Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Μια καλή απάντηση

Ρώτησαν έναν εργάτη στο δικαστήριο αν ήθελε να δώσει τον πολιτικό ή τον θρησκευτικό όρκο. Εκείνος αποκρίθηκε:«Είμαι άνεργος». Αυτό δεν το είπε μόνο από αφηρημάδα, παρατήρησε ο κ. Κ. Με αυτή την απάντηση τους έδωσε να καταλάβουν ότι τέτοιες ερωτήσεις, ναι, ίσως ακόμα κι αυτή η δικαστική διαδικασία μπορεί να μην έχουν γι’αυτόν καμία σημασία. Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδερφέ μου*

Οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν(Γκαλεάνο). Που η διάλυση της χώρας τους αποτελεί κεντρική πολιτική της κυβέρνησής τους. Που ικανοποιούν όλα τα βίτσια των δανειστών τους. Που πίστεψαν ένα παιδί που τους είπε ότι λεφτά υπάρχουν ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να το αγαπήσουν για την καρδιά του.

Οι άνθρωποι που δεν ξέρουν για ποιο λόγο γεννήθηκαν οι υπόλοιποι-πάντως εκείνοι γεννήθηκαν για να τους κατηγορούν. Που δεν είναι ευχαριστημένοι ποτέ με τα αγαθά των άλλων-έχουν πολλά που θα έπρεπε να έχουν αυτοί. Που είναι ρηχοί και επιφανειακοί από άποψη-θαρρούν πως πατούν στη γη ενώ αυτή γυρίζει. Που όπου δουν βυθό, τρέχουν να ανασύρουν το μυαλό και την ψυχή τους. Που φτάνουν στο σημείο να παντρεύονται επειδή φοβούνται το θάνατο- η μελαγχολία της ερωτικής ελευθερίας γίνεται παρηγορητική καταπίεση αιωνιότητας και το «για πάντα» γίνεται πράξη, έστω προσωρινά. Οι άνθρωποι που αναζητούν την ασφάλεια σε μία σχέση επειδή δεν μπορούν ακόμα να κλείσουν τάφο και επειδή πάλι φοβούνται το θάνατο. Πάντα φοβούνται το θάνατο. Οι άνθρωποι που βάζουν πια απέναντί τους ένα ζεστό pc και όχι ένα ζεστό κορμί. Που δεν διεκδικούν ό,τι λατρεύουν για να μην πληγωθούν. Που ζητούν όλα τα σωστά πράγματα από τους λάθος ανθρώπους.

Οι άνθρωποι που αποδεικνύονται συνέχεια δειλοί και βαρετοί για τη ζωή. Που τους χωρίζει η αγάπη και τους ενώνει το συμφέρον και το μίσος. Που η μόνη αλληλεγγύη που γνωρίζουν καλά είναι η αλληλεγγύη του κλέφτη. Που μπορούν να ενωθούν, αλλά μόνο αν ξέρουν ότι θα είναι για λίγο. Που πατούν την τσίχλα που πέταξαν χθες στο δρόμο και γίνονται έξω φρενών. Που με απίστευτη ευκολία παίρνουν κάτι που άκουσαν και το παρουσιάζουν σαν δικό τους. Που έχουν ακόμα σε υπόληψη τον εαυτό τους στα 28 τους και τον πουλούν με την ελπίδα να αποδειχτεί φιλικός προς το περιβάλλον. Που παριστάνουν με επιτυχία τους ταλαντούχους. Που όταν λένε η ανεξαρτησία μου, εννοούν η σκλαβιά μου. Που δεν έχουν άδικο- αν έχουν δίκιο είναι μια άλλη ιστορία.

Οι άνθρωποι που δεν τολμούν να εκφραστούν γιατί ο κόσμος γύρω τους γέμισε αποκαλύψεις και αλήθειες. Που επέτρεψαν κάθε τους συζήτηση να περιστρέφεται, άκουσον-άκουσον, γύρω από τα χρήματα. Που θυματοποιούνται, άρα δεν είναι ακόμα θύματα. Που διψούν για καταδικασμένες να αποτύχουν ιδέες και σου δίνουν τη ψυχή τους. Που ακόμα κι αν τα έχαναν όλα, δεν θα έχαναν το κέφι τους να βρίζονται. Που φτάνουν ψηλά όταν είναι εργασιομανείς, δηλαδή τεμπέληδες με τους εαυτούς τους. Που κάνουν συνέχεια νέους φίλους στο Ίντερνετ ώστε να είναι σίγουροι πως αν πάθουν κάτι, θα βρεθούν άλλοι άνθρωποι να αδιαφορήσουν. Οι άνθρωποι εναντίον των οποίων θα είχαν ξεσηκωθεί όλα τα ζώα, αν είχαν Μ.Μ.Ε.

Οι άνθρωποι που την ανθρωπιά τους την είπαν διαπλοκή. Που σκαρώνουν μία φάρσα σε όλη τους τη ζωή και την υπηρετούν. Που προδίδουν την ύπαρξή τους ώστε να πείσουν για τις απόψεις τους. Που ό,τι και να σου πουν ότι πιστεύουν, δεν θα είναι αλήθεια. Που τους είπαν να νοικοκυρέψουν το σπίτι τους και κατάλαβαν πως πρέπει να διώξουν τα παιδιά τους. Που σε καλούν να αλλάξεις τον κόσμο ενώ ήδη αυτός αλλάζει. Που η ειλικρίνεια τους προκαλεί απέχθεια και η εντιμότητα γέλια.

Οι άνθρωποι που δεν αμφιβάλουν ποτέ. Που η μετριότητα είναι η μοναδική μεγαλοφυΐα που σταθερά σου αναγνωρίζουν. Που δύσκολα θα διέκριναν ευφυΐα σε κάποιον που ακούει, πόσο μάλλον σε κάποιον που έχει πελαγώσει. Που δεν είναι έξυπνοι για περισσότερο από δύο λεπτά. Που η ευφυΐα τους έγινε ο λόγος της χρεοκοπίας τους. Που θέλουν να σε σώσουν αλλά με τους δικούς τους όρους. Που το ποιος είναι ο πιο επιτυχημένος, το βάφτισαν επικοινωνία. Που υπερασπίζουν ο καθένας το δικό του δέντρο και καίγονται μαζί με αυτό γιατί εκεί ήταν η θέση τους στην κοινωνία- δεν ήταν καν επιλογή τους. Που αντάλλαξαν την τρέλα τους για μία καλή θεσούλα. Που ποτέ δεν σε κρίνουν από τα λόγια σου ενώ τα έργα σου είναι συχνότερα αποτέλεσμα συμβιβασμών.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να σκοτώσουν όλους τους θεούς τους και ανασταίνουν πάντα έναν. Που δεν μπορούν να γίνουν καλύτερα όντα και γι’αυτό πιστεύουν σε ανώτερα. Που δεν έχουν στόχο την αυτοκαταστροφή αλλά τη σωτηρία τους ένα δευτερόλεπτο πριν. Που δεν αισθάνονται ποτέ γελοίοι όταν μιλούν για τον εαυτό τους, ενώ θα έπρεπε να είναι ζήτημα αξιοπρέπειας το να μη ξέρει κανένας ποιοι είναι. Που πάντα μένουν εκεί που είναι η κόλασή τους. Που θα πάγωναν χωρίς τις ψευδαισθήσεις τους: Μπροστά στη σκέψη τόσων αδικαίωτων υπάρξεων που πέρασαν από τη γη και χαθήκαν, κανείς δεν θα μπορούσε να πάει στη δουλειά του το πρωί. Όλοι θα ξερνούσαν από φρίκη στην τουαλέτα.

Οι άνθρωποι που όταν ήμουν πιο μικρός, κανείς τους δεν τολμούσε να αρρωστήσει. Που δεν κραυγάζουν ποτέ την πλήρη αλήθεια γιατί κανείς δεν θα τους δώσει σημασία και αυτό θα τους κοστίσει. Που όταν αναφέρονται με νοσταλγία στα παλιά δεν εξιδανικεύουν το παρελθόν αλλά τα νιάτα τους. Που ο αγώνας τους αξίζει αρκεί να υπάρχει κάπου μία υπέροχη γυναίκα. Που δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν σαν άνθρωποι. Που πάντοτε πεθαίνουν μες στα χέρια μας.

Οι άνθρωποι «με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας, τα γερατειά μας»(Ρίτσος) που σαν τον Μπουκόφσκι λέμε: «Οι άλλοι είναι σαν τους άλλους». Οι άνθρωποι που τελειώνοντας το κείμενο θα σκεφτούν:«Δεν εννοεί εμένα». Οι άγιοι τούτοι άνθρωποι: Δώσ’τους έναν κόσμο δίκαιο και θα στον γυρίσουν πίσω προσβεβλημένοι. Θα προτιμήσουν αυτόν που έχουν τώρα και που τους επιτρέπει, ευτυχώς, να υποκρίνονται. Ο άνθρωπος είναι η απάντηση έλεγε ο Μπρετόν. Δεν είπε τίποτα για λύση.

Όλα αυτά συνθέτουν την καταδίκη τους; Το ακριβώς αντίθετο θα λέγαμε. Τίποτα δεν θα μας έκανε καλύτερους. «Παρά τον πλούτο των βιωμένων εμπειριών τους, οι άνθρωποι βγαίνουν πάντοτε από μία ιστορική δοκιμασία όσο βλάκες είχαν μπει» λέει ο Κούντερα. Και όσο γενναιόδωροι, όσο φιλότιμοι, όσο δημιουργικοί συμπληρώνω εγώ. Τις τιμωρίες, τους εκβιασμούς και τις προσβολές, ας τις βάλουν λοιπόν εκείνοι εκεί που ξέρουν και εμείς θα θεωρήσουμε το επεισόδιο λήξαν. Αλλά είπαμε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν. Στο όνομά τους, ο Σαρκοζί μας ενημέρωσε ότι μολύνουμε την Ευρώπη, σαν νέοι Εβραίοι, και με έκανε να αισθάνομαι άβολα με τέτοιο κοπλιμέντο. Αν δεν ήξερα τι καλοί άνθρωποι είναι κατά βάθος και τι ζόρι τραβάνε με τις τράπεζές τους εξαιτίας μας, θα σκεφτόμουν ότι τα φιλαράκια τους θέλουν να μας αγοράσουν πιο φτηνά. Τίποτα δεν αποκλείεται.

*Πρόκειται για φράση του Μπωντλαίρ.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Υποδοχή ηρώων

Ένας θησαυρός επιστρέφει στους Έλληνες. Ο Χρήστος Τζέκος, ο μεγάλος Έλληνας προπονητής, είχε δικαιωθεί από τα ψηφιακά αρχεία της ΕΡΤ πολύ πριν την αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου. Η εκπομπή με τα κατορθώματά του δεν είχε εξαφανιστεί όπως κάποιος θα περίμενε. Βρισκόταν εκεί για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι από τι σκευάσματα φτιάχνονται οι πρωταθλητές.

Αν κάποιοι τολμηροί θελήσουν να δώσουν βάση στην κατάληξη της υπόθεσης, για άλλη μια φορά θα δουν ότι απεδείχθη πως δεν είναι η οικονομία, η Δικαιοσύνη ή το ντόπινγκ το εθνικό μας θέμα, αλλά τα τροχαία ατυχήματα εντός πόλεως. Το μοιραίο βράδυ της 12ης Αυγούστου του 2004 θα μείνει στην ιστορία ως η πιο άτυχη στιγμή στην καριέρα των δίδυμων πύργων του ελληνικού σπριντ και το μόνο που απομένει είναι να στηθεί ένα εκκλησάκι ή ένα λιγότερο μακάβριο μνημείο στην παραλιακή λεωφόρο για τα δύο παιδιά που έχασαν την ευκαιρία να κάνουν πράξη το όραμα του Χρήστου για το 2004: Δεν θα έτρεχαν στην Αθήνα. Θα πετούσαν.

Το τροχαίο ήταν, δίχως άλλο, η φυσιολογική κατάληξη του κυνηγητού που είχε ενταθεί μετά το 2003. Τότε ο Κεντέρης δεν τους είχε κάνει τη χάρη να κατέβει στο Παγκόσμιο του Παρισιού. Λίγοι θυμούνται την ύποπτη μη συμμετοχή του που ανακοινώθηκε λίγες μέρες πριν ξεκινήσουν τα 200 μέτρα με δικαιολογία έναν μικροτραυματισμό. Το τιμ Τζέκου ανανέωσε το ραντεβού του με τη WADA, προσδοκώντας ίσως σε μία πιο διακριτική μεταχείριση τον επόμενο χρόνο στην έδρα μας. Οι ελεγκτές όμως είχαν προαποφασίσει το τέλος του προκλητικού ελληνικού θαύματος και ο σκηνοθέτης δεν είχε καμία διάθεση να το επιτρέψει. Μας την έχουν στημένη; Θα τους τη στήσουμε κι εμείς.

Ας μη σπεύσουν να δουν κάποιοι αφελείς, άσχετοι ή απλώς ηθικολόγοι στην Θάνου και τον Κεντέρη την Ελλάδα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους ελεγκτές της τρόικας, ενώ τα προηγούμενα χρόνια παραποιούσε τα στοιχεία των επιδόσεών της. Εξάλλου. οι τροικανοί μάλλον θα ήταν υπερήφανοι αν βρισκόντουσαν στις προπονήσεις των υπεραθλητών μας και έβλεπαν πόσο ανταγωνιστικοί και αποδοτικοί ήταν οι Έλληνες σε σχέση με άλλους Ευρωπαίους σπρίντερ. Ο Χρήστος Τζέκος ήταν για κάμποσα χρόνια ο μόνος σοβαρός επαγγελματίας του χώρου. Έδειχνε το δρόμο, ρίσκαρε και έπαιζε το παιχνίδι τόσο βρόμικα όσο έπρεπε για να φτάσει ψηλά. Τούτη τη λεπτή γραμμή εξηγούσε όταν έλεγε το διάσημο πια: «Ντοπαρισμένος είναι όποιος πιάνεται». Ήξερε ότι λίγες ώρες κάνουν τη διαφορά. Τα αποτελέσματα της ευελιξίας αυτής πανηγυρίζαμε. Επιτυχίες εντυπωσιακές, τηλεοπτικές και εξόχως εθνικές. Ωστόσο, ας μην τρελαθούμε τελείως: η Κατερίνα και ο Κώστας ήταν δύο τεράστια ταλέντα, από αυτά που δεν βγάζει ξανά, ακόμα τουλάχιστον, ο ελληνικός κλασικός αθλητισμός. Δεν αρκούσε όμως αυτό.

Ο κόουτς ήξερε να χάνει στους αγώνες. Δεν θα έχανε ποτέ έξω απ’αυτούς. Γι’αυτό και ανέλαβε προσωπικά την περίθαλψη των τραυματιών του. Ούτε άμα τον θερμοπαρακαλούσαν όλοι οι εθελοντές του Ολυμπιακού χωριού, δεν θα τους άφηνε να κατουρήσουν. Έκτοτε, ελλείψει αμφιβολιών, δεν ξαναδίκασα ούτε εκείνον ούτε τους αναβάτες της μοτοσικλέτας. Πριν το τροχαίο είχε προηγηθεί παραβίαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και πολλών πινακίδων Stop. Το είχαν παρακάνει με το κρυφτούλι. Δεν έχει αντίπαλο το game over.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Οι νεολαίοι και το αυγό

Με αφορμή το νέο νομοσχέδιο για την παιδεία και την ανακοίνωση των βάσεων, ένα σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι πριν από 32 χρόνια.

Τι εννοούμε λέγοντας παιδεία; Την πληροφορία, την τεχνική, το δίπλωμα εξειδίκευσης που εξασφαλίζει γάμο, αυτοκίνητο και ακίνητο, με πληρωμή την πλήρη υποταγή του εξασφαλισθέντος, για, την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου, με τεχνική αναθεώρησης κι ονειρικής δομής, με αγωνία απολευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ’άστρα; Αυτή τη δεύτερη παιδεία την αποσιωπούν και δεν την δίνουν δωρεάν. Γιατί δεν συντηρεί και δεν υπηρετεί συστήματα. Αντίθετα, τα ελέγχει, τα αναθεωρεί και τ’αποδυναμώνει.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Διαδίκτυο προσωπικοτήτων.

Ένα έθνος που φοβάται να αφήσει τους ανθρώπους του να κρίνουν την αλήθεια και την αναλήθεια, είναι ένα έθνος που φοβάται τους ανθρώπους του. Τζον Κένεντι.

Η εξουσία δεν σερβίρεται ξεροσφύρι. Συνοδεύεται από μία σειρά έμμονες ιδέες. Η πιο παλιά από αυτές βασανίζει τους φιλότιμους υπηρέτες της που δεν μπορούν να κλείσουν μάτι τα βράδια εξαιτίας της ίδιας επίμονης υπόνοιας: το να λέει ο καθένας ό,τι του κατέβει στο κεφάλι δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως αντίθετο με την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, επιπόλαια, η ιδρωμένη αϋπνία γίνεται αυτονόητη προτροπή για δράση, ανακοινώσεις και αυστηρότερες ποινές με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Δεν είναι δα και οι πρώτοι που υπερεκτιμούν την καρέκλα τους.

Στις ελληνικές μέρες του πρόζακ οι κουκουλοφόροι των blogs, ύστερα από πρόταση του περιοδικού Ciao, γίνονται πρώτη ύλη στο διαδίκτυο των επωνύμων. Μπροστά στην προοπτική της διασημότητας για όλους που ανοίγει η μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, ποιος θυμάται το όραμα περί Δανίας του Νότου; Προετοιμαστείτε ψυχολογικά. Ο εφιάλτης του ονοματεπώνυμου δεν πρόκειται να επιδείξει έλεος. Κανενός η φωνή δεν θα έχει χώρο στο διαδίκτυο των σταρς. Τώρα, πια, θα υπογράφουμε αυτόγραφα κάτω από την άποψή μας για την οποία καίγεστε, σας βλέπω. Το σημείο της γόνιμης διαφοροποίησης του καθενός, θα είναι σπατάλη που θα περικόπτεται από τον ίδιο. Το μενού της αυτολογοκρισίας και του savoir vivre θα περιλαμβάνει αποκλειστικά αβρότητες και φιλοφρονήσεις. Ή απόλυτα αρσενικά ή άντρες της χρονιάς. Ένα από τα δύο.

Σέβομαι οποιονδήποτε εκφράζεται επώνυμα. Θέλω κι εκείνος να σεβαστεί το ενδεχόμενο ότι σε ένα παιχνίδι δημοφιλές και συνάμα βαθύ όπως η γραφή, το όνομά μου μπορεί να έχει μικρή σημασία για το χαρτί. Ας αρχίσουμε όμως από κάτι ξεκαρδιστικό. Το οξύμωρο του πράγματος φωνάζει από χιλιόμετρα. Για ποια ανωνυμία μου μιλάς από τη στιγμή που έχω σύνδεση στο Ίντερνετ; Οι άνθρωποι του Facebook και της Google θα ξεσπούσαν σε γέλια. Το Debate θα είχε τόσο ενδιαφέρον όσο και ένα που θα πραγματευόταν εάν θα υπάρχει παρθενία στις πουτάνες.

Μήπως οι δημοσιογράφοι αναφέρονται ξανά στην ανωνυμία που κοστίζει ζωές; Κι αφού έχουν αμνησία και ξεχνούν τις ψευδώνυμες στήλες των εφημερίδων και την ανωνυμία των πηγών τους, τι γνώμη έχουν για την απείρως πιο τρομακτική και επικίνδυνη ανωνυμία του Economist; Ποιος βρίσκεται πίσω από τα κείμενά του αν όχι ο ίδιος ο Big Brother, ο Θεός των αγορών; Και για να συνεχίσουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων, ποιες είναι οι αγορές που έχουν και Θεό; Τις έχει δει ποτέ κανείς; Γιατί γκρεμίζονται τα χρηματιστήρια; Τι έχει να μας πει ο επώνυμος δημοσιογράφος για όλα αυτά εκτός από το επώνυμό του; Εκείνος δεν είναι που δεν πηγαίνει πουθενά χωρίς την Standard & Poor’s του; Ως πότε θα παριστάνουν τα mainstream Μίντια ότι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει; Πόσες ακόμα ομολογίες άγνοιας και αμηχανίας για τις οποίες μιλούσε ο Νικήτας Λιοναράκης μπορούν να αντέξουν τηλεθεατές και αναγνώστες;

Αυτό που διαφεύγει από την ηλιοκαμένη κυβέρνηση είναι πως η μοναδική αξιοπρέπεια που είχε μείνει μέχρι τώρα στους bloggers ήταν η ανωνυμία τους. Και μιλάω γι’αυτούς που συνήθως αξίζει να διαβάζεις. Η μετάβαση σε ορισμένους από αυτούς δεν θα κοστίσει τίποτα. Συμπεριφέρονται ήδη σαν διασημότητες, Σε έναν τόπο όμως όπου ακόμα ανθίζει η φιγούρα, όπου ακόμα πουλάνε τα αδιανόητα τίποτα, όπου ο ανταγωνισμός γίνεται η νέα εθνική αφήγηση, τα ευφάνταστα ονόματα των blogs μας, η αίσθηση ελευθερίας που μας έδιναν, η άρνηση του σκληρού εγώ μας, ήταν το όπλο με το οποίο πολεμούσαμε. Ήθελε αρετή και τόλμη η ανωνυμία-με το mail σου πιο δίπλα να δίνει φόρα παρτίδα να στοιχεία σου σε όσους δυσφημείς. Ο πασαένας που είχα διαλέξει να συνοδεύει τα γραπτά μου, αυτό και μόνο προσπάθησε να πει στον πασαένα. Να μη φοβάται τις σκέψεις του, να τις κάνει ακόμα κι αν αναγκαστεί να τις φάει ο ίδιος, ακόμα κι αν αποδειχθούν ασήμαντες, μα πάνω απ’όλα να μην ντρέπεται να το λέει, να το φωνάζει αν χρειαστεί, ότι είναι και θα είναι ο πασαένας, ότι έτσι όπως έγιναν τα πράγματα μόνο ο πασαένας θέλει να είναι: όχι επειδή μόνο αυτό θα μπορεί να είναι από εδώ και στο εξής αλλά διότι μόνο αυτό θα έχει αξία.

Θα προσυπέγραφα ευχαρίστως το tweet του περιοδικού Ποιείν:«Η ανωνυμία είναι η παιδική ασθένεια των μπλόγκερς. Βγάλτε τα παντελονάκια σας πιτσιρίκια. Φορέστε βερμούδες» αν δεν πόσταρε μερικά λεπτά αργότερα ένα ποίημα του Ρεμπώ που είχε οσμιστεί το πρόβλημα νωρίς:«Εγώ είναι ένας άλλος». Τρέχα γύρευε. Σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, η φράση του δεν παύει να μαρτυρά το αναπόφευκτο της ανωνυμίας. Μιας ανωνυμίας που ως μοναδική δυνατότητα λαμβάνει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας: τη θέση μου θα την πάρει ο άλλος. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί η τραγωδία. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους. Ένας άγνωστος θα είναι πάντα πρόθυμος να απειλήσει με την αλήθεια του. Η πληροφορία θα διαχέεται με ταχύτητες μεγάλες. Το κουβάρι θα ξετυλίγεται θέλει δε θέλει η εξουσία, θέλει δε θέλει η λογοκρισία. Η κρίση του καθενός θα ασκείται θέλει δε θέλει ο εγκέφαλός του να μπει σε περιπέτειες, θέλει δε θέλει ο δάσκαλός του να το επιτρέψει. Έτσι θα γίνει πολίτης. Έτσι θα αποκτήσει την αγωγή και τα βιβλία που δεν του δίνει το νέο σχολείο. Έτσι θα λείψουν οι Μπρέιβικ. Διαφορετικά κινδυνεύει κάθε κυβέρνηση σύμφωνα με τον Δήμου να μοιάζει με τον Ξέρξη που διέταξε το μαστίγωμα της θάλασσας προκειμένου να γαληνέψει.

Αν η αδιαφορία λύγισε ποιητές και λογοτέχνες, μπορεί σίγουρα να αποθαρρύνει μερικούς κοινούς συκοφάντες. Την ανωνυμία, λοιπόν, ως τεστ συνείδησης και μόνο, αξίζει να την υπερασπιστούν όλοι όσοι γράφουν. Ως διαχείριση ελευθερίας, ως αγαθό για το οποίο διώκονται και δολοφονούνται σε ανελεύθερα καθεστώτα, ως παιδί της ανώνυμης δημοκρατίας που συρρικνώνεται, ως φόρος τιμής σε όλους όσοι είχαν ένα μικρό ατυχηματάκι επειδή μίλησαν, ως άνθρωποι που καταλάβαμε περισσότερη ιστορία απ’ όση διαβάσαμε. Η πρόθεση της κυβέρνησης δεν είναι ασφαλώς να μας χαλάσει το παιχνίδι. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για μία ακόμη επίδειξη αδυναμίας. Όσο για εκείνους που αδιάφορα βλέπουν στην ανωνυμία ένα αναγκαίο κακό, φοβάμαι ότι με την ίδια αδιαφορία θα αντιμετώπιζαν και τη λογοκρισία σε ένα ανελεύθερο καθεστώς και θα συνέχιζαν να αρθρογραφούν.

Στην Κίνα οι πολίτες, μέσω του Sina Weibo, κατορθώνουν και παρακάμπτουν την προπαγάνδα. Πιο τυχερός ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ, περιμένει να καταδικαστεί από την αμερικανική Δικαιοσύνη με την κατηγορία του ήρωα. Οι ηττοπαθείς κοινωνίες, που όλο και συχνότερα συγκρίνονται από τους ειδικούς με χύτρες ταχύτητας, δεν πρόκειται να σκάσουν εάν οι κυβερνήσεις ευφυώς αφήσουν στη θέση τους τις βαλβίδες αποσυμπίεσης. Όταν, επομένως, ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου μιλάει για ταυτοποίηση των διαχειριστών στα ελληνικά ιστολόγια, ο απώτερος σκοπός του δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κάθε προοδευτικός άνθρωπος θα έπρεπε να στηρίξει την ποινικοποίηση της ελεύθερης έκφρασης. Ίσως τότε γινόταν από όλους κατανοητό ότι με κάποιον πολύ καινούριο ολοκληρωτισμό αρχίζουν να μοιάζουν όλα όσα απαθώς και φοβισμένα παρακολουθούμε να συμβαίνουν εντός και εκτός των συνόρων μας.

Οι άνεργοι έχουν μείνει χωρίς όνομα. Πότε θα γίνει άρση της ανωνυμίας τους; Ας μην εθελοτυφλεί η κυβέρνηση: το ερώτημα δεν θα έχει μικρότερη σημασία στο διαδίκτυο των προσωπικοτήτων. Η πραγματικότητα την υπονομεύει, όχι η ανωνυμία. Θα ήταν απείρως αποτελεσματικότερη αν ξεκινούσε να ραδιουργεί εναντίον της. «Το σκοινί δεν κρεμάει, η γη έλκει» συμπύκνωνε ο Ουγκό.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Σπύρος

Όλες οι θρησκείες κατόρθωσαν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, να καθησυχάσουν τον άνθρωπο. Του υποσχέθηκαν κι άλλη ζωή μετά το τέλος αυτής που του δόθηκε και εκείνος λίγο ή πολύ το έχαψε. Πιστεύοντας, είχε το θάνατο στο χέρι του. Τον έβγαζε από το τσεπάκι του και τον άναβε, τον αιχμαλώτιζε με το σταυρό του, τον κορόιδευε με τη μετάνοιά του, προσποιούνταν τον ηθικό και τον έντιμο μπροστά στο Θεό του, έκανε δημόσιες σχέσεις με τον ουρανό, δεν λησμονούσε ποτέ την προσευχή του. Τα είχε όλα υπό έλεγχο.

Για τους άθεους, είχε φροντίσει ο Επίκουρος. Ο Βιτγκενστάιν νομίζοντας ότι κάνει μεγάλη ανακάλυψη πολλούς αιώνες αργότερα επαναλάμβανε τα λόγια του: ο θάνατός μας δεν μας αφορά. Όταν έρθει, εμείς θα λείπουμε. Είναι ένα γεγονός που πρέπει να αφορά τους άλλους, τους δικούς μας. Εμείς θα ζήσουμε ανέμελα. Ας τρέμουν εκείνοι.

Ποια θρησκεία όμως, ποιος Θεός, ποιος φιλόσοφος, ποια αίρεση, παρηγόρησε τον άνθρωπο για το θάνατο των δικών του ανθρώπων; Ποια του πήρε τις φοβίες του και τις μετέτρεψε σε θαύματα; Ποια υπήρξε αποτελεσματική όταν τα περιθώρια στένευαν και η ανάγκη για ένα ψέμα περίσσευε; Γιατί δεν ξεμπερδέψαμε μαζί του;

Διύλιζα όλη μέρα τον κώνωπα για την ανωνυμία των blogs. Μην πω καμία μπαρούφα στους αναγνώστες τώρα που ο κόσμος μέσα από Parallaxi απέκτησε αυτιά. Δεν υπολόγισα στο τραπέζι τον μεγάλο λογοκριτή του σύμπαντος. Ήρθε απρόσκλητος, πήρε μία καρέκλα και έκατσε. Ο Παντελής που εκτιμώ και που διαβάζω ευλαβικά, έχασε προχθές το ωραιότερό του ποίημα. Το παλικάρι του. Ας τον συντροφεύσουν μια φορά πρώτες οι δικές μας σκέψεις. Τα ταπεινά συλλυπητήρια όλων μας στην οικογένειά του.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Κλάρα

(Ο 25χρονος του χθεσινού ποστ σπάει τη σιωπή του παρότι ζεσταίνεται. Παρόλο που σκέφτεται ότι ο Αρθούρος είχε δίκιο όταν έγραφε: «Ένας ύπνος ολομέθυστος στην αμμουδιά, αυτό αξίζει, και τ’άλλα κουραφέξαλα»).

Ήταν μία πολύ καλή χρονιά η πρώτη χρονιά για το Πολύ την Κυριακή. Είχε, μεν, περάσει το ‘04 και το ‘05 που είχαμε πάρει Ευρωπαϊκό Ποδοσφαίρου, Μπάσκετ, Ολυμπιακούς και Γιουροβίζιον, όμως, στο εθνικό υποσυνείδητο διατηρούσαμε τη φόρα όλων αυτών των κατακτήσεων. Ο πλανήτης υπάκουε σε κάθε ελληνικό κέλευσμα: αρκούσε μόνο μία γκόμενα να διατάξει από την κερκίδα τον Μερκ με το επιτακτικό:«Σφύρα το ρε μαλάκα» για να πανηγυρίσουμε. Συνέχεια μας θυμάμαι να πανηγυρίζουμε. Κι η αλήθεια είναι ότι παραήμασταν καλοί. Το παρακάναμε μέχρι και εκεί. Τα γονίδια της Χαλκιά ήταν δυο φορές γονίδιά μας.

Όσο για τον Γρηγόρη, για μια περίοδο θεωρούνταν ο απόλυτος άρχοντας της βραδινής ζώνης και αντιμετωπιζόταν από αρκετούς ως ο μεγαλύτερος Έλληνας στοχαστής-στη συνέχεια τον διαδέχτηκε ο Γιώργος Παπανδρέου. Η Μαριέττα, που τον πλαισίωνε, ήταν μία ντροπαλή ανερχόμενη δημοσιογράφος που δεν θα παραξενευόσουν αν άκουγες ότι στις ελεύθερες ώρες της, της αρέσει να διαβάζει Αλεξάνδρα Κολλοντάι. Δεν είχε ανέβει ακόμα στο Αβέρωφ, ούτε είχε βρει τον εφοπλιστή της ζωής της. Το παραδέχομαι. Υπήρξα σχεδόν ερωτευμένος μαζί της. Τώρα με την κρίση, λίγοι θα άκουσαν, ότι πουλάει σανδάλια για να ζήσει. Κάθε Κυριακή περιμέναμε, λοιπόν, την εκπομπή του Γρηγόρη και της Μαριέττας, της Μαριέττας και του Γρηγόρη. Η άλλη Ελλάδα, του καναπέ και του καμπινέ, διασκέδαζε τηλεοπτικά την πλήξη της και «οι ένοχοι μικροαστοί λούφαζαν στα κλιματισμένα τους διαμερίσματα μασώντας ηδονικά τσίχλα» για να την παρακολουθήσουν, όπως θα έλεγε μεταμφιεσμένος σε Σεμίνα ο Ζουγανέλης. Η απουσία του κωμικού προσέδιδε, εξαιτίας της, έντονο κωμικό στοιχείο στο όλο σκηνικό, όπως ακριβώς στον Ηλίθιο του Φιοντόρ. Τα αστεία του Αρναούτογλου δεν ήταν του γούστου μου, αλλά ομολογώ ότι γελούσα αρκετές φορές με την αβάσταχτη ελαφρότητα που εναντιωνόταν στη μισητή μουσική της Αθλητικής Κυριακής.

Αδικώντας το σόου, θα λέγαμε ότι όλη η Ελλάδα περίμενε με αγωνία σε ποιο τετραγωνάκι θα αφήσει την κουράδα της η Κλάρα, όπως έγραψε χθες ο Γιώργος Τούλας. Για τους ουδέτερους, ασφαλώς, τα απόβλητα του ζωντανού είχαν θρεπτική αξία. Όλο και κάτι δημιουργικό θα γεννιόταν στο καθιστικό της οικογένειας, όλο και κάποια έξυπνη ατάκα θα συνεισέφερε ο τηλεθεατής στο βαρετό σε γενικές γραμμές σενάριο της εκπομπής. Την εποχή εκείνη το κλαρίνο της Σάσας Μπάστα σηματοδοτούσε τη στροφή στην ποιότητα, ο εθνικός σταρ και η Ρούλα Βροχοπούλου ανταγωνίζονταν για μία θέση στο διπλανό παράθυρο, τα κουτιά του Deal άνοιγαν άλλη μία πόρτα στον εύκολο πλουτισμό · η φραπελιά της Δρούζα συγκλόνιζε το πανελλήνιο με τις μαγικές της ιδιότητες, οι υπέροχες σταρ ήταν υπέροχες πριν καν αρχίσει το ρεπορτάζ που το επιβεβαίωνε και τα διάφορα Emo, που πρώτα αυτά προέβλεψαν την κρίση, εναλλάσσονταν μαζί με κάθε είδους μπαλάκια στις οθόνες μας. Στα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους, βρέθηκε συν τοις άλλοις χρόνος για να συζητηθεί διεξοδικά καθετί επουσιώδες. Και όχι μόνο συζητήθηκε αλλά λύθηκε μάλιστα, επειδή κάποια στιγμή ο παρουσιαστής ευφυώς άλλαζε θέμα. Ζούσαμε εν γνώσει μας τη δικτατορία της ηλιθιότητας όπως το είχε θέσει ο εκκεντρικός Παναγιώτης Χατζηστεφάνου και το απολαμβάναμε. Αρκετοί εντοπίζουν σε όλα αυτά, εκ των υστέρων, τους λόγους για τους οποίους χρεοκοπήσαμε. Σύμφωνοι. Ας δούμε όμως λιγάκι σε ποια πραγματικότητα επιστρέψαμε και τι πρόοδο έχουμε επιτύχει.

Πρόοδος θα ήταν μία μέρα να μη δουλέψει κανείς, να μην αδικήσει κανείς κανέναν, να μη λείψει κανείς. Το άλμα όμως αποδεικνύεται επικίνδυνο για την ανθρωπότητα, πόσο μάλλον για την κουτσή Ελλάδα. Εκεί που είπαμε, αφελώς, να γυρίσουμε στα ουσιώδη, τα ανθρώπινα, τα λίγα, ο κόσμος δείχνει πιο βρομερός και ανούσιος από πριν. Εκείνοι που βλέπουν παντού ευκαιρίες, αλήθεια, τι ξεπεσμό και τι ζωντάνια αναγγέλλουν. Πόσοι χαρούμενοι θάνατοι μας περιμένουν εάν τους ακούσουμε, τι περίτεχνες εκατόμβες μας επιφυλάσσουν! Γιατί δεν ξέρω αν το μάθατε, αλλά ήρθαν νέες κουράδες, παχιές και μεγάλες. Αν έβλεπα την άλλη Ελλάδα να έρχεται, θα αποχωριζόμουν την ανόητη παλιά δίχως νοσταλγία. Μα αυτή η Ελλάδα κι αυτός ο κόσμος βαδίζουν αργά προς την καταστροφή του ανθρώπου και πάλι δεν τους προλαβαίνεις. Γιατί ποιος θα ισχυριζόταν ότι η μετάβαση από την κουράδα της Κλάρας στην κουράδα της Standard & Poor’s είναι εποικοδομητική, πέραν του κέρδους που έχουμε από τη συνειδητοποίηση της γελοιότητας της κατάστασης; Το αστείο του Γρηγόρη είχε ένα τέλος. Κακόγουστο, ξεκακόγουστο, ήταν εν πολλοίς αθώο. Το τηλεκοντρόλ είχε ακόμα δύναμη μέσα στα χέρια της νοικοκυράς. Το καλάθι της είχε αξία. Η συνταξούλα της ήταν αδιαπραγμάτευτη. Το αστείο που σήμερα αφηγούνται τα Μίντια εις βάρος των λαών, εκ μέρους των Ευρωπαίων ηγετών, ποια κάθαρση ή ζάπινγκ προβλέπει; Και πώς αντιμετωπίζεται;

Το καινούριο που μας συμβαίνει δεν είναι άλλο παρά μία καλοκουρδισμένη φάρσα σε παγκόσμια μετάδοση που επαναλαμβάνει την ίδια άθλια ιστορία. Την εξαιρετική δικτατορία μίας διαφορετικής ηλιθιότητας. Τι μας λένε οι ηγέτες των εργατικών αριθμών; Ας διαλύσουμε επιτέλους τους λαούς και ας εκλέξουμε άλλους (Μπρεχτ). Το είδος των ψηφοφόρων που θα αναλάβει την δύσκολη αποστολή έχει εξάλλου δημιουργηθεί. Θέλει αρχίδια να σκοτώσει κανείς έναν αθώο, σκέφτεται πια ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος. Ένας ηγέτης της Υπερδύναμης το είχε εκφράσει ως εξής: Think big Henry. Είναι ωραία η ατομική βόμβα. Είναι cool να τινάξεις στον αέρα τον πλανήτη, να τινάζεις στον αέρα τον αθώο, μόνο και μόνο για να νιώσεις ωραία. Μη το σκέφτεσαι. Στο παιχνίδι των πλουσίων, οι αθώοι είναι μειοψηφία. Με την επιείκεια κανείς δεν πήγε μπροστά.

Το κακό είναι πάντοτε εδώ, πιο ενωμένο, πιο δυνατό, πιο σκοτεινό και περιμένει να βουλιάξει στο σκοτάδι τον κόσμο για το δικό του καλό. Διατυπώνει φωναχτά μάλιστα, ενώ κινδυνεύει, με αυθάδεια τα ιδανικά του. Και αυτή η αυθάδεια είναι που το κάνει ισχυρό. Η νέα ουτοπία, εάν ποτέ διατυπωθεί, θα συνεγείρει τα πλήθη μόνο εάν οριστεί με το πάθος ενός κακού, ενός διεστραμμένου ανθρώπου, μόνο εάν διαθέτει τη σαφήνεια των παραπάνω φράσεων.

Βλέποντας την κουράδα να πέφτει δεν θα είχε νόημα να κάνουμε ευχή. Τώρα πια πέφτει παντού. Τώρα κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο των αποβλήτων. Τα ψέματα τελείωσαν τόσο για τον Κάμερον και τον Ομπάμα, όσο και για όλους εμάς. Τόσο καιρό ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, κύριοι. Καιρός να ζήσουμε κάτω από αυτές! Για την εμπειρία, φυσικά, όπως τότε που σε εμάς τους νέους εκτός από την επιλογή της πλατείας και της ανεργίας, δινόταν η ευκαιρία της συμμετοχής σε κάποιο φιλόξενο ριάλιτι.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Amy Winehouse

Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να κρίνει τον άνθρωπο; Στο όνομα τίνος θα μιλούσε; Σιμόν Ντε Μποβουάρ.

Ο άνθρωπος που κρίνει κάποιον άλλο είναι ένα θέαμα που θα με έκανε να σκάσω στα γέλια αν δε μου προκαλούσε οίκτο. Φλωμπέρ.

Η κόλαση είναι οι άλλοι είχε πει ο Σαρτρ. Μισή αλήθεια. Καμιά φορά γίνονται και ο παράδεισος. Η Amy Winehouse σου έδινε μάλιστα την δυνατότητα να επιλέξεις ανάμεσα στα δύο εντελώς διαφορετικά δωμάτιά του. Στο πρώτο που ήταν εντέλει και το πιο μικρό, χάρισε τη μουσική της. Στο δεύτερο, για όσους τη γνώρισαν και για τα χαιρέκακα Μίντια, τη δυστυχία της. Και η Amy είχε να προσφέρει πολλή για να παρηγορεί τους δυστυχισμένους.

Μετά το φιάσκο στο Βελιγράδι, οι περισσότεροι καταλάβαιναν ότι στον επόμενο πόνο η κοπέλα με τη σπάνια φωνή θα ήταν νεκρή. Το αιώνια ερωτευμένο κορίτσι που χαλούσε την πιάτσα με το ταλέντο του, που εξέθετε στις εκλάμψεις της την ατάλαντη εποχή μας κάνοντάς την πιο υποφερτή, είχε φτάσει στην τελευταία στροφή. Εκείνη, ωστόσο, βασανιζόταν περισσότερο. «Το να υποφέρει ήταν το επάγγελμά της» είχε γράψει ο Hobsbawm στη νεκρολογία του για μια άλλη μεγάλη, την Billie Holliday. Δεν το αποδέχτηκε ούτε εκείνη. Ό,τι κι αν έδειχνε αργά ή γρήγορα η νεκροψία, η Amy είχε ήδη αποφασίσει να φύγει για τους γνωστούς πεισματάρικους αυτοκαταστροφικούς λόγους, έχοντας μόλις προλάβει να τραγουδήσει «το πιο ωραίο τραγούδι που έρχεται πάντα από τις καταδικασμένες ψυχές που τραγουδούν στην άβυσσο της κολάσεως»(Κάφκα).

Οι κριτές της ύπαρξης δεν άργησαν να εμφανιστούν.Το ενδιαφέρον τους να κατακρίνουν τη νεκρή ήταν ολόψυχο. Η Amy δεν είχε εγγύηση, αποφάνθηκαν, ήταν του διπλανού χωριού, ήταν η κατσίκα του γείτονα. Τρία ήταν τα επιχειρήματα εναντίον της συνομήλικής μου. Δεν ήταν επαγγελματίας (ούτε καν πρεζού αφού πέθανε), δεν διαχειρίστηκε σωστά το ταλέντο της (αυτή και ο Λάμπρος Χούτος), πήρε, τελικώς, αυτό που της άξιζε. Ό,τι ακριβώς είπαμε και για τον Μπιν Λάντεν δηλαδή. Ειδικότερα το τελευταίο τείνει να εξελιχθεί σε ύψιστο φιλοσοφικό θεώρημα, επωδός ικανή να συνοδεύσει μέχρι και την διάλυση της χώρας εξαιτίας των αμαρτιών της. Η αμερικανική κοσμοθεωρία της νωχελικής ανοησίας και του R.I.P, διευκολύνει σκανδαλωδώς την ταχύτητα με την οποία προτιμά να ανατινάζεται η πληροφορία. Το «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα», γίνεται σιγά σιγά “She got what she deserved”. Με ένα λακωνικό τσιτάτο γενικής χρήσεως και πονόψυχου κυνισμού κλείνουμε τις υποθέσεις μας και αλληλοσυγχαιρόμαστε για τη σπάνια διαύγειά μας. Εμείς δεν το αξίζουμε και δε θα μας συμβεί. Στοίχημα;

Δεν υπάρχει θεραπεία για το ότι είμαστε στη γη έλεγε ο Μπέκετ. Κι η Amy το επιβεβαίωνε σε κάθε μετέωρο βήμα της. Η σχέση του θανάτου με τον έρωτα, που πρώτοι κατέδειξαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, δεν μπορεί σήμερα να κατανοηθεί από τα άψυχα Μίντια παρά ίσως μόνο με τη χρήση ουσιών. Και η Winehouse ήταν ξεκάθαρα αυτοκαταστροφικά ερωτευμένη με το μεγάλο της έρωτα που την μύησε στις καταχρήσεις. Επιπλέον, δίχως υποψία ειλικρινούς ενδιαφέροντος και αγάπης από έναν περίγυρο ανίκανο να βοηθήσει και μία βιομηχανία διακριτική στο να εκμεταλλεύεται, κατέληξε μετά το αριστουργηματικό “Back to Black” ένας άρρωστος άνθρωπος. Υγιείς να αναφέρουμε για την ιστορία παραμένουν μέχρι και σήμερα εκείνοι που πετούσαν στο παράθυρο της φιξάκια ενώ προσπαθούσε να απεξαρτηθεί! Υγιείς και οι άλλοι που πόνταραν στην ακριβή ημερομηνία του θανάτου της! Υγιείς και τύποι-σταρ σαν τον Κριστιάνο Ρονάλντο που αντλούν ευχαρίστηση από τη ζήλεια που υποτίθεται μας εμπνέουν! Υγιείς και όσοι την κρίνουν μετά θάνατον από τον διαδικτυακό τους καναπέ, σαν ατζέντηδές που έχασαν λεφτά και διαπιστώνουν αστοχίες στον προϋπολογισμό της!

Σίγουρα φαίνεται περίεργο την εποχή που οι περισσότεροι πολιτικοί συμφωνούν στο ότι οι αγορές πρέπει να έχουν περισσότερες ελευθερίες από τους ανθρώπους, να βρίσκονται ακόμα πλάσματα που «λησμονούν την έπαρση». Πλέον μας εκπλήσσει αρνητικά εάν οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται σαν επιχειρήσεις, πολυκατοικίες ή Υπουργεία Οικονομικών. Η συμπεριφορά τους προκαλεί αμηχανία στην ομοιομορφία της άδειας γκλαμουριάς. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που μας κινούν την περιέργεια όσοι αυτοκαταστρέφονται. Γιατί δεν αγαπούν τον εαυτό τους, διότι δεν είναι επαγγελματίες, επειδή απεχθάνονται τη ζούγκλα και δεν επιθυμούν κλουβιά για κανένα, πόσο μάλλον τα δικά τους.

Αν δεχτούμε το «έλα μωρέ, κάτι μικροαστοί είναι που θρηνούν τη μικρή», οφείλουμε επίσης να σημειώσουμε ότι μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα απεχθάνονταν τους ξεχωριστούς ανθρώπους και τις διάνοιες. Η αναφορά στην Amy την ώρα που στη Νορβηγία παιζόταν το κρυφτό του θανάτου, κόντεψε να ποινικοποιηθεί. Όσοι δικαίως είχαν στραμμένο το βλέμμα τους βόρεια, το μόνο που απέδειξαν θυμώνοντας για το ενδιαφέρον που κέρδισε ο χαμός της τραγουδίστριας, είναι ότι ούτε για εκείνους είναι το ίδιο όλες οι ζωές, αφού ήταν οι πρώτοι που δεν την υπολόγισαν στη ζυγαριά τους. Στην πραγματικότητα, ανίκανοι οι περισσότεροι για ένα γνήσιο θρήνο σιωπής, μιλώντας για τους άλλους, συνέχισαν να μιλούν για τους εαυτούς τους, αποδεικνύοντας ότι η μοναξιά του καθενός δεν είναι μέγεθος μετρήσιμο.

Πόσο άρρωστες αλήθεια είναι οι κοινωνίες που δεν αναστοχάζονται στις τραγωδίες, που αδυνατούν να σωπάσουν, που έχουν πάντα κάτι να πουν, που ντρέπονται να ξεστομίσουν ένα έγκυρο ίσως; Σίγουρα έχουν αρρωστήσει πολύ πριν αυτήν την αρκετά κοινή αυτοκαταστροφική κοπέλα. Αν επιθυμούσαμε για ένα λεπτό να είμαστε ειλικρινείς, θα παραδεχόμασταν ότι στο θάνατο της Amy ανακουφισμένοι ζούμε τον ετεροχρονισμένο θρίαμβο της δικαιοσύνης. Μίας δικαιοσύνης που ό,τι κι αν σκαρφιστεί για περιπτώσεις όπως του Μπρέιβικ, δεν μπορεί να εφεύρει μία δίκαιη τιμωρία. Η απόδοσή της, λόγω της ασύλληπτης ενέργειάς του, γίνεται αδύνατη. (Στυγερές μας είπε αλλά απαραίτητες οι πράξεις του. Άδικά αλλά αναγκαία τα μέτρα του. Αυτό θα έλεγε και ο οικονομικός μας δολοφόνος. Το μοναδικό μέτρο ασφαλείας που μπορούμε να πάρουμε στο μέλλον είναι, φυσικά, η περισσότερη ελευθερία, η ίδια η παιδεία. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από τα όπλα να μην πυροβολούν). Γι’αυτό μας ανακουφίζει εντέλει ο θάνατος της Winehouse. Κάτι φαίνεται να λειτουργεί με λογική. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως η πιο αξιόπιστη πηγή δικαίου.

Από τη σκοπιά μας, η Amy ήταν τυχερή. Πράγματι. Όμως όταν ο άνθρωπος δεν βρίσκει παγίδες στο δρόμο του, τις τοποθετεί ο ίδιος. Εκεί που λες ότι έλυσε όλα του τα προβλήματα, έρχεται και τα θαλασσώνει καλύτερα. Τα εμπόδια που μπορεί να ανακαλύπτει είναι ατελείωτα, ειδικά από τη στιγμή που έχει να παλέψει για ελάχιστα. Η ιδιαίτερη ερμηνεύτρια που γνώριζε ότι ήταν προικισμένη αλλά δεν την ένοιαζε, που ήθελε να κάνει παιδιά και οικογένεια, γεννημένη τραγουδίστρια αλλά όχι περφόρμερ, δειλή και αδύναμη, απλώς επανέλαβε με τις πράξεις της τη διαπίστωση του Ντοστογιέφσκι: «Δώστε του πλούτη, πνίξτε τον στην ευτυχία, ενισχύστε τον όσο θέλετε χρηματικά για να μην κάνει τίποτα άλλο παρά να κοιμάται, να τρώει γλυκίσματα και να προλέγει το τέλος της παγκόσμιας ιστορίας, και τότε ακόμη ο άνθρωπος από αχαριστία και μοχθηρία θα κάνει ατιμίες. Θα ριψοκινδυνεύσει να χάσει τα γλυκίσματά του και θα επιθυμήσει σκόπιμα ουτοπίες που θα μπορούσαν να τον καταστρέψουν, πράγματα παράλογα κι ανώφελα μόνο και μόνο για να νοθέψει τον θετικό ορθολογισμό με κάποιο στοιχείο της φαντασίας του, καταστροφικό».

Σκέφτηκα την Amy στη θέση του Perozzi. Ανεύθυνη και εκείνη, ένα τίποτα. Μέχρι το ξέσπασμα ενός εντιμότατου φίλου του: «Θα φέρουμε χιλιάδες και όλοι θα κλαίνε. Και στεφάνια, τηλεγραφήματα, μπάντες, σημαίες, πουτάνες, στρατιωτικοί…». Το σάουντρακ για την κόλαση της Νορβηγίας δεν θα είχε τραγούδια της. Εκείνα ύμνησαν τον έρωτα. Δεν πέθανε λοιπόν η Amy who(?). Πέθανε η Amy Winehouse. Αδικαιολόγητα νέα, αδικαιολόγητα μόνη. Δεν έχει σε κανέναν να απολογηθεί παρά μόνο στον εαυτό της, που πλέον την πιστεύουμε, ήταν ο χειρότερoς κριτής της.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Η φάρμα των ζωών

Η Ευρώπη απαιτεί τους Κυρίους! Ο Κόσμος απαιτεί την Ευρώπη! Πεσσόα.

Ο αδιόρθωτος λαϊκιστής Ζαν-Λυκ είναι αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ανεύθυνος. Ο φόρος που πρότεινε για κάθε επομένως είναι το 37ο σενάριο που πέφτει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για το ελληνικό πρόβλημα. Βεβαίως, οι άνθρωποι που γράφουν είναι οι πρώτοι που αγαπούν το ρίσκο- κι αυτό το ξέρει καλά ο Γκοντάρ. Επιθυμούν όπως θα έλεγε κι εκείνος ο ήρωας του μεγάλου σκηνοθέτη στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» να «γίνουν αθάνατοι και μετά να πεθάνουν». Περνούν τη ζωή τους ποντάροντας όχι σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα αλλά στις λέξεις τους, το ύφος τους, τη διάρκειά τους. Αρνούνται ωστόσο να αγοράσουν cds, τζογάροντας αντρίκια μόνο τη δική τους ζωή.

Το αυτί της Ευρώπης δεν υπακούει όμως στην αριστοτελική λογική, ούτε ιδρώνει παρά τον καύσωνα. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα η Γηραιά Ήπειρος, εγκλωβισμένη στην «πένθιμη επιστήμη» της οικονομίας, ήταν μονάχα αποφασισμένη να παραμένει αναποφάσιστη για να δανειστούμε μια φράση του Τσόρτσιλ. Και περίμενε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Καιρός να το αποδεχτούμε. Δεν πρόκειται δα για καμία τρομερή θεωρία συνωμοσίας. Οι αγορές κάνουν παιχνίδι και η Ευρώπη ψάχνει τη σφυρίχτρα της. Είναι σχεδόν ολοφάνερο, πια, ότι πριν τη διάχυση της κρίσης χρέους τους ήταν φθηνότερο να μας σώζουν. Τα λεφτά, εξάλλου, δεν θα πήγαιναν στους τεμπέληδες Έλληνες αλλά στην αγκαλιά της ύφεσης και της λιτότητας. Ήταν λεφτά που μας έκαναν φτωχότερους, επομένως, καλά λεφτά Ζαν-Λυκ. Η έκρηξη, εντούτοις, του κόστους δανεισμού για την Ιταλία εκτός από τα έκτακτα μέτρα 70 δις που την ανάγκασε να πάρει εναντίον του πληθυσμού της, οδήγησε το Time να γράψει το αμίμητο: «Ξεχάστε την Ελλάδα. Τι συμβαίνει με την Ιταλία;».

Ο Καρλ Σμιτ έλεγε ότι: «Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση» και δίχως υπερβολή φαίνεται πως οι αγορές αποφάσισαν πριν από λίγες μέρες ότι η Ευρώπη πρέπει να αποφασίσει, απειλώντας ευθέως μέσω των οίκων αξιολόγησης την Ευρωζώνη. Σε έναν δικό τους κόσμο την ίδια ώρα, οι βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ ρωτούσαν εναγωνίως τον Υπουργό Οικονομικών εάν θα κάνουν φέτος διακοπές. «Το να μην νοιάζεσαι για διακοπές, θεωρείται καλή ένδειξη» γράφει ο Marc Roche για τους πιο εργατικούς τραπεζίτες της παντοδύναμης Goldman Sachs. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μας λέει η Ζέζα Ζήκου στην Καθημερινή:«διαθέτει στρατούς από οικονομολόγους και γραμμές επικοινωνίας με τράπεζες που της παρέχουν σταθερή ενημέρωση για τις αγορές και την οικονομία της Ευρωζώνης. Τα περισσότερα εθνικά υπουργεία Οικονομίας δεν διαθέτουν τέτοια τεχνογνωσία». Οι χώρες, επομένως, ομάδες Β’ Κατηγορίας στην καλύτερη περίπτωση, είναι παλάτια στην άμμο, ασήμαντες λεπτομέρειες καταδικασμένες να κινδυνεύουν διαρκώς εξαιτίας μίας νωθρότητας που δεν μπορεί, δυστυχώς, να αποδοθεί στις υψηλές θερμοκρασίες. Στον πολιτικό, εκτός από τα μέσα με τα οποία ασκούνταν κάποτε η πολιτική, φαίνεται να λείπει η δύναμη, η διάθεση αλλά και η ελευθερία του κερδοσκόπου.

Η Μαριάννα Πολυχρονιάδου στην Ελευθεροτυπία μας θύμισε πρόσφατα μία δήλωση του προέδρου της Bundesbank, Tietmeyer, από το μακρινό 1998: «Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης επέλεξαν επιτέλους το δρόμο της παραίτησης από τις θεμελιώδεις εξουσίες λήψης αποφάσεων μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες». Τι κι αν οι κυβερνήσεις λοιπόν έχουν παραιτηθεί; «Οι αγορές ψηφίζουν κάθε μέρα» μας καθησυχάζει ο Τζορτζ Σόρος. Πριν από λίγο, εξάλλου, η Χίλαρι επισήμανε στον Βενιζέλο ότι το πρόβλημα της οικονομίας μας είναι πολιτικό. Σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει το αντίθετο. Οι άνθρωποι φταίνε που οι δείκτες δεν ευημερούν, οπότε τόσο το χειρότερο για τους ανθρώπους.

Ποιος θα το έλεγε στον Αϊνστάιν όταν αναρωτιόταν στις επιστολές που αντάλλασε με τον Φρόυντ εάν: «υπάρχει ένας τρόπος για να ελευθερωθούν οι άνθρωποι από το κακό πεπρωμένο του πολέμου», ότι ο τρόπος βρέθηκε! Οι άνδρες του χρήματος εδώ και κάμποσα χρόνια πολεμούν δίχως να πεθαίνει κανένας στρατιώτης που παίρνει μέρος στις εχθροπραξίες. Οι απώλειες είναι αποκλειστικά άμαχοι πληθυσμοί. Τα παιδάκια που μας κυβερνούν, επομένως, Ζαν-Λυκ για να τελειώνουμε δεν είναι αυτά που υποδεικνύει η Monde. Εκείνοι, οι ηγέτες της Ευρώπης όπως επιμένουν να τους ονομάζουν, δεν είναι καν οι μαμάδες τους. Εραστές του μέτριου και όχι του μέτρου, σε ό,τι τους αφορά, έχουν δίκιο. Προστατεύουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Ο Πεσσόα τους τα ψάλλει στο Ultimatum: «Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς! Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από αυτούς εδώ! Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ! Τελεσίγραφο σε όλους και σε όσους τους μοιάζουν! Εάν δε θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν αλλά να πλυθούν!».

Οι τελικές αποφάσεις ως προς τι θα γίνει με τα εμπορευματοκιβώτια στην Κύπρο θα λαμβάνονταν την ημέρα της τραγωδίας. Στην Ευρώπη ποιος θα βρεθεί να κατηγορήσει τους αναρμόδιους ηγέτες της; «Έχουμε μπει σε ένα τυφλό δρόμο και περιμένουμε να ξαναβρεί την όρασή του», θα έλεγε ο Πετάν. Ποιος θα απονείμει, επομένως, στους λαούς την ελευθερία τους; Τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να μας πει ο αναρχικός τραπεζίτης του Πορτογάλου ποιητή; Μέσα ή έξω από το αυγό είναι η ζωή που λαχταρούμε;


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Η καλή και η ανάποδη

Στη Δίκη του Κάφκα ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να διαβάσει τη δικογραφία. Στη Δίκη της Ελλάδας, δεν έχει δικαίωμα να μάθει τι ακριβώς και σε ποιον χρωστάει. Στη Δίκη του Κάφκα, η αναβολή είναι η ελπίδα του κατηγορούμενου, παρατηρούσε ο Μπένγιαμιν. Στη Δίκη της Ελλάδας, η αναβολή είναι η τιμωρία του. Και τα αυτόγραφα, διαχρονικά, τα μόνα συμβόλαια που υπογράφονται με το λαό.

Σε αναζήτηση της ασφαλούς εκείνης πληροφορίας που θα μου επέτρεπε να καταλάβω τι δεν είναι πολύ πατριωτικό και τι δεν είναι καθόλου, αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει plan B, θυμήθηκα μία δήλωση του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά: «Δεν είναι δυνατόν να κυριαρχεί ένα σύστημα, το οποίο τελικά καταλήγει να συνιστά ύβρι έναντι όλων των αξιακών προδιαγραφών του νεωτερικού ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Διαφωτισμού. Δεν είναι δυνατόν αυτή η ύβρις να επικρατεί επ’ άπειρον. Θα υπάρξει και νέμεσις». Ο αυτονόητος προβληματισμός του θα θύμωνε κι άλλο τους Ευρωπαίους τραπεζίτες με την Ελλάδα και τα εγκλήματά της εναντίον της ανθρωπότητας, τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία. Υποθέτω γιατί είναι από εκείνα που δεν παραγράφονται και δεν διαπραγματεύονται. Με την κατάσταση να διαφαίνεται δραματική, εξάλλου, στην παγκόσμια οικονομία, όλο και περισσότερες φωνές εκφράζουν την πεποίθηση πως ο καπιταλισμός είναι η συμφορά που μας βρήκε. Ο Βάλλερσταϊν, μάλιστα, προβλέπει ότι δεν θα είναι η εξέγερση των αδυνάτων που θα φθείρει το σύστημα, αλλά οι δικές του αντιφάσεις και η αδυναμία του να διατηρήσει υψηλά επίπεδα κερδών και προνομίων. Γιατί, ωστόσο, φαντάζουν πρόωρες όλες οι αναγγελίες κατάρρευσής του;

Ο Καστοριάδης στην «Άνοδο της ασημαντότητας» εντόπιζε την κρίση του δυτικού κόσμου στο ότι έχει πάψει να θέτει πραγματικά τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση. Ένα από τα λίγα δεινά που δυσκολευόμαστε ακόμα να καταλογίσουμε στο τραπεζικό-πολιτικό σύστημα είναι ακριβώς ότι δεν διαλέγεται, δεν συγκρούεται και δεν εξετάζει εναλλακτικές. Ήδη εντός της εβδομάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να προτείνει επιτέλους την επιβολή του φόρου Τόμπιν στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, η Γαλλία επεξεργάζεται σχέδιο για το ελληνικό χρέος, οι Κινέζοι είναι έτοιμοι να βοηθήσουν. Από την άλλη, είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι το μόνο πράγμα που γνωρίζει το σύστημα είναι οι συνθήκες επιβίωσής του, όπως υπογράμμιζε ο Μπροντιγιάρ. Στο δικό του παιχνίδι επιβάλλει τους πιο ακίνδυνους και τους πιο επωφελείς για εκείνο όρους. Κι αν το καλοσκεφτείτε, δεν ακούγεται άδικο. Δεν φαίνεται να του λείπουν οι λύσεις. Απεναντίας, του περισσεύουν τα συμφέροντα. Μπορεί λοιπόν η αμφισβήτηση να μην είναι πραγματική και ουσιαστική, όλο εντούτοις και κάτι κινείται στο εσωτερικό του που το διασώζει στις μη-συνειδήσεις του πλανήτη.

Ο Εμέ Σεζαίρ παρατηρούσε κάποτε ότι κατά βάθος:«αυτό που ο πολύ αξιότιμος, πολύ ανθρωπιστής, πολύ χριστιανός αστός δεν συγχωρεί στον Χίτλερ, δεν είναι το έγκλημα καθεαυτό, το έγκλημα ενάντια στον άνθρωπο, δεν είναι η ταπείνωση του ανθρώπου γενικά. Είναι το έγκλημα ενάντια στον λευκό άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι ταπείνωσε τον λευκό άνθρωπο και πως εφάρμοσε εντός της Ευρώπης αποικιοκρατικές πρακτικές που μέχρι τώρα τις βίωναν μονάχα οι Άραβες της Αλγερίας, οι κούληδες των Ινδιών και οι νέγροι της Αφρικής». Η κρίση στην Ευρωζώνη σε συνδυασμό με την κρίση χρέους στην Αμερική του αιχμάλωτου Ομπάμα, προμηνύουν επιστροφή σε ξεχασμένα ναρκοπέδια εάν η πορεία δεν αντιστραφεί. Παλιά, φυσικά, που οι περισσότεροι ανήκαν στο κίνημα « Δε με νοιάζει, δε βαριέσαι», καθόλου δεν τους ενδιέφερε που το 1988 για παράδειγμα ο Τρίτος κόσμος πλήρωνε σε τόκους και εξοφλήσεις χρεών 50 δις δολάρια περισσότερα από όσα είχε λάβει, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτά η λεηλασία του. Ήξεραν το σύστημα απ’ την καλή. Δεν το είχαν γνωρίσει απ’ την ανάποδη.

Ο κόσμος που πλήττεται, παρ’όλα αυτά, όχι μόνο δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του χωρίς αυτό, αλλά δυσκολεύεται να φανταστεί κι ένα τέλος που δεν θα προκληθεί εξαιτίας του. Η στροφή στον κομμουνισμό αποκλείεται από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού που ο καπιταλισμός εκμεταλλεύτηκε, διασκέδασε και αποχαύνωσε. Οι αγανακτισμένοι τίποτα κρίσιμο δεν αμφισβητούν. Ζητούν απλώς από τον Θεό τους επιείκεια, λογική και δικαιοσύνη, αρετές που και δεν διαθέτει, και δεν τον πολυαπασχολούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ανάγκες σε υλικά στον Λευκό Πύργο δεν σταματούν ποτέ: Από χαρτί υγείας, είδη κάμπινγκ, απορρυπαντικά και μαρκαδόρους, μέχρι ζάχαρη, καφέ, φαγητό και ποτήρια-πιάτα-κουτάλια-πιρούνια με το φόβο να κατηγορηθούν από τα παπαγαλάκια ότι μαζί τα φάγανε. Οι απαιτήσεις τους από την πρώτη κιόλας στιγμή προδίδουν την βαθύτερη επιθυμία τους που δεν είναι άλλη από το δικαίωμα στο περιττό που χάνουν. Και παρόλο που πολλοί γραφιάδες στον Τύπο ηθικολογούν και τους μέμφονται, ολόκληρος Σαίξπηρ έλεγε στον Βασιλιά Ληρ ότι «ως και ο τελευταίος ζητιάνος έχει και κάτι περιττό από το πιο άθλιο πράγμα. Περιορίστε τη φύση στις φυσικές ανάγκες και ο άνθρωπος γίνεται ζώο. Δεν καταλαβαίνετε ότι μας χρειάζεται έστω κι ένα κάτι παραπάνω για να είμαστε άνθρωποι;».

Την έβδομη μέρα που ο παλιός Θεός δημιουργούσε τον άνθρωπο, ο νέος μπορεί και τον εξαφανίζει. Είναι ολοφάνερο ποιος είναι πιο ισχυρός αλλά και σκέτη ματαιοδοξία όπως έλεγε ο Επίκουρος να πιστεύουμε πως οι Θεοί ασχολούνται, εντέλει, μαζί μας. Ο μέσος εγωκεντρικός πολίτης, που ξεσπαθώνει στο μικρόφωνο, ούτε που φαντάζεται ότι δεν τον λαμβάνουν υπόψη τους. Ο Βενιζέλος βίωσε το πρώτο σοκ. Εκεί που πήγε, μας είπε, ασχολούνται με αριθμούς. Το μέγεθος μετράει αλλά όχι στα νούμερα της ανεργίας. Όλα, όμως, είναι θέμα συνήθειας και προτεραιοτήτων. Το Μεσοπρόθεσμο θα κατευνάσει την οργή.

Στη δική μας Δίκη, ο Νίτσε θα κατέθετε ότι: «Σκοπός της τιμωρίας είναι να κάνει καλύτερους εκείνους που τιμωρούν». Δεν ξέρω πόσοι Ευρωπαίοι ηγέτες-δικαστές θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν τι εννοεί. Προς το παρόν, τους επιστρέφουμε τη δυσπιστία, αντιστεκόμαστε στον επαναστατικό μας φασισμό και υπερασπιζόμαστε απέναντι στη διαφθορά τους τη δική μας, απέναντι στα πλούτη τους τη ζωή μας, το κάτι παραπάνω που μας κάνει ανθρώπους σύμφωνα με τον Σαίξπηρ. Κάποια στιγμή, παρά ταύτα, όταν θα τελειώσουν τα παγκόσμια τεστ αντοχής στη λιτότητα και χωρίς τα χαστούκια του Πάγκαλου, να τον κοιτάξουμε τον καθρέφτη. Μπορεί να θέλει κάτι να μας πει απ’ την καλή. Η ανάποδη πλευρά του, για την ώρα, είναι ο δικός μας ιδιότυπος πατριωτισμός.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Τρίτος δρόμος

Τι πάει να πει πως η κοινωνία δεν έχει να χάσει τίποτα εκτός από τις αλυσίδες της; Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα να μας καταλάβει και ο απλός κόσμος. Αν κάποιος παίρνει μισθό 500 ευρώ, έχει να χάσει ακριβώς τόσα: 500 ευρώ. Αν παίρνει σύνταξη 400 ευρώ, έχει να χάσει ακριβώς τόσα: 400 ευρώ. Αν είναι άνεργος, αύριο ενδέχεται να είναι άστεγος. Πώς δικαιολογείται τόση αφέλεια σε υποδουλωμένο πληθυσμό;

Η μάχη, εν τω μεταξύ, στο ουδέτερο πεδίο βολής των πληροφοριών έχει ανάψει. Ανυποχώρητοι διαδηλωτές αντιμετωπίζουν αμείλικτους αριθμούς. Η νέα- λέμε τώρα-κυβέρνηση, αλλάζοντας πλευρό για να μη βουλιάξει, κατόρθωσε να δανειστεί χρόνο από τους πολίτες ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση, παρά τα θετικά μηνύματα των δημοσκοπήσεων, έχει υποστεί δημιουργικό σοκ στη σκέψη και μόνο ότι στο εξωτερικό θεωρούν πια τους Πασόκους πιο δεξιούς και τους στηρίζουν. Προς το παρόν, αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι το ύψος του πήχη των περιστάσεων φαίνεται χαμηλότερο από το ύψος του πήχη των φιλοδοξιών, γεγονός που θα όφειλε να μας υποψιάζει και ως προς την πραγματικότητα των κινδύνων αλλά και για τη λογική της άποψης που λέει ότι προκειμένου να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, θα την εκποιήσουμε.

Όσο οι πολιτικοί μας αλληθώριζαν προσπαθώντας να μας κοιτάξουν όλους στα μάτια, η Κομισιόν επαναλάμβανε ότι δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο στο πρόγραμμα της Ε.Ε και του Δ.Ν.Τ για την Ελλάδα. Πώς αλλιώς να λυθεί η κρίση χρέους μίας χώρας παρά επιβαρύνοντάς τη με νέα υπέρογκα δάνεια; Η αναδιάρθρωση μας λέει ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Βελγίου Λουκ Κόεν: «θα έδινε στους Έλληνες την εντύπωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις πέραν των περικοπών που έχουν συμφωνηθεί με την τρόικα. Κι αυτό δεν είναι αλήθεια». Κοινώς, η T.I.N.A (There is no alternative) θα συνεχιστεί ακόμα και χωρίς την Τίνα στην κυβέρνηση επειδή είναι ό,τι πιο ακίνδυνο τη δεδομένη στιγμή. Αντιθέτως, ο Alen Mattich στη Wall Street Journal αναφέρει πως σε περίπτωση που η Ελλάδα δήλωνε την πρόθεσή της να χρεοκοπήσει, υπό το φόβο μίας συστημικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρούσε σε τεράστιους συμβιβασμούς. Αν τα πράγματα είναι στ’ αλήθεια τόσο απλά και η Ελλάδα δεν είναι η μπάλα που κλωτσούν ωσότου ξεφουσκώσει οι αγορές, είναι άξιο απορίας γιατί η κυβέρνηση δεν πιέζει τους εταίρους και επιλέγει ανεύθυνα να σέρνεται από τις εξελίξεις. Δίνει μάλιστα την εντύπωση ότι αν θα το κάνει κάποια στιγμή στο μέλλον, θα είναι για να μη θρηνήσει εκείνον τον υπέροχο προεκλογικό της εαυτό και όχι για μας που θα προσκυνήσουμε το βαμπίρ ώστε να μας προσφέρει την ελεγχόμενη «λύση»· μία λύση της οποίας η εφαρμογή και η επιτυχία όλα δείχνουν πως θα εξαρτηθεί από το πόσο λίγο θα δυσαρεστήσει τους πιο πολλούς και τους πιο δυνατούς παίκτες. Οι πολίτες μπορούν να περιμένουν.

Ο Σλαβόι Ζίζεκ στο «Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας» αναλύει το παράδοξο της «αναγκαστικής επιλογής» στη σχέση του υποκειμένου με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Ποιο είναι αυτό; Έχεις την ελευθερία να επιλέξεις, υπό τον όρο ότι θα επιλέξεις το σωστό. Εάν κάνεις τη λάθος επιλογή, χάνεις την ίδια την ελευθερία επιλογής. Το θέμα, γράφει ο Σλοβένος φιλόσοφος, είναι πως ουδέποτε είχες τη δυνατότητα να επιλέξεις: Πάντοτε σε μεταχειρίζονται ως εάν είχες ήδη επιλέξει. Η περίπτωση του μνημονίου είναι μία τέτοια περίπτωση. Η συναίνεση που υπαγορεύεται από τους Ευρωπαίους επιδιώκει τη συσπείρωση του πολιτικού συστήματος γύρω από τη μία και μοναδική επιλογή που του δίνουν. Η ομοψυχία προσδίδει την αναγκαία ψευδαίσθηση δυνατοτήτων, οι οποίες είναι φυσικά μονάχα δυνατότητες αναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης και τίποτα περισσότερο. Όταν για παράδειγμα η Alpha Bank λέει ότι η Ελλάδα δεν έχει την επιλογή της αποτυχίας, συμμορφώνεται με αυτό το παράδοξο. Η διάσωση των τραπεζών κάθε άλλο παρά παγκόσμια προτεραιότητα είναι. Είναι πρωτίστως απαίτηση των πολιτών που θα αρχίσουν ξανά να δανείζονται. Σε τελική ανάλυση, δεν θα υπάρχουν για μερικά χρόνια δουλειές όχι επειδή είμαστε άχρηστοι ή περιττοί εμείς οι νέοι αλλά επειδή μας αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην τεμπελιά.

Πριν δύο εβδομάδες ένας 41χρονος άντρας αυτοκτόνησε στο Λος Άντζελες πέφτοντας από μία γέφυρα. Ήταν η δέκατή του απόπειρα. Εννέα φορές είχε αποτύχει. Τον «τρίτο δρόμο» θα επέλεγε κι ένας Έλληνας ύστερα από ισάριθμα μνημόνια. «Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» θα φώναζε και θα έπεφτε στο κενό.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη).

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Δεν προτείνω, δεν προτείνω

Τα χρόνια της ισχυρής Ελλάδας ένα από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα με τα οποία μπορούσες να γεμίζεις το χρόνο σου ήταν να προβλέπεις την καταστροφή της- το ίδιο έργο θα παιζόταν αργότερα στις διεθνείς αγορές από τους κατόχους CDS. Όσο την ανέμενες, μπορούσες να διατηρείς «μειοψηφικά ποσοστά που σου διασφάλιζαν τον έλεγχο σε κρίσιμες δικτυακές υποδομές». Τώρα που έφτασε αποφασισμένη να επενδύσει στη δυστυχία σου, διόλου δημιουργική δε σου φαίνεται η λεπτομερής περιγραφή της.

Στην αντίπερα όχθη αυτού του εύγλωττου κοντράστ συναισθημάτων το Δ.Ν.Τ παραλαμβάνει επιτέλους το μετάλλιό του ύστερα από σκληρό αγώνα ενός χρόνου για λογαριασμό των ανθρώπων του. Ενόσω οι βουλευτές πουλούσαν ακριβά το τομάρι τους (250.000 λαού για έναν Άκη), η χώρα προσέφερε το δικό της σε καλύτερη τιμή. Με τους δανειστές της όμως να αργούν ακόμα να τη γονατίσουν και τις προσωπικότητες να καθυστερούν να την κυβερνήσουν, ο κόσμος διψάει για προφητείες που στη συσκευασία τους θα περιλαμβάνουν διετή τουλάχιστον εγγύηση. Αυτή την ώρα στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν άπειρες και ελάχιστες είναι εκείνες που διατηρούν επιφυλάξεις. Όλοι είναι βέβαιοι όμως για ένα πράγμα: τη λύση θα τη δώσει ο κυρίαρχος λαός. Ποιος λαός όμως; Οι γενικές συνελεύσεις; Το «έξω τα κόμματα»; Ο αποκλεισμός της Βουλής; Το πιο ριζοσπαστικό κάψιμό της; Οι εκλογές; Οι γκιλοτίνες; Τα ελικόπτερα; Η βία; Ποιος θα μας πει τι πρέπει να γίνει; Ποιος θα πέσει μέσα στις αναλύσεις του; Ποιος είναι ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος προφήτης και ποιον τέλος πάντων να ακολουθήσουμε; Όχι, δεν κλαίμε πια τη μοίρα μας: ξαφνικά ασφυκτιούμε από λύσεις, ξεδιψάμε σε οάσεις επιχειρημάτων, ανακαλύπτουμε τον κόσμο μας εκ των υστέρων και μιλάμε μεταξύ μας. Όλα όμως τα εναλλακτικά σενάρια, όπως η επιστροφή στη δραχμή, έχουν ένα κακό: εμπεριέχουν ρίσκο που προς το παρόν δεν είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε. Η προδοσία του τόπου εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα έχει τελικώς την έγκρισή μας. Δεν γίνεται να είμαστε και μέσα στο ευρώ και πλούσιοι και ανεξάρτητοι; Χάθηκαν τα θαύματα;

Δεν ξέρω τι συμβαίνει κι όταν δεν είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, δε χωράμε στις πλατείες. Τις καθημερινές όπου οι τελευταίες αδειάζουν, βρισκόμαστε στο έλεος του απέναντι. Με τόσους επίδοξους δικτάτορες και άλλους τόσους σωτήρες, είναι επόμενο να αναβάλλεται διαρκώς η Επανάσταση. Εξάλλου μετά την παραδοχή του πρωθυπουργού περί αδύναμων εθνικών συστημάτων δημοκρατίας, δεν θα έπρεπε να μας απασχολούν τόσο οι εκδοχές της εκτροπής που εκβιαστικά φέρνει στο προσκήνιο η δημοσιογραφική φρουρά της κυβέρνησης, όσο οι εκδοχές της κρίσης: Ποια κρίση δηλαδή θέλουμε, με τι χαρακτηριστικά, ποιους θέλουμε να πλήξει περισσότερο και πόσο θέλουμε να μην κρατήσει. Στο σημείο που έχουμε φτάσει, αυτό που διακυβεύεται, επισήμως, δεν είναι η εθνική μας κυριαρχία αλλά η αίσθησή της όπως αναφέρει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν είναι η δημοκρατία μας αλλά το μέγεθος της αδυναμίας της και τα ελάχιστα περιθώρια ελιγμών της.

Πρόσφατα κάποιος που τα ήξερε όλα, ένας από αυτούς που θα μπορούσε να αφιερώσει τη ζωή του για να αλλάξει ολόκληρο τον πληθυσμό του πλανήτη ώστε να μην αναγκαστεί να αλλάξει ο ίδιος, με ρώτησε τι προτείνω. Του απάντησα αμέσως ότι δεν προτείνω απολύτως τίποτα- πέρα από την ειρηνική διαμαρτυρία- γιατί αυτό είναι το πιο υπεύθυνο πράγμα που μπορώ να κάνω. Δε με πήρε στα σοβαρά. Όταν κάποτε οι άρχοντες της Εφέσου αναζήτησαν τον Ηράκλειτο για να συντάξει τη νομοθεσία της πόλης, τον είχαν βρει πίσω από τα τείχη της να παίζει με τα παιδιά. Σα μόνη λύση πρότεινε να πάνε οι ενήλικοι Εφέσιοι να κρεμαστούν και η πόλη να αφεθεί στη διοίκηση των μικρών του φίλων. Στου μνημονίου τα μισά, ούτε καν η πιο ακραία πρόταση, δεν πρέπει να απορρίπτεται δίχως να συζητηθεί. Όλες μπορούν να γίνουν μέρος του προβλήματος.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη).

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Τέλος καλό

Αν ο άνθρωπος θέλει να γίνει Θεός, σφετερίζεται το δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους άλλους. Κατασκευάζοντας πτώματα και υπανθρώπους, καταντά να γίνει και ο ίδιος υπάνθρωπος και όχι Θεός, αλλά ποταπός υπηρέτης του θανάτου. Αλμπέρ Καμύ.

«Για τους Χριστιανούς όπως και για τους μαρξιστές, είναι καθήκον να κυριαρχήσουν πάνω στη φύση» γράφει ο Καμύ. «Οι Έλληνες», συνεχίζει, «πιστεύουν πως είναι προτιμότερο να υπακούμε στη φύση». Αν η φύση του ανθρώπου υποθέσουμε ότι είναι σπάταλη, αχάριστη, επαναστατική, άπληστη, λαίμαργη, οργίλη και τεμπέλικη, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι εκείνος ο ανθέλληνας ο Μαιστρ είχε δίκιο όταν έλεγε πως δεν υπάρχει μύθος, τρέλα, ελάττωμα που να μην έχει έμβλημα, όνομα, προσωπείο ελληνικό, ο Έλληνας δεν πιστεύει πως του αξίζει η τιμωρία που οι όμοιοί του τού επιβάλουν. Το πανηγύρι του ήταν αγνό και εποικοδομητικό. Το γλέντησε και θα υπερασπιστεί την επιλογή του μέχρι τέλους. Αν ο σύγχρονος κόσμος της ηλιθιότητας και της ηθικολογίας των διεφθαρμένων αγορών τελικώς επικρατήσει, η Ελλάδα, τουλάχιστον, δεν θα αποτελεί κομμάτι του. Οι Γαλλογερμανικές τράπεζες δεν θα κινδυνεύσουν για τα επόμενα χρόνια και θα προσφέρουν τα χρήματά τους στα επόμενα ανυποψίαστα θύματα του ευρώ. Χωρίς ψυχή η ανθρωπότητα, αλλά με λίγα πλούσια ανθρώπινα εκτρώματα, δεν θα έχει να απολογηθεί σε κανέναν για τη μητροκτονία που διέπραξε. «Τέλος καλό, όλα καλά», θα γράψουν οι εφημερίδες της.

Πνευματικό ατύχημα

Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί να υπάρχει ένας κόσμος. Καρλ Κράους.

Όλοι είχαμε ακούσει για τις ομαδικές αυτοκτονίες μέσω Διαδικτύου που σχετίζονταν με το τέλος του κόσμου αλλά κανείς δεν είχε φανταστεί ότι η μόδα θα μπορούσε να παρασύρει τον πνευματικό, ότι άνθρωποι των γραμμάτων θα έπεφταν στην παγίδα και θα αποφάσιζαν, αναπάντεχα, να βάλουν τέλος στη ζωή τους. Ακούγαμε, επίσης, και ακούμε ακόμα συχνά ότι πέθανε ένας ποιητής από δω, ότι πέθανε ο τάδε ποιητής από κει και πάντα αναρωτιόμαστε γιατί να αποτελούν τάχα οι θάνατοί τους για τα φιλότεχνα Μίντια είδηση, ενώ δεν ήταν είδηση ποτέ τα ποιήματά τους.

Ο Στεφάν Εσέλ μέσα σε 32 σελίδες εξήγησε στους λαούς τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητο να αγανακτήσουν. Ισάριθμοι Έλληνες διανοούμενοι υπονόησαν με μια λιτή ανακοίνωση εν είδει κοινοβουλευτικού εκπροσώπου τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Και προσωπικά διόλου δε με ενοχλεί η μορφή του κειμένου, το οποίο ακριβώς για να σταθεί απέναντι στον λαϊκισμό, γράφτηκε για να λαϊκίσει καλύτερα. Με εξοργίζει η ίδια η ουσία του και ο ρόλος που διεκδικεί να διαδραματίσει, παρόλο που η χρησιμότητά του δεν είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα είχε ένα αυτόγραφο. Η ελάχιστη προσπάθεια που διαφαίνεται στην προχειρότητα και τις γενικότητες της δήλωσης θέλω να πιστεύω ότι δεν οφείλεται αποκλειστικά σε πνευματική νωθρότητα, αλλά ότι προσπαθεί, υιοθετώντας τη, να μας μιλήσει για τον εχθρό: την αδιαφορία για την οποία μιλάει ο Γάλλος αντιστασιακός. Με την επίκλησή της μάλιστα στα όνειρα των νέων, όχι μόνο δεν καταφέρνει να τους τιμήσει αλλά τα υποβιβάζει με το να τα τοποθετεί στο εντυπωσιακό φινάλε της. Ορισμένοι τους τουλάχιστον θα έπρεπε να το αποφύγουν. (Αντικοινωνικά είναι τα όνειρα Κική, εσύ το έχεις γράψει, θα τα εμπιστευόσουν ποτέ στον Άδωνι(;) -εκτός κι αν είσαι τελικά η Ευγενία).

Το κάλεσμα για αλλαγή νοοτροπίας σε ανθρώπους που είναι βέβαιο ότι έχουν να κερδίσουν πολλά από το «πείραγμά» της για μερικά χρονάκια είναι σκανδαλιστικό από κάθε άποψη, πόσω μάλλον από τη σκοπιά της διανόησης, και όσο το ξαναδιαβάζω αρχίζω να βάζω στο νου μου το χειρότερο σενάριο: κάποιος τους ανάγκασε να υπογράψουν μετά από βασανιστήρια. Προς Θεού, δεν με κολάζει η σύνεση • με κολάζει η επιταγή της. Η, δε, ειλικρίνεια, κι αυτή λέξη κλειδί της διακήρυξης, ανακατεύεται με την επικοινωνία σε τέτοιο βαθμό ακόμα που φοβάσαι ότι οι πολιτικοί όχι μόνο δεν σκοπεύουν να τη χρησιμοποιήσουν, αλλά καθημερινά διαπιστώνεις ότι δεν μπαίνουν πλέον καν στον κόπο να υποτιμήσουν τη νοημοσύνη σου • την έχουν αφήσει απέξω από τις σκέψεις τους εντελώς. (Το σποτάκι των 20 μηνών για όποιον παρακολουθεί τηλεόραση είναι συγκινητικό, για εκείνον που ενημερώνεται στο Ίντερνετ είναι άκρως προσβλητικό). Με τους 32 φαίνεται να ισχύει η οπτική του Λόντον για τους ακαδημαϊκούς : η χωρίς πάθος αναζήτηση της χωρίς πάθος αλήθειας.

Το πρόβλημα είναι άλλο: Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας δεν έχει συνοδευτεί από την πολυπόθητη υποβάθμιση της αντιληπτικής ικανότητας των πολιτών της. Αν οι 32 είχαν συνεργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση αυτά τα χρόνια, η δήλωση πίστης στο πολιτικό σύστημα ως έχει εκ μέρους τους δεν θα αποτελούσε παραφωνία αλλά απλώς η αποφασιστικότερη επιβεβαίωσή της. Στα «Νέα» ήδη άρχισαν μερικοί από αυτούς να εξηγούν τους λόγους που συνυπέγραψαν την έκκληση, αποδεχόμενοι προφανώς την ενοχή τους. Δύο κείμενα πιο κάτω είχα αφήσει μια φράση οδηγό του Βίκτορα Ουγκό: «Δε φτάνει πια να στοχάζεσαι, πρέπει και να αγαπάς. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι και ν’ αγαπάς, πρέπει να δρας. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι, ν’αγαπάς και να δρας. Πρέπει και να υποφέρεις». Σε λίγο καιρό κανένα γραπτό, όση αγωνία κι αν επιδείξουν οι συντάκτες του, δεν θα μπορεί να κουμαντάρει την αλήθεια.

Η συνταγή απέτυχε: Η διαθήκη των 32, τούς ξεπέρασε. Αυτόχειρες των γραμμάτων υπήρχαν και θα υπάρχουν, βεβαίως, δεν είναι πρώτη φορά, ούτε η τελευταία. Εκείνοι όμως ταλανίζονταν από πάθη και αυταπάτες • δεν ήταν μπράβοι ενός συστήματος που έχει παραλύσει στην προοπτική της ολοκληρωτικής του κατάρρευσης. Τα συλλυπητήριά τους από προχθές εκφράζουν με κάθε τρόπο οι αναγνώστες των τολμηρών, τι λέω τολμηρών, ριψοκίνδυνων αυτών προσωπικοτήτων. Πρόκειται αναμφίβολα για πνευματική τραγωδία που συνταράσσει το πανελλήνιο και πλήττει, κυρίως, τα μεσαία και τα χαμηλότερα στρώματα. (Η κηδεία τους είχε μεν αρχικά προγραμματιστεί για αύριο στις 2μ.μ στο Α’ Νεκροταφείο, όλα όμως δείχνουν πως θα τελεστεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων και των βιβλιοθηκών). Το μόνο παρήγορο είναι πως το τέλος τους το διάλεξαν οι ίδιοι, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της ευθανασίας. Με τον τρόπο αυτό δεν χρειάστηκε να υποφέρουν περισσότερο κοντά μας. Το πένθος, εντούτοις, δεν παύει να είναι βαρύ και δεν ξέρω αν ο ελληνικός λαός μπορεί να αντέξει περισσότερες θυσίες. Όπως και να ‘χει, αθάνατοι φωνάζουν οι νοσταλγοί της σιωπής τους.


Υ.Γ. Σκεφτόμουν χθες ότι πάση θυσία πρέπει να επικρατήσει η μη βία. Δεν μας ‘λείψαν οι νεκροί. Κι όμως. Δεν υπολόγιζα ότι μερικοί θα μας άφηναν από μόνοι τους. Και δεν είναι ότι θα πάψω κάποιους απ’αυτούς να τους διαβάζω. Θα κρατάω απλώς μικρότερο καλάθι.

Υ.Γ1. Οι μοναδικοί διανοούμενοι που αναγνωρίζει ο κόσμος είναι οι οικονομολόγοι, καμία δεκαριά bloggers και άλλοι τόσοι δημοσιογράφοι. Την ευθύνη για την στροφή στην «πένθιμη επιστήμη» φέρουν οι πνευματικοί άνθρωποι που επιτρέπουν στην ύβρι των αγορών να υφίσταται και να γιγαντώνεται. Μπροστά στην τελειοποίηση του οικονομικού ολοκληρωτισμού, θα όφειλαν να συναντηθούν στις πλατείες του διαλόγου για την δημιουργία ενός πανανθρώπινου, μη βίαιου κινήματος, ειδικά τώρα που οι δρόμοι του Διαδικτύου είναι ανοιχτοί ώστε να προσπαθήσουν να πριονίσουν, μαζί με τους λαούς και τους πολιτικούς, το αόρατο χέρι που επεμβαίνει όποτε πεινάσει επιβάλλοντας αδικία, τρόμο και ανέχεια. Δέχομαι τον Χριστιανόπουλο που δήλωσε πρόσφατα πως νιώθει ότι δε θέλουμε απλώς να ξοδεύουμε λιγότερα και γι’αυτό αγανακτούμε. Θα ήθελα να καταλαβαίνει περισσότερο τον κόσμο μας, αλλά σέβομαι τη στάση του. Η ζωή του, η φτώχεια του, μου δίνουν ένα σημείο αναφοράς. Ως ποιητής αληθινός, «επωμίζεται την ευθύνη του εγώ»( Τσοράν). Ενός έντιμου και λιτού εγώ. Δεν κάθεται να συνυπογράφει ανοησίες. Η Ντόρα για να στηρίξει τη σαπίλα, έκανε τουλάχιστον κι ένα κόμμα. Ήταν πιο τολμηρή.

Υ.Γ2. Στο κείμενο των 32 δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη Δικαιοσύνη, πιθανότατα επειδή η εφαρμογή της συναντά περισσότερες δυσκολίες απ’ό,τι η «ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης».

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Καμένο χαρτί

Το Radicaldesire μου έκανε την τιμή να αναδημοσιεύσει μία μεταμεσονύχτια και κατά πάσα πιθανότητα αφελή απορία μου στο Βυτίο.

Καμένο χαρτί
Το παρακάτω το είδα γραμμένο ως σχόλιο στο Βυτίο και το αναδημοσιεύω για να διαβαστεί όσο γίνεται περισσότερο:

pasaenas:
Σήμερα ο πρωθυπουργός είπε αλήθεια για πρώτη φορά. Πιο ξεκάθαρα δεν μπορούσε να το πει και προφανώς το ξεστόμισε για να τον λυπηθούμε: «Όσοι διαδηλώνουν στις πλατείες απευθύνονται σε εθνικά συστήματα δημοκρατίας, τα οποία είναι αδύναμα και αιχμάλωτα μιας παγκόσμιας εξουσίας». Ποιος θα διαφωνούσε μαζί του; Η διαπίστωσή του, που απαξιώνει περισσότερο την κοινοβουλευτική μας δημοκρατία απ’ό,τι οι μούτζες και οι προπηλακισμοί, δεν θα μπορούσε να είναι πιο καίρια. Τι ακριβώς κάνουμε λοιπόν; Σε ποιον διαμαρτυρόμαστε; Προφανώς σε εκείνους που μέχρι πρότινος διαχειρίζονταν το μέγεθος αυτής της αδυναμίας. Τη δεδομένη όμως στιγμή μοιάζουμε με τους ακροδεξιούς που κυνηγούν τους μετανάστες. Συγγνώμη που θα ακουστώ δογματικός αλλά το μόνο ζήτημα που επείγει είναι αν μας παίρνει να γυρίσουμε στη δραχμή. Το μοναδικό που θα έπρεπε να αναλύεται αυτές τις μέρες διεξοδικά και δεν αναλύεται πουθενά. Η χώρα οδεύει σε αργό θάνατο, η κίνηση των αγανακτισμένων στη Θεσσαλονίκη το ίδιο. Μέχρι να τελειοποιήσουμε την αμεσοδημοκρατία, θα έχει τελειοποιηθεί η κατοχή. Το ερώτημα στο δικό μου μυαλό, σήμερα τουλάχιστον είναι το εξής: Μπορούμε να πάρουμε το δρόμο προς την πείνα από μόνοι μας δίνοντας στον εαυτό μας μια ελπίδα ή μένουμε στη φυλακή υψίστης ασφυξίας της Ευρώπης περιμένοντας ένα θαύμα, δηλαδή μια καταστροφή; Είναι το τελευταίο μας χαρτί ένα καμένο χαρτί;