! He thinks he's a chicken'. Then the doc says, 'why don't you turn him in?' Then the guy says, 'I would but I need the eggs'. I guess that's how I feel about relationships. They're totally crazy, irrational, and absurd, but we keep going through it because we need the eggs".
Κατάλαβες Τζενάκι; Χρειαζόμαστε τα αυγά. Εσύ για να 'χεις γκόμενο κι εγώ για να 'χω θέμα στο περιοδικό. Εμ, τι νόμιζες, ο Sakis και ο Colin Farrel, καλά κομμάτια δε λέω, αλλά γεράσανε και κάναν και παιδιά. Η μπογιά τους πέρασε, το καντηλάκι τους έσβησε, ξετσουτσούριασαν ρε παιδί μου πως το λεν'. Ο Κασιδιάρης είναι ο νέος Sakis. Ο γκόμενος σου είναι το νέο τρεντ. Ο Χρυσαυγίτης είναι το νέο bad boy που θα αλλάξει για πάρτη σου. Το σκατί της ψυχής μας είναι το νέο ροζ. Η απουσία ανθρωπιστικών αξιών στους άντρες είναι η νέα γοητεία. Πλέον γι' αυτούς δεν έχει σημασία πόσους πόντους είναι το τσουτσούνι τους, αλλά πόσους μετανάστες έχουν πλακώσει. Και για σένα αυτό πρέπει να 'χει σημασία. Εγώ πάντα το 'λεγα ότι είναι θέμα ποσότητας.
Κι όσο για τις ταινίες, έχεις κι εσύ τα δίκια σου. Καθημερινά γύρω μου συνειδητοποιώ τις ανατριχιαστικές ομοιότητες της καθημερινής ζωής με το Χόλυ Γουντ. Στο American History X, ο Νόρτον άλλαξε. Δεν έχει σημασία ότι σκότωσε δυο-τρεις ανθρώπους, έκανε φυλακή, του ξεπαρθένεψαν την όπισθεν και του σκοτώσανε και τον αδερφό για να τα καταφέρει (ουψ, spoilerζ!). Αυτά είναι λεπτομέρειες. Σημασία λέμε έχει ότι άλλαξε, το bad boy έγινε αρνάκι, για τα μάτια μας μόνο. Υπάρχει ελπίδα Τζενάκι μου, κι Άγιος Βασίλης υπάρχει, και μονόκεροι που τρέχουν στα ροζ χωράφια με τα φραμπουάζ της θειας μου της Κικής. Κι ας μην έχω θεία Κική. Άμα θες εσύ να πιστεύεις ότι έχω, να το πιστεύεις. Ό,τι θέλει να πιστεύει κανείς, καλό είναι. Ό,τι θέλει να σκοτώσει κανείς, καλό είναι. Σκεφτείτε στην τελική και λίγο τη ψυχούλα της κυρίας Αίμα - Τιμή - Μαρίας Χαραμή. Κι αν δεν έχει ψυχή, σκεφτείτε έστω τα δωδεκάποντα της, που δε μπορεί πια να τα βγάζει βόλτα για κατούρημα στα βρώμικα πεζοδρόμια της Αθήνας, γιατί τα 'χουν κατουρήσει οι μετανάστες πριν απ' αυτήν. Και δεν τα καταδέχεται αυτά μια Κιουρία. Κι άμα έχεις χεσμένη αυτήν την Κιουρία, σκέψου μια άλλη, τον Πέτρο Γαϊτάνο. Που τι ζητάει πια; Έναν χρυσαυγίτη ζητάει, λίγο τσαμπουκά, λίγο τσαγανό, λίγα χτυπηματάκια στον κώλο να νιώσει επιτέλους γυναίκα. Ε, του πούστη δηλαδή, στην κυριολεξία!
Τώρα στο Die Welle και στο Das Experiment, το μόνο που είδα εγώ είναι κάτι θανάτους που προήλθαν από άτομα που νόμιζαν πως μπορούν να κουμαντάρουν τον φασισμό. Αλλά αν εσύ είδες κάποια βελτίωση, καλό είναι. Ό,τι βλέπει κανείς, καλό είναι. Κι ό,τι πηδάει κανείς, ακόμα καλύτερο. Και στην τελική, αξίζει, φίλη μου, να υπάρχεις για μια παράνοια κι ας είναι η βλακεία της να σε κάψει. Προσπάθησε εσύ. Αγωνίσου. Βασανίσου, όπως θα σου 'λεγε κι ο Λευτεράκης. Και που ξέρεις, μπορεί να αλλάξει. Ή μπορεί να αλλάξεις εσύ, EVEN BETTER. Άλλωστε, η υποταγή στους φασίστες είναι καλό πράγμα, σου δίνει άφεση αμαρτιών. Όπως θα έλεγε κι ο Carlos Fuentes:
"Η τυραννία του θα είναι μια ευγενική χειρονομία που θα σε απαλλάξει από την ελευθερία. Εσύ να τον δημιουργήσεις τον τύραννο, σαν ο ίδιος να μην το επιθυμεί. Χρειάζεσαι την εξουσία στη σχέση, αλλά φοβάσαι να την ασκήσεις; Τότε συνέχισε να πιστεύεις ότι δίνοντας όλη σου τη δύναμη στον Χρυσαυγίτη, όχι μόνο δεν θα φέρεις καμία ευθύνη αλλά δεν θα έχεις και κανένα ελάττωμα".
Άρα focus στα θετικά της υπόθεσης: Δεν θα φταις εσύ γλυκιά μου, η μοίρα θα φταίει που σας ένωσε. Δε θα έχεις πια την ευθύνη για τα λάθη σου. Δε θα έχεις πια δικαίωμα στο λάθος, ούτε ευκαιρία να το διαπράξεις. Και το κυριότερο; Δε θα έχεις πια την ευθύνη να διαχειριστείς την ελευθερία σου. Δε θα είσαι πια ελεύθερη. Είδες τι ανακούφιση; AWESOME, RIGHT?!

 
(O Pasaenas φιλοξένησε την Morpheus για να μη χάσει μία πολύτιμη φίλη).

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Πρόποση

Todestrieb είναι η ορμή προς θάνατο. Ο όρος του Φρόιντ δεν επισκέπτεται απλώς τη χώρα μας όπως η Ανγκέλα Μέρκελ. Έχει κιόλας εγκατασταθεί απειλώντας ό,τι υγιές έχει μείνει. Σαν «Πανούκλα». Το ίδιο και κάτι κείμενα ανεκδοτολογικού ύφους και δημοσιοκαφρικού ήθους που θα έπρεπε να μένουν ανέκδοτα διότι κινδυνεύουν από τα likes 1300 ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας. Γιατί να ανησυχούμε; Γιατί να μην πούμε ξανά πόσο εξαιρετικοί χαρακτήρες είμαστε αφού μπορούμε; Ποια ηθική τέλος πάντων γίνεται γραπτή κραυγή; «Η κατανόηση» είχε απαντήσει ο Ταρού στο αριστούργημα του Καμύ. Θα μου επιτρέψετε επομένως να γίνω για μερικά λεπτά δυσάρεστος.  

Γιατί να μην ξοδέψουμε κι εμείς μια πρόβλεψη σε τούτη τη φλυαρία; Να μην πεθάνουμε σε φιλική τιμή αρκεί να πάρει μπρος η οικονομία; Ακούστε ποια είναι η πρόποση της Todestrieb το τελευταίο διάστημα και βάλτε τη καλά μέσα σε όσο μυαλό σας άφησε η κρίση: Η ύφεση γίνεται πιο βαθιά, τα μέτρα σακατεύουν κόσμο, γίνονται εκλογές το 2014, ο Παπαθεμελής, εγώ και κάτι τρελοί πέφτουμε μέσα. Πρώτος ο Σύριζα και δεύτερη η ναζιστική οργάνωση διότι κάνει δουλειά, το λένε πια και μορφωμένα παιδιά. Αν αποφύγουμε τον εμφύλιο, μια χρεοκοπία ή την αποτυχία της Αριστεράς σε συνθήκες που δε θα ελέγχει, πάμε για Μιχαλολιάκο το 2016 με δώρο έξοδο στις αγορές από την Ευρωζώνη γιατί ήμασταν καλά και υπάκουα πειραματόζωα. Εναντίον όλων, οι μπράβοι με την ψήφο μας θα φιμώνουν κάποιον επειδή θα σατιρίζει τη μονομαχία του Παΐσιου με ένα μοναχό Σαολίν, θα βασανίζουν παρέα με αστυνομικούς στη ΓΑΔΑ, θα μαχαιρώνουν όχι πια στα σκοτάδια αλλά δημοσίως ή και γιατί όχι, σε ζωντανή σύνδεση. Γκέι, παχύσαρκους, μετανάστες, φλώρους σαν εμένα δημιουργούς. Συμβαίνει τώρα θα γράφει το Μέγκα που θα έχει αναλάβει κι αυτό κάποια κρίσιμα Υπουργεία. Συμβαίνει εδώ και τώρα με την απαγόρευση πορειών και συναθροίσεων. Μπείτε στο καμαρίνι και προβάρετε τη σιωπή που είναι σε προσφορά,μην ντρέπεστε. Η Γερμανία, με την καθοριστική συνδρομή όλων, θα μας έχει επιβάλει εμμέσως το παρελθόν της και δε θα χρειαστεί να απολογηθεί ποτέ ξανά. Από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στη Δημοκρατία του Kasidiaris, ένα τσιγάρο δρόμος ιστορίας, απλή υπόθεση τελικά.

Ευτυχώς οι περισσότεροι που βλέπουν τέτοια οράματα ή οσφραίνονται συμφορές και δράματα του βεληνεκούς που περιγράφω, νοσηλεύονται. Μύρισαν μια αμπούλα βρώμας σαν αυτές που πετούσαμε παλιά στις τάξεις και νομίζουν ότι επέρχεται πυρηνικός όλεθρος. Η μπόχα ωστόσο παραείναι διάχυτη για να την αγνοήσεις, η φτώχεια μεταδίδεται από σπίτι σε σπίτι μέσω του ζάπινγκ, τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα τη σήψη τους. Η μήνυση της Χρυσής Αυγής κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ για την περιβόητη λίστα είναι αναμφίβολα οι τίτλοι τέλους μίας ιστορίας αγάπης-μίσους του εκλογικού σώματος. Το χρονοντούλαπο, εκείνο που θα έβαζε ο Ανδρέας τη δεξιά, έχει ανοίξει και το περιμένει καθώς ο Πάγκαλος τραβάει το καζανάκι. Είναι αργά για τις κραυγές του αρχηγού του, αργά και για τις θηλιές των Υπουργών του. Ας κόψουν το λαιμό τους να βρουν πώς θα βγάλουμε την άλλη από το δικό μας λαιμό, πώς θα εμπνεύσουν-λέμε τώρα-έναν άρρωστο λαό να προτιμήσει να έχει χώρα παρά δίκιο.

«Τίποτα δεν έκανε τους Γερμανούς τόσο μανιακούς από μίσος και τόσο ώριμους για τον Χίτλερ όσο ο πληθωρισμός» έγραφε ο Στέφαν Τσβάιχ. Δε νομίζω ότι ο πρωθυπουργός διαθέτει την παρρησία, την ευαισθησία ή έστω τους επικοινωνιολόγους για να το υπενθυμίσει στην Καγκελάριο. Είναι σκληρό ασφαλώς να έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε ανίσχυρους δυνάστες. Ποιος είπε το αντίθετο; Ίσως όμως είναι το μόνο που έχεις να κάνεις. Η τράπουλα με την οποία παίζει η ανθρωπότητα έχει αποδειχτεί σημαδεμένη ουκ ολίγες φορές. Να μη δώσεις άλλη δύναμη στους μελλοντικούς σφαγείς σου, να πεις πια όχι στο μνημόνιο, όχι και σε αυτούς που στηρίζουν τη δύναμή τους στη γενικευμένη απελπισία, είναι χρέος σου αν είσαι άνθρωπος, δεν πάει να λέγεσαι όπως θέλεις. Αν και δεν το ξέρουν τα παλικάρια, είναι εκείνοι που σίγουρα ήρθανε απ’την Ινδία. Κοινώς, μόνο αυτοί μας έλειπαν. Αν ο στοχαστής Γιώργος είναι 25% Έλληνας, εκείνοι αποτελούν τερατογενέσεις. Ας κοπιάσουν να δείρουν τις λέξεις μας.

Θέλω να γράφω για τον έρωτα. Κάτω από τα ρούχα ζουν μονιασμένοι οι Θεοί που επινοήσαμε. Ο φόβος είναι ντεκαυλέ, συν τοις άλλοις. Σιγά μην κλάψω. Η αμεριμνησία μάς κόστισε την είσοδο στο Δ.Ν.Τ. Μία δεύτερη εκδοχή της θα μας στερήσει την ίδια τη δυνατότητα να ζούμε και να μιλάμε ελεύθερα στον τόπο μας. Ήδη η Ιστορία μας κρίνει αυστηρά. Ας κάνουμε τα αφιερώματα που θα δίνουν δωρεάν οι εφημερίδες το 2112 περισσότερο επιεική. Ο καθρέφτης συνεχίζει να μας δείχνει καλύτερους όπως έκανε και στην προ Μέρκελ εποχή. Δεν του έχω εμπιστοσύνη.

«Είμαστε όλοι Έλληνες» διακήρυττε ο Σέλεϊ δίχως να πάρει την άδεια κανενός υπερπατριώτη. «Όλοι μας έχουμε γεννηθεί στην Αρκαδία» έλεγε ο Σίλλερ, βγαίνουμε δηλαδή στον κόσμο γεμάτοι αξιώσεις για ευτυχία και απόλαυση. Είμαστε όμως και όλοι μας δολοφόνοι που δεν έχουν ακόμα σκοτώσει. Προσωπικά, θα ακολουθήσω μια πιο ασφαλή κατεύθυνση. Ειδάλλως όπως θα ξημερώνει, «θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δεν θα μας γνωρίζει».

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Round 5

Στη ζούγκλα της Κινσάσα, τον Οκτώβρη του 1974, πραγματοποιήθηκε ο πιο γνωστός αγώνας στην ιστορία του μποξ. Ο μύθος του μεγαλύτερου αθλητή του 20ου αιώνα φτιάχτηκε εκεί. Στον πέμπτο γύρο που έχει περιγράψει γλαφυρά μεταξύ άλλων και ο Νόρμαν Μέιλερ στο “When we were Kings”του Leon Gast, ο “I am the greatest” Μοχάμεντ Άλι έτρωγε το ξύλο της χρονιάς του. Ασκώντας την αυτοκριτική του στα σχοινιά, έπαιζε το σαγόνι του κορώνα-γράμματα. Στα 32 του και μετά τον αποκλεισμό του από τα ρινγκ εξαιτίας της άρνησης του να πάει στο Βιετνάμ (κανένας Βιετκόνγκ δεν τον είχε αποκαλέσει αράπη), είχε μια τελευταία ευκαιρία να πάρει πίσω τον τίτλο που του είχαν κλέψει. Σε ενάμιση λεπτό αναπάντητου γρονθοκοπήματος όλα μπορούσαν να συμβούν καθώς ο φοβερός και τρομερός Φόρμαν, που είχε προλάβει να ισοπεδώσει τον Φρέιζερ και τον Νόρτον, πυγμάχους με τους οποίους πάντα είχε προβλήματα ο Άλι, τον ξυλοφόρτωνε δυνατά μεν, αδέξια δε. Από δεξί σε αριστερό, από λιτότητα σε ύφεση, από μνημόνιο σε αναδιάρθρωση, κι όμως. Σαν εκείνο τον ήρωα του Μπρεχτ που τάιζε το δικτάτορά του εφτά ολόκληρα χρόνια ώσπου τον πέθανε από το πολύ φαί, ο Άλι συνήλθε αναπάντεχα προς το τέλος των τριών λεπτών, αλλάζοντας τα δεδομένα της μάχης οριστικά υπέρ του, αναγκάζοντας τον ανίκητο μέχρι τότε αντίπαλό του να οπισθοχωρήσει.

Ο Big George δε θα έπεφτε στο τέλος του πέμπτου γύρου αλλά αργότερα: Ένας ακόμη λόγος που μ’αρέσει αφάνταστα αυτή η στιγμή. Κι εκείνη η λαβή λίγο πριν το καμπανάκι, η κραυγή, το «είμαι ακόμα εδώ ρε». 30 δευτερόλεπτα περίπου πριν το τέλος κάθε γύρου, ο Άντζελο Νταντί, ο προπονητής του Άλι που πέθανε φέτος στα 90 του χρόνια, τού φώναζε από τη γωνία να ρίχνει μερικές μήπως κέρδιζε τις εντυπώσεις και τον αγώνα στα σημεία. Δε χρειάστηκε. Στον όγδοο ο Φόρμαν ξάπλωνε στο καναβάτσο. Ο Άλι την ώρα που τις έτρωγε, παραπονιόταν μάλιστα στον άνθρωπο που είχε ίσως τις δυνατότερες γροθιές στην ιστορία του μποξ, σύμφωνα με τους ειδικούς, πως δεν τον χτυπούσε αρκετά δυνατά, πως ήταν πολύ αργός. Ενώ εκείνος κινούνταν σαν την πεταλούδα και τσιμπούσε σαν τη σφίγγα.

Κάθε φορά που βλέπω το “Rumble in the Jungle”, σκέφτομαι τον αγώνα που έχουμε να δώσουμε όσοι αγαπάμε τον τόπο μας. Ο Άλι ήταν απλώς ένα μεγάλος πυγμάχος που έκρινε πως μένοντας στα υπερβολικά χαλαρωμένα σχοινιά, εκμεταλλευόμενος όλο το χώρο, θα απέφευγε τις γροθιές και θα κούραζε τον Φόρμαν. Το ρίσκο του ήταν μες στο σχέδιο. Και δεν έκανε λάθος. Το παράδειγμά του δε μας διδάσκει απαραίτητα να αρχίσουμε τους όποιους αντιπάλους μας στις γρήγορες. Εξάλλου ο Τόμσεν βρήκε την είσοδο για το γυμναστήριο. Το αντίθετο θα έλεγα. Ο τρόπος που αγωνίστηκε μας λέει να σταθούμε έξυπνοι. Να περιμένουμε όσο πρέπει. Να αντεπιτεθούμε κρατώντας δυνάμεις. Να μην πολεμήσουμε στα ίσα. Να βρούμε άλλους τρόπους κι άλλους δρόμους. Στρατηγικό ελιγμό θα το έλεγαν οι στρατιωτικοί, δε φτάνει μόνο η ομορφιά, θέλει και λίγη πουτανιά το λαϊκό άσμα.

Σε μία διάλεξή του στο Χάρβαρντ κάποτε, ο Μοχάμεντ δε δίστασε, ύστερα από παρότρυνση ενός σπουδαστή, να σιγοψιθυρίσει το συντομότερο ποίημα όλων των εποχών: “Me, We”. «Εγώ. Εμείς». Πώς να εννοούσε άραγε το εμείς το υπερτροφικό εγώ του; Εμάς πάντως, αν μας αντέξει το σχοινί θα φανεί στο πραξικόπημα. Εμείς είμαστε όλοι κι όλοι οι εχθροί μας. Μην απελπίζεστε. Υπάρχει χρόνος γι’ αυτό. Σε ποιον γύρο είμαστε, θυμάται κανείς;


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Ο Hobsbawm για τη βία

Οι παρακάτω σκέψεις του Hobsbawm, που πέθανε την πρώτη του μήνα, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό New Society το 1969. Με τους Ναζί να αλωνίζουν και τη συζήτηση για τα «άκρα» να φουντώνει, 43 χρόνια μετά είμαστε ακόμα στο:«Είναι πια καιρός» της τελευταίας παραγράφου.


Οι παλαιότερες μορφές βίας ίσως να αυξάνονται επειδή τα εδραιωμένα συστήματα τήρησης της δημόσιας τάξης που αναπτύχθηκαν κατά την εποχή του φιλελευθερισμού είναι όλο και πιο καταπονημένα, ενώ μορφές πολιτικής βίας όπως η άμεση βίαιη δράση και η τρομοκρατία είναι πιο διαδεδομένες απ’ό,τι στο παρελθόν. Η νευρικότητα και η σύγχυση αρχών, η αναβίωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων σεκιούριτι ή νέων κινημάτων επαγρύπνησης, αποτελούν σαφείς ενδείξεις. Από μία άποψη, έχουν ήδη οδηγήσει στην εκ νέου ανακάλυψη της ελεγχόμενης βίας, όπως και στην επιστροφή των αστυνομικών δυνάμεων σε έναν παράξενο μεσαιωνισμό-κράνη, ασπίδες, πανοπλίες και τα τοιαύτα- και στην ανάπτυξη διαφόρων αερίων προσωρινής εξουδετέρωσης. […] Η ιδιωτική βία δε χρειάζεται, ή δεν μπορεί, να καταφέρει πολλά απέναντι στους πραγματικά μεγάλους και θεσμοποιημένους κατόχους της βίας, ανεξάρτητα με το αν αυτοί την ασκούν άμεσα ή την κρατούν ως εφεδρεία. Η ιδιωτική βία έχει λοιπόν την τάση να γίνει από πραγματική δράση ένα υποκατάστατο δράσης. […] Μερικές κατ’όνομα πολιτικές μορφές βίας (όπως τα σπασίματα ή κάποιες βομβιστικές ενέργειες νεοαναρχικών) είναι εξίσου ανορθολογικές, μια που στις περισσότερες περιπτώσεις το πολιτικό τους αποτέλεσμα είναι είτε αμελητέο είτε, συνηθέστερα, το αντίθετο απ’το επιδιωκόμενο.

Οι τυφλές βίαιες επιθέσεις δεν είναι απαραίτητα πιο επικίνδυνες (στατιστικά) για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα από τη βία των παραδοσιακών άνομων κοινωνιών, αν και πιθανότατα προκαλούν περισσότερες ζημιές στα πράγματα, ή μάλλον, στις εταιρίες που τα ασφαλίζουν. Από την άλλη όμως αυτές οι πρακτικές προκαλούν, δικαιολογημένα ίσως, μεγαλύτερο τρόμο γιατί είναι πιο τυχαίες και πιο ωμές, στο βαθμό που αυτό το είδος βίας είναι αυτοσκοπός. Όπως έδειξε η υπόθεση δολοφονίας Moors, το τρομακτικό με όλους αυτούς που φαντασιώνονται με ναζιστικές μπότες, και αναφύονται σήμερα μέσα σε διάφορους υποκόσμους και υποκουλτούρες της Δύσης, δεν είναι απλά ότι γυρίζουν πίσω στον Χίμλερ και τον Άιχμαν, στους γραφειοκράτες ενός μηχανισμού, οι σκοποί του οποίου συνέβαινε να είναι παρανοϊκοί. Είναι ότι για το αποπροσανατολισμένο περιθώριο, για τον αδύναμο και αβοήθητο φτωχό, η βία και η σκληρότητα-μερικές φορές με την πιο αναποτελεσματική κοινωνικά και προσωποποιημένη σεξουαλική μορφή της- είναι αναπληρώσεις ατομικής επιτυχίας και κοινωνικής δύναμης. Εκείνο που προκαλεί τρόμο στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις είναι ο συνδυασμός της αναβίωσης μιας παλιάς και της ανάδυσης μιας καινούριας βίας μέσα σε καταστάσεις κοινωνικής έντασης και διάλυσης. Και αυτές ακριβώς είναι οι καταστάσεις τις οποίες η συμβατική σοφία των φιλελεύθερων ιδεών είναι εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει, ακόμα και να εννοήσει. Εξ ου και η τάση να ολισθήσει και πάλι σε μια ενστικτώδη συντηρητική αντίδραση, η οποία είναι η άλλη σχεδόν όψη της αταξίας που επιδιώκει να ελέγξει. […]

Οδηγούμαστε καθώς φαίνεται, και πάλι προς μια εποχή βίας στο εσωτερικό των κοινωνιών, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αυξανόμενη καταστροφικότητα των συγκρούσεων μεταξύ κοινωνιών. Πρέπει επομένως να κατανοήσουμε καλύτερα τις κοινωνικές χρήσεις της βίας, να μάθουμε και πάλι να κάνουμε διακρίσεις ανάμεσα στις διάφορες μορφές βίαιης δραστηριότητας και πάνω απ’όλα να δημιουργήσουμε ή να ξαναφτιάξουμε συστηματικούς κανόνες για τη χρήση της βίας. Πράγμα πάρα πολύ δύσκολο για ανθρώπους που ανατράφηκαν μέσα σε μια φιλελεύθερη κουλτούρα, με την πεποίθηση ότι κάθε είδους βία είναι χειρότερη από τη μη βία, κι όλα τα άλλα είναι ίδια(που δεν είναι). Φυσικά και η βία είναι χειρότερη, δυστυχώς όμως μια τέτοια αφηρημένη ηθική γενίκευση δε μας προσφέρει καμία καθοδήγηση σε πρακτικά προβλήματα βίας στην κοινωνία μας. Αυτό που κάποτε ήταν μία χρήσιμη αρχή κοινωνικής προόδου («ειρηνική και όχι βίαιη επίλυση των διαφωνιών», «ο αυτοσεβασμός δεν έχει ανάγκη την αιματοχυσία», κ.ο.κ) καταντάει απλή ρητορεία και αντι-ρητορεία. Αφήνει την αυξανόμενη περιοχή της ανθρώπινης ζωής όπου λαμβάνει χώρα η βία δίχως κανόνες και παραδόξως, δίχως καμία πρακτικά εφαρμόσιμη ηθική αρχή, όπως μαρτυρεί η οικουμενική επάνοδος των βασανιστηρίων από τις δυνάμεις του κράτους. Η κατάργηση των βασανιστηρίων αποτελούσε ένα από τα σχετικά λίγα επιτεύγματα για τα οποία ο φιλελευθερισμός μπορεί να πάρει ανεπιφύλακτους επαίνους, σήμερα όμως διαπράττονται και πάλι σ’ολόκληρο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις κάνουν τα στραβά μάτια και τα μαζικά μέσα τα διαδίδουν.

Όσοι πιστεύουν ότι κάθε βία είναι εξ ορισμού κακή, δεν μπορούν να κάνουν καμία συστηματική διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη της βίας στην πράξη ή να αντιληφθούν τα αποτελέσματά της τόσο σ’αυτούς που την υφίστανται όσο και σ’εκείνους που την επιβάλλουν. Το μόνο που θα κάνουν είναι να παράγουν, από αντίδραση, άνδρες και γυναίκες που θα θεωρούν κάθε μορφή βίας καλή, είτε από μία συντηρητική είτε από μια επαναστατική σκοπιά, που θα αντιλαμβάνονται δηλαδή την υποκειμενική ψυχολογική ανακούφιση που προσφέρει η βία δίχως να τους ενδιαφέρει καθόλου η αποτελεσματικότητά της. […]

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τέτοιες διακρίσεις αρχίζουν και πάλι σιγά σιγά και εμπειρικά να μαθαίνονται, μέσα όμως σε μία γενική ατμόσφαιρα αποπροσανατολισμού και υστερίας που καθιστά δύσκολη μια ορθολογική και περιορισμένη χρήση βίας. Είναι πια καιρός να θέσουμε αυτή τη διαδικασία μάθησης σε μία πιο συστηματική βάση κατανοώντας τις κοινωνικής χρήσεις της βίας. Μπορεί να πιστεύουμε ότι κάθε μορφής βία είναι χειρότερη από τη μη βία. Η χειρότερη όμως μορφή βίας είναι αυτή που ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.

Eric Hobsbawm, «Ξεχωριστοί άνθρωποι, Αντίσταση, Εξέγερση και Τζαζ», Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθηνα 2001. Η μετάφραση είναι του Παρασκευά Ματάλα. 

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

#FreeGeronPastitsios

Σε μία εθιμοτυπική επίσκεψη στο γραφείο του, ο διοικητής με είχε ρωτήσει αν περνάω καλά. Αν εξαιρέσεις ότι είχα να βγω 10 μέρες, δεν είχα παράπονο. Του εξέθεσα το πρόβλημα ευγενικά. Δεν πειράζει, μου είπε, πάρε ένα βιβλιαράκι του Γέροντα Παΐσιου, θα σε βοηθήσει. Πάρε και για τους δικούς σου. Έπιασα 5-6 αφού επέμενε. Κι η αλήθεια είναι πώς ήταν θαυματουργό. Διασκέδασα αφάνταστα, συμπάθησα πολύ τον Γέροντα, που όντως φαινόταν γλυκός και άγιος άνθρωπος, και ξεκαρδίστηκα με τις ιστορίες θρησκευτικής τρέλας που περιέγραφε. Συνεννοούνταν απότι θυμάμαι με ετερόγλωσσους (κάτι σαν την Ντένη με την Μαρούσκα), εξαφάνιζε όγκους για την πλάκα του, μια φορά που λαχταρούσε ψάρι είχε εμφανιστεί ένας αετός ντελιβεράς και του το άφησε ενώ μια άλλη έκοψε τα ναρκωτικά από ένα νεαρό προσφέροντάς του απλώς φουντούκια. Εγώ και με ένα εξοδόχαρτο θα ήμουν ευχαριστημένος, σκέφτηκα.

Από τότε, δεν ασχολήθηκα ξανά με τον Γέροντα. Πώς θα μπορούσα να μιλήσω άσχημα για εκείνον αφού είχε βοηθήσει και μένα να περάσω ευχάριστα την ώρα μου; Θεωρούσα επίσης πως αν είχε όντως τόσα χαρίσματα, θα αρρώσταινε με τη λατρεία, την υπερβολή και την εκμετάλλευσή του και πως θα συμφωνούσε με όσους επιμένουν ότι το έργο του Θεού εδώ στη γη είναι υπόθεση όλων των ανθρώπων. Νομικός δεν είμαι. Καταλαβαίνω ωστόσο ότι μάλλον (δεν) δικαιολογείται η άρση του απορρήτου και η σύλληψη του 27χρονου που διαχειριζόταν τη σελίδα του Γέροντα Παστίτσιου. Ο Σαραντάκος το πάει παραπέρα: «Η επίμαχη σελίδα δεν έκανε επίθεση στην ορθόδοξη εκκλησία, απλώς σατίριζε, με οξύ ασφαλώς τρόπο, την εκμετάλλευση του Γέροντα Παϊσίου από ακροδεξιά και περιθωριακά έντυπα και ιστολόγια (π.χ. εδώ) με αναγγελίες θαυμάτων που τάχα έκανε μετά θάνατον ο Γέροντας ή προβάλλοντας διάφορες προφητείες του -για παράδειγμα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο Παΐσιος (που πέθανε το 1994) είχε προβλέψει -και μάλιστα επακριβώς- τη σημερινή οικονομική κρίση. Όταν πούμε ότι κάτι τέτοιοι είναι απατεώνες δεν καθυβρίζουμε ούτε τον Παΐσιο, ούτε τη θρησκεία -μόνο τους παϊσιοκάπηλους». Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα μπροστά στα παραφουσκωμένα μπράτσα της Χ.Α που θέλουν να ταυτιστούν στη συνείδηση του χριστεπώνυμου πλήθους με το Χ.Ο των ταυτοτήτων. Με τον παγανισμό δύσκολα θα βγουν ψηφαλάκια.

Όταν ο Γκέμπελς προώθησε ένα διάταγμα που απαγόρευε την καταστροφική κριτική, ο Ρόμπερτ Μούζιλ έγραψε:«Από τη στιγμή που απαγορεύεται η κριτική, θα πρέπει να εντρυφήσω στην αυτοκριτική. Τη συγκεκριμένη δεν πρόκειται να την απαγορεύσει κανείς γιατί είναι άγνωστη στη Γερμανία». Οι σύγχρονοι Γκεμπελίσκοι επιθυμούν να εκμεταλλευτούν το ζόφο και να τον πολλαπλασιάσουν. Θέλουν να τους εκλέξουμε για να μην μπορεί κανείς μας να μιλάει. «Κάποιος στην Αθήνα του 5ου αιώνα μπορούσε να επινοήσει ιδέες και να τις παρουσιάσει στο Δήμο χωρίς να βρεθεί νεκρός ή να καεί ζωντανός. Μπορούσε ακόμη και να επιβραβευθεί γι’αυτό» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Καστοριάδης, εξηγώντας το θαύμα για το οποίο φουσκώνουν από αναβολικά και υπερηφάνεια οι φαρισαίοι τραμπούκοι. Η Ελλάδα που ονειρεύονται ωστόσο είναι αυτή που θα στειρώνει άτομα με ειδικές ανάγκες.

Για να επανέλθουμε στο θέμα, η εκ των προτέρων μη επιβολή περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης ήταν ανέκαθεν μία γενναιόδωρη παραχώρηση της εκάστοτε εξουσίας. Αν με ρωτούσαν όμως, θα έλεγα πως η μόνη ευθύνη που είχε ανέκαθεν αυτός που γράφει βρίσκεται πριν δημοσιεύσει τις σκέψεις του. Εφόσον κάνει ό,τι είχε να κάνει μέσα του, η μπάλα περνάει στο γήπεδο του αναγνώστη. Δε θα έπρεπε να αφορά το νόμο ούτε όταν κάποιος υβρίζει ή συκοφαντεί. Καθήκον του αναγνώστη είναι να κρίνει. Θα μου πείτε μπορεί κάποιος να μου πει ότι γαμιέται η μάνα μου. Και λοιπόν; Η μήνυσή μου θα είναι το γέλιο μου. Όπως χθες που άφησα ένα σχόλιο στο Protagon και δε δημοσιεύτηκε ποτέ. Επειδή ξεσκέπαζε την επιλογή του επώνυμου συντάκτη να μας διχάσει μία μέρα πριν την απεργία, με αυτό το αλαζονικό:«Εγώ καλά περνάω» που δεν υπάρχει πουθενά κι όμως είναι παντού, πίσω από κάθε πρόταση.

Όποιος χρησιμοποιεί τις λέξεις, μαθαίνει να μην τις πιστεύει, να εντοπίζει ευκολότερα τους ανέντιμους, όλους όσοι δε θέλουν να εκφράσουν κάτι βαθύτερο αλλά να χαϊδέψουν απλώς τα συμφέροντα που τους συντηρούν. Αυτός που διαβάζει μαλώνοντας με τις σελίδες, γρήγορα γιατρεύεται από την ανάγκη να είναι κάποιος. Μαθαίνει να συλλαβίζει όλα τα ίσως και τα ενδεχομένως. Αντιλαμβάνεται πως ό,τι δεν συμπεριλαμβάνει την αμφιβολία, είναι κιόλας νεκρό. «Είμαι ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια» δήλωνε ο Κοκτώ, κάτι αδιανόητο για όσους το ελληνικό κράτος της Μεταπολίτευσης άφησε εντέχνως αμόρφωτους. Δεν είναι επικίνδυνη επομένως η απόλυτη ελευθερία της έκφρασης. Επικίνδυνη είναι η δίωξή της και ο φανατισμός. Άνθρωποι όπως όλοι μας, περαστικοί από τη γη, να νομίζουν ότι μπορούν να λογοκρίνουν, να φιμώνουν και να δολοφονούν ό,τι δεν τους αρέσει.

Οι εξετάσεις που έρχονται είναι οι πιο σημαντικές. Ξεχάσαμε τους διπλανούς μας τόσα χρόνια αλλά τώρα θα τους βρούμε μαζί μας στις πορείες. Οι δικοί μου άνθρωποι είναι όσοι θα αποδείξουν την έγνοια τους για τον άνθρωπο. Όσοι πάρουν την άδεια όλου του κόσμου κι ύστερα μιλήσουν. Όσοι μας προτείνουν μία κατάληψη στο φεγγάρι και όχι στην κόλαση του Δάντη. Όσοι, ακόμα κι αν δεν το πιστεύουν ότι μπορεί να λειτουργήσει, θα αναδείξουν το εμείς. Η ανάγκη της ουτοπίας σήμερα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. «Γεννηθήκαμε για να χάνουμε, όχι για να παζαρεύουμε» όπως το είχε θέσει ο Paco Ignacio Taibo II.

Τίποτα δεν είναι ιερό. Όλα μπορούν να λεχθούν και αλίμονο αν ήταν διαφορετικά. Ο καθένας μας ωστόσο νιώθει τόση μοναξιά που είναι ικανός να ισχυριστεί ακόμα κι ότι έχει δίκιο. Να πάρει ένα μαχαίρι και να απαιτήσει να του αναγνωριστεί. Ο τρόπος που του προτείνουν όσοι ενοχλήθηκαν από ένα παστίτσιο για να ανοίξει το μυαλό του, είναι να του κοπανούν οι ίδιοι το κεφάλι στον τοίχο. Οι φασίστες, ανήμπορα πλάσματα που χτυπούν επειδή δεν τους έχει βαρέσει τη μούρη καθαρός αέρας, δεν καταλαβαίνουν την κωμική πλευρά της ζωής και έχουν βαλθεί να την κάνουν ακόμα πιο αστεία. Όταν θα μας καίνε στο όνομα του Θεού και της αγάπης, ένα νευρικό γέλιο θα μας σώσει. Εξάλλου ποτέ δεν ξέρεις πότε θα επιλέξει να κάνει το επόμενο θαύμα του ο Γέροντας Παστίτσιος. 

Υ.Γ. Μόνο από το μυαλό λίγων περνάει ότι ένας κόσμος που δεν ικανοποιεί κανένα, είναι ο ιδανικός. Υπάρχει και ο Καντ κι ο Σαντ. «Η πίστη είναι ένα παραλήρημα που δεν μπορώ να πάθω» μας λέει ο Σιοράν. Οι άνθρωποι, λοιπόν, έχουν δικαίωμα να επιλέγουν. Το κορμί τους, απροστάτευτο κι αθώο μες στη γύμνια του, μπορεί να μεταμορφωθεί μέσα σε μια νύχτα στην πιο δολοφονική μηχανή μίσους. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει. Πάντα ωστόσο όταν γυρίζω από το βιβλιοπωλείο, περπατώντας στην παραλία, είμαι έτοιμος για μια έφοδο στον ουρανό.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

#TolislovedMaria

Ο πόλεμος μαίνεται. Κάποιοι σωριάζονται. Λευτεριάς ξίπασμα οι πρώτοι νεκροί. Το σύστημα δεν είναι ντροπαλό όταν σκοτώνει. Εμείς είμαστε όταν πεθαίνουμε. Αυτό ήταν ξεκάθαρο εξαρχής. Τα προβλήματά του ποτέ δεν είχε πρόβλημα να τα μοιράζεται μαζί μας. Ούτε τα iphones του, ούτε τους τρίτους κόσμους του μας έκρυψε ποτέ. Μόνο στην αντίδραση των λαών καθυστερεί η εξουσία του που γίνεται πια ασφυκτική.

Δεδομένων των συνθηκών, είναι άδικο να πούμε ότι δεν προβάλλεται αντίσταση. Εφόσον δε βάλαμε όλοι μαύρες μπλούζες και δε ζητάμε να αντικατασταθεί το επίδομα θέρμανσης από ένα για αναβολικά, η ελπίδα υπάρχει ακόμα ελπίδα να εμφανίζεται τελευταία κι ας μην είναι γραμμένη στο πρόγραμμα. Όσο κι αν είναι ψέμα ότι η διαπραγμάτευση με την τρόικα συνεχίζεται, η διαβούλευση μέσα μας βρίσκεται όντως στο φόρτε της. Από την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις και να μην κάνει τίποτα άλλο, θα εξαρτηθεί η άνοδος του φασισμού στην Ελλάδα. Από την αποφασιστικότητα των πολιτών της να ελίσσονται, να οργανώνονται και να χαμογελούν, θα κριθεί η επιβίωσή της.

Αν για κάτι μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι η ιστορία θα αδιαφορήσει για τις καλές προθέσεις των γραπτών μας. Θα κατασπαράξει ακόμα και τα πιο εύστοχα. Θα τα ρουφήξει σαν καταστροφέας εγγράφων. Άλλοι τη γράφουν, Μπίστηδες και Κασιμάτηδες κυρίως. Εμείς την καθαρογράφουμε κι έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας πληθώρας περασμένων λαθών. Σίγουρα ο λυρισμός δεν πληρώνει το λογαριασμό. Ασφαλώς ο δρόμος δε θα κόψει το γόρδιο δεσμό. Η βία θα πρόδιδε απλώς τον τρόμο μας. Όλοι οι μακελάρηδες ήταν ψυχοπονιάρηδες. Μην περιμένουμε επιείκεια από τη ζωή επειδή ήμασταν ωραίοι ως Έλληνες. Άλλους μισούσε πάντα πιο πολύ, ενώ πολλάκις έχει διατελέσει γκόμενά μας.

Επιμένω: Η μάχη είναι κυρίως εσωτερική. Απλώς γίνεται θανάσιμη. Υπάρχει κίνδυνος δηλητηριάσεων, μη αναστρέψιμων συναισθηματικών τραυματισμών, επικίνδυνων κοινωνικών φαινομένων. Οι εγωισμοί μας παριστάνουν τους νεκρούς για να μην τους αποτελειώσει κάποιος που είναι άνεργος. Υπάρχουν πολλοί ανθρωποφάγοι εκεί έξω. Είναι οπλισμένοι. Δεν ξέρουν να χάνουν. Λατρεύουν την υποκρισία τους. Ανέχονται οποιονδήποτε εκτός από τον καινούριο εαυτό τους. Θέλουν να ξεχάσουν ότι οι άνθρωποι τους μοιάζουν.

Κι όμως. Αρκεί να μην πανικοβληθούμε. Ευκαιρία να ξανασυστηθούμε χωρίς τους τίτλους μας βρε κουτά, να καταθέσουμε γυμνοί τις γραβάτες μας στο μνημείο του άγνωστου νομοταγούς πολίτη, να ματώσουμε για κάτι πιο αντρίκιο απ’ το αίμα. Να κλαίμε από χαρά πάνω απ’ τα πτώματα: τον εκσυγχρονισμό, την επανίδρυση, τη μίζα, το αυθαίρετο κι όλα τα ευτελή μας πάθη. Ο πιστωτής είναι εύκολος αντίπαλος. Η βιασύνη μου δε μου επιτρέπει ευτυχώς λιγότερη αισιοδοξία. Στις 26 απεργία because #TolislovedMaria.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Ευαίσθητοι ληστές

«Είναι άραγε ο φόνος στα μάτια της φύσης καταδικαστέα πράξη; Δεν είναι. Ο άνθρωπος φτάνει στο φόνο ύστερα από δική της παρότρυνση γιατί η ίδια τον καθοδηγεί». Αν ζούσε σήμερα ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ μπορεί να μην είχε προλάβει να ισχυριστεί κάτι λιγότερο προκλητικό. Εδώ ο Τζουλιάν Ασάνζ και ο Γέρων Παστίτσιος αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα.

Ο φερόμενος ως δράστης του φονικού της Πάρου, τον οποίο ακολουθούσα στο Twitter επειδή έτυχε να διαβάσω πρόσφατα κείμενό του όπου δε σκότωνε μπάτσους, είχαμε μάθει από τις εφημερίδες ότι:«διέθετε προσωπικό blog όπου αναρτούσε κείμενα στα οποία η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, είναι από δυσδιάκριτη έως ανύπαρκτη». Κι αυτό προφανώς ήταν καταδικαστικό. Ο Γκυ Ντε Μωπασάν ειρωνευόταν κάποτε αντίστοιχους γραφιάδες: «Ανάμεσα στους επαίνους βρίσκω την παρακάτω φράση, γραμμένη από τους ίδιους κονδυλοφόρους: Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του έργου αυτού είναι ότι δεν πρόκειται ακριβώς για μυθιστόρημα. Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει με το ίδιο επιχείρημα: Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του συγγραφέα που μου έκανε την τιμή να με κρίνει, είναι ότι δεν πρόκειται για κριτικό».

Ο κατηγορούμενος θα έλεγε ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα των δικαστών που θα του κάνουν την τιμή να τον κρίνουν είναι ότι δεν είναι δίκαιοι. «Ο εγκληματίας δεν θα ήταν ένοχος αν ο δικαστής ήταν δίκαιος» έλεγε κάπου κι ο Φιοντόρ όμως δεν κατάφερα να βρω αν η φράση ανήκει στον Ρασκόλνικοφ, τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι με τον οποίο ο κατηγορούμενος έχει κάμποσα κοινά. Ο Θεοφίλου, ρίχνοντας μια ματιά στις σκέψεις του, γινόταν υπερβολικός, βιαστικός, ανυπόμονος, εμμονικός όπως εκείνος. «Ρε πούστη μου έχει η ομάδα έψιλον 1368 followers και εγώ 39» έγραφε σε ένα παλιό tweet. Όταν ένα πνεύμα καίγεται, όταν τα νιάτα χάνονται, η υποτίμηση της νοημοσύνης μπορεί να γίνει φυτίλι. Άλλο όμως η κρίση κι άλλο ο εγωισμός. Σε κάθε περίπτωση εντούτοις, η δημοσιογραφική προσέγγιση παρέμενε αφόρητα επιφανειακή. Φαίνεται να επινοήθηκε όπως εξάλλου και η τιμωρία προκειμένου να στήσει βιαστικά τον άνθρωπο στον τοίχο.

Κάθε φορά που ένας διανοούμενος χασμουριέται, η Πάολα γαβγίζει για να τον ξυπνήσει, έγραφα τις προάλλες, θέλοντας να πω πως είναι προτιμότερή η σιωπή των ανθρώπων των γραμμάτων παρά το τίποτά τους. Πολιτισμός δεν είναι να νυστάζεις. Ευαισθησία δεν είναι να γκρινιάζεις. Κουλτούρα δεν είναι να ακούς πολιτιστικές εκπομπές και να μιλούν σαν τους έχει βαρέσει ο ήλιος. Και τον κατηγορούμενο για το μόνο που δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις είναι για υπνηλία. «Κι όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει». «Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου, τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα, οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη, δραπέτευσα». Θανάσης Παπακωνσταντίνου και Ρεμπώ, αυτά ήταν τα δυο τελευταία του tweets.

Οι πιστωτές ζητούν εγγυήσεις τα νησιά. Έχουν σχέδιο. Ξέρουν να το επιβάλουν. Οι άνεργοι, οι απολυμένοι, οι επισφαλώς εργαζόμενοι ζητούν αξιοπρέπεια και δεν ξέρουν από πού να πιαστούν. Ο αναρχικός κατηγορούμενος θα είχε σίγουρα στο μυαλό του το στιχάκι του Άσιμου:«Χιλιάδες σουπερμάρκετ γεμάτα πράγματα, γιατί δεν τα βουτάμε για τα γεράματα»; Η δράση του μαζί με το όπλο του, το νέο του βιογραφικό, υποσχόταν 100% επιτυχία. Τουλάχιστον μιλούσε τη γλώσσα του συστήματος. Επειδή είναι εύκολο στη χρήση και αξιόπιστο σαν τη νέα δανειακή σύμβαση. Τέρμα η μισθωτή σκλαβιά. Αρκεί να μη μας πιάσουν. 

Τρομερός ο πειρασμός της καλοσύνης (Μπρεχτ). Τρομερός κι εκείνος της τρέλας, όμως. Ένας άνθρωπος δολοφονήθηκε. Μία τράπεζα ληστεύθηκε-ο Μπέρτολτ κι εδώ δίνει τη λύση με το γνωστό αφορισμό του. Υπερασπίζεσαι έναν άνθρωπο που ίσως είναι εγκληματίας θα με ρωτήσετε; Όχι. Θα έλεγα ότι υπερασπίζομαι το τεκμήριο αθωότητάς του και πως πονάω για τον ζωντανό άνθρωπο που φτάνει στο σημείο να εγκληματήσει. Ακόμα δεν έχω ξεχάσει ότι ο δράστης της ομηρείας στο εργοστάσιο εκείνο της Κομοτηνής άκουγε μαντινάδες κλαίγοντας μέχρι που πήρε την απόφαση να τους επισκεφτεί για να πάρει πίσω τη ζωή του. Όσο επικρατεί κοινωνική γαλήνη, οι νόμοι δίχως άλλο δεν είναι άσχημη ιδέα. Όχι όμως όσο τα ενεχυροδανειστήρια είναι καλύτερη.

Ο Πακιστανός μας τελείωσε νωρίς. Ο συνάδελφοι για κάμποσες μέρες είχαν βρει καινούριο τέρας για να μας τρομάξουν καθώς ο Σαμαράς επαναδιαπραγματευόταν τη διάλυση της χώρας. Αν αποδειχτεί πως ο Θεοφίλου ήταν τόσο μπλεγμένος, πως ήταν εκείνος που δολοφόνησε έναν άνθρωπο, δε θα πάρω. Τι να το κάνω το ανήσυχο πνεύμα του που τον έκανε ίδιο με το τέρας που υποτίθεται πολεμούσε; Ωστόσο η αδυναμία μας να βρούμε ακόμα και στα κείμενα ενός τρομοκράτη τις αλήθειες που μας αφορούν φαντάζει το λιγότερο ύποπτη. Δε βοηθάς την πραγματικότητα όταν την αντιμετωπίζεις όπως θα ήθελες να είναι. Αποκαλύπτει πόσο τη φοβάσαι. Η πρεμούρα να καταδικάσουμε τους ευαίσθητους ληστές σημαίνει πως μάλλον ανεχόμαστε χειρότερα εγκλήματα γύρω μας επιδεικνύοντας μεγαλύτερη κατανόηση. Το επιχείρημα ότι αυτά δεν κοστίζουν ανθρώπινες ζωές, θα ήθελα πολύ να το συζητήσουμε. Η υποψία σε συνδυασμό με την εμπειρία μας λέει πως μάλλον σε άλλα λάπτοπ κρίνεται το μέλλον. 

Είναι όμως αυτός ο δράστης; Ας περιμένουμε. Αναμφίβολα είναι ένας από αυτούς που εντοπίζει πάντοτε η ελληνική αστυνομία. Βλέπετε δεν είναι εφικτό ακόμη να συλλαμβάνει κομμάτια του εαυτού της.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

100 years ago

Στο Σαν Ντιέγκο, ο Τζακ Γουάιτ, μέλος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου, ο οποίος συνελήφθη το 1912 μαχόμενος υπέρ της ελευθερίας του λόγου και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών στη φυλακή της πόλης, σιτιζόμενος μόνο με ψωμί και νερό, ρωτήθηκε αν είχε να πει κάτι ενώπιον του δικαστηρίου. Ένας στενογράφος κατέγραψε τα λόγια του:

Ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του προς τους ενόρκους με κατηγόρησε ότι κατά τη διάρκεια μίας δημόσιας συγκέντρωσης είπα:«Στο διάβολο τα δικαστήρια. Εμείς γνωρίζουμε ποια είναι η δικαιοσύνη». Αν και ψεύδεται, εντούτοις είπε μια μεγάλη αλήθεια. Αν είχε ψάξει τις πιο κρυφές γωνίες του μυαλού μου, θα είχε ανακαλύψει αυτή τη σκέψη, την οποία δεν έχω ποτέ εξωτερικεύσει μέχρι σήμερα, αλλά το κάνω τώρα. «Στο διάβολο τα δικαστήρια. Εγώ γνωρίζω ποια είναι η δικαιοσύνη», επειδή εγώ έχω καθίσει στην αίθουσά σας τόσες μέρες και είδα ανθρώπους της δικής μου τάξης να περνούν απ’αυτό το εδώλιο που εσείς αποκαλείτε εδώλιο της δικαιοσύνης. Δικαστή Σλόαν, έχω δει εσένα κι άλλους ομοίους σου να στέλνετε ανθρώπους σαν εμένα στη φυλακή, επειδή τόλμησαν να παραβιάσουν το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έχετε πλέον κλείσει τ’ αυτιά και τα μάτια σας στο δικαίωμα του ανθρώπου στη ζωή και την επιδίωξη της ευτυχίας και καταστρατηγείτε αυτό το δικαίωμα προκειμένου να προστατεύσετε το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Κι έπειτα λες σ’εμένα να σεβαστώ το νόμο. Δεν τον σέβομαι. Έχω παραβεί το νόμο και το ίδιο θα κάνω με κάθε δικό σας νόμο και θα συνεχίσουν να με σύρουν ενώπιον σου κι εγώ θα λέω: «Στο διάβολο τα δικαστήριά σας. Εγώ γνωρίζω ποια είναι η δικαιοσύνη».   

(Από την Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών του Howard Zinn).

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Απουσιολόγιο

Το πεζούλι μοιράζει εφημερίδες δωρεάν. Πάρε κόσμε δυστυχία! Προσπέραση. Τέτοια αδιαφορία, πρώτη φορά. Δεν τις προσέχει κανείς. Δεν το φαντάστηκε ο διευθυντής. Γιατί να διαβάσει κανείς πόσο άσχημα περνάει, πόσο πρόωρα γερνάει; Η μόνη αρρώστια που δε θέλουν να τους θεραπεύεις είναι η ελπίδα. Γι’αυτό μισούν τον γιατρό όταν πεθαίνουν κι όχι επειδή δεν τους έκανε καλά. Όσοι τις συντάσσουν, οι τυχεροί του κλάδου, κάνουν ρεπορτάζ με αντικαταθλιπτικά.

Είσαι ολόκληρος μια δικαιολογία. Εφευρέθηκες την κατάλληλη εποχή για να κάνεις υπομονή. Έχεις πεθάνει και το ξέρεις. Ακούς την αντίστροφη μέτρηση, το τέλος, τον εκφασισμό, τον εμφύλιο αλλά το τρίτο πρόγραμμα σε παραμυθιάζει. Τίποτα πιο τρομερό από αυτόν που σου λέει ότι όλα θα πάνε καλά. Οι φωνές πληθαίνουν, η βοή γιγαντώνεται, το αίμα στο Λεκανοπέδιο είναι στο πιάτο σου και δε σε πειράζει, είσαι Μάστερ Σεφ. Ποιον θα απασχολούσε η δολοφονία ενός δημοσιογράφου τέτοιες μέρες; Ούτε τον γλυκό Κουβέλη στο χορό των μπιζελιών, ούτε μία μέρα το πανελλήνιο δε θα συγκλονιζόταν. Έχει δουλειές, έχει δουλειά να βρει δουλειά, φεύγει εξωτερικό, δεν προλαβαίνει, δεν ευκαιρεί. Αναρωτιέσαι πού θα είχε φτάσει η ανεργία, σε τι ύψη θα ‘χε σκαρφαλώσει η βαρβαρότητα, αν δεν υπήρχαν λιμάνια και αεροδρόμια.


Οι δημιουργοί γυμνοί. Ποιος θα κάτσει να ασχοληθεί; Με ποια αφορμή αν δεν ανήκεις στη Χρυσή Αυγή; Όσο αλωνίζουν, οι απόπειρες να υπάρξει πολιτισμός θα αποτυγχάνουν. Παραμένεις μπάσταρδο. Το παιδί που αναγνώρισε ο Πασχάλης είναι ο Ηλίας Κασιδιάρης. Ο μαχαιροβγάλτης θα κυβερνήσει επειδή είναι άφθαρτος. Εσύ απλώς δεν έχεις προϋπηρεσία. Σε αγγίζει κάποιος και εξαφανίζεσαι. Σαν χορευτικό σε ταινία του Δαλιανίδη. Λες να μείνεις σπίτι, να δεις ειδήσεις, μια βόλτα το πολύ με κανένα φίλο πιο άνεργο από σένα, με μια φίλη πιο μίζερη από παραπεταμένο αστό. Και σαν ανάχωμα απέναντι στο τέρας της Μεταπολίτευσης, αφού ο κόσμος προσπαθεί να επιβιώσει από θαύμα, αφού όταν είχε χρόνο δεν κατάλαβε, δε διάβασε, δεν είδε, δεν άκουσε, ακόμα και τώρα του αρέσει να μπερδεύεται, ξεπροβάλει ποιος άλλος, ο Πάνος Καμμένος, ο άνθρωπος που με τη ρητορική του ίσως φρενάρει το 12% που σε κάνει μαύρο στο ξύλο, μήπως φας κι εσύ μία μαχαιριά για να μη φοβάσαι πια.


Έχεις όμως σχέδιο εξόδου από την κρίση. Γίνεσαι τρελός οικειοθελώς, χάνεις φίλους λογικούς, παραμελείς το χιούμορ σου, τρομάζεις τους φιλήσυχους γείτονες, πάντως ψύχραιμος δε μένεις, ξεφτίλας δεν καταλήγεις, θα πρόδιδες τον εαυτό σου, τα νιάτα σου τα αλλήθωρα. Μιλάς εναντίον όλων, όχι από μίσος, ούτε από αγάπη, αλλά από απλό ανθρώπινο ενδιαφέρον. Υπάρχει χρόνος να αναλύσεις. Δε θα κρυφτείς. Σιωπάς σε περίπτωση ανάγκης. Το δικαίωμα στη δολοφονία της έκφρασης ήταν ιερό. Κι αν κάτι φαντάζει πιο ασυγχώρητο από τη βουβαμάρα, είναι η φαντασία σου που σκότωσε το μίσος τους.
 


Βάζεις δάχτυλα στα αφτιά και τραγουδάς. Δεν είσαι στα
heil σου. Δε ρουφάς το χρυσό αβγό σου. Υποτιμούν οι κυβερνώντες τη νοημοσύνη σου αλλά κανείς δεν μπορεί να το κάνει καλύτερα από σένα. Επιβάλλεται να γίνεις άλλος κι ας μη γίνεις ποτέ ο άλλος. Αρκεί να μην παραμείνεις ίδιος, ο αδικαιολόγητος που την κρίσιμη στιγμή μάσησε τα λόγια του. Μέχρι στιγμής κόβεσαι από απουσίες κι έχεις για παρέα μια ολόκληρη χώρα. Φτου σου. Ετοιμάσου. Βγαίνεις.