Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Που ‘ναι ο καιρός

«Ο κόσμος θα δουλέψει πιο σκληρά και θα ζήσει μια πιο ηθική ζωή». Andrew W. Mellon, Υπουργός Οικονομικών των Η.Π.Α μετά το Κραχ του ‘29.

Από τον καιρό που ο Νίτσε αθώωσε τον κόσμο εξαιτίας της απουσίας σκοπού του, ο άνθρωπος αφοσιώθηκε ξεψυχισμένα πάνω από το προσκεφάλι του προκειμένου να του αποδώσει ένα με το ζόρι. Αδύναμος, ανασφαλής και μόνος καθώς παρέμενε μέσα στα πλήθη, δεν βρήκε καλύτερο τρόπο να δραπετεύσει από τις κραυγές της θνητότητάς του και εργάστηκε σκληρά πάνω στην εξίσωση της ζωής: Η λύση στην οποία κατέληξε ήταν η δύναμη, τουτέστιν το Χρήμα. Στο γήπεδο δεν χωρούσαν όλοι φυσικά. Το παιχνίδι έπρεπε να γίνεται σε κλειστό κύκλο. Εξαγοράζοντας όχι τόσο την ευτυχία όσο τη δυστυχία του, όπως έλεγε ένας ήρωας του Χίτσκοκ στο Ψυχώ, με μέσο την εργασία που οι αρχαίοι θεωρούσαν όνειδος, στο κυνήγι του χειροπιαστού θεού μπήκαν και οι απλοί άνθρωποι, τόσο απλοί που θέλησαν κι εκείνοι να καταδυναστεύουν το διπλανό τους. Απολύτως απενοχοποιημένοι από το γεγονός ότι ζούσαν πράγματι μαζί με άλλους, τόσο διαφορετικούς αλλά και τόσο όμοιους, περίεργους στην πλειοψηφία τους τύπους, που άλλοτε τους ονόμαζαν συνανθρώπους, άλλοτε συμπολίτες και άλλοτε, απλούστερα, μαλάκες, δεν ανέπτυξαν θλιβερές αυταπάτες όπως το Εμείς. Στην αρένα μπήκαν απλώς για να επιβιώσουν.

Και οι πιθανότητες ήταν με το μέρος τους. Η ανάπτυξη και η πρόοδος στο χέρι τους. Δουλειές υπήρχαν σχεδόν για όλους και επιπλέον άρχισαν να γίνονται πιο ανθρώπινες-μετά από θυσίες και αγώνες- σε βαθμό που αρκετοί άρχισαν να προβλέπουν με βεβαιότητα ότι στις αρχές περίπου τους 21ου αιώνα ο άνθρωπος θα εργάζεται κανένα τρίωρο όπως είχε ονειρευτεί ο Λαφάργκ και την υπόλοιπη μέρα θα την έβγαζε στο κρεβάτι ή διασκεδάζοντας σε κάποιο ξέφρενο πάρτυ των Καταστασιακών. Έμενε μόνο να το ήθελες. Ένας πια και ο τρόπος να γίνει κανείς ελεύθερος. Να βγάζει λεφτά. Όσοι βάλθηκαν να γίνουν μαγνήτες τους, στην πορεία λησμόνησαν πως υπήρχαν και ένα σωρό άλλοι τρόποι να καταφέρουν το ίδιο πράγμα: Να είσαι ερωτευμένος, να αγαπάς χωρίς αλλά, να ζεις στη φύση και με τη φύση, να δημιουργείς, να γνωρίζεις, να διαθέτεις χιούμορ για κάθε συμφορά, αδιαφορία για κάθε καταστροφή ή τέλος το ακριβώς αντίθετο. Να είσαι ελεύθερος επειδή δεν έχεις τίποτα. Από τρόπους ανελευθερίας βρομούσε ανέκαθεν ο τόπος: Η μιζέρια, ο φόβος, η καταγγελία ως στάση ζωής, η δυσκίνητη δυστυχία, το άγχος της επιτυχίας, η άμυνα απέναντι σε καθετί καινούριο, η βιασύνη να δεσμευτείς υπό την πίεση της κοινωνίας που σε παρατηρούσε με γουρλωμένα μάτια, η ομηρία της επικαιρότητας και τώρα τελευταία των Social media, η ύπουλη ελπίδα. Όταν τα πράγματα ζόριζαν και οι συνήθεις ύποπτοι δυνάστες δεν μοίραζαν λόγω κρίσεων ευτυχία στο λαό, η σκέψη ήταν απλή: Στο ψέμα τους θα χύναμε το αίμα μας. Ένας πόλεμος, παγκόσμιος κατά προτίμηση, έλυνε τα χέρια των δεικτών και η οικονομία άνθιζε ξανά πάνω από τα φέρετρα των νεκρών.

Το σοκ από την κρίση επομένως δεν ήταν μόνο οι φόροι, τα χαράτσια και η cool ανεργία, αλλά το χτύπημα στην ίδια την κουλτούρα της κατανάλωσης. Η απόλαυση για αρκετά χρόνια δεν παρουσιαζόταν απλώς ως μία από τις επιλογές, αλλά υπαγορευόταν ως καθήκον του πολίτη όπως παρατηρεί ο Μπροντιγιάρ, ένας μονόδρομος όπως αυτός που βιώνουμε σήμερα. Η σωτηρία της πατρίδας περνούσε από τις νέες παραλαβές και τα καινούρια προϊόντα, τη νέα μόδα που γινόταν όλο και νεότερη, τα τέλεια προϊόντα που γίνονταν ολοένα και τελειότερα. Όπως οι ευγενείς επιδείκνυαν τους τίτλους ευγενείας τους, οι αστοί επιδείκνυαν τους τίτλους ευτυχίας τους(Μπρυκνέρ). Για να είσαι αποδεκτός, όφειλες να είσαι μέσα σε όλα και να τρελαίνεσαι στην ιδέα ότι κάτι πολύ ασήμαντο χάνεις αφού ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να βρίσκεσαι σε έξι μαγαζιά με διαφορετικά happenings ταυτόχρονα. Μπορεί στον τομέα σου να ήσουν εξειδικευμένος και να μην είχες ιδέα για χιλιάδες άλλα πράγματα, δεν σου επιτρεπόταν ωστόσο να μη ξέρεις τι είναι trendy αυτή την εποχή, τι είναι hot, τι είναι wow, να μην έχεις πάει στη Μύκονο, στην Ίο ή στην Αγία Νάπα. Η κατανάλωση ήταν το μοναδικό σου μέλημα και οι πάντες έσπευδαν να στο υπενθυμίσουν όταν έδειχνες κακόκεφος ή απλώς μπουκωμένος από την υπερβολική διαφήμιση, την σχετική άνεση και τη θολή κουλτούρα.

Η κρίση λοιπόν επέβαλλε εκτός από τη λιτότητα και την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, ένα πραξικόπημα πιο ισχυρό ακόμα και από το πρώτο μνημόνιο. Όσα έκαναν κάποιον πολίτη, ξαφνικά τοποθετήθηκαν πάνω από τις δυνατότητες του, προνόμια συγκυριακά που έπρεπε να ξεχάσει. Τα πιο ενδιαφέροντα από τα δικαιώματά του, χάνονταν σιγά-σιγά μέσα από τις τσέπες του. Όπως μία γυναίκα σε χωρίζει όταν γίνεσαι όσα σου ζήτησε, η προδοσία άφησε μία βαθιά πληγή στην εμπιστοσύνη του πολίτη με το κράτος που ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του πιο φτωχό κι από τον ίδιο. Η αμηχανία που η νέα κατάσταση δημιούργησε ήταν επειδή οι άνθρωποι δεν όφειλαν μόνο να πληρώσουν ακριβά κάθε στιγμή αμεριμνησίας τους αλλά ταυτόχρονα να ξαναγεννηθούν από τα σκουπίδια τους που τώρα τα έψαχναν κάποιοι άλλοι στους κάδους, ήσουν δεν ήσουν celebrity. Η κρίση έφερε μαζί της συν τοις άλλοις μία κρίση ταυτότητας που φαντάζει μέχρι και σήμερα τόσο δύσκολη στη διαχείρισή της όσο και η αμιγώς οικονομική.

Η αλήθεια είναι πως η ισχυρή Ψωροκώσταινα, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80, δηλαδή περίπου από το περίφημο τέλος της ιστορίας και την πτώση του τείχους, βολόδερνε στις αγορές χρεοκοπημένη, ζητώντας δάνεια για να αποπληρώσει προηγούμενα δάνεια. Χωρίς το αντίπαλο δέος του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι άνθρωποι που διέταζαν το χρήμα και με τη διανόηση να κάνει τα στραβά μάτια, έγιναν περισσότερο αχόρταγοι, περισσότερο άπληστοι και εξαιτίας τούτης της ορμής τους, παντοδύναμοι απέναντι σε οκνηρούς κατά κανόνα πολιτικούς. Όλοι και όλα μπορούσαν να γίνουν στοίχημα, ζαριά στο καζίνο, μία ή και μισή πιθανότητα. Καθώς το χρήμα απελευθερωνόταν, οι άνθρωποι υποδουλώνονταν πρόωρα κυνηγώντας το, ώσπου κάποια στιγμή τα πάντα τινάχθηκαν στον αέρα.

Προς το παρόν, ο καπιταλισμός διαμηνύει σε όλους τους τόνους ότι τίποτα δεν τελείωσε παρά την βαθιά ύφεση, διαψεύδοντας τις φήμες περί θανάτου του. Και εγώ παρόλο που τώρα τελευταία ακολουθώ τη συμβουλή του Λειβαδίτη για να κοιμηθώ, όλο και κάποιος καινούριος αναλυτής του Bloomberg εμφανίζεται για να ταράξει τον ύπνο μου ζητώντας μου να τον συμπεριλάβω σε όσους συγχωρώ. Είναι πλέον πιθανό, αν εξακολουθώ να μη θεωρούμαι χρήσιμος, να κάνουν άθελά τους έναν ωραίο και μεγάλο πόλεμο για μένα, ούτως ώστε να μπορέσω περήφανα να χαθώ στο βωμό της ευτυχία τους, ή καλύτερα, της εξαγοράς της δυστυχίας τους. Επίμονη η τελευταία και εξουσιομανής, δε διστάζει στιγμή μπροστά σε χρήσιμους ηλίθιους, μπροστά σε χρήσιμους ελεύθερους που ξέρουν πως ο καιρός που κάναμε τραγούδι τον καημό μας ίσως πλησιάζει.


Υ.Γ. Η Μέρκελ δηλώσε πρόσφατα στο Ράιχσταγκ:«Κανείς δεν θα πρέπει να θεωρεί δεδομένα άλλα πενήντα χρόνια ειρήνης στην Ευρώπη».

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Παπαγαλάκι

Παραμερίζω για λίγο την ενοχλητική νηφαλιότητά μου που φρενάρει τα like σας. Επειδή δεν είμαι πάντοτε ήρεμος, νομίζω ότι μπορώ να βλέπω ακόμα κάτι. Και επειδή ψυλλιάζομαι ότι ο καθένας έχει μία αλήθεια που δεν μπορεί να περιγραφεί ή να ταυτιστεί με τη δική μου, θα γίνω προκλητικός συνειδητά. Όποιον δεν αφορά το κείμενό μου που σε λίγο θα πάρει μορφή καταγγελτικού μέιλ σε blog χαμηλότατου επιπέδου, ας μη το διαβάσει ολόκληρο και ας μη θυμώσει. Σας διαβεβαιώνω, δεν είμαι παπαγαλάκι. Αρνούμαι όμως να γίνω το παπαγαλάκι της άλλης μεριάς.

Τα κείμενα αποτυγχάνουν. Παταγωδώς. Αλλά δύο συνεχόμενα, πάει πολύ. Λίγοι διαβάζουν, αλλά δεν είναι δικαιολογία αυτή για τις λέξεις μου. Ας βρούνε καλύτερη. Γράφω «μυρίζει μπαρούτι», σκοτώνεται άδικα διαδηλωτής. Γράφω «να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από τη βία», εκδιώκεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την στρατιωτική παρέλαση. Και ενώ σε νιώθω, φίλε διαδηλωτή, τι το ήθελες το προδότης; Ηλικιωμένος άνθρωπος είναι σε μία διακοσμητική θέση. Ας τον ήσυχο. Ανάξιος είναι ούτως ή άλλως αφού είναι πρόεδρος μίας έννοιας άγνωστης ακόμα και σε σένα! Αυτός σε πείραξε; Δεν τρώγεται ούτε σώζεται με τίποτα ένας λαός που ο καθένας είναι στην κοσμάρα του, βρίζει και απειλεί. Ο καθένας, πλην ορισμένων λαμπρών εξαιρέσεων, επαναστατεί προς το παρόν για την πάρτη του, όπως ακριβώς ζούσε μέχρι να φτάσουμε εδώ. Επιπλέον όλες οι σπασμωδικές εκδηλώσεις αγανάκτησης είναι βούτυρο στο ψωμί του συστήματος που χρησιμοποιεί την εικόνα για να δημιουργεί περισσότερο φόβο. Το ερώτημα είναι: Μπορούν να συμπέσουν οι εξεγέρσεις μας; Το Εμείς είναι η πλάνη που φοβόμαστε; Τότε ας τελειώνουμε μία ώρα αρχύτερα μαζί του. Πάντως Εμείς αυτό το πράμα δεν το λες! Το χθεσινό όχι είχε γράμματα μικρά. Όλοι γνωρίζουμε ότι θέλει κεφαλαία. ΟΧΙ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας. Ας το σκεφτούμε κι ας το γράψουμε!

Μα εσείς ακόμα να μάθετε να χάνετε! Τίποτα δεν είστε μπροστά στους τραπεζίτες! Τίποτα! Χωνέψτε το! Καταλάβετε ότι ναι μεν οι πολιτικοί σας είναι ανδρείκελα αλλά είναι ακόμα σύμμαχοί σας, έστω και κατώτεροι των περιστάσεων και των προσδοκιών σας! Μέχρι χθες δεν τους αποθεώνατε; Μέχρι χθες δεν ήταν που διόριζαν τα αγέννητα παιδιά σας; Ε σας πληροφορώ ότι έμειναν το ίδιο άχρηστοι και ανεύθυνοι και το ίδιο θα ξανάκαναν εάν μπορούσαν. Το είπε τις προάλλες με παρόμοιο τρόπο ο Βενιζέλος. Αν θέλετε, αλλάξτε τους. Δεν έχουν καμία εξουσία στα χέρια τους καλύτερη από αυτή που καθημερινά βιώνετε και παρακαλάνε για να μην πέσει ακόμα πιο βίαια το βιοτικό σας επίπεδο. Αυτό με ενοχλεί αν με ρωτάτε στην εξουσία τους. Το ότι δεν τη λες εξουσία. Εξουσία ζητώ και ‘γω πάνω στις λέξεις, να τις χτυπάω στο πληκτρολόγιο και να βαράνε προσοχές. Και προσπαθώ για να πετύχω κάτι κάποτε. Η ανάγκη φυσικά ορισμένων γραφιάδων να μη πουν τίποτα συμπίπτει συχνά με την ανάγκη των αναγνωστών να μη χάσουν τίποτα παρά μόνο χρόνο. Ο κόσμος σε γενικές γραμμές διαβάζει για να κλείσει το μυαλό του και όχι για να το ανοίξει. Ειλικρινά λυπάμαι ώρες-ώρες που δεν μπορώ να ανήκω κι εγώ σε ένα βαρετό στρατόπεδο που θα μου υπαγόρευε τη στάση μου. Η κολακεία όμως δεν είναι το φόρτε μου. Στους πολιτικούς μας, τις περισσότερες φορές, αρκούσε που απλά έπαιρναν το ρόλο και μπορούσαν να διαβάζουν τα λόγια ενός κάποιου αρμόδιου ή Υπουργού. Δεν ενημερώθηκαν πως η παράσταση τελείωσε;

Το ξέρω, εκνευρίζεστε όταν λένε οι Πασόκοι: «Δε φτάνει που χρεοκοπήσαμε χαλαρά και σαλονικιώτικα, μας τη λένε κι από πάνω οι υπήκοοι», αλλά ψυχραιμία. Διεκδικείστε δικαιότερη απονομή των βαρών, στοιχειώδη πάταξη της φοροδιαφυγής, στοιχειώδη απονομή δικαιοσύνης, πιο βαθιά το χέρι στην Εκκλησία και στο μαγαζί τους. Τα άλλα κόμματα όμως τι λένε; Με μισεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ, το βλέπω, κάνει μπαμ και ανεργία, αλλά και οι υπόλοιποι πρέπει να με μισούν εξίσου. Και να σας πω την αμαρτία μου, μου φαίνονται πιο τελειωμένοι από τους κυβερνώντες που κάθε φορά που βλέπουν άρματα να παρελαύνουν φτάνουν μέσω ενός εξαίσιου συνειρμικού ελιγμού στη Δημοκρατία. Ξέρουν ότι η Δημοκρατία παγκοσμίως οδεύει προς τα άρματα και τις ερπύστριες των αριθμών. Τι σκατά όμως θέλετε, μου λέτε; Πορτοκαλάδα θέτε; Εκλογές, δραχμή και περισσότερη φτώχεια, δικτατορία; Είπαμε, πλούσιοι, με εθνική κυριαρχία, εργασιακά δικαιώματα και στο ευρώ, ξεχάστε το. Τα όχι έχουν και θυσίες, ξέρετε, και για αυτή την ταμπακιέρα δε λέτε τίποτα. Με κάνετε δηλαδή να σκέφτομαι πως το όχι το φοβάται περισσότερο αυτός που το φωνάζει.

Ξέρω έχουμε χούντα. Ε, όχι κύριοι, δεν έχουμε χούντα μόνο στην Ελλάδα κι ας μας γεμίζουν με χημικά στις διαδηλώσεις! Χούντα έχουμε σε όλο τον κόσμο! Μην αισθάνεστε λοιπόν ξεχωριστοί! Στη Χούντα του ’67 ο λαός εξάλλου έμαθα ότι στην πλειοψηφία του ήταν αρνάκι! Και ένας Παναγούλης που την πολεμούσε σχεδόν μόνος, όταν απέδρασε τον κατέδωσαν συγγενείς του για τριάκοντα αργύρια. Αυτοί ήμασταν. Αυτοί είμαστε; Ένα είναι βέβαιο: Οι καθοδηγητές χρειάζονται καθοδηγητές και οι φύλακες, φύλακες. Αυτό που προσπαθώ να πω τόση ώρα και δεν τα καταφέρνω είναι ότι μαζί σας είμαι αλλά νιώθω πια πως η μισητή Θάτσερ είχε δίκιο. «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα», έλεγε και ο κατακερματισμός της Αριστεράς φαίνεται να την επιβεβαιώνει. Η υποκρισία σας, οι καλοί σας τρόποι, η «αλληλεγγύη» σας, η «ανθρωπιά» σας, ήταν όλα τα προηγούμενα χρόνια ο τρόπος σας να κοιμάστε τα βράδια! Τώρα που τα χρειάζεστε είναι περίπατο στον εθνικό κήπο με υπάρξεις ακόμα πιο μόνες ή ονειρεύονται ένα νέο Γουδή! Κατακάθισε ξαφνικά η ζωή και βγήκαν στην επιφάνεια τα ψέματα που τη γεμίσαμε-για να μη τη ζήσουμε-και η μιζέρια της. Μόνο το μίσος σας μου λέει ότι αξίζει να προσπαθώ να σας χωρίσω μήπως κάποτε στ’αλήθεια «σμίξουμε τον κόσμο».

Σε αυτή την περιπέτεια θα είμαστε μαζί μόνο όταν όλοι μας και ο καθένας ξεχωριστά αποδεχτεί τούτο το μαζί. Αν δεν είμαστε θα είναι επειδή δε θελήσαμε να είμαστε, οπότε καληνύχτα και καλή τύχη όπως επαναλάμβανε και η Θάτσερ Στάη αντιγράφοντας το Μάροου, ένα παπαγαλάκι μιας άλλης εποχής. Ας υποταχθούμε στους νόμους της ιστορίας και ας σφαχτούμε! Ας γίνουμε οι θύτες της θυσίας μας! Κατανοώ την οργή σας που λέει και ο Παπανδρέου, κατανοώ ότι κουβαλάτε όλοι σας ένα σακί σαν αυτά που περιγράφει η Καρυστιάνη. Τα βάσανά σας. Αλλά εσείς τα παίρνετε και τα χτυπάτε σε όποιο κεφάλι βρείτε! Αν όλο αυτό δεν ήταν αδιέξοδο, θα ήμουν μαζί σας. Η εξουσία όμως, την αδικία της οποίας μιμείστε, λείπει ταξίδι για δουλειές και θα αργήσει να επιστρέψει. Μην κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε. Τη Χούντα σε όλα τα κανάλια τη λένε πια με το όνομά της. Όχι με το επίσημο, το καλλιτεχνικό της: Α-γο-ρές! Εξάλλου, αν ψάχνετε για αυτοκαταστροφές, έχω να σας προτείνω καλύτερες. Τι θα λέγατε για μία συντονισμένη, μαζική και επίμονη τσουβαλοδρομία;


Υ.Γ: Η τσουβαλοδρομία θα μοιράσει στους νικητές λιτά δώρα και χρηματικά έπαθλα σε δραχμές ενώ εκτός από επίμονη θα είναι και επίπονη. Αν αποφασίσετε τελικά να μην πείτε όχι και συνειδητοποιήσετε ότι απλά σας αρέσει να λέτε διαφορετικά το ίδιο ναι, ένα δημοσκοπικό «μάλλον ναι», σωπάστε ή φωνάξτε για τους σωστούς λόγους. Πάντως μην ξαναενοχλήσετε μέχρι την επόμενη παρέλαση τα παιδιά με τα ξυρισμένα κεφάλια γιατί τα φυλλάδια που μοιράζουν δε φτάνουν για όλους. Στραφείτε για περισσότερες πληροφορίες προς την Ευρώπη όπου ο φασισμός επέστρεψε και δεν αντιμετωπίζεται πλέον σαν μία άσχημη και ξοφλημένη ιδέα.

Ποιος φοβάται τη Δημοκρατία;

«Δεν μπορούμε να αφήσουμε τις τράπεζες να μας σέρνουν από τη μύτη». Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (24-10-2011).

Παρένθεση για τη χθεσινή μέρα: Ο Πλούταρχος αναλύει τις συμφορές του δανεισμού σε βιβλίο που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι εκδόσεις «Νεφέλη». Το κείμενο είναι οξυδερκές και διεισδυτικό. Εξετάζει τα δεδομένα από ανθρώπινη σκοπιά και τα επιχειρήματά του είναι αψεγάδιαστα. Ωστόσο, σε συνθήκες παγκόσμιας αγοράς, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Μια τεράστια ποσότητα κεφαλαίων που ξεπερνούν έως και είκοσι φορές το παγκόσμιο Α.Ε.Π λιμνάζουν τούτη την ώρα διότι περιμένουν κάποιον να τα δανειστεί, μας λέει ο Δημήτρης Καζάκης και τουλάχιστον σε αυτό δεν φαίνεται να υπάρχει αντίλογος. Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη στην ύφεση με αποτέλεσμα το χρήμα που δεν βρίσκει διέξοδο να ενισχύει την αβεβαιότητα. Το ντοκιμαντέρ Money as Debt είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό. Συν τοις άλλοις οι τράπεζες σε εξωθούσαν να πάρεις δάνειο πριν σκάσει η φούσκα των ακινήτων στην Αμερική. Ο Αυστραλός αναλυτής στο σκετς είναι σαφής:«Δεν πρέπει να αγοράζεις όσα μπορείς. Χρειάζεται να μπορείς να πληρώνεις τον τόκο των χρημάτων που θα δανειστείς προκειμένου να τα αγοράσεις». Φταις εσύ που δανείστηκες μέσα στην περίοδο της αέναης ευφορίας, λένε. Δεν περνάει κρίση ο καπιταλισμός, περνάει ο άνθρωπος, επιμένουν. Μα αυτός περνούσε πάντα ρε παιδιά. Τραγουδώντας «Κομμένα πια τα δανεικά» ο οικονομικός αναλυτής πίστας, Αντώνης Ρέμος, επιτείνει τη σύγχυση. Διότι, Αντώνη μου, κανείς δεν θέλει να είσαι αυτάρκης. Και οι πιο υποψιασμένοι νιώθουν ότι δεν σου επιτρέπεται και να είσαι. Σίγουρα ο Πλούταρχος δεν θα ήταν ένας από τους αρθρογράφους του καθεστώτος που μας μαλώνουν τακτικά τα δύο τελευταία χρόνια. Το λέει άλλωστε ξεκάθαρα ο μεγάλος ιστορικός: εργαλείο του κατακτητή είναι ο δανεισμός. Επομένως ας μη μπερδευόμαστε. «Το ένα είναι το πολύ» έλεγε κι ο Ηράκλειτος αλλά αποκλείεται να είχε στο νου του τον ένα εργαζόμενο του πρωθυπουργού.


Παρένθεση για τα προηγούμενα χρόνια: Ο Άνταμ Σμιθ όταν συνέλαβε τον καπιταλισμό και το αόρατο χέρι του είχε λάβει τις ανθρώπινες ατέλειες υπόψη του και τις αποζητούσε:«Δεν περιμένουμε από την καλοσύνη του χασάπη, του ζυθοπώλη και του φούρναρη το γεύμα μας αλλά από τη μέριμνά τους για το συμφέρον τους. Δεν απευθυνόμαστε ποτέ στην ανθρωπιά τους αλλά στον εγωισμό τους. Και δεν τους μιλάμε ποτέ για τις ανάγκες μας αλλά για το κέρδος τους». Ποιος σας μίλησε λοιπόν για ανθρωπιά; Γιατί κατηγορείτε τους συνανθρώπους σας που την έχασαν; Δεν τους ζητήθηκε ποτέ να αναπτύξουν τα προτερήματά τους. Τα τελευταία ήταν τις περισσότερες φορές εμπόδιο στην επιτυχία τους. Αν υπήρχε μέτρο και η απληστία απουσίαζε, ο καπιταλισμός θα είχε καταρρεύσει προ πολλού. Και παρόλο που ως Έλληνες παίξαμε το παιχνίδι εξαιρετικά εγωιστικά, αποτύχαμε γιατί ήμασταν αφελείς, λίγο έως καθόλου επινοητικοί και κλειστήκαμε στην άμυνα. Εάν το πολιτικό σύστημα λογοδοτήσει κάποτε θα είναι γιατί πάσχιζε να αποκτήσει κοινή εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και αμέλησε να αποκτήσει οιαδήποτε έναντι των αγορών. Παράγγελνε απέξω ενώ είχε ακόμα δυνατότητες να φτιάξει κάτι να φάει ρίχνοντας μια ματιά στο ψυγείο. Η ανελέητη αυτοκριτική, ωστόσο, όταν οι Αμερικανοί που μας δίδαξαν το σύστημα είναι πιο χρεοκοπημένοι, δεν ωφελεί. Χάσαμε σε ένα παιχνίδι κι αν κάτι θα έπρεπε να μας δημιουργεί ερωτήματα για τις προθέσεις της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» είναι ο αποκλεισμός μας από τις χρηματαγορές-παιδικές χαρές και όχι η αναμφίβολη αποτυχία των ανεύθυνων κι, ως εκ τούτου, επικίνδυνων ηγεσιών μας.

Παρένθεση για την επόμενη μέρα: Η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Θα το έχετε ακούσει. Και ίσως οδηγούμαστε εκεί αναπόφευκτα. Αναρωτιέμαι ωστόσο. Εφόσον είναι ορισμένοι υπέρ της βίας και κατά της αστικής δημοκρατίας, τα προνόμια της οποίας απολάμβαναν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό μέχρι πρότινος, θα έπρεπε να καταλαβαίνουν ότι η βία αυτή μπορεί να στραφεί εναντίον τους. Δε γίνεται να πιστεύεις στη βία και να μη πιστεύεις στη βία που ίσως βιώσεις στο πετσί σου μέσα σε μία αιματηρή μάχη. Δεν μπορώ λοιπόν να βρω το λόγο που αυτοί οι ορισμένοι δεν αυτοπυρπολούνται! Έστω ένας, δύο από δαύτους. Να ασκήσουν δηλαδή τη βία που προτείνουν εναντίον του εαυτού τους. Θα έδιναν έτσι το έναυσμα για τις πρώτες σφαγές, θα έπειθαν για το δίκιο του αγώνα τους, θα έπεφταν οι προδότες, θα γίνονταν και ήρωες. Πολλά τα πλεονεκτήματα. Κάτι μου λέει ότι δε θα το αποτολμούσαν. Αγαπούν τον εαυτούλη τους όπως κι εγώ. Δεν τους μέμφομαι. Αλλά ίσως ήρθε η ώρα να καταλάβουν ότι η επιείκεια ακόμα και με τους δυνάστες σου δεν είναι ηττοπάθεια. Είναι απλή απροθυμία να χαρίσουμε κι άλλους ανθρώπους στην ανόητη εξουσία τους. Είναι επιθυμία που πηγάζει από τη γνώση της ιστορίας και των επαναστάσεων που αφάνισαν αθώους στο όνομα μίας δικαιοσύνης και μίας ισότητας που δεν ήρθε ποτέ. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει τρίτος δρόμος. Ειρηνικός, μαζικός, επίμονος, με φαντασία, με πάθος, με χιούμορ και προπάντων ευρωπαϊκός και διαδικτυακός. Μας περισσεύει το μίσος και μας λείπει το κέφι ενώ δεν θα έπρεπε. Υπάρχουν περιθώρια τουλάχιστον ακόμη. Ο τέταρτος δρόμος, εάν συνοδευτεί με την επιστροφή στα χωριά και όχι με μαζική φυγή στο εξωτερικό, διόλου δε με ενοχλεί. Καλύτερα χρήσιμος σε μία χειρωνακτική εργασία παρά άχρηστος δημοσιογράφος που προβαίνει σε μάταιες αποκαλύψεις για άπονες εξουσίες οι οποίες πάντοτε θα υπάρχουν παρά τη θέλησή μου. Καλύτερα με χέρια βρόμικα παρά με χέρια μες στο αίμα. Καλύτερα νεκρός παρά πουτ…. γιος για να το πω γηπεδικά και να το πιάσουν και τα παλικάρια. Άλλωστε αυτοί που θα αποφασίσουν να αυτοπυρποληθούν θα είναι τελικώς άλλοι κι όχι οι εισηγητές του μίσους και της έντασης που έχουν ακόμα να χάσουν πολλά. Ήδη οι αυτοκτονίες είναι σε ημερήσια διάταξη. Έγινε λάθος στους νεκρούς και ζητούν τους σωστούς; Μας λείπει βία και ζητάμε περισσότερη δράση; Από την έναρξη της κρίσης προσωπικά δεν έχω πλήξει λεπτό και ίσως αυτή είναι η μία και μοναδική επιτυχία του προγράμματος του Δ.Ν.Τ και της Ε.Ε. Μας έχει καθηλώσει ενώ θα έπρεπε να εξετάζουμε εναλλακτικές.

Η τέταρτη παρένθεση είναι αντίθετη με το πνεύμα των καιρών. Κάθε πολίτης όλο αυτό το διάστημα μετρίαζε τις δημοκρατικές ευαισθησίες που είχε διασώσει ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Εν γνώσει του πρόδιδε τις ιδέες του και έβαζε πλάτη. Μόλις τη Δευτέρα του ξύπνησε το παρελθόν μία δήλωση του Υπουργού Πολιτισμού της χώρας: «Ακούω πολύ συχνά ότι οι εκλογές θα μας κοστίσουν πολύ. Να μας κοστίσουν. Δεν πειράζει. Φτάνει το αποτέλεσμα το οποίο θες να φέρεις να είναι αυτό το οποίο είναι ουσιαστικό για τον τόπο. Ο φόβος μου πάντα είναι ότι τέτοιου είδους εργαλεία, αν δεν τα έχει χρησιμοποιήσει κανείς σωστά, αντί να προσθέτουν στον διάλογο ουσιαστικά τον κωδικοποιούν προς λάθος κατεύθυνση». Η λαϊκή βούληση αποτελεί ένα εργαλείο για τον κύριο Γερουλάνο. Είναι κάτι σαν τη δημοσκόπηση. Μία τράπουλα που πριν τη βάλει στο τραπέζι οφείλει σαν γνήσιος και υπεύθυνος σωτήρας να τη σημαδέψει. Ένας δονητής που αν μάθει η ενδιαφερόμενη λαϊκή κυριαρχία να τον χρησιμοποιεί σωστά, δεν θα έχει ανάγκη την πασοκική στύση. Ο υπουργός δεν μπαίνει καν στη διαδικασία των παλιών καλών λαοπλάνων να πει ψέματα. Φοβάται μια δημοκρατία που δε θα τον βολέψει στην κορυφή της γιατί ενδέχεται να αποδειχτεί κακή τόσο για τα συμφέροντά μας όσο και για τα συμφέροντά του. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης σημείωνε κάποτε πως η Δημοκρατία προϋποθέτει όμως αυτό ακριβώς το δικαίωμα του λαού: να σφάλει και μάλιστα να σφάλει βαριά. Από πότε λοιπόν εκχώρησε στους δανειστές ο Υπουργός και το δικαίωμά μας σε αυτό που εκείνος ορίζει ως αυτοκαταστροφή μας; Πόσο απέραντα νυχτωμένη και εμποτισμένη από τον κυρίαρχο ευρωπαϊκό οικονομικό φασισμό είναι η ρητορική του; Όσο φαντάζομαι και της κυρίας Έλενας Παναρίτη που εν τη ρύμη του λόγου της αναφώνησε σε τηλεοπτική εκπομπή: «Δυστυχώς δεν έχουμε δικτατορία». Μετά και από αυτό, έπαψα πια να εντοπίζω το πρόβλημα σημαντικής μερίδας των κυβερνώντων στην έλλειψη συναίσθησης πράξεων και λόγων. Η αλαζονεία της εξουσίας έχει εξαφανίσει κάθε υπόνοια μίας ενεργούς συνείδησης, γεγονός που τους επιτρέπει να υπηρετούν τη δικτατορία που δυστυχώς έχουμε, «να ενεργούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι να αποδεχθούν ότι οι δημοκρατικοί μηχανισμοί δεν είναι αληθινά σημαντικοί» όπως παρατηρεί ο Ζίζεκ και να μας αλλάζουν την αντίληψη που έχουμε για την εθνική κυριαρχία όπως τους εμψυχώνει ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ κ.Τρισέ. Εντούτοις, θα ήταν άδικο να μην προσθέσουμε πως ούτε για την αντιπολίτευση και το δημοσιογραφικό κατεστημένο φαίνεται να υπάρχει Ελλάδα αφού πάνω απ’όλα παραμένει το κόμμα και το κανάλι ή η εφημερίδα, οι προσωπικές φιλοδοξίες και τα συμφέροντα, με δυο λόγια η επιβίωση στα καταφύγια της ύφεσης όσο το δυνατόν περισσότερων βαμπίρ που μας έφεραν εδώ και που ανασυντάσσονται για να βγουν πιο αιμοβόρα στην επιφάνεια όταν λήξει ο συναγερμός. Για την αφεντιά τους η έξοδος της χώρας από την κρίση θα ήταν παιχνιδάκι καθότι είναι ικανότατοι στο να ακούν μόνο τον εαυτό τους και αυτομάτως θα καθιστούσαν λιγότερο πολύπλοκη κάθε διαπραγμάτευση. Εφτάψυχα τα λαμόγια, επιστρατεύουν μάλιστα όλο και πιο συχνά πιασάρικες πατριωτικές κορώνες που γίνονται εντονότερες όταν συμπίπτουν με τις εθνικές εορτές. Το μαγαζί, δω πέρα, τους ανήκει και οι επιτηρητές απειλούν να στερήσουν και από εκείνους υπηκόους, θέτοντας σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία των μαντριών τους. Βλέπετε, οι ψηφοφόροι είναι ακόμα του χεριού τους.

Είναι μακριά άραγε η στιγμή που όλοι οι Έλληνες θα καταλάβουν ότι ο μόνος αληθινός δημοκράτης που ζήτησε τη ψήφο τους όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο Βασίλης Λεβέντης; Το κούρεμα έκλεισε και θα γίνει κατά πάσα πιθανότητα. Ποτέ δεν ξέρεις με την Ευρώπη τι σου ξημερώνει. Με τις υγείες μας λοιπόν. Και μη σπεύσετε να επιλέξετε μήτε ανάμεσα σε σωτήρες μήτε ανάμεσα σε προδότες. Έχουμε χρέος, χρέος ανθρώπινο που για όποιον το κουβαλάει δε διαγράφεται μονομερώς, κάτι καλύτερο από το σύνθημα «βία για όλους» να σκεφτούμε και να εφαρμόσουμε, αφού ο Θεός της Ελλάδας, που με τόσες αρμοδιότητες φορτώσαμε όλα αυτά τα χρόνια, δε σκοπεύει να κάνει άλλη εμφάνιση-αστραπή μετά τη χθεσινή και λιγόστεψαν και απότομα όσοι ήθελαν να τους κάνουμε για μία μόνο μέρα πρωθυπουργούς.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Ο χαμένος τα σαρώνει όλα

1. Οι «Πρωταγωνιστές» μιλούν για την εγκληματικότητα και την αποσυνδέουν από την κρίση. Την ίδια μέρα στο σαλόνι της η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία παρουσιάζει έκθεση του Ο.Η.Ε που αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Η μείωση του Α.Ε.Π αυξάνει τους φόνους. Στις Η.Π.Α η ανεργία έχει σκαρφαλώσει σε επίπεδα ρεκόρ και στη Μεγάλη Βρετανία η φτώχεια είναι στα επίπεδα του 1974. Οι δυο χώρες υποτίθεται δεν βρίσκονται ανάμεσα σε αυτές που βιώνουν έντονα την επίθεση του καπιταλισμού στους λάτρεις του. Οι λαοί αρχίζουν να σαλεύουν και με έναν καφέ ή ένα σεισμό ίσως ξυπνήσουν.

2. Η ανεργία αυξάνει τις αυτοκτονίες λέει ρεπορτάζ της Ν.Ε.Τ. Την ίδια ώρα όμως μας καθησυχάζει: μειώνει τα τροχαία! Αυτοκτονούν δηλαδή όσοι θα σκοτώνονταν στο δρόμο. Μικρό το κακό. Με την ίδια λογική οι πειρατές των σκουπιδιών δεν πεινάνε. Απλώς γουστάρουν το μενού. Εξού και οι καθημερινές εγχειρήσεις ανοιχτών κάδων.

3. Ο σπουδαίος Παντελής Μπουκάλας επιστρέφει στην Καθημερινή και το πρώτο σχόλιο που παίρνει το κείμενό του είναι του κυρίου Γιάννη. Ουστ από εδώ του λέει κηφήνα ο πρώτος αναγνώστης. Ας έβγαινε συχνότερα στο γυαλί.

4. Παλιό αλλά επίκαιρο: Ο Κώστας Τσιρώνης γίνεται ήρωας μετά την απόλυσή του. Λίγες μέρες αργότερα ακολουθώντας την πορεία δέχεται απειλές. Σήκω φύγε αλήτη, ρουφιάνε, δημοσιογράφε γιατί θα σου σπάσουμε την κάμερα. Οι ίδιοι μετά από λίγο φωνάζουν ευχαριστημένοι:«Εμείς θα τον προσλάβουμε τον Κώστα τον Τσιρώνη, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι».

5. Από το μην πετάτε τα σκουπίδια περάσαμε στο μην τα μαζεύετε. Οι συνδικαλιστές άργησαν αλλά άγγιξαν επιτέλους με την υπεύθυνη στάση τους την ίδια την ουσία, την ίδια τη φιλοσοφία της εξουσίας: τα σκουπίδια πρέπει να παραμένουν στο έδαφος επειδή είναι τεμπέλικα. Ο Julien Green είχε πει κάποτε ότι: «Η μεγαλύτερη ίσως παρηγοριά των καταπιεζόμενων είναι ότι πιστεύουν πως είναι ανώτεροι από τους δυνάστες τους», περιγράφοντας το πιο εφιαλτικό σενάριο.



Όπως ίσως παρατηρήσατε, ο βιασμός της πραγματικότητας, της αξίας και της ποιότητας συνεχίζεται. Ηθελημένα ή μη, τυχαία ή όχι, από ιδιοτέλεια ή από απλή αστοχία. Σε ένα ατελείωτο όργιο κανιβαλικού αναβρασμού, συνεχίζουμε να κρίνουμε βιαστικά, να παρεξηγούμε, να τρώμε τις σάρκες μας, να κατεβάζουμε το χειμωνιάτικο μίσος από τη ντουλάπα. «Οι λέξεις έχασαν το νόημά τους». Δεν μας το σφυρίζουν αυτή τη φορά οι ποιητές αλλά ο Λοβέρδος, η Διαμαντοπούλου και ο Ραγκούσης. Το κείμενό τους, η ύστατη προσπάθεια του πολιτικού συστήματος να μην αναλάβει τις ευθύνες του, εκφράζει την ανάγκη τους που πρέπει πάση θυσία να αλλάξει την πραγματικότητα αφού το ΠΑ.ΣΟ.Κ ως γνωστόν είναι κίνημα αλλαγής της: Λαέ μην είσαι πεισματάρης και καθυστερείς άσκοπα τη δική σου. Η θέληση, η ειλικρίνεια και η φαντασία που θα χρειαζόταν η περιγραφή μιας ελάχιστης κοινής αλήθειας δεν διδάσκεται σε σεμινάρια συγγραφικής τέχνης ούτε είναι προτεραιότητα των τριών παρατηρητών μας, δελφίνων μίας κυβέρνησης που αν υπήρχε, θα τη σχολιάζαμε με μεγαλύτερη προθυμία.

Ο Ρούζβελτ κάποτε είπε στους απεργούς:«Συμφωνώ μαζί σας, θέλω να το κάνω, αναγκάστε με να το κάνω», εννοώντας την προώθηση ενός φιλολαϊκού νομοσχεδίου. Το κλείσιμο του ματιού όμως στις μέρες μας δεν έρχεται. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η χώρα είναι δεδομένοι και πιθανότατα ανεξέλεγκτοι. Ο λαός θα μπορούσε επομένως να είναι σύμμαχος και όχι ένας εχθρός που «δεν κατανοεί τις δυσκολίες» τώρα που οι Οίκοι απειλούν να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα με την Ευρωζώνη. Η σιωπή και η προτεινόμενη άγνοια είναι επιθυμία των αγορών, δεν είναι λύσεις στο έλλειμμα ηγεσίας της Ευρώπης ούτε στο δημοσιονομικό μας πρόβλημα. Οι πολιτικοί μας, αποκρύπτοντας τις πραγματικές ερωτήσεις και δίνοντας τις πιο light απαντήσεις, επιβεβαιώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι πρέπει να τους αφήσουμε ήσυχους αφού δεν κυβερνούν εκείνοι. Η κρυψίνοιά τους, εάν δεν είναι ζήτημα ουσιαστικής και όχι απλώς πολιτικής επιβίωσης, εύλογα φαντάζει ύποπτη και δουλοπρεπής. «Μάθετε λιγότερα» είναι όλο αυτό το διάστημα το μήνυμα του πρωθυπουργού. Μη βάζετε τα χέρια σας στην πρίζα της ενημέρωσης, μην αποπροσανατολίζεστε από κανένα άρθρο. Εάν υποψιάζεστε πολυπλοκότητα, είστε απλά Πασόκοι και μπράβο σας. Οι λεπτομερείς λόγοι του Ανδρουλάκη και του Βαρουφάκη, φωνές που προειδοποιούν, δεν είναι για όλους. Η Ελλάδα στο σκοτάδι και στην άγνοια είναι πιο ελκυστική για τους ξένους επενδυτές.

Παράλληλα, η αυτοκριτική που προτείνεται στον ελληνικό λαό δεν είναι εκείνη που χρειάζεται και το ξέρει. Καμία αφήγηση δεν θα τον έκανε να νιώσει πιο όμορφα με την εξαθλίωσή του. Πρώτη φορά μάλιστα η ιστορία συμπεριλαμβάνει στα σχέδια της τους 20άρηδες και τους 30άρηδες της χώρας. Τόσα χρόνια αισθανόντουσαν ανίκητοι διαβάζοντας ή αδιαφορώντας για τα αμέτρητα θύματά της, ακονίζοντας νύχια και φιλοδοξίες που καλούνται πλέον να χρησιμοποιήσουν μακριά από μία πατρίδα που τους καταθλίβει. Η απόγνωση, η ελπίδα και η καταστροφή δεν απέχουν πολύ για τους υπόλοιπους και δυστυχώς παίζουν την ίδια ώρα με τα τούρκικα σίριαλ αυξάνοντας την αμηχανία. Θα μπορούσαμε ωστόσο να περνάμε δημιουργικότερα την ώρα μας: Τοκίζοντας ενδοιασμούς, ποτίζοντας σιωπές, καταστρέφοντας φοβίες και επικοινωνώντας με τον άγνωστο της διπλανής πόρτας που εντελώς απροσδόκητα αποδεικνύεται άνθρωπος. Το παιχνίδι μπορεί ακόμα να γυρίσει. «Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί, στο τέλος τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν» ενθαρρύνει ο αισιόδοξος Καρούζος.

Η ζωή δε χαρίζεται χωρίς να ανατραπεί. Το ξέρουμε γιατί το τραγουδήσαμε. Άγνοια στίχου δε συγχωρείται. «Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Ελύτης όμως ήταν αυτός. Εμείς φοβόμαστε γενικώς και αορίστως. Στα κείμενά μας ακόμη ποζάρουμε για να βρούμε τη γωνία που θα κολακεύσει τα λάθη μας και θα μας απαλλάξει. Έχουμε πεισθεί ότι οι κατηγορίες εις βάρος μας ευσταθούν. Τόση αυτοκαταστροφική αφέλεια, τόση αυτοκαταστροφική επαναστατικότητα που επιθυμεί κι άλλο δίκιο ξεχνώντας ότι το έχει ήδη με το μέρος της, μυρίζει μπαρούτι. Η Αγγελάκη-Ρουκ θα ήθελε να χρωστάμε τη σοφία της εξέγερσής μας ή την ήττα μας στο φόβο που μας ανάγκασε να αναστοχαστούμε. Σε διαφορετική περίπτωση το «Μαζί μπορούμε» θα παραμείνει μαζί με το «Λεφτά υπάρχουν» σε λίστα αποτυχημένων προεκλογικών συνθημάτων και αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να αναλάβουμε την ευθύνη μόνο για τον Τιτανικό αλλά και για το παγόβουνο, την απουσία δηλαδή κάθε έμπρακτης και λυτρωτικής αλληλεγγύης.

Ευαίσθητοι αλλήθωροι

Ο Λυκούργος Κομίνης στην «Κρίση του Τύπου», βιβλίο γραμμένο το 1985, αφηγείται μία διδακτική ιστορία σχετικά με την αξιοπιστία του: Κάποια στιγμή η εφημερίδα όπου εργαζόταν ως μαθητευόμενος συντάκτης έβαλε μία είδηση που υποτίθεται ότι ερχόταν από την μακρινή και πρωτοπόρο Αμερική:«Ο βασιλικός πολτός θεραπεύει τον καρκίνο». Την επομένη, όμως, ο αρχισυντάκτης του τοποθέτησε την αγγελία ενός παραγωγού μελιού που δήθεν έφτιαχνε βασιλικό πολτό στις πρώτες σελίδες μαζί με 12.000 δραχμές στο λογαριασμό του, γράφοντας μία χρυσή σελίδα στην ιστορία της δεοντολογίας.

Οι οίκοι αξιολόγησης όχι μόνο αντέγραψαν αλλά κατάφεραν να ξεπεράσουν την επιτυχία του συγκεκριμένου μοντέλου, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά το ρόλο του Τύπου των αγορών. Οι εφημερίδες δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως την κοσμογονική μετατόπιση εξουσίας που συνέβη. Το μαγαζί που άνοιξε απέναντι κέρδισε μεγάλο κομμάτι της πελατείας και της επιρροής τους: Οι πρώτοι ξεκινούν να αξιολογούν οικονομίες, οι δεύτερες κουτσά- στραβά πληροφορίες. Οι πρώτοι ζητούν λεφτά για ευνοϊκή μεταχείριση (είναι γνωστή η υπόθεση της Hannover Re), οι δεύτερες εκβιάζουν για ένα καλό δημοσίευμα και μία διαφήμιση. Οι πρώτοι δημιουργούν έναν φτωχό, οι δεύτερες έναν ηλίθιο. Και οι δύο ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις αλλά ο Τύπος μένει πλέον δεύτερος και καταϊδρωμένος.

Στην ελληνική τηλεόραση το ρόλο των Οίκων κατείχαν και εξακολουθούν να κατέχουν οι πάλαι ποτέ γκουρού-σχολιαστές. Μέχρι σήμερα ανακοινώνουν απτόητοι διαθέσεις και υποθέσεις σε παράθυρα που ακόμα δεν έχουν πέσει να τους πλακώσουν. Ενδεχομένως η κρίση να άγγιξε την τσέπη τους, δεν άλλαξε ωστόσο το ύφος τους. Η αποτυχία της χώρας δεν συμπεριλαμβάνει τη δική τους. Παρόλο που απέτυχαν να προειδοποιήσουν την κοινωνία για αυτό που έρχεται, αποδεικνύονται μετρ στο να της παραδίδουν μαθήματα δωρεάν, κατόπιν εορτής. Χωρίς να συσπάται το πρόσωπό τους, τα λόγια τους περιγράφουν μια επιδημία συναισθημάτων. Ακόμη πιστεύουν, έχουν την αίσθηση, νομίζουν, πάντως δεν γνωρίζουν ούτε και θέλουν να γνωρίζουν επειδή στη συνέχεια ίσως θα ήταν υποχρεωμένοι και να μας πουν. Απαντούν με αυτόν τον τρόπο ετεροχρονισμένα στην αγαπημένη ερώτηση των πιο ανάλαφρων συναδέλφων τους που ζητούσαν απεγνωσμένα να μάθουν τόσα χρόνια:«Πώς αισθάνεστε;». Εφόσον τα μεσημεριανά δεν πήραν καμία πειστική ή ικανοποιητική απάντηση, με αυταπάρνηση ανέλαβαν να την απαντήσουν οι ίδιοι.

Ο Jean- Noel Jeanneney μας θυμίζει ότι στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι ομολογίες πίστεως των δημοσιογράφων της εποχής χαρακτηρίζονται από το φόβο και την αγωνία όχι μήπως ξεγελάσουν τον λαό, αλλά μήπως του πουν πολλά. Η αγωνία αυτή σήμερα διαχέεται μέσω μονόπλευρων και πρόχειρων άρθρων που αποφεύγουν να κοιτάξουν το δάσος. Εκείνοι που τα γράφουν έχουν δίκιο σε όλα όσα γράφουν και όσα λένε, και άδικο σε όλα όσα δεν γράφουν και δε λένε. Η άγνοια που επικαλούνται ξαφνικά δεν είναι η σωκρατική αλλά της οκνηρίας, του «έχω λύσει το πρόβλημά μου», της επιτυχίας. Θα μπορούσαν να έχουν ενημερώσει τον κόσμο εάν έκλειναν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές και άνοιγαν τα βιβλία ή έστω και καθυστερημένα τις οικονομικές σελίδες που τις γράφουν κάτι άλλοι, λιγότερο γνωστοί συνάδελφοί τους. Επειδή όμως πλησιάζει ο καιρός που θα πάψουν εμμέσως να στηρίζουν, επιλέγουν τον πιο ξέγνοιαστο τρόπο για να τιμήσουν το λειτούργημά τους. Και οι αλήθειες σκονίζονται σε βιβλιοθήκες.

Οι ειδήσεις εξάλλου σπάνια προσφέρονταν όλα αυτά τα χρόνια της αμεριμνησίας για ανεξάρτητες αναλύσεις. Όσοι έμπαιναν στον κόπο, είχαν συχνότερα από πίσω συμφέροντα παρά νοικοκυριά που βρίσκονταν στο κόκκινο. Τώρα οι σύμμαχοι που βρίσκει ο λαός είναι στην καλύτερη περίπτωση λαϊκιστές που προτείνουν τα δικά τους φιλολαϊκά μέτρα για την αύξηση της ανεργίας. Δύο πόλοι ανταγωνίζονται, οι μισοί κοιτούν τους έξω, οι άλλοι μισοί σιχαίνονται τους μέσα, ή προδότες οι πολιτικοί ή σωστοί επαγγελματίες οι τροικανοί, ένα από τα δύο. Το δίλημμα συνοψίζει εξάλλου το όλο κλίμα: Ή εγώ ή εσύ.

Οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ανθρώπων είναι ανάλογες με το είδος του ανθρώπου που θέλει να κατασκευάσει κανείς, γράφει ο Ράουτερ στην «Κατασκευή Υπηκόων». Βλέποντας ωστόσο την εκπομπή του Βαξεβάνη για τον Μάκαρο, άρχισα να δίνω ξανά ελαφρυντικά σε κάτι παιδιά που τα λέγανε αλήτες στις πορείες. Κάτι είπαν, κάτι ψέλλισαν, κάτι έγραφαν όλα αυτά τα χρόνια. Αλλού σκάλωνε συνήθως το πράγμα. Ελάχιστοι αλλά επίμονοι και ευαίσθητοι ευτυχώς οι αλλήθωροι, αυτοί που κοιτούν σε πολλές πλευρές και πολεμούν για κάθε λέξη, κατόρθωσαν να δώσουν άλλοθι σε έναν Τύπο που εάν δεν υπήρχε, δεν θα έπρεπε να τον ανακαλύψουμε σύμφωνα με τον αφορισμό του Μπαλζάκ.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Επιείκεια ή βαρβαρότητα

Κουράζομαι πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου. Μπρεχτ.

28-8-2011: Ο κανονισμός είναι καινούριος. Ο Γιουσέιν Μπολτ ακυρώνεται στον τελικό των 100 μέτρων επειδή έφυγε νωρίς. Μια κι έξω. Ο πλανήτης σοκάρεται αλλά δεν γνωρίζει γιατί. Έχει ξεχάσει τι τον εκπλήσσει. Καταναλώνει μάλιστα τις εικόνες με μία δόση χαιρεκακίας. Οι μηχανές που επιθυμεί η τηλεόραση δεν νοείται να είναι ελαττωματικές αφού οι ακρογωνιαίοι ηλίθιοι φρόντισαν να θεσμοθετήσουν την παράνοια. Ο εκβιασμός της τελειότητας επιτυγχάνει, η πειθαρχία θριαμβεύει, ο εκφασισμός τελειοποιείται, η μανία της κάθαρσης συντρίβει τη λατρεία του δίκιου. Μετά την απομάκρυνση εκ του βατήρα, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Πλέον ο αφέτης με το όπλο του απειλεί και τινάζει χρονιές στον αέρα. Κανείς δεν θα κλέβει λένε στην I.A.A.F, προέχει η αξιοπιστία του συστήματος όπως αλλού η σταθερότητά του. Δεν τρέχει και τίποτα που δεν θα τρέξει ο Μπολτ. Καλά να πάθει!

Η θανάτωση του εγκληματία μπορεί να είναι ηθική. Ουδέποτε η νομιμοποίησή της. Μπένγιαμιν.

22-9-2011: Το hashtag Troy Davis, εμφανίστηκε αργά το βράδυ στο Twitter. Από κάποιον που ακολουθώ θεωρείται τρεντ που δεν είναι δυνατόν να μας κάνει να ξεχνάμε τα δικά μας προβλήματα. Ο Τρόι Ντέιβις, παρά τις αντιδράσεις, τις αμφιβολίες και την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων (DNA και όπλο), παρόλο που 7 από τους 9 μάρτυρες ανακάλεσαν, εκτελείται. Η ένεση καθυστερεί αλλά γίνεται. Ήταν να πεθάνει στις 2 το πρωί, τελικώς πεθαίνει την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπλοκάρει τη διαδικασία. Ο Ντέιβις είχε γίνει σύμβολο για τον αγώνα ενάντια στην θανατική ποινή, δεν ήταν τυχαίος, δεν ήταν σαν κάτι ανώνυμα ανθρωπάκια που είναι καθημερινό λίπασμα. Ήταν κάποιος που μπορούσε να σωθεί. Ο Ομπάμα ένιψε τας χείρας του, τυπικά, όπως ακριβώς κυβερνάει, αφού η δικαστική υπόθεση αφορούσε στην πολιτεία της Τζόρτζια και όχι την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Έξω από τη φυλακή του Τζάκσον δεν ακούγεται σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες το σύνθημα:«Αφήστε τον να ζήσει αλλιώς θα σας γαμήσουμε». Σε αυτά οι λαοί είναι πιο κόσμιοι. Μια απειλή για τη δικαιοσύνη οπουδήποτε είναι μια απειλή για τη δικαιοσύνη παντού, έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και κανείς δεν το έχει επαναλάβει έκτοτε πειστικά.

Δύο περιπτώσεις άσχετες που μας αποπροσανατόλισαν από τα δικά μας για μερικά δευτερόλεπτα. Τι σχέση έχουμε εμείς με τον Μπολτ που επειδή έκανε ένα λάθος τιμωρείται, τι σχέση έχουμε με τον Ντέιβις που παρά τις αμφιβολίες εκτελείται; Ένας πλανήτης στην υπηρεσία της ατέλειας και της αμφιβολίας, χωρίς εκείνες να αποτελούν πρόσχημα για τεμπελιά και αδικία, ένας που θα λαμβάνει ουσιαστικότερα υπόψη του τον άνθρωπο στα καταστροφικά σχέδιά του, θα ήταν η εύκολη λύση για όσους δεν μπορούν να πολεμήσουν και να αφομοιωθούν, σωστά;

Ένα είναι σίγουρο: Όσο αλληλοεξοντωνόμαστε, αθροίζουμε ήττες- μη θαρρεί κανείς ότι κερδίζει. Παράλληλα, ακόμη και τα αληθή γίνονται ψευδή όταν αποκλείουν την αμφιβολία- η σκέψη παρουσιάζεται κατευθείαν στο μνήμα της. Νίκες, συνεπώς, θα πανηγυρίζαμε εάν παύαμε να είμαστε σκληροί με τους ενόχους και στεκόμασταν επιεικείς με τους κατηγορούμενους, αρετή που ο Αριστοτέλης θεωρούσε σημαντικότερη από την ίδια τη Δικαιοσύνη. Το πρωί, βεβαίως, που όλοι παίζουμε τους εαυτούς μας, η επιείκεια είναι άγνωστη. Οι άυπνοι που τυχαίνει να τη γνωρίζουν καλύτερα, φοβούνται τις κοινωνίες που θα ορφανέψουν από λάθη. Όσο για εκείνους που ξύπνησαν από το λήθαργο αργά, είναι επόμενο να δυσανασχετούν με κάθε μικρή αλήθεια. Δεν πρόκειται να αποδεχτούν εύκολα ότι οι κυβερνήσεις που ψήφιζαν αποφάσισαν, κάποια στιγμή, να γίνουν τόσο αδύναμες όσο μια κοπέλα που πάσχει από νευρική ανορεξία. Και ξανακοιμούνται περιμένοντας την ώρα του Καραμανλή ή του Σημίτη.

Ερεθίσματα, ωστόσο, για αφύπνιση κάνουν την εμφάνισή τους καθημερινά μπροστά στα αδιάφορα μάτια διαφόρων επαναστατημένων. Θα τα δουν να περνούν από το timeline τους εάν βγάλουν τους επιδέσμους της τυφλής αγανάκτησης και αφήσουν τα αυγά για κανένα πεινασμένο στόμα. Διαφορετικά αποδέχονται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ότι η μοναξιά είναι περισσότερο καιρό ανίκητη από τη βλακεία και ότι τίποτα δεν έχει βρεθεί ακόμα που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το εγώ και την τραγωδία του ατόμου μέσα στην ιστορία. Η Δικαιοσύνη θα είναι η ίση μοιρασιά της οδύνης (Νίτσε) και το τρεμάμενο σώμα του Τριαρίδη θα ξεσκάει μόνο όταν θα το πηγαίνουν περίπατο τέσσερις.

Το δίλημμα είναι σαφές και πιθανότατα γι’αυτό δεν κατορθώνουμε να το ορίσουμε: Επιείκεια ή βαρβαρότητα. Αλληλεγγύη ή βαρβαρότητα. Ή Θεοί αληθινοί ή ο Θεός του Γκοϊτισόλο θα συνεχίσει να αναρωτιέται τι θα γίνει με την πάρτη μας:« Τι άλλαξε πάνω στη γη την οποία σύμφωνα με το θρύλο δημιούργησα μέσα σε μία εβδομάδα; Προς τι λοιπόν να παρατείνεται άνευ λόγου αυτή η φάρσα; Γιατί εξακολουθούν πεισματικά να αναπαράγονται οι άνθρωποι;».

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Μια καλή απάντηση

Ρώτησαν έναν εργάτη στο δικαστήριο αν ήθελε να δώσει τον πολιτικό ή τον θρησκευτικό όρκο. Εκείνος αποκρίθηκε:«Είμαι άνεργος». Αυτό δεν το είπε μόνο από αφηρημάδα, παρατήρησε ο κ. Κ. Με αυτή την απάντηση τους έδωσε να καταλάβουν ότι τέτοιες ερωτήσεις, ναι, ίσως ακόμα κι αυτή η δικαστική διαδικασία μπορεί να μην έχουν γι’αυτόν καμία σημασία. Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδερφέ μου*

Οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν(Γκαλεάνο). Που η διάλυση της χώρας τους αποτελεί κεντρική πολιτική της κυβέρνησής τους. Που ικανοποιούν όλα τα βίτσια των δανειστών τους. Που πίστεψαν ένα παιδί που τους είπε ότι λεφτά υπάρχουν ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να το αγαπήσουν για την καρδιά του.

Οι άνθρωποι που δεν ξέρουν για ποιο λόγο γεννήθηκαν οι υπόλοιποι-πάντως εκείνοι γεννήθηκαν για να τους κατηγορούν. Που δεν είναι ευχαριστημένοι ποτέ με τα αγαθά των άλλων-έχουν πολλά που θα έπρεπε να έχουν αυτοί. Που είναι ρηχοί και επιφανειακοί από άποψη-θαρρούν πως πατούν στη γη ενώ αυτή γυρίζει. Που όπου δουν βυθό, τρέχουν να ανασύρουν το μυαλό και την ψυχή τους. Που φτάνουν στο σημείο να παντρεύονται επειδή φοβούνται το θάνατο- η μελαγχολία της ερωτικής ελευθερίας γίνεται παρηγορητική καταπίεση αιωνιότητας και το «για πάντα» γίνεται πράξη, έστω προσωρινά. Οι άνθρωποι που αναζητούν την ασφάλεια σε μία σχέση επειδή δεν μπορούν ακόμα να κλείσουν τάφο και επειδή πάλι φοβούνται το θάνατο. Πάντα φοβούνται το θάνατο. Οι άνθρωποι που βάζουν πια απέναντί τους ένα ζεστό pc και όχι ένα ζεστό κορμί. Που δεν διεκδικούν ό,τι λατρεύουν για να μην πληγωθούν. Που ζητούν όλα τα σωστά πράγματα από τους λάθος ανθρώπους.

Οι άνθρωποι που αποδεικνύονται συνέχεια δειλοί και βαρετοί για τη ζωή. Που τους χωρίζει η αγάπη και τους ενώνει το συμφέρον και το μίσος. Που η μόνη αλληλεγγύη που γνωρίζουν καλά είναι η αλληλεγγύη του κλέφτη. Που μπορούν να ενωθούν, αλλά μόνο αν ξέρουν ότι θα είναι για λίγο. Που πατούν την τσίχλα που πέταξαν χθες στο δρόμο και γίνονται έξω φρενών. Που με απίστευτη ευκολία παίρνουν κάτι που άκουσαν και το παρουσιάζουν σαν δικό τους. Που έχουν ακόμα σε υπόληψη τον εαυτό τους στα 28 τους και τον πουλούν με την ελπίδα να αποδειχτεί φιλικός προς το περιβάλλον. Που παριστάνουν με επιτυχία τους ταλαντούχους. Που όταν λένε η ανεξαρτησία μου, εννοούν η σκλαβιά μου. Που δεν έχουν άδικο- αν έχουν δίκιο είναι μια άλλη ιστορία.

Οι άνθρωποι που δεν τολμούν να εκφραστούν γιατί ο κόσμος γύρω τους γέμισε αποκαλύψεις και αλήθειες. Που επέτρεψαν κάθε τους συζήτηση να περιστρέφεται, άκουσον-άκουσον, γύρω από τα χρήματα. Που θυματοποιούνται, άρα δεν είναι ακόμα θύματα. Που διψούν για καταδικασμένες να αποτύχουν ιδέες και σου δίνουν τη ψυχή τους. Που ακόμα κι αν τα έχαναν όλα, δεν θα έχαναν το κέφι τους να βρίζονται. Που φτάνουν ψηλά όταν είναι εργασιομανείς, δηλαδή τεμπέληδες με τους εαυτούς τους. Που κάνουν συνέχεια νέους φίλους στο Ίντερνετ ώστε να είναι σίγουροι πως αν πάθουν κάτι, θα βρεθούν άλλοι άνθρωποι να αδιαφορήσουν. Οι άνθρωποι εναντίον των οποίων θα είχαν ξεσηκωθεί όλα τα ζώα, αν είχαν Μ.Μ.Ε.

Οι άνθρωποι που την ανθρωπιά τους την είπαν διαπλοκή. Που σκαρώνουν μία φάρσα σε όλη τους τη ζωή και την υπηρετούν. Που προδίδουν την ύπαρξή τους ώστε να πείσουν για τις απόψεις τους. Που ό,τι και να σου πουν ότι πιστεύουν, δεν θα είναι αλήθεια. Που τους είπαν να νοικοκυρέψουν το σπίτι τους και κατάλαβαν πως πρέπει να διώξουν τα παιδιά τους. Που σε καλούν να αλλάξεις τον κόσμο ενώ ήδη αυτός αλλάζει. Που η ειλικρίνεια τους προκαλεί απέχθεια και η εντιμότητα γέλια.

Οι άνθρωποι που δεν αμφιβάλουν ποτέ. Που η μετριότητα είναι η μοναδική μεγαλοφυΐα που σταθερά σου αναγνωρίζουν. Που δύσκολα θα διέκριναν ευφυΐα σε κάποιον που ακούει, πόσο μάλλον σε κάποιον που έχει πελαγώσει. Που δεν είναι έξυπνοι για περισσότερο από δύο λεπτά. Που η ευφυΐα τους έγινε ο λόγος της χρεοκοπίας τους. Που θέλουν να σε σώσουν αλλά με τους δικούς τους όρους. Που το ποιος είναι ο πιο επιτυχημένος, το βάφτισαν επικοινωνία. Που υπερασπίζουν ο καθένας το δικό του δέντρο και καίγονται μαζί με αυτό γιατί εκεί ήταν η θέση τους στην κοινωνία- δεν ήταν καν επιλογή τους. Που αντάλλαξαν την τρέλα τους για μία καλή θεσούλα. Που ποτέ δεν σε κρίνουν από τα λόγια σου ενώ τα έργα σου είναι συχνότερα αποτέλεσμα συμβιβασμών.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να σκοτώσουν όλους τους θεούς τους και ανασταίνουν πάντα έναν. Που δεν μπορούν να γίνουν καλύτερα όντα και γι’αυτό πιστεύουν σε ανώτερα. Που δεν έχουν στόχο την αυτοκαταστροφή αλλά τη σωτηρία τους ένα δευτερόλεπτο πριν. Που δεν αισθάνονται ποτέ γελοίοι όταν μιλούν για τον εαυτό τους, ενώ θα έπρεπε να είναι ζήτημα αξιοπρέπειας το να μη ξέρει κανένας ποιοι είναι. Που πάντα μένουν εκεί που είναι η κόλασή τους. Που θα πάγωναν χωρίς τις ψευδαισθήσεις τους: Μπροστά στη σκέψη τόσων αδικαίωτων υπάρξεων που πέρασαν από τη γη και χαθήκαν, κανείς δεν θα μπορούσε να πάει στη δουλειά του το πρωί. Όλοι θα ξερνούσαν από φρίκη στην τουαλέτα.

Οι άνθρωποι που όταν ήμουν πιο μικρός, κανείς τους δεν τολμούσε να αρρωστήσει. Που δεν κραυγάζουν ποτέ την πλήρη αλήθεια γιατί κανείς δεν θα τους δώσει σημασία και αυτό θα τους κοστίσει. Που όταν αναφέρονται με νοσταλγία στα παλιά δεν εξιδανικεύουν το παρελθόν αλλά τα νιάτα τους. Που ο αγώνας τους αξίζει αρκεί να υπάρχει κάπου μία υπέροχη γυναίκα. Που δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν σαν άνθρωποι. Που πάντοτε πεθαίνουν μες στα χέρια μας.

Οι άνθρωποι «με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας, τα γερατειά μας»(Ρίτσος) που σαν τον Μπουκόφσκι λέμε: «Οι άλλοι είναι σαν τους άλλους». Οι άνθρωποι που τελειώνοντας το κείμενο θα σκεφτούν:«Δεν εννοεί εμένα». Οι άγιοι τούτοι άνθρωποι: Δώσ’τους έναν κόσμο δίκαιο και θα στον γυρίσουν πίσω προσβεβλημένοι. Θα προτιμήσουν αυτόν που έχουν τώρα και που τους επιτρέπει, ευτυχώς, να υποκρίνονται. Ο άνθρωπος είναι η απάντηση έλεγε ο Μπρετόν. Δεν είπε τίποτα για λύση.

Όλα αυτά συνθέτουν την καταδίκη τους; Το ακριβώς αντίθετο θα λέγαμε. Τίποτα δεν θα μας έκανε καλύτερους. «Παρά τον πλούτο των βιωμένων εμπειριών τους, οι άνθρωποι βγαίνουν πάντοτε από μία ιστορική δοκιμασία όσο βλάκες είχαν μπει» λέει ο Κούντερα. Και όσο γενναιόδωροι, όσο φιλότιμοι, όσο δημιουργικοί συμπληρώνω εγώ. Τις τιμωρίες, τους εκβιασμούς και τις προσβολές, ας τις βάλουν λοιπόν εκείνοι εκεί που ξέρουν και εμείς θα θεωρήσουμε το επεισόδιο λήξαν. Αλλά είπαμε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν. Στο όνομά τους, ο Σαρκοζί μας ενημέρωσε ότι μολύνουμε την Ευρώπη, σαν νέοι Εβραίοι, και με έκανε να αισθάνομαι άβολα με τέτοιο κοπλιμέντο. Αν δεν ήξερα τι καλοί άνθρωποι είναι κατά βάθος και τι ζόρι τραβάνε με τις τράπεζές τους εξαιτίας μας, θα σκεφτόμουν ότι τα φιλαράκια τους θέλουν να μας αγοράσουν πιο φτηνά. Τίποτα δεν αποκλείεται.

*Πρόκειται για φράση του Μπωντλαίρ.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Υποδοχή ηρώων

Ένας θησαυρός επιστρέφει στους Έλληνες. Ο Χρήστος Τζέκος, ο μεγάλος Έλληνας προπονητής, είχε δικαιωθεί από τα ψηφιακά αρχεία της ΕΡΤ πολύ πριν την αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου. Η εκπομπή με τα κατορθώματά του δεν είχε εξαφανιστεί όπως κάποιος θα περίμενε. Βρισκόταν εκεί για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι από τι σκευάσματα φτιάχνονται οι πρωταθλητές.

Αν κάποιοι τολμηροί θελήσουν να δώσουν βάση στην κατάληξη της υπόθεσης, για άλλη μια φορά θα δουν ότι απεδείχθη πως δεν είναι η οικονομία, η Δικαιοσύνη ή το ντόπινγκ το εθνικό μας θέμα, αλλά τα τροχαία ατυχήματα εντός πόλεως. Το μοιραίο βράδυ της 12ης Αυγούστου του 2004 θα μείνει στην ιστορία ως η πιο άτυχη στιγμή στην καριέρα των δίδυμων πύργων του ελληνικού σπριντ και το μόνο που απομένει είναι να στηθεί ένα εκκλησάκι ή ένα λιγότερο μακάβριο μνημείο στην παραλιακή λεωφόρο για τα δύο παιδιά που έχασαν την ευκαιρία να κάνουν πράξη το όραμα του Χρήστου για το 2004: Δεν θα έτρεχαν στην Αθήνα. Θα πετούσαν.

Το τροχαίο ήταν, δίχως άλλο, η φυσιολογική κατάληξη του κυνηγητού που είχε ενταθεί μετά το 2003. Τότε ο Κεντέρης δεν τους είχε κάνει τη χάρη να κατέβει στο Παγκόσμιο του Παρισιού. Λίγοι θυμούνται την ύποπτη μη συμμετοχή του που ανακοινώθηκε λίγες μέρες πριν ξεκινήσουν τα 200 μέτρα με δικαιολογία έναν μικροτραυματισμό. Το τιμ Τζέκου ανανέωσε το ραντεβού του με τη WADA, προσδοκώντας ίσως σε μία πιο διακριτική μεταχείριση τον επόμενο χρόνο στην έδρα μας. Οι ελεγκτές όμως είχαν προαποφασίσει το τέλος του προκλητικού ελληνικού θαύματος και ο σκηνοθέτης δεν είχε καμία διάθεση να το επιτρέψει. Μας την έχουν στημένη; Θα τους τη στήσουμε κι εμείς.

Ας μη σπεύσουν να δουν κάποιοι αφελείς, άσχετοι ή απλώς ηθικολόγοι στην Θάνου και τον Κεντέρη την Ελλάδα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους ελεγκτές της τρόικας, ενώ τα προηγούμενα χρόνια παραποιούσε τα στοιχεία των επιδόσεών της. Εξάλλου. οι τροικανοί μάλλον θα ήταν υπερήφανοι αν βρισκόντουσαν στις προπονήσεις των υπεραθλητών μας και έβλεπαν πόσο ανταγωνιστικοί και αποδοτικοί ήταν οι Έλληνες σε σχέση με άλλους Ευρωπαίους σπρίντερ. Ο Χρήστος Τζέκος ήταν για κάμποσα χρόνια ο μόνος σοβαρός επαγγελματίας του χώρου. Έδειχνε το δρόμο, ρίσκαρε και έπαιζε το παιχνίδι τόσο βρόμικα όσο έπρεπε για να φτάσει ψηλά. Τούτη τη λεπτή γραμμή εξηγούσε όταν έλεγε το διάσημο πια: «Ντοπαρισμένος είναι όποιος πιάνεται». Ήξερε ότι λίγες ώρες κάνουν τη διαφορά. Τα αποτελέσματα της ευελιξίας αυτής πανηγυρίζαμε. Επιτυχίες εντυπωσιακές, τηλεοπτικές και εξόχως εθνικές. Ωστόσο, ας μην τρελαθούμε τελείως: η Κατερίνα και ο Κώστας ήταν δύο τεράστια ταλέντα, από αυτά που δεν βγάζει ξανά, ακόμα τουλάχιστον, ο ελληνικός κλασικός αθλητισμός. Δεν αρκούσε όμως αυτό.

Ο κόουτς ήξερε να χάνει στους αγώνες. Δεν θα έχανε ποτέ έξω απ’αυτούς. Γι’αυτό και ανέλαβε προσωπικά την περίθαλψη των τραυματιών του. Ούτε άμα τον θερμοπαρακαλούσαν όλοι οι εθελοντές του Ολυμπιακού χωριού, δεν θα τους άφηνε να κατουρήσουν. Έκτοτε, ελλείψει αμφιβολιών, δεν ξαναδίκασα ούτε εκείνον ούτε τους αναβάτες της μοτοσικλέτας. Πριν το τροχαίο είχε προηγηθεί παραβίαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και πολλών πινακίδων Stop. Το είχαν παρακάνει με το κρυφτούλι. Δεν έχει αντίπαλο το game over.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Οι νεολαίοι και το αυγό

Με αφορμή το νέο νομοσχέδιο για την παιδεία και την ανακοίνωση των βάσεων, ένα σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι πριν από 32 χρόνια.

Τι εννοούμε λέγοντας παιδεία; Την πληροφορία, την τεχνική, το δίπλωμα εξειδίκευσης που εξασφαλίζει γάμο, αυτοκίνητο και ακίνητο, με πληρωμή την πλήρη υποταγή του εξασφαλισθέντος, για, την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου, με τεχνική αναθεώρησης κι ονειρικής δομής, με αγωνία απολευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ’άστρα; Αυτή τη δεύτερη παιδεία την αποσιωπούν και δεν την δίνουν δωρεάν. Γιατί δεν συντηρεί και δεν υπηρετεί συστήματα. Αντίθετα, τα ελέγχει, τα αναθεωρεί και τ’αποδυναμώνει.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Διαδίκτυο προσωπικοτήτων.

Ένα έθνος που φοβάται να αφήσει τους ανθρώπους του να κρίνουν την αλήθεια και την αναλήθεια, είναι ένα έθνος που φοβάται τους ανθρώπους του. Τζον Κένεντι.

Η εξουσία δεν σερβίρεται ξεροσφύρι. Συνοδεύεται από μία σειρά έμμονες ιδέες. Η πιο παλιά από αυτές βασανίζει τους φιλότιμους υπηρέτες της που δεν μπορούν να κλείσουν μάτι τα βράδια εξαιτίας της ίδιας επίμονης υπόνοιας: το να λέει ο καθένας ό,τι του κατέβει στο κεφάλι δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως αντίθετο με την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, επιπόλαια, η ιδρωμένη αϋπνία γίνεται αυτονόητη προτροπή για δράση, ανακοινώσεις και αυστηρότερες ποινές με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Δεν είναι δα και οι πρώτοι που υπερεκτιμούν την καρέκλα τους.

Στις ελληνικές μέρες του πρόζακ οι κουκουλοφόροι των blogs, ύστερα από πρόταση του περιοδικού Ciao, γίνονται πρώτη ύλη στο διαδίκτυο των επωνύμων. Μπροστά στην προοπτική της διασημότητας για όλους που ανοίγει η μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, ποιος θυμάται το όραμα περί Δανίας του Νότου; Προετοιμαστείτε ψυχολογικά. Ο εφιάλτης του ονοματεπώνυμου δεν πρόκειται να επιδείξει έλεος. Κανενός η φωνή δεν θα έχει χώρο στο διαδίκτυο των σταρς. Τώρα, πια, θα υπογράφουμε αυτόγραφα κάτω από την άποψή μας για την οποία καίγεστε, σας βλέπω. Το σημείο της γόνιμης διαφοροποίησης του καθενός, θα είναι σπατάλη που θα περικόπτεται από τον ίδιο. Το μενού της αυτολογοκρισίας και του savoir vivre θα περιλαμβάνει αποκλειστικά αβρότητες και φιλοφρονήσεις. Ή απόλυτα αρσενικά ή άντρες της χρονιάς. Ένα από τα δύο.

Σέβομαι οποιονδήποτε εκφράζεται επώνυμα. Θέλω κι εκείνος να σεβαστεί το ενδεχόμενο ότι σε ένα παιχνίδι δημοφιλές και συνάμα βαθύ όπως η γραφή, το όνομά μου μπορεί να έχει μικρή σημασία για το χαρτί. Ας αρχίσουμε όμως από κάτι ξεκαρδιστικό. Το οξύμωρο του πράγματος φωνάζει από χιλιόμετρα. Για ποια ανωνυμία μου μιλάς από τη στιγμή που έχω σύνδεση στο Ίντερνετ; Οι άνθρωποι του Facebook και της Google θα ξεσπούσαν σε γέλια. Το Debate θα είχε τόσο ενδιαφέρον όσο και ένα που θα πραγματευόταν εάν θα υπάρχει παρθενία στις πουτάνες.

Μήπως οι δημοσιογράφοι αναφέρονται ξανά στην ανωνυμία που κοστίζει ζωές; Κι αφού έχουν αμνησία και ξεχνούν τις ψευδώνυμες στήλες των εφημερίδων και την ανωνυμία των πηγών τους, τι γνώμη έχουν για την απείρως πιο τρομακτική και επικίνδυνη ανωνυμία του Economist; Ποιος βρίσκεται πίσω από τα κείμενά του αν όχι ο ίδιος ο Big Brother, ο Θεός των αγορών; Και για να συνεχίσουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων, ποιες είναι οι αγορές που έχουν και Θεό; Τις έχει δει ποτέ κανείς; Γιατί γκρεμίζονται τα χρηματιστήρια; Τι έχει να μας πει ο επώνυμος δημοσιογράφος για όλα αυτά εκτός από το επώνυμό του; Εκείνος δεν είναι που δεν πηγαίνει πουθενά χωρίς την Standard & Poor’s του; Ως πότε θα παριστάνουν τα mainstream Μίντια ότι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει; Πόσες ακόμα ομολογίες άγνοιας και αμηχανίας για τις οποίες μιλούσε ο Νικήτας Λιοναράκης μπορούν να αντέξουν τηλεθεατές και αναγνώστες;

Αυτό που διαφεύγει από την ηλιοκαμένη κυβέρνηση είναι πως η μοναδική αξιοπρέπεια που είχε μείνει μέχρι τώρα στους bloggers ήταν η ανωνυμία τους. Και μιλάω γι’αυτούς που συνήθως αξίζει να διαβάζεις. Η μετάβαση σε ορισμένους από αυτούς δεν θα κοστίσει τίποτα. Συμπεριφέρονται ήδη σαν διασημότητες, Σε έναν τόπο όμως όπου ακόμα ανθίζει η φιγούρα, όπου ακόμα πουλάνε τα αδιανόητα τίποτα, όπου ο ανταγωνισμός γίνεται η νέα εθνική αφήγηση, τα ευφάνταστα ονόματα των blogs μας, η αίσθηση ελευθερίας που μας έδιναν, η άρνηση του σκληρού εγώ μας, ήταν το όπλο με το οποίο πολεμούσαμε. Ήθελε αρετή και τόλμη η ανωνυμία-με το mail σου πιο δίπλα να δίνει φόρα παρτίδα να στοιχεία σου σε όσους δυσφημείς. Ο πασαένας που είχα διαλέξει να συνοδεύει τα γραπτά μου, αυτό και μόνο προσπάθησε να πει στον πασαένα. Να μη φοβάται τις σκέψεις του, να τις κάνει ακόμα κι αν αναγκαστεί να τις φάει ο ίδιος, ακόμα κι αν αποδειχθούν ασήμαντες, μα πάνω απ’όλα να μην ντρέπεται να το λέει, να το φωνάζει αν χρειαστεί, ότι είναι και θα είναι ο πασαένας, ότι έτσι όπως έγιναν τα πράγματα μόνο ο πασαένας θέλει να είναι: όχι επειδή μόνο αυτό θα μπορεί να είναι από εδώ και στο εξής αλλά διότι μόνο αυτό θα έχει αξία.

Θα προσυπέγραφα ευχαρίστως το tweet του περιοδικού Ποιείν:«Η ανωνυμία είναι η παιδική ασθένεια των μπλόγκερς. Βγάλτε τα παντελονάκια σας πιτσιρίκια. Φορέστε βερμούδες» αν δεν πόσταρε μερικά λεπτά αργότερα ένα ποίημα του Ρεμπώ που είχε οσμιστεί το πρόβλημα νωρίς:«Εγώ είναι ένας άλλος». Τρέχα γύρευε. Σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, η φράση του δεν παύει να μαρτυρά το αναπόφευκτο της ανωνυμίας. Μιας ανωνυμίας που ως μοναδική δυνατότητα λαμβάνει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας: τη θέση μου θα την πάρει ο άλλος. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί η τραγωδία. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους. Ένας άγνωστος θα είναι πάντα πρόθυμος να απειλήσει με την αλήθεια του. Η πληροφορία θα διαχέεται με ταχύτητες μεγάλες. Το κουβάρι θα ξετυλίγεται θέλει δε θέλει η εξουσία, θέλει δε θέλει η λογοκρισία. Η κρίση του καθενός θα ασκείται θέλει δε θέλει ο εγκέφαλός του να μπει σε περιπέτειες, θέλει δε θέλει ο δάσκαλός του να το επιτρέψει. Έτσι θα γίνει πολίτης. Έτσι θα αποκτήσει την αγωγή και τα βιβλία που δεν του δίνει το νέο σχολείο. Έτσι θα λείψουν οι Μπρέιβικ. Διαφορετικά κινδυνεύει κάθε κυβέρνηση σύμφωνα με τον Δήμου να μοιάζει με τον Ξέρξη που διέταξε το μαστίγωμα της θάλασσας προκειμένου να γαληνέψει.

Αν η αδιαφορία λύγισε ποιητές και λογοτέχνες, μπορεί σίγουρα να αποθαρρύνει μερικούς κοινούς συκοφάντες. Την ανωνυμία, λοιπόν, ως τεστ συνείδησης και μόνο, αξίζει να την υπερασπιστούν όλοι όσοι γράφουν. Ως διαχείριση ελευθερίας, ως αγαθό για το οποίο διώκονται και δολοφονούνται σε ανελεύθερα καθεστώτα, ως παιδί της ανώνυμης δημοκρατίας που συρρικνώνεται, ως φόρος τιμής σε όλους όσοι είχαν ένα μικρό ατυχηματάκι επειδή μίλησαν, ως άνθρωποι που καταλάβαμε περισσότερη ιστορία απ’ όση διαβάσαμε. Η πρόθεση της κυβέρνησης δεν είναι ασφαλώς να μας χαλάσει το παιχνίδι. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για μία ακόμη επίδειξη αδυναμίας. Όσο για εκείνους που αδιάφορα βλέπουν στην ανωνυμία ένα αναγκαίο κακό, φοβάμαι ότι με την ίδια αδιαφορία θα αντιμετώπιζαν και τη λογοκρισία σε ένα ανελεύθερο καθεστώς και θα συνέχιζαν να αρθρογραφούν.

Στην Κίνα οι πολίτες, μέσω του Sina Weibo, κατορθώνουν και παρακάμπτουν την προπαγάνδα. Πιο τυχερός ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ, περιμένει να καταδικαστεί από την αμερικανική Δικαιοσύνη με την κατηγορία του ήρωα. Οι ηττοπαθείς κοινωνίες, που όλο και συχνότερα συγκρίνονται από τους ειδικούς με χύτρες ταχύτητας, δεν πρόκειται να σκάσουν εάν οι κυβερνήσεις ευφυώς αφήσουν στη θέση τους τις βαλβίδες αποσυμπίεσης. Όταν, επομένως, ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου μιλάει για ταυτοποίηση των διαχειριστών στα ελληνικά ιστολόγια, ο απώτερος σκοπός του δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κάθε προοδευτικός άνθρωπος θα έπρεπε να στηρίξει την ποινικοποίηση της ελεύθερης έκφρασης. Ίσως τότε γινόταν από όλους κατανοητό ότι με κάποιον πολύ καινούριο ολοκληρωτισμό αρχίζουν να μοιάζουν όλα όσα απαθώς και φοβισμένα παρακολουθούμε να συμβαίνουν εντός και εκτός των συνόρων μας.

Οι άνεργοι έχουν μείνει χωρίς όνομα. Πότε θα γίνει άρση της ανωνυμίας τους; Ας μην εθελοτυφλεί η κυβέρνηση: το ερώτημα δεν θα έχει μικρότερη σημασία στο διαδίκτυο των προσωπικοτήτων. Η πραγματικότητα την υπονομεύει, όχι η ανωνυμία. Θα ήταν απείρως αποτελεσματικότερη αν ξεκινούσε να ραδιουργεί εναντίον της. «Το σκοινί δεν κρεμάει, η γη έλκει» συμπύκνωνε ο Ουγκό.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Σπύρος

Όλες οι θρησκείες κατόρθωσαν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, να καθησυχάσουν τον άνθρωπο. Του υποσχέθηκαν κι άλλη ζωή μετά το τέλος αυτής που του δόθηκε και εκείνος λίγο ή πολύ το έχαψε. Πιστεύοντας, είχε το θάνατο στο χέρι του. Τον έβγαζε από το τσεπάκι του και τον άναβε, τον αιχμαλώτιζε με το σταυρό του, τον κορόιδευε με τη μετάνοιά του, προσποιούνταν τον ηθικό και τον έντιμο μπροστά στο Θεό του, έκανε δημόσιες σχέσεις με τον ουρανό, δεν λησμονούσε ποτέ την προσευχή του. Τα είχε όλα υπό έλεγχο.

Για τους άθεους, είχε φροντίσει ο Επίκουρος. Ο Βιτγκενστάιν νομίζοντας ότι κάνει μεγάλη ανακάλυψη πολλούς αιώνες αργότερα επαναλάμβανε τα λόγια του: ο θάνατός μας δεν μας αφορά. Όταν έρθει, εμείς θα λείπουμε. Είναι ένα γεγονός που πρέπει να αφορά τους άλλους, τους δικούς μας. Εμείς θα ζήσουμε ανέμελα. Ας τρέμουν εκείνοι.

Ποια θρησκεία όμως, ποιος Θεός, ποιος φιλόσοφος, ποια αίρεση, παρηγόρησε τον άνθρωπο για το θάνατο των δικών του ανθρώπων; Ποια του πήρε τις φοβίες του και τις μετέτρεψε σε θαύματα; Ποια υπήρξε αποτελεσματική όταν τα περιθώρια στένευαν και η ανάγκη για ένα ψέμα περίσσευε; Γιατί δεν ξεμπερδέψαμε μαζί του;

Διύλιζα όλη μέρα τον κώνωπα για την ανωνυμία των blogs. Μην πω καμία μπαρούφα στους αναγνώστες τώρα που ο κόσμος μέσα από Parallaxi απέκτησε αυτιά. Δεν υπολόγισα στο τραπέζι τον μεγάλο λογοκριτή του σύμπαντος. Ήρθε απρόσκλητος, πήρε μία καρέκλα και έκατσε. Ο Παντελής που εκτιμώ και που διαβάζω ευλαβικά, έχασε προχθές το ωραιότερό του ποίημα. Το παλικάρι του. Ας τον συντροφεύσουν μια φορά πρώτες οι δικές μας σκέψεις. Τα ταπεινά συλλυπητήρια όλων μας στην οικογένειά του.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Κλάρα

(Ο 25χρονος του χθεσινού ποστ σπάει τη σιωπή του παρότι ζεσταίνεται. Παρόλο που σκέφτεται ότι ο Αρθούρος είχε δίκιο όταν έγραφε: «Ένας ύπνος ολομέθυστος στην αμμουδιά, αυτό αξίζει, και τ’άλλα κουραφέξαλα»).

Ήταν μία πολύ καλή χρονιά η πρώτη χρονιά για το Πολύ την Κυριακή. Είχε, μεν, περάσει το ‘04 και το ‘05 που είχαμε πάρει Ευρωπαϊκό Ποδοσφαίρου, Μπάσκετ, Ολυμπιακούς και Γιουροβίζιον, όμως, στο εθνικό υποσυνείδητο διατηρούσαμε τη φόρα όλων αυτών των κατακτήσεων. Ο πλανήτης υπάκουε σε κάθε ελληνικό κέλευσμα: αρκούσε μόνο μία γκόμενα να διατάξει από την κερκίδα τον Μερκ με το επιτακτικό:«Σφύρα το ρε μαλάκα» για να πανηγυρίσουμε. Συνέχεια μας θυμάμαι να πανηγυρίζουμε. Κι η αλήθεια είναι ότι παραήμασταν καλοί. Το παρακάναμε μέχρι και εκεί. Τα γονίδια της Χαλκιά ήταν δυο φορές γονίδιά μας.

Όσο για τον Γρηγόρη, για μια περίοδο θεωρούνταν ο απόλυτος άρχοντας της βραδινής ζώνης και αντιμετωπιζόταν από αρκετούς ως ο μεγαλύτερος Έλληνας στοχαστής-στη συνέχεια τον διαδέχτηκε ο Γιώργος Παπανδρέου. Η Μαριέττα, που τον πλαισίωνε, ήταν μία ντροπαλή ανερχόμενη δημοσιογράφος που δεν θα παραξενευόσουν αν άκουγες ότι στις ελεύθερες ώρες της, της αρέσει να διαβάζει Αλεξάνδρα Κολλοντάι. Δεν είχε ανέβει ακόμα στο Αβέρωφ, ούτε είχε βρει τον εφοπλιστή της ζωής της. Το παραδέχομαι. Υπήρξα σχεδόν ερωτευμένος μαζί της. Τώρα με την κρίση, λίγοι θα άκουσαν, ότι πουλάει σανδάλια για να ζήσει. Κάθε Κυριακή περιμέναμε, λοιπόν, την εκπομπή του Γρηγόρη και της Μαριέττας, της Μαριέττας και του Γρηγόρη. Η άλλη Ελλάδα, του καναπέ και του καμπινέ, διασκέδαζε τηλεοπτικά την πλήξη της και «οι ένοχοι μικροαστοί λούφαζαν στα κλιματισμένα τους διαμερίσματα μασώντας ηδονικά τσίχλα» για να την παρακολουθήσουν, όπως θα έλεγε μεταμφιεσμένος σε Σεμίνα ο Ζουγανέλης. Η απουσία του κωμικού προσέδιδε, εξαιτίας της, έντονο κωμικό στοιχείο στο όλο σκηνικό, όπως ακριβώς στον Ηλίθιο του Φιοντόρ. Τα αστεία του Αρναούτογλου δεν ήταν του γούστου μου, αλλά ομολογώ ότι γελούσα αρκετές φορές με την αβάσταχτη ελαφρότητα που εναντιωνόταν στη μισητή μουσική της Αθλητικής Κυριακής.

Αδικώντας το σόου, θα λέγαμε ότι όλη η Ελλάδα περίμενε με αγωνία σε ποιο τετραγωνάκι θα αφήσει την κουράδα της η Κλάρα, όπως έγραψε χθες ο Γιώργος Τούλας. Για τους ουδέτερους, ασφαλώς, τα απόβλητα του ζωντανού είχαν θρεπτική αξία. Όλο και κάτι δημιουργικό θα γεννιόταν στο καθιστικό της οικογένειας, όλο και κάποια έξυπνη ατάκα θα συνεισέφερε ο τηλεθεατής στο βαρετό σε γενικές γραμμές σενάριο της εκπομπής. Την εποχή εκείνη το κλαρίνο της Σάσας Μπάστα σηματοδοτούσε τη στροφή στην ποιότητα, ο εθνικός σταρ και η Ρούλα Βροχοπούλου ανταγωνίζονταν για μία θέση στο διπλανό παράθυρο, τα κουτιά του Deal άνοιγαν άλλη μία πόρτα στον εύκολο πλουτισμό · η φραπελιά της Δρούζα συγκλόνιζε το πανελλήνιο με τις μαγικές της ιδιότητες, οι υπέροχες σταρ ήταν υπέροχες πριν καν αρχίσει το ρεπορτάζ που το επιβεβαίωνε και τα διάφορα Emo, που πρώτα αυτά προέβλεψαν την κρίση, εναλλάσσονταν μαζί με κάθε είδους μπαλάκια στις οθόνες μας. Στα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους, βρέθηκε συν τοις άλλοις χρόνος για να συζητηθεί διεξοδικά καθετί επουσιώδες. Και όχι μόνο συζητήθηκε αλλά λύθηκε μάλιστα, επειδή κάποια στιγμή ο παρουσιαστής ευφυώς άλλαζε θέμα. Ζούσαμε εν γνώσει μας τη δικτατορία της ηλιθιότητας όπως το είχε θέσει ο εκκεντρικός Παναγιώτης Χατζηστεφάνου και το απολαμβάναμε. Αρκετοί εντοπίζουν σε όλα αυτά, εκ των υστέρων, τους λόγους για τους οποίους χρεοκοπήσαμε. Σύμφωνοι. Ας δούμε όμως λιγάκι σε ποια πραγματικότητα επιστρέψαμε και τι πρόοδο έχουμε επιτύχει.

Πρόοδος θα ήταν μία μέρα να μη δουλέψει κανείς, να μην αδικήσει κανείς κανέναν, να μη λείψει κανείς. Το άλμα όμως αποδεικνύεται επικίνδυνο για την ανθρωπότητα, πόσο μάλλον για την κουτσή Ελλάδα. Εκεί που είπαμε, αφελώς, να γυρίσουμε στα ουσιώδη, τα ανθρώπινα, τα λίγα, ο κόσμος δείχνει πιο βρομερός και ανούσιος από πριν. Εκείνοι που βλέπουν παντού ευκαιρίες, αλήθεια, τι ξεπεσμό και τι ζωντάνια αναγγέλλουν. Πόσοι χαρούμενοι θάνατοι μας περιμένουν εάν τους ακούσουμε, τι περίτεχνες εκατόμβες μας επιφυλάσσουν! Γιατί δεν ξέρω αν το μάθατε, αλλά ήρθαν νέες κουράδες, παχιές και μεγάλες. Αν έβλεπα την άλλη Ελλάδα να έρχεται, θα αποχωριζόμουν την ανόητη παλιά δίχως νοσταλγία. Μα αυτή η Ελλάδα κι αυτός ο κόσμος βαδίζουν αργά προς την καταστροφή του ανθρώπου και πάλι δεν τους προλαβαίνεις. Γιατί ποιος θα ισχυριζόταν ότι η μετάβαση από την κουράδα της Κλάρας στην κουράδα της Standard & Poor’s είναι εποικοδομητική, πέραν του κέρδους που έχουμε από τη συνειδητοποίηση της γελοιότητας της κατάστασης; Το αστείο του Γρηγόρη είχε ένα τέλος. Κακόγουστο, ξεκακόγουστο, ήταν εν πολλοίς αθώο. Το τηλεκοντρόλ είχε ακόμα δύναμη μέσα στα χέρια της νοικοκυράς. Το καλάθι της είχε αξία. Η συνταξούλα της ήταν αδιαπραγμάτευτη. Το αστείο που σήμερα αφηγούνται τα Μίντια εις βάρος των λαών, εκ μέρους των Ευρωπαίων ηγετών, ποια κάθαρση ή ζάπινγκ προβλέπει; Και πώς αντιμετωπίζεται;

Το καινούριο που μας συμβαίνει δεν είναι άλλο παρά μία καλοκουρδισμένη φάρσα σε παγκόσμια μετάδοση που επαναλαμβάνει την ίδια άθλια ιστορία. Την εξαιρετική δικτατορία μίας διαφορετικής ηλιθιότητας. Τι μας λένε οι ηγέτες των εργατικών αριθμών; Ας διαλύσουμε επιτέλους τους λαούς και ας εκλέξουμε άλλους (Μπρεχτ). Το είδος των ψηφοφόρων που θα αναλάβει την δύσκολη αποστολή έχει εξάλλου δημιουργηθεί. Θέλει αρχίδια να σκοτώσει κανείς έναν αθώο, σκέφτεται πια ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος. Ένας ηγέτης της Υπερδύναμης το είχε εκφράσει ως εξής: Think big Henry. Είναι ωραία η ατομική βόμβα. Είναι cool να τινάξεις στον αέρα τον πλανήτη, να τινάζεις στον αέρα τον αθώο, μόνο και μόνο για να νιώσεις ωραία. Μη το σκέφτεσαι. Στο παιχνίδι των πλουσίων, οι αθώοι είναι μειοψηφία. Με την επιείκεια κανείς δεν πήγε μπροστά.

Το κακό είναι πάντοτε εδώ, πιο ενωμένο, πιο δυνατό, πιο σκοτεινό και περιμένει να βουλιάξει στο σκοτάδι τον κόσμο για το δικό του καλό. Διατυπώνει φωναχτά μάλιστα, ενώ κινδυνεύει, με αυθάδεια τα ιδανικά του. Και αυτή η αυθάδεια είναι που το κάνει ισχυρό. Η νέα ουτοπία, εάν ποτέ διατυπωθεί, θα συνεγείρει τα πλήθη μόνο εάν οριστεί με το πάθος ενός κακού, ενός διεστραμμένου ανθρώπου, μόνο εάν διαθέτει τη σαφήνεια των παραπάνω φράσεων.

Βλέποντας την κουράδα να πέφτει δεν θα είχε νόημα να κάνουμε ευχή. Τώρα πια πέφτει παντού. Τώρα κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο των αποβλήτων. Τα ψέματα τελείωσαν τόσο για τον Κάμερον και τον Ομπάμα, όσο και για όλους εμάς. Τόσο καιρό ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, κύριοι. Καιρός να ζήσουμε κάτω από αυτές! Για την εμπειρία, φυσικά, όπως τότε που σε εμάς τους νέους εκτός από την επιλογή της πλατείας και της ανεργίας, δινόταν η ευκαιρία της συμμετοχής σε κάποιο φιλόξενο ριάλιτι.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Amy Winehouse

Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να κρίνει τον άνθρωπο; Στο όνομα τίνος θα μιλούσε; Σιμόν Ντε Μποβουάρ.

Ο άνθρωπος που κρίνει κάποιον άλλο είναι ένα θέαμα που θα με έκανε να σκάσω στα γέλια αν δε μου προκαλούσε οίκτο. Φλωμπέρ.

Η κόλαση είναι οι άλλοι είχε πει ο Σαρτρ. Μισή αλήθεια. Καμιά φορά γίνονται και ο παράδεισος. Η Amy Winehouse σου έδινε μάλιστα την δυνατότητα να επιλέξεις ανάμεσα στα δύο εντελώς διαφορετικά δωμάτιά του. Στο πρώτο που ήταν εντέλει και το πιο μικρό, χάρισε τη μουσική της. Στο δεύτερο, για όσους τη γνώρισαν και για τα χαιρέκακα Μίντια, τη δυστυχία της. Και η Amy είχε να προσφέρει πολλή για να παρηγορεί τους δυστυχισμένους.

Μετά το φιάσκο στο Βελιγράδι, οι περισσότεροι καταλάβαιναν ότι στον επόμενο πόνο η κοπέλα με τη σπάνια φωνή θα ήταν νεκρή. Το αιώνια ερωτευμένο κορίτσι που χαλούσε την πιάτσα με το ταλέντο του, που εξέθετε στις εκλάμψεις της την ατάλαντη εποχή μας κάνοντάς την πιο υποφερτή, είχε φτάσει στην τελευταία στροφή. Εκείνη, ωστόσο, βασανιζόταν περισσότερο. «Το να υποφέρει ήταν το επάγγελμά της» είχε γράψει ο Hobsbawm στη νεκρολογία του για μια άλλη μεγάλη, την Billie Holliday. Δεν το αποδέχτηκε ούτε εκείνη. Ό,τι κι αν έδειχνε αργά ή γρήγορα η νεκροψία, η Amy είχε ήδη αποφασίσει να φύγει για τους γνωστούς πεισματάρικους αυτοκαταστροφικούς λόγους, έχοντας μόλις προλάβει να τραγουδήσει «το πιο ωραίο τραγούδι που έρχεται πάντα από τις καταδικασμένες ψυχές που τραγουδούν στην άβυσσο της κολάσεως»(Κάφκα).

Οι κριτές της ύπαρξης δεν άργησαν να εμφανιστούν.Το ενδιαφέρον τους να κατακρίνουν τη νεκρή ήταν ολόψυχο. Η Amy δεν είχε εγγύηση, αποφάνθηκαν, ήταν του διπλανού χωριού, ήταν η κατσίκα του γείτονα. Τρία ήταν τα επιχειρήματα εναντίον της συνομήλικής μου. Δεν ήταν επαγγελματίας (ούτε καν πρεζού αφού πέθανε), δεν διαχειρίστηκε σωστά το ταλέντο της (αυτή και ο Λάμπρος Χούτος), πήρε, τελικώς, αυτό που της άξιζε. Ό,τι ακριβώς είπαμε και για τον Μπιν Λάντεν δηλαδή. Ειδικότερα το τελευταίο τείνει να εξελιχθεί σε ύψιστο φιλοσοφικό θεώρημα, επωδός ικανή να συνοδεύσει μέχρι και την διάλυση της χώρας εξαιτίας των αμαρτιών της. Η αμερικανική κοσμοθεωρία της νωχελικής ανοησίας και του R.I.P, διευκολύνει σκανδαλωδώς την ταχύτητα με την οποία προτιμά να ανατινάζεται η πληροφορία. Το «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα», γίνεται σιγά σιγά “She got what she deserved”. Με ένα λακωνικό τσιτάτο γενικής χρήσεως και πονόψυχου κυνισμού κλείνουμε τις υποθέσεις μας και αλληλοσυγχαιρόμαστε για τη σπάνια διαύγειά μας. Εμείς δεν το αξίζουμε και δε θα μας συμβεί. Στοίχημα;

Δεν υπάρχει θεραπεία για το ότι είμαστε στη γη έλεγε ο Μπέκετ. Κι η Amy το επιβεβαίωνε σε κάθε μετέωρο βήμα της. Η σχέση του θανάτου με τον έρωτα, που πρώτοι κατέδειξαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, δεν μπορεί σήμερα να κατανοηθεί από τα άψυχα Μίντια παρά ίσως μόνο με τη χρήση ουσιών. Και η Winehouse ήταν ξεκάθαρα αυτοκαταστροφικά ερωτευμένη με το μεγάλο της έρωτα που την μύησε στις καταχρήσεις. Επιπλέον, δίχως υποψία ειλικρινούς ενδιαφέροντος και αγάπης από έναν περίγυρο ανίκανο να βοηθήσει και μία βιομηχανία διακριτική στο να εκμεταλλεύεται, κατέληξε μετά το αριστουργηματικό “Back to Black” ένας άρρωστος άνθρωπος. Υγιείς να αναφέρουμε για την ιστορία παραμένουν μέχρι και σήμερα εκείνοι που πετούσαν στο παράθυρο της φιξάκια ενώ προσπαθούσε να απεξαρτηθεί! Υγιείς και οι άλλοι που πόνταραν στην ακριβή ημερομηνία του θανάτου της! Υγιείς και τύποι-σταρ σαν τον Κριστιάνο Ρονάλντο που αντλούν ευχαρίστηση από τη ζήλεια που υποτίθεται μας εμπνέουν! Υγιείς και όσοι την κρίνουν μετά θάνατον από τον διαδικτυακό τους καναπέ, σαν ατζέντηδές που έχασαν λεφτά και διαπιστώνουν αστοχίες στον προϋπολογισμό της!

Σίγουρα φαίνεται περίεργο την εποχή που οι περισσότεροι πολιτικοί συμφωνούν στο ότι οι αγορές πρέπει να έχουν περισσότερες ελευθερίες από τους ανθρώπους, να βρίσκονται ακόμα πλάσματα που «λησμονούν την έπαρση». Πλέον μας εκπλήσσει αρνητικά εάν οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται σαν επιχειρήσεις, πολυκατοικίες ή Υπουργεία Οικονομικών. Η συμπεριφορά τους προκαλεί αμηχανία στην ομοιομορφία της άδειας γκλαμουριάς. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που μας κινούν την περιέργεια όσοι αυτοκαταστρέφονται. Γιατί δεν αγαπούν τον εαυτό τους, διότι δεν είναι επαγγελματίες, επειδή απεχθάνονται τη ζούγκλα και δεν επιθυμούν κλουβιά για κανένα, πόσο μάλλον τα δικά τους.

Αν δεχτούμε το «έλα μωρέ, κάτι μικροαστοί είναι που θρηνούν τη μικρή», οφείλουμε επίσης να σημειώσουμε ότι μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα απεχθάνονταν τους ξεχωριστούς ανθρώπους και τις διάνοιες. Η αναφορά στην Amy την ώρα που στη Νορβηγία παιζόταν το κρυφτό του θανάτου, κόντεψε να ποινικοποιηθεί. Όσοι δικαίως είχαν στραμμένο το βλέμμα τους βόρεια, το μόνο που απέδειξαν θυμώνοντας για το ενδιαφέρον που κέρδισε ο χαμός της τραγουδίστριας, είναι ότι ούτε για εκείνους είναι το ίδιο όλες οι ζωές, αφού ήταν οι πρώτοι που δεν την υπολόγισαν στη ζυγαριά τους. Στην πραγματικότητα, ανίκανοι οι περισσότεροι για ένα γνήσιο θρήνο σιωπής, μιλώντας για τους άλλους, συνέχισαν να μιλούν για τους εαυτούς τους, αποδεικνύοντας ότι η μοναξιά του καθενός δεν είναι μέγεθος μετρήσιμο.

Πόσο άρρωστες αλήθεια είναι οι κοινωνίες που δεν αναστοχάζονται στις τραγωδίες, που αδυνατούν να σωπάσουν, που έχουν πάντα κάτι να πουν, που ντρέπονται να ξεστομίσουν ένα έγκυρο ίσως; Σίγουρα έχουν αρρωστήσει πολύ πριν αυτήν την αρκετά κοινή αυτοκαταστροφική κοπέλα. Αν επιθυμούσαμε για ένα λεπτό να είμαστε ειλικρινείς, θα παραδεχόμασταν ότι στο θάνατο της Amy ανακουφισμένοι ζούμε τον ετεροχρονισμένο θρίαμβο της δικαιοσύνης. Μίας δικαιοσύνης που ό,τι κι αν σκαρφιστεί για περιπτώσεις όπως του Μπρέιβικ, δεν μπορεί να εφεύρει μία δίκαιη τιμωρία. Η απόδοσή της, λόγω της ασύλληπτης ενέργειάς του, γίνεται αδύνατη. (Στυγερές μας είπε αλλά απαραίτητες οι πράξεις του. Άδικά αλλά αναγκαία τα μέτρα του. Αυτό θα έλεγε και ο οικονομικός μας δολοφόνος. Το μοναδικό μέτρο ασφαλείας που μπορούμε να πάρουμε στο μέλλον είναι, φυσικά, η περισσότερη ελευθερία, η ίδια η παιδεία. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από τα όπλα να μην πυροβολούν). Γι’αυτό μας ανακουφίζει εντέλει ο θάνατος της Winehouse. Κάτι φαίνεται να λειτουργεί με λογική. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως η πιο αξιόπιστη πηγή δικαίου.

Από τη σκοπιά μας, η Amy ήταν τυχερή. Πράγματι. Όμως όταν ο άνθρωπος δεν βρίσκει παγίδες στο δρόμο του, τις τοποθετεί ο ίδιος. Εκεί που λες ότι έλυσε όλα του τα προβλήματα, έρχεται και τα θαλασσώνει καλύτερα. Τα εμπόδια που μπορεί να ανακαλύπτει είναι ατελείωτα, ειδικά από τη στιγμή που έχει να παλέψει για ελάχιστα. Η ιδιαίτερη ερμηνεύτρια που γνώριζε ότι ήταν προικισμένη αλλά δεν την ένοιαζε, που ήθελε να κάνει παιδιά και οικογένεια, γεννημένη τραγουδίστρια αλλά όχι περφόρμερ, δειλή και αδύναμη, απλώς επανέλαβε με τις πράξεις της τη διαπίστωση του Ντοστογιέφσκι: «Δώστε του πλούτη, πνίξτε τον στην ευτυχία, ενισχύστε τον όσο θέλετε χρηματικά για να μην κάνει τίποτα άλλο παρά να κοιμάται, να τρώει γλυκίσματα και να προλέγει το τέλος της παγκόσμιας ιστορίας, και τότε ακόμη ο άνθρωπος από αχαριστία και μοχθηρία θα κάνει ατιμίες. Θα ριψοκινδυνεύσει να χάσει τα γλυκίσματά του και θα επιθυμήσει σκόπιμα ουτοπίες που θα μπορούσαν να τον καταστρέψουν, πράγματα παράλογα κι ανώφελα μόνο και μόνο για να νοθέψει τον θετικό ορθολογισμό με κάποιο στοιχείο της φαντασίας του, καταστροφικό».

Σκέφτηκα την Amy στη θέση του Perozzi. Ανεύθυνη και εκείνη, ένα τίποτα. Μέχρι το ξέσπασμα ενός εντιμότατου φίλου του: «Θα φέρουμε χιλιάδες και όλοι θα κλαίνε. Και στεφάνια, τηλεγραφήματα, μπάντες, σημαίες, πουτάνες, στρατιωτικοί…». Το σάουντρακ για την κόλαση της Νορβηγίας δεν θα είχε τραγούδια της. Εκείνα ύμνησαν τον έρωτα. Δεν πέθανε λοιπόν η Amy who(?). Πέθανε η Amy Winehouse. Αδικαιολόγητα νέα, αδικαιολόγητα μόνη. Δεν έχει σε κανέναν να απολογηθεί παρά μόνο στον εαυτό της, που πλέον την πιστεύουμε, ήταν ο χειρότερoς κριτής της.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Η φάρμα των ζωών

Η Ευρώπη απαιτεί τους Κυρίους! Ο Κόσμος απαιτεί την Ευρώπη! Πεσσόα.

Ο αδιόρθωτος λαϊκιστής Ζαν-Λυκ είναι αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ανεύθυνος. Ο φόρος που πρότεινε για κάθε επομένως είναι το 37ο σενάριο που πέφτει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για το ελληνικό πρόβλημα. Βεβαίως, οι άνθρωποι που γράφουν είναι οι πρώτοι που αγαπούν το ρίσκο- κι αυτό το ξέρει καλά ο Γκοντάρ. Επιθυμούν όπως θα έλεγε κι εκείνος ο ήρωας του μεγάλου σκηνοθέτη στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» να «γίνουν αθάνατοι και μετά να πεθάνουν». Περνούν τη ζωή τους ποντάροντας όχι σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα αλλά στις λέξεις τους, το ύφος τους, τη διάρκειά τους. Αρνούνται ωστόσο να αγοράσουν cds, τζογάροντας αντρίκια μόνο τη δική τους ζωή.

Το αυτί της Ευρώπης δεν υπακούει όμως στην αριστοτελική λογική, ούτε ιδρώνει παρά τον καύσωνα. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα η Γηραιά Ήπειρος, εγκλωβισμένη στην «πένθιμη επιστήμη» της οικονομίας, ήταν μονάχα αποφασισμένη να παραμένει αναποφάσιστη για να δανειστούμε μια φράση του Τσόρτσιλ. Και περίμενε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Καιρός να το αποδεχτούμε. Δεν πρόκειται δα για καμία τρομερή θεωρία συνωμοσίας. Οι αγορές κάνουν παιχνίδι και η Ευρώπη ψάχνει τη σφυρίχτρα της. Είναι σχεδόν ολοφάνερο, πια, ότι πριν τη διάχυση της κρίσης χρέους τους ήταν φθηνότερο να μας σώζουν. Τα λεφτά, εξάλλου, δεν θα πήγαιναν στους τεμπέληδες Έλληνες αλλά στην αγκαλιά της ύφεσης και της λιτότητας. Ήταν λεφτά που μας έκαναν φτωχότερους, επομένως, καλά λεφτά Ζαν-Λυκ. Η έκρηξη, εντούτοις, του κόστους δανεισμού για την Ιταλία εκτός από τα έκτακτα μέτρα 70 δις που την ανάγκασε να πάρει εναντίον του πληθυσμού της, οδήγησε το Time να γράψει το αμίμητο: «Ξεχάστε την Ελλάδα. Τι συμβαίνει με την Ιταλία;».

Ο Καρλ Σμιτ έλεγε ότι: «Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση» και δίχως υπερβολή φαίνεται πως οι αγορές αποφάσισαν πριν από λίγες μέρες ότι η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει, απειλώντας ευθέως μέσω των οίκων αξιολόγησης την Ευρωζώνη. Σε έναν δικό τους κόσμο την ίδια ώρα, οι βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ ρωτούσαν εναγωνίως τον Υπουργό Οικονομικών εάν θα κάνουν φέτος διακοπές. «Το να μην νοιάζεσαι για διακοπές, θεωρείται καλή ένδειξη» γράφει ο Marc Roche για τους πιο εργατικούς τραπεζίτες της παντοδύναμης Goldman Sachs. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μας λέει η Ζέζα Ζήκου στην Καθημερινή:«διαθέτει στρατούς από οικονομολόγους και γραμμές επικοινωνίας με τράπεζες που της παρέχουν σταθερή ενημέρωση για τις αγορές και την οικονομία της Ευρωζώνης. Τα περισσότερα εθνικά υπουργεία Οικονομίας δεν διαθέτουν τέτοια τεχνογνωσία». Οι χώρες, επομένως, ομάδες Β’ Κατηγορίας στην καλύτερη περίπτωση, είναι παλάτια στην άμμο, ασήμαντες λεπτομέρειες καταδικασμένες να κινδυνεύουν διαρκώς εξαιτίας μίας νωθρότητας που δεν μπορεί, δυστυχώς, να αποδοθεί στις υψηλές θερμοκρασίες. Στον πολιτικό, εκτός από τα μέσα με τα οποία ασκούνταν κάποτε η πολιτική, φαίνεται να λείπει η δύναμη, η διάθεση αλλά και η ελευθερία του κερδοσκόπου.

Η Μαριάννα Πολυχρονιάδου στην Ελευθεροτυπία μας θύμισε πρόσφατα μία δήλωση του προέδρου της Bundesbank, Tietmeyer, από το μακρινό 1998: «Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης επέλεξαν επιτέλους το δρόμο της παραίτησης από τις θεμελιώδεις εξουσίες λήψης αποφάσεων μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες». Τι κι αν οι κυβερνήσεις λοιπόν έχουν παραιτηθεί; «Οι αγορές ψηφίζουν κάθε μέρα» μας καθησυχάζει ο Τζορτζ Σόρος. Πριν από λίγο, εξάλλου, η Χίλαρι επισήμανε στον Βενιζέλο ότι το πρόβλημα της οικονομίας μας είναι πολιτικό. Σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει το αντίθετο. Οι άνθρωποι φταίνε που οι δείκτες δεν ευημερούν, οπότε τόσο το χειρότερο για τους ανθρώπους.

Ποιος θα το έλεγε στον Αϊνστάιν όταν αναρωτιόταν στις επιστολές που αντάλλασε με τον Φρόυντ εάν: «υπάρχει ένας τρόπος για να ελευθερωθούν οι άνθρωποι από το κακό πεπρωμένο του πολέμου», ότι ο τρόπος βρέθηκε! Οι άνδρες του χρήματος εδώ και κάμποσα χρόνια πολεμούν δίχως να πεθαίνει κανένας στρατιώτης που παίρνει μέρος στις εχθροπραξίες. Οι απώλειες είναι αποκλειστικά άμαχοι πληθυσμοί. Τα παιδάκια που μας κυβερνούν, επομένως, Ζαν-Λυκ για να τελειώνουμε δεν είναι αυτά που υποδεικνύει η Monde. Εκείνοι, οι ηγέτες της Ευρώπης όπως επιμένουν να τους ονομάζουν, δεν είναι καν οι μαμάδες τους. Εραστές του μέτριου και όχι του μέτρου, σε ό,τι τους αφορά, έχουν δίκιο. Προστατεύουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Ο Πεσσόα τους τα ψάλλει στο Ultimatum: «Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς! Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από αυτούς εδώ! Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ! Τελεσίγραφο σε όλους και σε όσους τους μοιάζουν! Εάν δε θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν αλλά να πλυθούν!».

Οι τελικές αποφάσεις ως προς τι θα γίνει με τα εμπορευματοκιβώτια στην Κύπρο θα λαμβάνονταν την ημέρα της τραγωδίας. Στην Ευρώπη ποιος θα βρεθεί να κατηγορήσει τους αναρμόδιους ηγέτες της; «Έχουμε μπει σε ένα τυφλό δρόμο και περιμένουμε να ξαναβρεί την όρασή του», θα έλεγε ο Πετάν. Ποιος θα απονείμει, επομένως, στους λαούς την ελευθερία τους; Τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να μας πει ο αναρχικός τραπεζίτης του Πορτογάλου ποιητή; Μέσα ή έξω από το αυγό είναι η ζωή που λαχταρούμε;


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)