Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Τηλεγράφημα από την Πουέρτα Ντελ Σολ

«Υποθέτω ότι πολλές από τις αντιδημοκρατικές αντιρρήσεις σου ακούγονται γνωστές. Τις ακούς καθημερινά να διατυπώνονται εναντίον του ταπεινού δημοκρατικού καθεστώτος στο οποίο ζεις. Μη νομίζεις πως είναι κάτι το σημερινό, έστω κι αν αυτοί που τις αρθρώνουν νομίζουν ότι κάνουν μια μεγάλη ανακάλυψη. Στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιές όσο και η ίδια η δημοκρατία. Και δικαίως γιατί η εφεύρεση της δημοκρατίας είναι κάτι πολύ επαναστατικό για να γίνει αποδεκτό χωρίς επεξήγηση, και όχι μόνο τον 5ο αιώνα π.Χ μα ούτε και στα τέλη του 20ου. Το «φυσιολογικό» είναι να διατάζουν οι πιο δυνατοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο πλούσιοι, οι γόνοι των καλύτερων οικογενειών, αυτοί που σκέφτονται πιο βαθιά τα πράγματα ή έχουν σπουδάσει περισσότερο, οι πιο καλοί, οι πιο άγιοι, οι γενναιόδωροι, αυτοί που έχουν μεγαλοφυείς ιδέες για να σώσουν τους υπόλοιπους, οι δίκαιοι, οι αγνοί, οι πανούργοι, οι όποιοι θέλεις, αλλά όχι όλοι. Όλο αυτό, ότι δηλαδή η εξουσία είναι υπόθεση όλων, ώστε όλοι να παρεμβαίνουν, να μιλούν, να ψηφίζουν, να εκλέγουν, να αποφασίζουν, να έχουν ευκαιρία να κάνουν λάθος, να προσπαθούν να εξαπατήσουν ή να επιτρέπουν να τους εξαπατήσουν, να διαμαρτύρονται, να παίρνουν το λόγο χωρίς να τους τον δίνουν, δεν είναι κάτι φυσικό αλλά μία τεχνητή εφεύρεση, ένα αποσυντονιστικό στοίχημα ενάντια στη φύση και στους θεούς. Ένα έργο τέχνης. Οι Έλληνες υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες: η δημοκρατία υπήρξε το αριστούργημά τους, το πιο τολμηρό και ρηξικέλευθο, το πιο συζητημένο έργο τους».

Αυτά έλεγε ο Φερνάντο Σαβατέρ στον γιο του. Έκτοτε βέβαια πολλά άλλαξαν, η Δημοκρατία η ίδια φαίνεται να άλλαξε, τουλάχιστον εντός των ορίων του μικρόκοσμού μας, όταν οι Έλληνες δημιουργήσαμε το δεύτερο πιο συζητημένο έργο μας, το χρέος. Τότε ψυλλιαστήκαμε πως φταίει εκείνη για άλλη μια φορά και ζητούσαμε να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή στην ειρηνική μας εξέγερση. Και ενώ το συγκεντρωμένο πλήθος κατάλαβε πράγματα δύσκολα μέχρι χθες, όπως ότι το μόνο αιχμηρό αντικείμενο που επιτρέπεται να κουβαλάει μαζί του σε τέτοιες περιστάσεις είναι το μυαλό του, ότι απέναντι στη βία θα ήταν σοφότερο να αντιπαραθέσει φαντασία(ξέχασαν κάτι Κολοκοτρώνηδες τις φωτιές και τα τσεκούρια σπίτι), ότι κανένας από μόνος του δεν είναι αρκετός, δεν κράτησε ούτε καν συμβολικά ενός λεπτού σιγή για το παιδί του, που το βιάζουν κλειδωμένο εδώ και χρόνια σε μπουντρούμια τραπεζών.

«Εκείνοι που πραγματοποιούν μια μισή Επανάσταση, σκάβουν απλώς το λάκκο τους» έλεγε ένα σύνθημα του Μάη του '68. Γι'αυτό συνεχίστε! Διαψεύστε τον Τουραίν που έγραψε πως ο Μάης δεν απέδειξε πως οι επαναστάσεις μπορούν να νικήσουν στις σημερινές δυτικές χώρες, αλλά μόνο ότι μπορούν να ξεσπούν. Συζητήστε ώσπου να κάνετε πράξη τις «υποσχέσεις που περιέχει δυνητικά κάθε κίνημα για να βγει από την ηλίθια ιδιωτικοποίηση η σύγχρονη ανθρωπότητα, να πολιτικοποιηθεί, να αποφασίσει ότι η ενασχόληση με τις δικές της συλλογικές υποθέσεις θα μπορούσε να είναι η φυσιολογική, συνηθισμένη της κατάσταση» με τα λόγια του Καστοριάδη, βιαστείτε να καταλήξετε κάπου, σε κάτι μικρό και σαφές-αργά ή γρήγορα, πού θα πάμε, θα γυρίσουμε στις τηλεοράσεις μας.

Να φύγουν με τα ελικόπτερα, συμφωνώ. Να μην αφοπλιστεί η χώρα από τα εργαλεία ανάπτυξής της, να πει όχι, δεν λέω όχι. Να μην αφοπλιστεί όμως και από εκείνους που κατάλαβαν ότι η Δημοκρατία απέτυχε, κυρίως επειδή δεν σταματάει, ακόμα και την ώρα του ξεσπάσματος, να τους υπενθυμίζει τις ευθύνες τους. Η βροχή ήταν εύκολος αντίπαλος απόψε: Η άγνοια καλπάζει παντοδύναμη με όχημα εξυπνακίστικα tweets. Μακάρι να μην αποδείξουμε ότι το μόνο που μπορούμε να είμαστε είναι να είμαστε έξυπνοι, τόσο πολύ μάλιστα που να μπορεί να ανασταίνει συνέχεια, αυτή η φωνακλού η ευφυΐα, τους χειρότερους εφιάλτες μας.

Υ.Γ.Η χούντα δεν τελείωσε το '73.

Υ.Γ1. Δεν βλέπεις αγανακτισμένε μου τους Κινέζους πόσο αγαπούν τον εργοδότη τους;

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Σήμερα γάμος γίνεται

Ο.k, είχαμε παραιτηθεί «αμετάκλητα και άνευ όρων» από την εθνική μας κυριαρχία αλλά μπορούσαμε να το αγνοούμε, να μη μας πειράζει και τόσο, στην τελική ήταν γραμμένο σε μία γραμμούλα ενός πολυσέλιδου κωλόχαρτου που βρίζουμε από το πρωί εώς το βράδυ. Ο εξευτελισμός όμως, απόψε, σόκαρε ακόμα και τον νηφάλιο Πρετεντέρη. Και σόκαρε περισσότερο επειδή ήταν πιθανόν εκτός προγράμματος, απαιτώντας αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο ρόλο και του Αντώνη Σαμαρά που ήταν έτοιμος, τον είδαμε όλοι στο Ζάππειο, να κάνει τα πρώτα του βήματα, αποφασισμένος να αναδιαπραγματευτεί για χάρη μας. Αν το μνημόνιο ήταν ο αρραβώνας μας με την Χούντα, η προϋπόθεση πολιτικής συναίνεσης που απαιτείται από εδώ και στο εξής από παρακλάδια τρομοκρατικών τραπεζικών οργανώσεων είναι η επισημοποίηση αυτής της ιδιαίτερης σχέσης (στ)οργής. Ήταν αναμενόμενο ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε από τη στιγμή που η περίφημη έννοια ταλαιπωρήθηκε πολύ μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος δανειστής για να την επιβάλει, από τη στιγμή που η συνταγή Στρος Καν ήταν εν τέλει συνταγή σεξολόγου: Πρώτα θα ανοίξεις το στόμα σου, θα καταπιείς ό,τι σπέρμα κυκλοφορεί, κι ύστερα δίχως καμία αμφιβολία να επισκιάζει την πολύτιμη ηθική σου, θα είσαι έτοιμη να παντρευτείς. Το πρώην νούμερο ένα του Δ.Ν.Τ έχει κάθε δικαίωμα να αρνείται τις κατηγορίες περί βιασμού, ο Ρεν, όμως, και ο Γιούνγκερ δεν έχουν ανάγκη τους δικηγόρους του προς το παρόν. Τι να κάνουμε που οι καμαριέρες από τη Νέα Γουινέα δεν φτάνουν για όλους; Όσο για σένα που κάποτε ψήφισες ΠΑ.ΣΟ.Κ γιατί θα σου έδινε αύξηση, τώρα ίσως πλησιάζει η ώρα που θα επιλέξεις Π.Α.Κ και θα κατεβάσεις επιτέλους ολόκληρο το μνημόνιο στον υπολογιστή σου προκειμένου να το διαβάζεις τα ανήσυχα βράδια όπου θα σφίγγει κι άλλο γύρω από τη ζωή σου, αμετάκλητα και άνευ όρων προφανώς, ο κλοιός της επικαιρότητας.

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Γιατί γράφουμε

Με αφορμή την έκθεση βιβλίου που δεν επισκέφτηκα.

Η γραφή είναι λέπρα. Κάφκα.

Η ποίηση είναι το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Μπρετόν.

Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε. Πωλ Βαλερύ.


«Αλήθεια, ποιος δεν έχει περάσει αυτή τη φρικτή εμπειρία, να βρίσκεται καθισμένος μπροστά σε μια λευκή σελίδα, με το φαφούτικο στόμα της να του γρυλίζει: Για τόλμα να απλώσεις χέρι επάνω μου». O Άμος Οζ περιγράφει κάτι πολύ οικείο. Σαν εκείνο τον Ιρλανδό του ανεκδότου που όταν τον ρώτησαν κάποιοι πώς θα φτάσουν στον προορισμό τους κούνησε το κεφάλι και είπε: «Στη θέση σας δεν θα ξεκινούσα από εδώ», έτσι και εμείς μπροστά στο γυμνό φύλλο. Πώς θα νικήσεις την παντοδύναμη λευκή σελίδα δίχως να την καταστρέψεις, δίχως να ενοχλήσεις τις λέξεις (Μόντης), αποφεύγοντας να προσθέσεις επιπλέον ντεσιμπέλ στον καρκινογόνο θόρυβο των Social Media;

Γιατί αψηφούμε τον κίνδυνο και γράφουμε; Το ερώτημα επιδέχεται όσους ορισμούς έχει υποστεί η επικοινωνιολογία από τους επικοινωνιολόγους. Είναι μια προσπάθεια να αποκτήσουμε προβλήματα; Δεν έχουμε τίποτα χειρότερο να κάνουμε; Ψάχνουμε το δρόμο προς τις γυναίκες; Ας ξεκινήσουμε από κάτι δεδομένο: Όσοι γράφουν δεν είναι ευχαριστημένοι. Κάτι τους λείπει, γράφουν για να το βρουν ή μέχρι να το βρουν, αποφεύγοντας να επιβαρύνουν τους άλλους με την μοναξιά τους. «Γράφουµε γιατί φοβόµαστε τον θάνατο; Γιατί φοβόµαστε να ζούµε; Γιατί νοσταλγούµε την παιδική µας ηλικία;» ρωτάει ο Ταµπούκι. «Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω μια κανονική δουλειά, όπως οι άλλοι άνθρωποι» απαντάει ο Παμούκ, «γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν» λέει ο Λειβαδίτης, «μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή, όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω» συμπληρώνει ο Πατρίκιος. Ο τελευταίος μάλλον αδικεί τους ποιητές θεωρώντας τους πιο υστερόβουλους από τους ηθοποιούς • ο Χάιντεγκερ με την ίδια λογική αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Σωκράτη τον αγνότερο όλων των δυτικών στοχαστών διότι «δεν έγραψε». Αν δεχτούμε τον ισχυρισμό του ποιητή περί αλήθειας, η υπόθεση περιπλέκεται: Ο Λεοπάρντι είπε κάποτε πως το ανθρώπινο γένος δε μισεί τόσο αυτόν που πράττει το κακό, ούτε το ίδιο το κακό, όσο αυτόν που το αποκαλεί με το αληθινό του όνομα. Όσοι διασώζουν επομένως κομμάτια της αλήθειας, δικαίως μπορούν να θεωρούνται οι δολοφόνοι του και μάλιστα οι πλέον κακοπληρωμένοι-ο Πόε προτιμά ένα ποίημα της απόλαυσης.

Η διακήρυξη του Μαλλαρμέ ότι ο πραγματικός σκοπός του σύμπαντος είναι η δημιουργία ενός υπέρτατου βιβλίου δεν είναι βεβαίως παρά μια υπερβολή, μια σκέτη τρέλα. Ο αναγνώστης επόμενο είναι να σκεφτεί πως κι άλλοι αγάπησαν τη δουλειά τους, πως κι άλλοι λάτρεψαν το εγώ τους, αλλά δεν έκαναν έτσι. Ο κόσμος-νομίζω ότι το έχω γράψει και παλαιότερα- εκτιμά τους συγγραφείς και τους ποιητές όχι επειδή είναι σπουδαίοι-σπανίως είναι- αλλά επειδή αφιερώνουν το χρόνο τους σε μια πράξη ρομαντική και μοναχική, χρόνο που εκείνοι δεν θα αφιέρωναν με τίποτα. Η προδοσία της καθημερινότητας- και η ταυτόχρονη ανάληψη του μέλλοντος- που συνεπάγεται η συγκεκριμένη ασχολία φαίνεται αδικαιολόγητη ακόμα και στους ίδιους καθώς υποψιάζονται ότι υπάρχουν ανθρώπινες λειτουργίες απείρως φυσικότερες και αληθινότερες από το γράψιμο, μία παραξενιά πολυτελείας, αλλά και μία αναγκαία τελικώς έκφραση. Αν «όλη η δυστυχία των ανθρώπων προέρχεται από το ότι δεν μπορούν να κάτσουν ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» όπως υποστηρίζει ο Πασκάλ, οι συγγραφείς και οι ποιητές θα έπρεπε να είναι όλοι ευτυχισμένοι-κι αυτό δεν συμβαίνει. Ο Φωστιέρης μπορεί να πιστεύει ότι θα βγουν από το ποίημα ζωντανοί • δεν μας λέει όμως για πόσο.

Για τον Σαρτρ τα κίνητρα δεν είναι ευγενικά: «Κανείς δεν μπορεί να με ξεχάσει ούτε να με αποσιωπήσει: είμαι ένα μεγάλο, εύχρηστο και τρομερό φετίχ. Η συνείδησή μου έχει γίνει θρύψαλα: τόσο το καλύτερο. Με ανέλαβαν άλλες συνειδήσεις. Με διαβάζουν, τραβώ τα βλέμματα• μου μιλούν, είμαι μέσα σε όλα τα στόματα, γλώσσα παγκόσμια και μοναδική• γίνομαι εξερευνήσιμο αξιοθέατο για εκατομμύρια βλέμματα• για όποιον ξέρει να με αγαπά, είμαι η πιο μύχια ανησυχία του αλλά αν θελήσει να με αγγίξει σβήνομαι, εξαφανίζομαι: δεν υπάρχω πια πουθενά, επιτέλους είμαι! Είμαι παντού: παράσιτο της ανθρωπότητας, οι ευεργεσίες μου την κατασπαράσσουν και την υποχρεώνουν αδιάκοπα να ανασταίνει την απουσία μου». Την ίδια μεγαλομανία συναντάμε στον Πίνδαρο:«Όταν η πόλη που δοξάζω θα έχει καταρρεύσει, όταν οι άνθρωποι για τους οποίους ψάλλω θα έχουν εξαφανιστεί στη λήθη, οι λέξεις μου θα διαρκούν ακόμα». «Δώστε μου τη χάρη να παράγω μερικούς ωραίους στίχους, που θα αποδείξουν σε μένα τον ίδιο ότι δεν είμαι ο έσχατος των ανθρώπων, ότι δεν είμαι κατώτερος εκείνων που περιφρονώ» γράφει ο δύστροπος Μπωντλαίρ. Όσοι στερούνται ανάλογης ματαιοδοξίας, ελπίζουν οι εμμονές τους να αποδειχθούν αρκετές ή ακόμα καλύτερα ότι θα γεννηθούν μετά θάνατον, όπως έλεγε ο Νίτσε. (Ο Ντιντερό είχε το θάρρος να αποκαλύψει το αντικείμενο των πόθων του που δεν ήταν άλλο από το να μην πεθάνει. Τι άλλο ήταν τα γραπτά του παρά το καταδικασμένο να μην εγκριθεί αίτημα αθανασίας του;).

Η νίκη ωστόσο του Γάλλου φιλόσοφου είναι κενή περιεχομένου. Παίρνει το ματς, αλλά στα χαρτιά. Ο Φλωμπέρ είναι απαρηγόρητος τη στιγμή που φεύγει. Η φημισμένη φράση του, ότι «το να γράφω είναι ένας τρόπος να ζω», επισκιάζεται από την επιθανάτια κραυγή του ενάντια στην «πόρνη Μποβαρύ» που θα τη γλιτώσει, συνεχίζοντας τη ζωούλα της μετά από αυτόν. Δε βρίσκει καλή ιδέα την υστεροφημία-θέλει τη ζωή του. «Χρειάζομαι απομόνωση για να μπορώ να γράφω, όχι σαν ερημίτης αλλά σαν νεκρός. Να γράφεις μ’αυτή την έννοια είναι ένας βαθύτερος από τον συνηθισμένο ύπνος, άρα θάνατος, κι ακριβώς όπως δε γίνεται να βγάλουν ένα νεκρό από τον τάφο του, δεν θα μπορούν τη νύχτα να με σηκώσουν από το γραφείο μου» μας λέει ο Κάφκα. Αν δεχτούμε την εξήγηση του συγγραφέα της Δίκης, η ταραχή του Φλωμπέρ δεν είναι μόνο εκείνου που έχει ζήσει σαν ζωντανός-νεκρός και περιμένει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση, αλλά του ανθρώπου που έκανε αθάνατη μία γυναίκα κι ίσως περίμενε να του χαριστεί η ζωή. Ο Χριστός θυσιάστηκε για να σώσει τον άνθρωπο ενώ εκείνος μία Μαντάμ, τη δική του Μαγδαληνή που περιμένει τον επιθανάτιο ρόγχο προκειμένου να του αφαιρέσει τα καρφιά.

Το αντίπαλον δέος του Σαρτρ, ο Αλμπέρ Καμύ, μας φαίνεται καθ’όλα έντιμος: «Γράφω σημαίνει είμαι ανιδιοτελής» λέει και προσθέτει:«Αν ο κόσμος μου φαινόταν ότι έχει κάποιο νόημα, δεν θα έγραφα». «Ο λιγότερο φιλόδοξος συγγραφέας βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια» πιστεύει ο Μπέλοου, «η αληθινή λογοτεχνία οφείλει να διδάσκει ή να υπόσχεται την ελευθερία» συμπληρώνει ο Τσέχοφ, σκέψεις που θα συνυπέγραφε νομίζω ο Γαλλοαλγερινός συγγραφέας. Ποιος μας λέει ωστόσο ότι ο πραγματικός Καμύ δεν είναι ο υποκριτής δικηγόρος της Πτώσης, εκείνος που νιώθει ενοχές όταν οι φίλοι του τον θεωρούν καλύτερο απ’ό,τι ο ίδιος νιώθει πως είναι; Ποιος ήρωας των συγγραφέων κουβαλάει τις αμαρτίες τους; Ποιον χαρακτήρα τους να πρωτοπιστέψουμε; Ο Μαρσέλ Προυστ υποστήριξε κάποτε ότι το λογοτεχνικό εγώ είναι διαφορετικό από το πραγματικό-το πόσο όμως δεν μας λέει ούτε αυτός. Από την άλλη, ποιος είναι τόσο αφελής που δεν υποψιάζεται ότι υποκρίνεται ακόμα και την ειλικρίνειά του και ποιος τόσο κουτός ώστε να πιστεύει ότι γνωρίζει στ’αλήθεια τον εαυτό του;

Ξεφυλλίζοντας βιογραφίες φαίνεται να ξεχνάμε κάτι βασικό: Οι αδυναμίες, τα ελαττώματα και τα σκοτάδια κάθε ανθρώπου νοηματοδοτούν τις τέχνες. Αν ήμασταν όλοι τέλειοι, θα επικοινωνούσαμε απρόθυμα και θα συνεννοούμασταν με χασμουρητά. «Το έργο που παράγει ο άνθρωπος είναι ιερό κι ας μην είναι ιερός αυτός ο ίδιος» μας λέει σχετικά ο Άγγελος Τερζάκης και προσθέτει: «Όλη η μυστική διαδικασία της Τέχνης σε αυτό στηρίζεται. Στο να παράγεις ιερότητα από την αμαρτία σου» • ο Χριστιανόπουλος το λέει αξιοποίηση αποβλήτων. Δυστυχώς η περιέργεια των βιογράφων στρέφει απότομα τους αναγνώστες στο κουτσομπολιό και την ανάκριση: Η μεγάλη αποκάλυψη ενός καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ ήταν ότι ο Μπρεχτ δεν μύριζε μανούλα • για τον Σαρτρ υπάρχουν παρόμοιες καταγγελίες. Κανένας σάλος ωστόσο δεν ξέσπασε, ούτε ο πιο φθηνός, επειδή τα ποιήματά του κάθε φορά που τα διαβάζουμε μοσχομυρίζουν το ίδιο ή ακόμα και διαφορετικά. Μήπως ο Τσαρλς Μπουκόφσκι βίαζε μικρά κοριτσάκια επειδή περιέγραφε την αποτρόπαια πράξη στο βιβλίο του; «Έμπλεξα σε φασαρίες με πολλά από τα σκατογραπτά μου» ομολογεί. Ο Μέιλερ υπογραμμίζει αυτό το φόβο των νεαρών συγγραφέων και κυρίως εκείνον που αφορά στις πληγές που ενδέχεται να ανοίξουν σε δικούς τους ανθρώπους, μέσα από τα πορτραίτα τους. Ξεκίνησαν να γράφουν για να λυτρωθούν αλλά δεν υπολόγισαν τις παγίδες. Όσο για την ιδεολογική τοποθέτηση τους, δεν αποτελεί παρά έναν επιπλέον βραχνά. «Είστε κομμουνιστής κύριε Κούντερα; Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος. Είστε διαφωνών; Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος. Είστε αριστερός ή δεξιός; Είμαι μυθιστοριογράφος» επιμένει να απαντάει ο Τσέχος συγγραφέας απογοητεύοντας πολλούς.

«(Στη σύγχρονη ελληνική ποίηση) Οι αιδήμονες "χαμηλοί τόνοι", οι τελετουργικές δηλώσεις ταπεινοφροσύνης, η καταθλιπτική ρητορεία της απώλειας, της ήττας, της απελπισίας δίνουν και παίρνουν. Κάθε ποιητικό ιδίωμα, τωρινό ή περασμένο, που προσεγγίζει την έξαρση, τη ρώμη, την αυτοπεποίθηση θεωρείται μεγαλομανία ή ασύγγνωστη αφέλεια, κάθε ομολογία πίστεως στις δυνατότητες και την χρήση της ποιητικής ομιλίας φαρμακερή αυταπάτη» σημειώνει ο Κώστας Κουτσουρέλης, φωτίζοντας ένα ακόμη πρόβλημα της καλλιτεχνικής έκφρασης. Μονίμως εξόριστη η ποίηση, μάταια περιμένει να αποκτήσει ισχύ νόμου. Η εποχή, εξάλλου, όπου θα την έβρισκε κυρίαρχη, θα ήταν αναμφίβολα βαθιά αντιποιητική. Εκτός κλίματος, μεταδίδοντας τύψεις για το ότι προσθέτει μοναξιά στη μοναξιά, αφήνοντας μεγαλύτερα περιθώρια παρερμηνείας απ’ό,τι η λογοτεχνία, φοβάμαι πως θα παραμένει αιωνίως στα αζήτητα σε έναν κόσμο που διψάει για ακρίβεια και μικρές μπουκίτσες εύπεπτων πληροφοριών. Αντί να μεμψιμοιρεί, θα ήταν προτιμότερο να κερνάει τα ποιήματά της με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, διορθώνοντας τον κόσμο(Ουάιλντ) με εντιμότητα και πάθος και όχι για να απαγγέλει τα πονήματά της, την εκφυλιστική ασθένεια που χτυπάει, δίχως εξαίρεση, κάθε έναν από τους ποιητές.

Τι κάνει λοιπόν εκατομμύρια ανθρώπους να γράφουν τις σκέψεις τους, να απομονώνονται γρατζουνώντας λέξεις που δε σε βγάζουν τις περισσότερες φορές πουθενά και που καταφέρνουν μόνο να σε βάζουν λίγο πιο ήρεμο για ύπνο; Η γενίκευση με διευκολύνει αλλά αναμφίβολα αδυνατεί να φωτίσει την μοναδικότητα του καθένα ξεχωριστά. «Αγόρι μου, ο κόσμος έτσι που είναι δεν σου φαίνεται αρκετά άσχημος, αλλά θέλεις και να τον παραστήσεις στο θέατρο;» ρωτάει η μάνα του τον αμήχανο Τένεσι Ουίλιαμς. Αισθάνεται ένοχος που δεν μπορεί να απαντήσει ευθέως στην ερώτησή της και συνεχίζει να γράφει: μόνο έτσι ξορκίζει όσα τον καταθλίβουν. Ποιος μπορεί να σταματήσει τον Ιάκωβο Καμπανέλλη που μαγεύεται από το θέατρο, θέλει απεγνωσμένα να γίνει ηθοποιός-αλλά δεν μπορεί εξαιτίας του απολυτηρίου γυμνασίου που δεν έχει- και πιάνει το μολύβι; Η επιθυμία του είναι ακαταμάχητη, η ανάγκη του ασυμβίβαστη • οι σελίδες δειλά και με κόπο αρχίζουν να γεμίζουν.

Ο Πολ Ελυάρ παρατηρεί: «Αν ο Μπωντλαίρ, ο Λωτρεαμόν και ο Ρεμπώ φαίνονται γεμάτοι τύψεις αυτό συμβαίνει γιατί η μοναξιά τους δεν έχει σύνορο. Αυτοκατηγορούνται που δεν έχουν πάνω στον κόσμο μια απόλυτη, άμεση εξουσία». Τι είναι επομένως το γράψιμο; Πρόκειται τελικώς για προσπάθεια απόκτησης εξουσίας ή για την ολοκληρωτική άρνησή της; Απόπειρα απόκτησης ελέγχου σε ένα ακατανόητο σύμπαν, αποκατάσταση της θεωρίας σε σχέση με την πράξη ή απλώς πείραμα αθανασίας;

Ο συγγραφέας, σε αντίθεση συχνά με τους θαυμαστές του, έχει γνώση της πολυπλοκότητάς του. Δίχως να γνωρίζει ακριβώς ποια είναι αυτή, δοκιμάζει να την αποκαλύψει. Την αθλιότητα των άλλων μπορεί να την αντιμετωπίσει • τη δικιά του δεν την ανέχεται. Αν αγαπάει αλλά και ενοχλείται από το καθετί, καταλαβαίνει ότι πρέπει να ξεδώσει στο χαρτί προκειμένου να μην γίνει αφόρητος, γκρινιάρης ή τρελός. Εκεί, εντελώς ξεκούραστα, τα βάζει με όλους-και εκείνοι ούτε που το φαντάζονται. Καλύτερα να τα βρουν μια μέρα γραμμένα. Γράφοντας, νίπτει τας χείρας του. Βγάζει γλώσσα στην ξερόλα δασκάλα, τη ζωή. Ανταγωνιζόμενος τον Θεό, τον προκαλεί να μιλήσει-δεν έχει ερωτηθεί για αυτό που ζει. Επιτέλους τα προβλήματα της ανθρωπότητας μπορούν να γίνουν δικά του! Καιρός να τα λύσει! Εργοδότης του είναι ο κόσμος και μόνο σε εκείνον λογοδοτεί. Καθισμένος στην καρέκλα του κάνει παρέα με όλη την ανθρωπότητα και το μόνο που εύχεται είναι να μην αρχίσει να πονάει η μέση του. Το πόσο καλός θα γίνει εξαρτάται από το πόσο σύμπαν μυρίζει σε κάθε του εισπνοή, από το πόσο καλά ακούει τις μικρές ώρες, από το πόσο του αρέσει να παίζει το παιχνίδι, τελικά από το πόσο επιθετικά και υπομονετικά θα φλερτάρει το όραμά του, χρησιμοποιώντας όλες τις οδούς, όλες τις χαραμάδες και όλα τα τεχνάσματα. Εμπνευσή του φυσικά η παρατήρηση, η αυθεντική διασκέδαση κάθε συγγραφέα-μερικές φορές απαιτείται μεγάλη φαντασία για να καταλάβεις ότι ισχύει για σένα αυτό που παρατήρησες στους άλλους, φαντασία που δεν διαθέτουν ούτε οι καλύτεροι συγγραφείς. Γράφει γιατί αντιλαμβάνεται πως έχει φωνή, γιατί δεν ξέρει να παίζει μουσική, γιατί δε θέλει να προσβάλλει κανέναν, για να ενημερώσει πολλές φορές σε πείσμα της ενημέρωσης, μα πάνω από όλα για να πει στις γυναίκες της ζωής του ότι τις αγαπάει. Η συγγραφή μπορεί να πάρει χίλιες δυο μορφές: εξονυχιστική εξέταση, συμβόλαιο με τον εαυτό, άμυνα του καταπονημένου οργανισμού, βομβαρδισμός ανθρωπιστικής βοήθειας, επείγουσα έκκληση απεγκλωβισμού, σημειώσεις μυστικές που σε περνούν στο μάθημα της ζωής, ανακωχή αλλά και πόλεμος μαζί.

Ρωτάει ο Ρίλκε τον νεαρό ποιητή: «Θα πεθαίνατε τάχα αν σας απαγόρευαν να γράφετε;». Αν απαντήσει ναι, μία φράση του Ρουσό θα ήταν αρκετή για να τον προβληματίσει:«Κάθε αφοσίωση είναι σημάδι ανεπάρκειας». Ποιος νέος άνθρωπος θέλει να είναι ανάπηρος; Ο Λόντον γίνεται αμέσως ο δικηγόρος του διαβόλου: «Αν δεν μπορείς να βρεις χρόνο, να είσαι βέβαιος ότι ο κόσμος δεν θα βρει χρόνο για να σε ακούσει». «Η γραφή μας επιτρέπει να συνδιαλεγόμαστε με τους νεκρούς, με τους απόντες, με αυτούς που ποτέ δεν γεννήθηκαν, διασχίζοντας όλες τις αποστάσεις του χρόνου και του χώρου» διαπίστωνε ο Άβρααμ Λίνκολν, «όποτε αφήνω το χαρτί και το μολύβι σκοντάφτω» λέει η Καρυστιάνη • ο Καββαδίας ζαλίζεται στη στεριά. «Να 'μαι ποιητής δεν είναι δική μου φιλοδοξία. Είναι ο τρόπος μου να είμαι μόνος» λέει ο Πεσσόα, «πίδακας από αίμα η ποίηση, τίποτα δεν την σταματάει» μας εκμυστηρεύεται η Πλαθ, ο Τσοράν, όποτε γράφει, «κλαίει διακριτικά».

«Το γράψιμο δε με ενδιαφέρει παρά στον βαθμό κατά τον οποίο ενσωματώνεται στην πραγματικότητα μιας μάχης, στην καθαρότητα ενός εργαλείου, μιας τακτικής, μιας φωτοχυσίας. Δεν θα ήθελα παρά να είναι τα βιβλία μου ένα είδος νυστεριού, βόμβας μολότωφ ή νάρκης και να απανθρακώνονται μετά τη χρήση όπως τα πυροτεχνήματα» σημειώνει ο Φουκό περιγράφοντας μία γραφή γενναιόδωρη -σε μερικούς, όπως ο Χέγκελ, θα έφτανε να γίνουν έστω και λιγάκι κατανοητοί. Μοιάζει σε αυτό ο συγγραφέας με τη νοικοκυρά: φτιάχνει ένα κείμενο περιμένοντας όχι απλά κάποιον να το δοκιμάσει αλλά να του αρέσει κιόλας. Η διαφορά είναι πως εκείνος παραμένει ορφανός όσο δεν βρίσκει αναγνώστες-συνεχίζει όμως να μαγειρεύει για δική του ευχαρίστηση.

«Καινούριοι καιροί, καινούρια καθήκοντα» γράφει ο επίκαιρος Ουγκό. «Δε φτάνει πια να στοχάζεσαι, πρέπει και να αγαπάς. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι και ν’ αγαπάς, πρέπει να δρας. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι, ν’αγαπάς και να δρας. Πρέπει και να υποφέρεις». Τα κριτήρια φαντάζουν αυστηρά. Ο ίδιος ο έλεγχος στα γραπτά οφείλει να αυστηροποιηθεί. Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως επιτρέπεται εντέλει στους συγγραφείς να γράφουν με μία προϋπόθεση: να γίνουν σπουδαίοι, να μην είναι χλιαροί, να μην είναι οι ποιητές-γιαούρτια του Λιαντίνη. Διαφορετικά ο Έκο θα προσθέσει στον ταξιτζή-τον άνθρωπο που δεν έχει ποτέ ρέστα- τον συγγραφέα-τον 40άρη που δεν ξέρει να ψήσει καφέ όπως ομολογούσε ο Μπένγιαμιν. Ποιος θα τον αδικήσει;

«Η απειλή σήμερα» βλέπει ο Ζίζεκ «δεν είναι η παθητικότητα αλλά η ψευδοδραστηριότητα, η παρόρμηση να είμαστε ενεργοί, να συμμετέχουμε, συγκαλύπτοντας το τίποτα που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Άνθρωποι παρεμβαίνουν συνεχώς, κάνουν κάτι, ακαδημαϊκοί παίρνουν μέρος σε ανόητες αντιπαραθέσεις». Ποιος θα διαφωνούσε; Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί παρουσιάζουμε τα βιβλία. Βαριόμαστε να τα διαβάσουμε; «Τα πιο μεγάλα γεγονότα» μας λέει ο Νίτσε «δεν είναι οι πιο θορυβώδεις ώρες μας αλλά οι ώρες της μεγάλης σιωπής». Βρίσκει όμως χρόνο να σωπάσει κανείς; «Η μάχη να δίνεται μετά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας» συμβουλεύει με τη σειρά του ο Αναγνωστάκης σε ένα στίχο που θα θέλαμε επίσης να ξεχάσουμε-άκρως επικίνδυνο να τραυματίζεις αυταπάτες.

«Όσοι ξεκινούν για την περιπέτεια της τέχνης θα πρέπει να ξέρουν πως η ιστορία της ομορφιάς συμπληρώθηκε, δεν περιμένει εκείνους που θα την αποσώσουν. Και εκείνο που κάνουν πάντα οι αφοσιωμένοι της δεν είναι παρά ένας αγώνας να ξαναβρούν αυτό που χάθηκε, ξαναβρέθηκε , ξαναχάθηκε κάτω από βοηθητικές ή αντίθετες συνθήκες, ένας αγώνας δύσκολος και ασταμάτητος» σημειώνει ο Λορεντζάτος. «Η τελευταία λέξη του κόσμου για τον κόσμο δεν έχει ειπωθεί. Ο κόσμος είναι ανοιχτός και ελεύθερος. Όλα είναι ακόμη, και θα είναι για πάντα, μπροστά μας» μας ενθαρρύνει περισσότερο ο Μπαχτίν. Οι συγγραφείς, αδιόρθωτοι εγωιστές, πάντα θα ψάχνουν στο έργο τους να πουν την τελευταία λέξη, να γράψουν το τελευταίο βιβλίο, να ψιθυρίσουν ντροπαλά το αλαζονικό “You must listen to me” του Αλί, ελπίζοντας πως όλο και κάποια τρίχα από τα μυστικά του Θεού θα ξεριζώσουν (Miguel De Unamuno), πως όλο και κάποιος θα αναγνωρίσει το χαμένο νόημα στη δική τους φωνή. Η τέχνη τους όσο πιο περιττή θα αρχίσει να μας φαίνεται, τόσο περισσότερο αναγκαία για την ίδια την πραγματικότητα θα είναι.

«Το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό» έλεγε ο Ντελακρουά, ζωτικό ψεύδος(Ίψεν) που χρειάζονται όλοι οι καλλιτέχνες για να δράσουν και να κινητοποιηθούν, αυταπάτη ώστε να μην παγώσουν στη σκέψη πως ό,τι και να πουν είναι πια εκπρόθεσμο. Σε ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα ταύτισης, ο Βίττγκενσταιν επαναλαμβάνει τη θέση του Επίκουρου περί θανάτου δίχως καν να το υποψιάζεται. Προφανώς, για να μην πεθάνεις, πρέπει ορισμένα πράγματα να τα ρισκάρεις.


Κινδυνεύω και το καλύτερο πράγμα που σκέφτηκα είναι να γράψω αυτό το κείμενο που κανείς δε θα διαβάσει. Αν δεν το έγραφα ωστόσο, εξαγριωμένοι ιδανικοί αναγνώστες θα μου επιτίθονταν. Θα κοιμηθώ ήσυχος-μικρό πράγμα είναι αυτό; Με την πλάτη στον τοίχο, δεν αισθάνομαι ανίκητος. Έδωσα όμως νόημα στη ζωή μου. Είναι αυτονόητο πως ανησυχώ για την τύχη του ψέματός μου. Θέλω να σταθεί τυχερό. Δίχως ταπεινά κίνητρα η εκκίνησή μου από τους βατήρες ήταν-παραδέχομαι-νωχελική. Δε ζητάω από τους αυριανούς εργοδότες μου να αναγνωρίσουν την αξία μου ή να νοιαστούν για την αξιοπρέπειά μου. Μου αρκεί να μου την πληρώνουν. Έχω κι εγώ δικαίωμα, όπως όλοι, να ζήσω από το παιχνίδι μου. Αν με εμπιστευθείτε, δε θα χάσετε. Δεν κοιμάμαι ούτε κλαίω εν ώρα υπηρεσίας. Στο μυαλό μου- δεν σας κρύβω- έχει κολλήσει μια φράση του Χορν: «Είμαι ψευδοσεμνός. Είμαι ψευδομετριόφρων. Θέλω να κάνω αυτό που θέλω».

Διαβάζω ακόμα. Διαβάζω επειδή με νοιάζει τι είπε ο ένας και ο άλλος. Διαβάζω παρόλο που ξέρω ότι βάζω σε κίνδυνο τον εαυτό μου-οι άνθρωποι βλέπουν ευκολότερα το πιο τρομακτικό θρίλερ ενώ τρομάζουν στην ιδέα ενός καλού βιβλίου. Το κάνω επειδή δεν έχω ιδανική παρέα, αρκετά χρήματα και χρόνο για να ταξιδέψω. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου, κατάφερα να πηγαίνω σε μέρη όπου κανένα αεροπλάνο δε μπορούσε να προσγειωθεί, κανένα πλοίο να πιάσει λιμάνι, κανένα τρένο σταθμό. Τα βιβλία ήταν το διαβατήριό μου. Συν τοις άλλοις, κανείς δεν τολμά να με υπολογίσει στα στατιστικά του στοιχεία-δε μένω άνεργος όσο έχω ακόμα βιβλία αδιάβαστα. Σε αυτό το blog επιμένω συχνά να μιλάω με λόγια αλλονών όχι για να κάνω επίδειξη γνώσεων, όπως μου είπε πρόσφατα ένας άνθρωπος που περίμενα να με ξέρει καλύτερα. Πέρα από τη δημοκρατικότητα της επιλογής μου, το κάνω επειδή φοβάμαι πως είναι ο μόνος τρόπος να επιτύχουμε τελικώς το διάλογο μεταξύ των ανθρώπων, πως υπάρχει σημαντική πιθανότητα όλοι αυτοί οι σπουδαίοι που παρέθεσα, παρά τις κοινές τους ανησυχίες, να μην άντεχαν ο ένας τα χνώτα του άλλου για περισσότερο από ένα λεπτό, εάν ποτέ τους μαζεύαμε σε ένα δωμάτιο-θα αισθάνονταν ότι πνίγονται. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζαμε πάντοτε εμείς οι πολιτισμένοι είναι η ίδια: Να αγαπιόμαστε. Να αγαπιόμαστε ως εάν αυτό να ήταν δυνατό.

Σε έναν κόσμο όπου τινάζεται στον αέρα κάθε μέρα, όπου η ελπίδα θα πεθάνει από αηδία, όπου σε πρώτο πλάνο σήμερα είναι η οικονομία-λες και χθες ήταν ο έρωτας, όπου η ζωή με απόλυτη ευθύνη μας προήχθη σε διαδικτυακή μπούρδα, δε με εκπλήσσει που τον τελευταίο καιρό διάφοροι συνάνθρωποί μου μπήκαν στο blog για τους εξής λόγους: «Κανονες απο νταντα αμεσου δρασεως, ζαλμας γκευ, στεκια στριπτιτζουδες, ρεμπεκα γουανγκ, λογαράς πούστης, o kolos tis misel obama». Μέσα σε δευτερόλεπτα τους έχασα από πελάτες μου καθώς δεν στάθηκα ικανός να τους εξυπηρετήσω. Ώρα να τους λάβω υπόψη μου!

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Μπεστ Ντεθ Έβερ!

Κύματα ενθουσιασμού σαρώνουν τις ακτές των ειδησεογραφικών πρακτορείων, ο κόσμος πανηγυρίζει, φίλησα κι εγώ τη μάνα μου έπειτα από καιρό. Έχουμε χεστεί από τη χαρά μας. “This is the greatest night of my career, I am so blessed, so privileged to be at my desk at this moment", εξομολογείται ένας παρουσιαστής του Fox.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται, όμως, σταθερά, σχεδόν κουραστικά, αδυνατώντας να χαρίσει ιστορικές στιγμές τόσο στους καταγραφείς της όσο και στους τηλεθεατές της-γεμίζει όμως συγκίνηση από την πρώτη κιόλας στιγμή τους παραχαράκτες της. Πέρα από αναλώσιμοι, είμαστε και θανάσιμα προβλέψιμοι. Αν ζούσαμε το 1945, μερικοί από μας θα πανηγύριζαν τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ας μείνουμε όμως στο τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα: Πρώτον, yes we can kill Bin Laden-κι ας μη μπορούμε να βρούμε δουλειά, κι ας φοβούνται οι Αμερικανοί με τις πλύσεις εγκεφάλου που τους γίνονται να πάνε μέχρι την τουαλέτα του σπιτιού τους! Δεύτερον, ο Ομπάμα μπορεί να διπλασιάσει τα Νόμπελ του, πηγαίνοντας γκανιάν και για δεύτερη θητεία. Τρίτον, «πρέπει να κατανοήσουμε για ποιον λόγο αυτοί οι πανηγυρισμοί είναι λογικοί. Δεν είναι ούτε αφελείς, ούτε αναίτιοι». Σαν καλοί χριστιανοί, μπορούμε να το καταφέρουμε κι αυτό με λίγη προσπάθεια και με συνέχιση της νηστείας. Τέλος, μπορούμε να αγκαλιάσουμε τον απρόσμενο θρίαμβο της πολεμοχαρούς Δικαιοσύνης. Οι αγορές σε τελική ανάλυση αποφάνθηκαν! Οι δημοσιογραφικές αναλύσεις είναι περιττές, όταν είναι θετικά τα πρόσημα στις αγορές: Παρίσι και Φρανκφούρτη έκλεισαν με κέρδη, άρα επιδοκιμάζει ο Θεός. Σταθεροποιείται η τιμή του πετρελαίου, επικροτεί ο Διάβολος. Εξάλλου ο Οσάμα Μπιν Λάντεν διαβάζουμε:«έτυχε κανονικής θρησκευτικής τελετής στη γέφυρα του αμερικανικού αεροπλανοφόρου Καρλ Βίνσον, κατά πλήρη σεβασμό των μουσουλμανικών παραδόσεων». Δολοφονήθηκε(;), δε, σύμφωνα με τις δυτικές: Μυστηριωδώς, ακαριαίως, επικοινωνιακά άρτια.

Έχω σταματήσει να επισκέπτομαι τακτικά το Protagon. Μου θυμίζει όλο και περισσότερο τον αφορισμό του Πετάν:«Αυτοί που δεν σκέφτονται απαιτούν να συγκαταλέγονται στους διαφορετικά σκεπτόμενους». Στην τηλεόραση μαθαίνω πιο χρήσιμα πράγματα. Σήμερα ας πούμε άκουσα την εξής συγκλονιστική φράση: «Δεν συμφωνώ με τα ρούχα της». Η παρρησία του γούστου αντικαθιστά σιγά σιγά και στις δικές μας συνήθειες την παρρησία της γνώμης: συμφωνούμε ή διαφωνούμε με ένα ρούχο, συμφωνούμε ή διαφωνούμε με μία εικόνα-εικόνες ντροπής δε λέμε; Στις εικόνες που καταδικάζονται συμπεριλαμβάνονται, αναγκαστικά, ατυχείς στυλιστικοί συνδυασμοί.

«Η Αμερική έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει. Και μαζί με αυτήν και όλοι εμείς». Ο δημοσιογράφος του Σκάι ήταν συν τοις άλλοις και καλοντυμένος. Φορούσε στολή σοβαροφάνειας. Επομένως, αξιοπιστίας. Θα το κάψουμε κυρ Στέφανε! Ναι, θα το κάψουμε! Μην έχεις καμία αμφιβολία! Όλα τώρα ξαναρχίζουν! Η πολεμική μηχανή που δημιούργησε τον εχθρό της θα θελήσει να κρατήσει τη μνήμη του ζωντανή, δηλαδή την απειλή του. Κανένας φόβος δεν πρόκειται να πάει χαμένος!

Υ.Γ. Το Νάτο βομβαρδίζει στρατιωτικούς στόχους στη Λιβύη.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Του κουτού τα παραμύθια

Τίτλοι ειδήσεων: Ο Βαν Ρομπάι πιστεύει ότι το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο, ο Γιώργος Παπανδρέου πως η Ελλάδα ξαναγεννιέται αλλάζοντας νοοτροπίες και αντιλήψεις διότι η κυβέρνησή του σκέφτεται υπεύθυνα «το κοινό καλό, τα παιδιά μας, το αύριο», ο βουλευτής Ηλείας κ. Γιώργος Κοντογιάννης ότι οι «Γεωργαλάδες» και οι «Σταματόπουλοι» του κ. Σαμαρά, επιχειρούν να μηδενίσουν-άκουσον άκουσον- το έργο του Κώστα Καραμανλή, ο ίδιος ο κυρ Αντώνης πως είναι δική του ευθύνη να δώσει χειροπιαστή και όχι θεωρητική ελπίδα στη χώρα, ο Σεβαστιανός διηγείται στη γραμμή του Σι και στο Μι τραγουδάει παραμύθια η Μελιά.

Σεντούκι

Ψηφιακό αρχείο της Ερτ: Ένας θησαυρός επιστρέφει στους Έλληνες. (Στην αρχαία Σπάρτη δεν ήταν ατιμωτικό για τον νέο να είναι κλέφτης. Ήταν ατιμωτικό να τον πιάσουν για κλέφτη. Στην σύγχρονη Αθήνα δεν ήταν ατιμωτικό να είσαι ντοπαρισμένος. Ήταν να γλιστρήσεις στα λάδια για να μη σε πιάσουν ντοπαρισμένο).

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Η βία δεν είναι λύση

«Αποδοκιμάζω την ωμή βία. Δεν είναι αποτελεσματική. Αντίθετα, η εντέχνως εφαρμοσμένη παρατεταμένη κακομεταχείριση, χωρίς καταφυγή σε σωματική βία, αυξάνει τα επίπεδα άγχους και δημιουργεί ένα ασαφές συνειδησιακό βάρος. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου μερικούς κανόνες ή καλύτερα μερικές κατευθυντήριες αρχές. Το υποκείμενο δεν πρέπει να αντιληφθεί πως η κακομεταχείριση αποτελεί σκόπιμη επίθεση ενός βάναυσου εχθρού ενάντια στην προσωπικότητά του. Θα πρέπει να του προκληθεί το αίσθημα πως του αξίζει οποιαδήποτε μεταχείριση γιατί έχει υποπέσει σε κάποιο τρομερό(και αδιευκρίνιστο) σφάλμα. Η πρωτόγονη ανάγκη των μανιακών του ελέγχου πρέπει να καλύπτεται επιμελώς με μια αυθαίρετη και δαιδαλώδη γραφειοκρατία, έτσι ώστε το υποκείμενο να μην μπορεί να έρθει σε άμεση επαφή με τον εχθρό του». Ουίλιαμ Μπάροουζ. Γυμνό Γεύμα.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Ο Μέσι και το κίνημα «Δεν πληρώνω»

Ο Μέσι υποδέχεται την μπαλιά του Τσάβι και αμέσως ηχεί συναγερμός. Ο Μεσίας προσπαθεί να ακολουθήσει τον κεντρικό δρόμο που είναι και ο πιο σύντομος αλλά τρακάρει πάνω σε τρία περιπολικά της Ρεάλ που τον στριμώχνουν. Αποφασίζει να αλλάξει πορεία. Δοκιμάζει τον περιφερειακό που φαίνεται με μια πρώτη ματιά άδειος. Θα του κοστίσει λίγη βενζίνη παραπάνω αλλά χαλάλι. Επιταχύνει και η καταδίωξη αποτυγχάνει. Φιάσκο κανονικό. Ολοκληρώνοντας το σύντομο υπερρεαλιστικό ποίημά του, η ιδιοφυία μας πετάει μία τέλεια πάσα σε έναν συμπαίκτη του που σκοράρει. «Αριστούργημα! Ζήτωωωω!», φωνάζει σύσσωμος ο κόσμος της Τέχνης. Δυστυχώς όμως. Ο Πέδρο δεν είχε πληρώσει διόδια, συλλαμβάνεται σε θέση offside και για όλα φταίει εκείνος εκεί ο κοντός με το 10 που του άνοιξε τις μπάρες να περάσει. Φυσικά και το θέατρο δεν είναι ούτε θα γίνει ποτέ γήπεδο όπως είχε πει ο κύριος Γερουλάνος όταν τα έσπασαν οι κάφροι στην παράσταση «Ταξιδεύοντας με τον Π.Α.Ο.Κ». Το γήπεδο, αρκετές φορές, είναι πιο καθηλωτικό, κάτι σαν Poetry Slam, και τα Ρεαλ-Μπαρτσελόνα ό,τι πιο συναρπαστικό μπορείς να ονειρευτείς φέτος.

Η μομφή για τον καλλιτέχνη Μέσι είναι ότι τίποτα μοναδικό δεν προσφέρει το έργο του, ότι δεν ανέτρεψε τα δεδομένα όσο ο Ροναλντίνιο, ότι απλώς τελειοποίησε ό,τι άφησε στη μέση ο Μαραντόνα. Είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσεις έναν ήρωα δίχως ελαττώματα, δίχως καν έναν σοβαρό τραυματισμό μέχρι σήμερα, έναν τελειοποιημένο κλώνο του πολύ ανθρώπινου Ντιεγκίτο. Ο Λιονέλ έχει κάνει και κάτι ακόμα, πιο ασυγχώρητο: Κατέστησε περιττή τη συζήτηση για τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του πλανήτη. Όλοι ξέρουν ποιος είναι όταν τον βλέπουν ή, οι πιο άτυχοι, όταν προσπαθούν να τον μαρκάρουν.

Ο Ρονάλντο ενδεχομένως κατάφερε να ανανεώσει το ενδιαφέρον προχθές. Ήταν κι εκείνος ασταμάτητος. Μισός χρόνος πέρασε από όταν πέρυσι τον Νοέμβριο είχα βιώσει τον θάνατο του ποδοσφαίρου μετά το 5-0 των Καταλανών επί της Ρεάλ. Δίστασα τότε να τον αναγγείλω. Τώρα που αναστήθηκε μετά την ήττα των εξωγήινων και την καθοριστική συμβολή του Μουρίνιο, μπορώ να δημοσιεύσω το κείμενο που είχα γράψει.

Η συνωμοσία των κοντών-Barca Statistics

«Ο αντίπαλος ερχόταν για να κλέψει την μπάλα από πίσω και οι συμπαίκτες του δεν τον ειδοποιούσαν». Υπήρχε και αυτή η Μπαρτσελόνα στα χρόνια του Φαν Γκάαλ και τη θυμάται πολύ έντονα στα βιβλία που μας άφησε ο σπουδαίος Καταλανός συγγραφέας Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Στην ομάδα, όμως, που είδα σήμερα δεν θα συνέβαινε ποτέ κάτι τόσο ανεύθυνο και παιδαριώδες. Τώρα οι οπαδοί της σοκάρονται από ένα λάθος κοντρόλ.

Αυτή η αδίστακτη συμμορία, η εγκληματική 11άδα του μασόνου Γκουαρντιόλα, έχει απλοποιήσει επικίνδυνα τα απίθανα. Η παρακολούθησή της σου προκαλεί ασφυξία. Δεν υπερβάλλω, δοκιμάστε το: Μέχρι και η φαντασία της είναι οργανωμένη. Οι άνθρωποι είναι ζογκλέρ, αληθινοί κασκαντέρ, μαχητές του καταλανικού εθνικισμού. Απόψε κουβαλούσαν την μπάλα με τόση προσοχή λες και κουβαλούσαν εκρηκτικά που έπρεπε να σκάσουν μόνο στο τέρμα της μισητής εκπροσώπου του ισπανικού κράτους. Αποτυχημένη θεωρείται πια κάθε επίθεση που δεν καταλήγει σε γκολ. Μαζεύονται όλοι στο κέντρο, συζητούν με τη μπάλα για ώρα, τόση ώρα που σκέφτεσαι πως η UEFA πρέπει να βάλει λήξη επίθεσης ακολουθώντας τους κανόνες του Μπάσκετ(νομίζω εξάλλου πως βλέπω μπασκετικά σκριν που διευκολύνουν την κατοχή), ώσπου αφού σε έχει κοιμίσει, αναπτύσσεται ξαφνικά σα χταπόδι, εξαπολύοντας τις αντεπιθέσεις ενός αυτάρεσκου, επιστημονικού κλεφτοπόλεμου. Χειροκροτήστε από την πολυθρόνα σας ή αλλιώς μισήστε την ομάδα του μέλλοντος που επιτέλους είναι εδώ: σχεδιασμένη από τη NASA σε διαστημικά εργαστήρια έχει έδρα της το Νόου Καμπ ή το νέο Άουσβιτς, έναν θάλαμο αερίων αντάξιο της Άρειας ποδοσφαιρικής Φυλής.


Για να δημιουργηθεί το τέλειο εκτελεστικό απόσπασμα σημαντικό ρόλο παίζει η στρατολόγηση ποδοσφαιριστών που ταιριάζουν με την εταιρική κουλτούρα. Οι παίκτες της Μπάρτσα είναι όλοι πρώτο μπόι: Ο Μέσι, ο αρρωστημένος εγκέφαλος πίσω από το Ολοκαύτωμα, 1.69, ο Τσάβι, που μοιάζει με κρητικό λαουτιέρη, μακράν ο πιο καλός πασέρ στον κόσμο, 1.70, ο Ινιέστα που φλερτάρει με τη Χρυσή Μπάλα 1.70, ο Ντάνι Άλβες που από κωλόπαιδο έγινε αρνάκι, 1.73, ο εκνευριστικός Πέδρο που ακολουθεί τον αντίπαλό του ακόμα στην τουαλέτα, 1.69, ο κολασμένος γιος του ανθρακωρύχου από τις Αστούριες Νταβίντ Βίγια 1.75, ο Μασκεράνο 1.74, ο Μπόγιαν 1.70. Κοντή, γρήγορη και τεχνική: αυτό είναι όλο και όλο το μυστικό.

Οι άντρες παρακολουθούν ποδόσφαιρο επειδή τους αρέσει κατά βάθος να υποφέρουν. Αν η Ρεάλ είναι η Βασίλισσά τους, αυτή η Μπάρτσα είναι η απόλυτη αφέντρα που γουστάρει να τους βασανίζει σαδιστικά. Αναρωτιέμαι πραγματικά ποιος ταπεινός οπαδός σε περιόδους κρίσης ταυτίζεται με αυτήν την ποδοσφαιρική υπερδύναμη, αν υπάρχει έστω κι ένας ρομαντικός Καταλανός που δεν αναπολεί τα μίζερα χρόνια του Φαν Γκάαλ, τότε που τα πράγματα ήταν πιο αγνά, απρόοπτα και ασύνδετα.

Ο κακόμοιρος ο Σέρχιο Ράμος άντεξε 92 λεπτά απόψε. Τελικώς απηύδησε. Έδωσε με όλη του τη δύναμη μια κλωτσιά στον Μέσι που έτρεχε σαν να ήταν το σκορ ισόπαλο. Εγκληματικό φάουλ; Όχι και τόσο. Μάλλον κλωτσιά απόγνωσης από έναν τεράστιο παίκτη, μάλλον ένα «γιατί να μη μπορώ να τον κλωτσήσω από τη στιγμή που παίζει τόσο καλά;». Εξάλλου αν οι 22 ποδοσφαιριστές απόψε το βράδυ έπαιζαν σε ένα πάρκο, μετά από λίγα λεπτά θα καταλάβαιναν από μόνοι τους πως θα έπρεπε να ξαναχωριστούν σε ομάδες.

Είναι παράδοξο αλλά και σαφές: το ποδόσφαιρο κινδυνεύει πια μόνο από τα πόδια του προφήτη του. Προκειμένου να μη θρηνήσουμε το όπιο του λαού, η πρότασή μου είναι να απελευθερωθεί ο καμικάζι αυτοκτονίας Μαθιέ Φλαμινί για να αποδείξει ότι αυτό το σπορ είναι of the people, by the people and for the people. Διαφορετικά φοβάμαι πως πρέπει να βρεθεί κάποιος τρόπος και από τα χείλη ενός μη ποδοσφαιρόφιλου να σας ανακοινωθεί, όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα, ο θάνατος του ποδοσφαίρου μετά από εκείνον της Μεταπολίτευσης.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Πώς πέρασα το Σαββατοκύριακο

Οι φίλοι του-εμείς-τον είχαν ξεχάσει. Τα χέρια του είχαν γεμίσει χώματα. Τον βρήκαμε να τα σκαλίζει γιατί τον έχασε ξαφνικά, χωρίς να προλάβει να τον χαιρετίσει, να τον ευχαριστήσει, να τον απογοητεύσει ή να τον κάνει περήφανο. «Αιωνία του η μνήμη» του είπανε. «Η ύφεση ρηχαίνει, θα βγούμε από το τούνελ», του υπόσχονταν. Δύσπιστος ωστόσο καθώς ήταν απέναντι σε αιωνιότητες και αριθμούς, δεν σηκωνόταν με τίποτα από κάτω. «Κάπου εδώ θα είναι, δεν μπορεί να χάθηκε έτσι, στα καλά καθούμενα», μονολογούσε.

Σε εκείνο το κορίτσι όμως δεν μπορούσε να πει όχι-ποιος μπορούσε; Η κατακόκκινη λαίλαπα, ακραίο καιρικό φαινόμενο που είχε καταφτάσει από την πρωτεύουσα, τον πήρε από το χέρι, τον σκούπισε, τον παρότρυνε:«Αρκετά. Περπάτα». Ξεκίνησαν να τρέχουν, τα φλας άστραψαν κι ένιωσε στα παπούτσια του το χώμα μαλακό-πάντα το χώμα είναι μαλακό. Η ζωή δεν μπορεί να είναι αυτό. «Άκου να σου πω, θα κάνεις αυτό που σου λέω εγώ», του είπε αυταρχικά εξηγώντας του τις λεπτομέρειες με ένα χαμόγελο. Αντάλλαξαν παλιούς αριθμούς, χάρισαν ο ένας στον άλλον βλέμματα αγάπης και συγχρόνισαν τα ρολόγια τους: «Πάρε τηλέφωνο αν χρειαστείς οτιδήποτε. Καμιά φορά οι ανάγκες των ανθρώπων συμπίπτουν δίχως να το προγραμματίσουν».

Στη ζωή του από τότε άρχισαν να παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, ο Ross του περιέγραφε το ζητούμενο, ο Μιχάλης παραδόξως δεν μιλούσε πολύ-το πρόσεξες;-όπως κάθε φορά που οι αγαπημένοι του ήρωες, πάντοτε αξιοπρεπείς και ακέραιοι, λαβώνονται. Η ύφεση φυσικά δεν ρήχαινε-μη λέμε μαλακίες. Ανάκαμψη δεν προβλέπεται για την ελληνική οικονομία. Αν θυμάστε όμως υπήρχε εκείνο το πολύ φυσικό προεκλογικό «Πάμε» που λέω να πραγματοποιήσουμε. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε.

Αφιερωμένο στον φίλο της φωτογραφίας.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ο πόλεμος των στρωμάτων



«Μην ανησυχείς παιδί μου, θα το παραλάβει ο Καντάφι και θα μας το στείλει πίσω». Αυτή ήταν η διαβεβαίωση από τα επίσημα χείλη της μαμάς όταν το στρώμα μας το έπαιρναν οι αέρηδες του Λιβυκού στον Μακρύγιαλο Λασιθίου και το έστελναν απέναντι, στον νέο Διάβολο. Τι εξαιρετικός κύριος σκεφτόμουν! Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ξεχνούσε να μας το επιστρέψει, η γνώση και μόνο ότι υπήρχαν άνθρωποι στον ορίζοντα που δεν έβλεπα, Λίβυοι που θα υποδέχονταν το στρώμα, με καθησύχαζε καθώς κοιτούσα το παιχνίδι μου να ταξιδεύει ταχύτατα προς τα μέρη τους-με την ίδια βεβαιότητα αποχαιρετούσα και τα μπαλόνια στην αγκαλιά του ουρανού, στα σίγουρα χέρια του Θεού. Το δώρο μου θα το παραλάμβανε κάποιο τυχερό παιδάκι, το στρώμα δε θα χανόταν κι εμείς θα παίρναμε άλλο, λιγότερο ριψοκίνδυνο και πιο εντάξει.

Έτσι γνώρισα τη Λιβύη, τη χώρα του Καντάφι, ενός καλού ανθρώπου, σημαντικού και μαυρισμένου, ενός «ισχυρού συμμάχου στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και όχι μόνο. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και στην παραλία όπου ένα βράδυ με πήρε ο ύπνος ενώ παρακολουθούσα τις Περσίδες να πέφτουν, χθες που ήταν πιο μεγάλο το φεγγάρι από ποτέ, χθες που συμπληρώνονταν 8 χρόνια από την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ, το φόντο του παιδικού μου παραδείσου άλλαζε αναπόφευκτα κι αυτό. Να φαίνονται άραγε λάμψεις από κει κάτω, να φαίνονται τα συμμαχικά αεροσκάφη, να έχει πάρει άραγε το στρώμα μας ο Καντάφι και να πηγαίνει προς την Κρήτη; Και πού είναι τα δικά μας πλοία, τα δικά μας μαχητικά, πού είναι οι άμαχοι, πού έχουν πάει και δεν τους βλέπω; Είναι πιθανό να κρύφτηκαν πίσω από το στόχο;

Ο δικτάτορας- στις φωτογραφίες με φίλους- αγωνίζεται όπως μια πουτάνα 42 ετών που διεκδικεί τα δεδουλευμένα από τους νταβατζήδες της και αισθάνεται ότι απειλείται η συνταξιοδότησή της. Αν ήταν πιο λογικός, αν έφευγε χωρίς πολλά πολλά, δεν θα φτάναμε ως εδώ, δεν θα ανάγκαζε τον Γιώργο να σηκώσει τα μανίκια πάνω από τη Σούδα, τον Ομπάμα το Νόμπελ πάνω από τη Λιβύη και την Καρχιλάκη να λέει βλακείες στο βιντεόφωνο, ούτε θα είχε αυτός ο έρωτας τόσο άδοξο τέλος. Όλοι θα κρατούσαμε τις καλές στιγμές του και θα τις θάβαμε στη μνήμη μας σαν προϊόν φωτομοντάζ.

Αν είχα όμως κάποιες αμφιβολίες για τη χρησιμότητα αυτού του πολέμου, που κάποιοι ονομάζουν πόλεμο αλλαγής καθεστώτος, εξαφανίστηκαν όταν έμαθα ότι η δοκιμαζόμενη Ιαπωνία στηρίζει την επίθεση. Κάτι θα ξέρουν τα θύματα του σεισμού και της ραδιενέργειας, κάτι ξέρουμε και εμείς όταν διευκολύνουμε τους συμμάχους, όταν στις κοινωνίες μας καίμε παιδιά, τρώμε σκυλιά, καταπλακώνουμε τους ρακοσυλλέκτες όλο και πιο συχνά και αλυσοδένουμε τους πιο επικίνδυνους από μας. Στο κάτω κάτω θα πρέπει να είσαι τελικά πολύ ρομαντικός και μεγάλος μαλάκας αν δεν αισθάνεσαι πραγματικά ευλογημένος που παρακολουθείς τις δύο τελευταίες μέρες ειδήσεις καθότι σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τόσο βλάσφημες στιγμές για τις δυτικές κοινωνίες της δυτικής υποκρισίας μας.

Υ.Γ. Η αλήθεια είναι βεβαίως ότι η επέμβαση στη Λιβύη γίνεται για την απελευθέρωση και την επιστροφή την στρωμάτων, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και το δικό μου, και όχι φυσικά για την προστασία των πολιτών της, αποκάλυψη που μάταια την περιμένετε από τα μεγάλα Μίντια. Η παραπάνω δικαιολογία στα εκπαιδευμένα αυτιά μας θα φαινόταν, εξάλλου, απείρως πιο πειστική από αυτήν που χρησιμοποιεί η συμμαχία του «Ελάτε να καταστρέψουμε».
Υ.Γ1. Το γεγονός ότι η Ιαπωνία στηρίζει την επίθεση τη δεδομένη στιγμή τα λέει όλα για τον κόσμο μας. Λέει κάτι παραπάνω από τα πάντα.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

9 1/2 Ημέρες

Εννέα ημέρες ή δέκα, τι σημασία έχει πόσες ήταν νεκρός ο Μανώλης Ρασούλης μέσα στο διαμέρισμά του, εδώ κοντά μου στην Μπότσαρη. Ποια ηδονή ωθεί αυτούς τους ρεπόρτερ να επαναλαμβάνουν το νούμερο; Δεν πρόκειται δα και για κανένα οικονομικό μέγεθος, δεν απειλείται το σχετικό πανελλήνιο ρεκόρ-θα το κατέχει σίγουρα κάποιος ακόμα πιο μόνος χαμηλοσυνταξιούχος. Το κακό εξάλλου δεν είναι να σε βρίσκουνε νεκρό αλλά ζωντανό. Τότε είναι που δεν ξέρουν τι να σε κάνουν.

Μία μέρα πριν γίνει γνωστός ο θάνατός του, ανακάλυψα ότι είχε φύγει αθόρυβα πριν τέσσερις μήνες και ένας άλλος μεγάλος Κρητικός, μία θρυλική μορφή της κρητικής μουσικής, ο Λεωνίδας Κλάδος, αφήνοντας πίσω του μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές της μελωδίες. Πολλά μαϊμούνια από αυτά που κάνουν διάφορα πρωτοποριακά πράγματα στο νησί ασελγώντας με απόλυτο σεβασμό όπως λένε στο κορμί της παράδοσης δεν θα τα ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους αν δεν υπήρχε εκείνος, για να θυμηθούμε την ιστορική ρήση του Κατσιφάρα για τον Ανδρέα. Κι ενώ αρχικά προσπάθησα να διακρίνω στις φωτογραφίες των ρεπορτάζ ποιοι βρέθηκαν και ποιοι όχι στην κηδεία του, σταμάτησα ξαφνικά όταν συνειδητοποίησα πως δεν έχει σημασία, εννέα ή δέκα μαθητές, εννέα ή δέκα ημέρες. Ο Ρασούλης και ο Κλάδος είχαν αλλάξει ήδη τον κόσμο μέσα από τις δημιουργίες τους και την άρνησή τους να τα παρατήσουν, επειδή τελικά, παρά τα όποια λάθη τους, πορεύτηκαν με την αξιοπρέπεια εκείνου που περπατάει στις μύτες των ποδιών του, με την αφέλεια εκείνου που αγαπάει, μακριά από τα φώτα της πουτάνας της δημοσιότητας.

Επειδή ως κλασικός αποτυχημένος και κοινός αυτοκαταστροφικός άνθρωπος κατέφυγα σε αυτές τις σκέψεις τις τελευταίες μέρες, δυσκολεύτηκα να πάρω στα σοβαρά τη δήλωση Στρος Καν ότι ζούμε μέσα στα σκατά, παρά τη σημαντική θέση που κατέχει στην πολιτική σκηνή ως επιφανής βόθρος. Η σκέψη μου, όπως σε κάθε κρίσιμο τεστ της νοημοσύνης μου, ταξίδεψε στο χωριό μου, στη μηχανή του παππού, τα τυροπιτάκια της γιαγιάς, τα καλοκαίρια που η Κρήτη σφηνώθηκε σαν αδέσποτη σφαίρα στο μυαλό μου, καλοκαίρια που τα τζιτζίκια ήταν στο λαούτο και οι αρχάγγελοι στη λύρα. Πάνω στο θρόνο μου(φωτογραφία) όπου δεν κατέβαινα προτού εξαφανίσω το κακό, μύριζα στον αέρα το δίκιο και τη λεφτεριά, έμαθα «να φτάνω πάνω απ’το γκρεμό και να αετοπετάω», να προσγειώνομαι μόνο στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου.

Δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση ο Γάλλος εισπράκτορας. Μας δείχνει την ψυχή του για να μη μπορέσουμε να φάμε όπως τον έχει συμβουλεύσει ένας σοφός, μέχρι να του σκάσουμε 50 δις προκαταβολή τώρα και τα υπόλοιπα αργότερα-σε αυτό το αργότερα κλειδώνει η σκλαβιά μας. Τον σταματούν, αποκαλύπτει, άνθρωποι στο δρόμο και του λένε να βάλει για την γαλλική προεδρία-για την υποψηφιότητά σου και την Ελλάδα να θυσιάσουμε. Οι δικοί μας άνθρωποι στην κυβέρνηση είναι πιο εντυπωσιακοί, που διπλά αξιοθρήνητοι και παρά την αισθητή απουσία κάποιου επικήδειου, μας θυμίζουν την ιστορία του Ernst Jünger όπου ένας πεινασμένος ανθρωπάκος εκλιπαρεί τον βαρώνο λέγοντάς του ότι πάνε τρεις μέρες που δεν έχει βάλει μπουκιά στο στόμα του: «Θα πρέπει να πιέσετε τον εαυτό σας να φάει».

Τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ μας οδηγούν, αφού μας φόρεσαν ζώνες, στον ασφαλή δρόμο του πολιτικού πολιτισμού: διαβούλευση, συναίνεση, συμμετοχική δημοκρατία, διάλογος, σύμπνοια και πολύς πόνος. Και δεν με ενδιαφέρει που φανερώνω μια αδυναμία μου όταν σκέφτομαι ότι μου έλειψε ένας αχρείος, ένας απολίτιστος, ένας αδίστακτος: ένας άνθρωπος που θέλει να κάνει από πείσμα το καλό.


Υ.Γ. Πολλοί Ιάπωνες που χάθηκαν άδικα δεν θα συμμετάσχουν εκ των πραγμάτων στην προσπάθεια της χώρας να συμμαζέψει τα ελλείμματά της-δεν ξέρω με τι μούτρα συνάντησαν τον Δημιουργό. Η καταστροφολογία που τόσο σιχαίνεται και πολεμά ο Παπανδρέου, έχασε μέσα σε μερικά λεπτά το λόγο ύπαρξής της αντικρίζοντας τη μητέρα της, την καταστροφή. Η ανθρωπότητα παράτησε βιαστικά τους αστρολόγους και τους οικονομολόγους και στράφηκε με αγωνία στους σεισμολόγους και τους ειδικούς της πυρηνικής ενέργειας. Η διεθνής κοινότητα σε απόσταση ασφαλείας άρχισε το δακρύβρεχτο αγκομαχητό της ανησυχίας, καθώς για το προσεχές διάστημα είναι καταδικασμένη να κοιμάται σε αναμμένα κάρβουνα: Στην κοινωνία της πληροφορίας, που έχτιζε όλα αυτά τα χρόνια, κάποιος άνθρωπος πέθαινε. Στην κοινωνία της γνώσης, που οραματίζονταν οι άνθρωποι του πολιτισμού, κάποιος άνθρωπος κινδύνευε. Η υποβάθμιση των τεκτονικών πλακών από τα ραδιενεργά απόβλητα των αγορών δεν ήταν φυσικά η αιτία που προκάλεσε την απαντητική ανακοίνωση των 9 Ρίχτερ. Η φύση δεν υποστήριξε εξάλλου ποτέ ότι εκδικείται·μοναχά υπενθυμίζει.

Υ.Γ1. Καζαντζάκη- Kawasaki, έχουμε κοινά με τους Ιάπωνες εμείς οι Κρητικοί έλεγε σε μία συνέντευξη ο Ρασούλης. Ο φόβος μας είναι κοντά τους-ο νους μας ούτε που τολμάει να πλησιάσει.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Θελξίππη

Η άσπρη φοράδα της Φάρμας των Ζώων, η κοκέτα Θελξίππη, εξέφρασε στον Χιονή το φόβο της που αφορούσε στην επανάσταση που προετοίμαζαν τα ζωντανά: «Και θα μ’αφήνουν τότε να φορώ κορδέλες στη χαίτη μου;». «Συντρόφισσα, αυτές οι κορδέλες που τους είσαι τόσο αφοσιωμένη, είναι το σύμβολο της σκλαβιάς σου. Δεν μπορείς να καταλάβεις πως η ελευθερία αξίζει περισσότερο από τις κορδέλες;». Ο Όργουελ σημειώνει. «Η Θελξίππη συμφώνησε αλλά δε φάνηκε να πείστηκε». Η σκλαβιά της δεν ήταν επομένως ότι βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του αφέντη Τζόουνς, αλλά η έγνοια της για τις κορδέλες της. Δεν ήθελε να είναι ελεύθερη-προτιμούσε να είναι όμορφη.

Η προσπάθεια των ελληνικών μπλογκς να γράψουν ενάντια στο φόβο απέτυχε. Είναι δεδομένο πως γράφεις επειδή φοβάσαι. Ο άνθρωπος όμως συνεχώς αντιφάσκει. Πόσες φορές δεν τον έχετε ακούσει ενώ είναι σκλαβωμένος να μιλάει για την ανεξαρτησία του που δεν είναι άλλη από τα λεφτά του; Επέτρεπε όλα αυτά τα χρόνια στον εαυτό του να μη σκέφτεται ελεύθερα εφόσον μπορούσε να αγοράζει ελεύθερα. Τώρα που η αγοραστική του δύναμη μειώνεται, θυμήθηκε να πιάσει τα σκονισμένα κηρύγματα περί Δικαιοσύνης. Το χαμόγελό του ήταν μια προσφορά των αγορών-τώρα κάνει το σταυρό του μπροστά στους τηλεοπτικούς τόπους λατρείας τους, παρακολουθώντας τα μάταια τάματα των ηγετών του. Νιώθει ένοχος απέναντι στο Θεό του που δεν έχει λεφτά να του προσφέρει όπως οι πιστοί στην εκκλησία νιώθουν άσχημα για τις αμαρτίες τους και προσεύχονται για να συγχωρεθούν. Καλύτερα όμως να ζήσει δίχως μέλλον με ευθύνη δική του, παρά δίχως μία λύση που φάνταζε λογική για τον ελεύθερο χρόνο του πάνω στη γη.

Έτοιμοι να επαναστατήσουμε δεν είμαστε ακόμα-θα έπρεπε και να συμφωνήσουμε στον ορισμό της επανάστασης. Θα γίνουμε μονάχα όταν δεν θα ελπίζουμε σε τίποτα. Όταν συνειδητοποιήσουμε πως στον κόσμο που μας έδωσαν δύο τιμές απέμειναν: να είσαι άνεργος ή «λαθρομετανάστης». Μην τους ακούς λοιπόν όταν σου λένε «Διάβαζε». Άσε τα πτυχία, βρες ένα όπλο στο μυαλό σου και σημάδεψε.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Γκούντις ΙΙ-Μαθήματα εκβιασμού

Το 2004 η Washington Post είχε αποκαλύψει ότι οι αξιολογήσεις της περίφημης Moody’s αποτελούσαν μέσο πίεσης προκειμένου να αποκομίσει χρήματα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση εκβιασμού ήταν αυτή της Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας Hannover Re, η οποία αρνήθηκε να πληρώσει τη Moody’s για να την αξιολογήσει. Ο οίκος άρχισε να αξιολογεί «δωρεάν» τη Hannover Re και να της δίνει άριστη βαθμολογία. Όσο όμως η εταιρεία δεν πλήρωνε η βαθμολογία μειωνόταν ώσπου κάποια στιγμή υποβάθμισε σε σκουπίδι την εταιρεία, γεγονός που είχε ολέθρια επίδραση στη μετοχή της. Τότε φυσικά δεν μας ένοιαζαν αυτά. Εμείς είχαμε Ολυμπιακούς Αγώνες-ας έτρωγαν οι άλλοι βελανίδια και σκατά.

Έτσι γίνεται ένας εκβιασμός σε μία πολιτισμένη κοινωνία που έχει νόμους και θεσμούς. Εκείνος που εκβιάζει γνωρίζει με τι απειλεί και ο εκβιαζόμενος φοβάται τις συνέπειες: Αν απεργήσεις απολύεσαι, χώρισε τη γυναίκα σου αλλιώς της τα ξερνάω, δώσε μου τα λεφτά μέχρι τη Δευτέρα-διαφορετικά σου παίρνω το σπίτι, στείλτε μας τα λίτρα αν θέλετε να τον ξαναδείτε. Μπορείς δηλαδή να με εκβιάσεις με κάτι αν αυτό το κάτι έχει αξία για μένα.

Οι απεργοί πείνας και οι συμπαραστάτες τους δεν δείχνουν να συμμερίζονται το οξύμωρο του πράγματος. Τι θα πει νομιμοποιήστε μας ή πεθαίνουμε; Γιατί προβαίνουν σε μία πράξη τόσο άστοχη από τη στιγμή που υπήρξαμε απόλυτα συνεπείς απέναντι στην αδιαφορία μας; Κανένα δικαίωμα δεν τους δώσαμε να νομίζουν ότι μας νοιάζει η ζωή τους, κανένα δικαίωμα δεν τους παραχωρούμε. Ποιος θα πιστέψει εξάλλου ότι είχανε να φάνε και για ποιον τάχα, σε ποιον απαρχαιωμένο ανθρώπινο εγκέφαλο, για ποιον ιδεατό κόσμο, αποτελεί ο θάνατός τους απειλή; Πεινούσανε πριν, θα πεινάνε και τώρα. Πεθαίνανε πριν, θα πεθαίνουν και τώρα.

Δεν έχουν φίλους οι μετανάστες. Αν είχαν κάποιος θα τους είχε πει ότι δεν είναι ανάγκη να πεινούν και να πεθαίνουν χωριστά. Μπορούν να πεινούν και να πεθαίνουν περισσότερο δημιουργικά ιδρύοντας μέσα στα επόμενα χρόνια ένα λόμπι που θα τους κάνει ανταγωνιστικούς, αξιόπιστους και υπολογίσιμους παίκτες, ισότιμους συνομιλητές και κοινωνούς του ζόρικου πολιτισμού μας.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Γκούντις

«Δεν είναι βέβαιο ότι οι N.Y Times χαριτολογούσαν όταν έγραφαν ότι η επίσκεψη Κλίντον στον Καναδά επισκιάστηκε από την ταυτόχρονη επίσκεψη εκεί ενός αντιπροσώπου της Moody’s. «Ο κόσμος μας έχει δύο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Moody’s» έγραφαν. «Η πρώτη μπορεί να καταστρέψει μια χώρα με τις βόμβες της. Η δεύτερη μπορεί να κάνει το ίδιο με τον υποβιβασμό της αξίας των ομολόγων της»! Για όσους δεν τη γνωρίζουν, η Moody’s είναι μία από τις χιλιάδες διεθνείς οργανώσεις που λύνουν και δένουν. Όπως έδεσαν τον Καναδά, όταν η κυβέρνηση του αγνόησε τις προτάσεις της και είδε τη βαθμολογία της αξιοπιστίας των ομολόγων της να πέφτει. Μαζί της έπεσε και η τιμή των ομολόγων της, ενώ τα καναδικά δολάρια ξεπουλιόνταν όσο όσο. Το ίδιο και την Ιαπωνία όταν η βαθμολόγησή της για τις τράπεζες ήταν μετρίως επαρκής και απειλήθηκε η οικονομική τους φερεγγυότητα». «Οι συνέπειες του Γατόσκυλου», Νικήτας Λιοναράκης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001.

Παλιά οι δημοσιογράφοι είχαν ένα καλό: δεν ένιωθαν ένοχοι όταν επαναλάμβαναν το Follow the money, την ατάκα δηλαδή της μεγάλης τους επιτυχίας, του Watergate, τότε που το νούμερο 2 του FBI διοχέτευε πληροφορίες στον Τύπο-δεν επρόκειτο και για καμία σπουδαία νίκη. Σήμερα τους αρέσει όταν εξηγούν οικονομικά ζητήματα να χρησιμοποιούν τη φράση του Κλίντον(It’s the economy stupid), ίσως επειδή αυτό το ανόητε νιώθουν ότι τους αφορά. Το κακό είναι ότι μέχρι να καταλάβουν εκείνοι ή ο Ηλίας Μαμαλάκης πώς λειτουργεί ο κόσμος μας, εσείς θα έχετε φτωχύνει και δεν θα βρίσκετε δουλειά. Το θετικό είναι ότι οι ηγέτες μας δηλώνουν αηδιασμένοι, επιθυμούν να αλλάξουν τα πράγματα και φαίνεται να έχουν βαρεθεί τον σιχαμερό ρόλο των οίκων αξιολόγησης καθώς μοιράζονται την κοινή πεποίθηση πως η αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν αναβαθμίζει τουλάχιστον μία μονάδα την ρητορική τους ικανότητα και επιπλέον, είναι δωρεάν.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ψωμί, παιδεία, Facebook.


Μια χώρα που υπερηφανεύεται για την ένδοξη επανάστασή της είναι τόσο ματαιόδοξη και παράλογη όσο κάποιος που θα υπερηφανευόταν για την ένδοξη σκωληκοειδίτιδά του. Salvador de Madariaga


Την Δευτέρα τα Νέα βγήκαν στο πρωτοσέλιδό τους με μια αποκαλυπτική φωτογραφία. Σε εναν τοίχο της Αιγύπτου είναι γραμμένο το όνομα της Αντίστασης: Facebook. Facebook, όπως λέμε ελευθερία. Την ίδια μέρα επίσης κατά-ατυχή-σύμπτωση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Μαρκ Ροσέ:« Η Τράπεζα: Πώς η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο». Η γνωστή Goldman, που προκαλεί αυξήσεις στα τρόφιμα σπονσοράροντας άθελά της επαναστάσεις, η καλύτερη φίλη του Facebook, το «κολλητάρι» της δημοκρατίας.

«Αν σε καταφέρουν να κάνεις λάθος ερωτήσεις, δε χρειάζεται να ανησυχούν για τις απαντήσεις» λέει ο Πίντσον. Ας δοκιμάσουμε λοιπόν την ερώτηση που μας προτείνουν: Προκάλεσαν τα Social Media την αιγυπτιακή επανάσταση; Ναι φυσικά, αποφαίνονται τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, καμουφλάροντας με ευπιστία και αφέλεια το αποπροσανατολιστικό, το εντελώς ανόητο αυτό ερώτημα. Ας υποθέσουμε κάτι αθώα μου πλάσματα: Ένα αυταρχικό καθεστώς, φιλικό ή εχθρικό προς τις Η.Π.Α, δεν είναι πια λειτουργικό. Τι κάνουμε; Ιδέα: Παρουσιάζουμε την αποτυχία του ΔΝΤ σαν επιτυχία του Facebook. Δεν κουνάμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι και παρακολουθούμε ήσυχα και ήρεμα τις εξελίξεις από το οβάλ γραφείο, αμέτοχοι επιτέλους κι εμείς μια φορά, πιο δημοκράτες από ποτέ. Αν το 1953 κόστιζε κάποια λεφτά η πτώση του Μοσαντέκ, τώρα, θα χρειάζονται μόνο μερικά προφίλ. Οργή θα έχουμε, ανθρώπους που ελπίζουν θα έχουμε, φτώχεια και ανελευθερία μας βρίσκονται με το κιλό. Τους αφήνουμε να δούμε πού το πάνε και επεμβαίνουμε εφόσον χρειαστεί, βλέποντας και κάνοντας.

Ο δημοκρατικός αυτός κόσμος δεν χρειάζεται να μας απαγορεύει τις ερωτήσεις-αρκεί να μας τις υπαγορεύει και οι πρόθυμοι ηλίθιοι στα μέσα ενημέρωσης να τις αναλύουν με τη σοβαροφάνεια της ασχετοσύνης τους. Πώς δεν το είχαμε καταλάβει ότι τα Social Media θα εκφράσουν τις επαναστάσεις, πώς δεν είδαμε νωρίτερα στο υπερεπιτυχημένο πρόσωπο του Ζούκερμπεργκ τον νέο Κολοκοτρώνη; Μάλιστα όσα περισσότερα στοιχεία μοιραζόμαστε με τα Social media, με όση μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τα αγκαλιάσουμε, τόσο μεγαλύτερη ελευθερία θα μπορέσουν να δημιουργήσουν. Τα υπέροχα αυτά εργαλεία που μας επιτρέπουν μεταξύ άλλων να γράφουμε ο ένας πάνω στον άλλον και να βρίσκουμε γκόμενα χωρίς να τη συναναστραφούμε, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, θα ξαλαφρώσουν τις εξεγέρσεις μας από το βάρος να φέρουν ουσιαστική αλλαγή και αληθινή δημοκρατία, ένα φιλόδοξο εγχείρημα σύμφωνα με το State Department, όχι όμως και στην Twitterland.

Το να ζητάς αλλαγή και ελευθερία έγινε πράγματι «τραγική στιγμή»-ένα από τα πιο εύστοχα δημοσιογραφικά σχόλια όπου το κλισέ δεν λέει ακριβώς ψέματα. Όλα θα αλλάξουν για να μην αλλάξει τίποτε. Το νέο καθεστώς που θα βρεθεί ξαφνικά με την εξουσία στα χέρια θα είναι εξίσου αδύνατο, πιο χρήσιμο και πάνω απ’όλα τεχνολογικά ευαισθητοποιημένο. Καθώς οι ηγέτες της Ευρώπης ετοιμάζονται να απαγορεύσουν τον κευνσιανισμό, τη Δημοκρατία, μικρότερη και φθηνότερη αυτή τη φορά όπως το καινούριο Iphone, θα τη φέρουν οι αμερικανικές βόμβες, τα profiles και οι ανταποκριτές των tweets, συμπέρασμα που θα άφηνε το Time της φωτογραφίας, το Yupi και όλους όσοι παρακολούθησαν με αδικαιολόγητη ηδονή το αιματοκύλισμα στην Αίγυπτο απολύτως ευχαριστημένους.

Το καλόψυχο Δ.Ν.Τ είναι έτοιμο να βοηθήσει κι άλλο –πόσο ακόμα;-την Αίγυπτο. Τι είχε καταφέρει μέχρι τώρα; «Υπολογίζεται ότι το 40% των Αιγυπτίων ζει με μόλις 2 δολάρια τη μέρα και ότι οι νέοι έως και 30 ετών, που αποτελούν το 60% του πληθυσμού, είναι άνεργοι σε ποσοστό που αγγίζει τα εξωφρενικά επίπεδα του 90%». Θα αλλάξει αυτό σε μία μέρα, θα αλλάξει αυτό κάποια μέρα; Σκεφτείτε μόνοι σας: ο Μουμπάρακ παραιτήθηκε, οι Η.Π.Α συνεχίζουν, το Facebook πετυχαίνει εκεί που το Wikileaks αποτυγχάνει, Ζούκερμπεργκ-Ασάνζ σημειώσατε ένα σε κάθε περίπτωση.