Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Μπεστ Ντεθ Έβερ!

Κύματα ενθουσιασμού σαρώνουν τις ακτές των ειδησεογραφικών πρακτορείων, ο κόσμος πανηγυρίζει, φίλησα κι εγώ τη μάνα μου έπειτα από καιρό. Έχουμε χεστεί από τη χαρά μας. “This is the greatest night of my career, I am so blessed, so privileged to be at my desk at this moment", εξομολογείται ένας παρουσιαστής του Fox.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται, όμως, σταθερά, σχεδόν κουραστικά, αδυνατώντας να χαρίσει ιστορικές στιγμές τόσο στους καταγραφείς της όσο και στους τηλεθεατές της-γεμίζει όμως συγκίνηση από την πρώτη κιόλας στιγμή τους παραχαράκτες της. Πέρα από αναλώσιμοι, είμαστε και θανάσιμα προβλέψιμοι. Αν ζούσαμε το 1945, μερικοί από μας θα πανηγύριζαν τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ας μείνουμε όμως στο τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα: Πρώτον, yes we can kill Bin Laden-κι ας μη μπορούμε να βρούμε δουλειά, κι ας φοβούνται οι Αμερικανοί με τις πλύσεις εγκεφάλου που τους γίνονται να πάνε μέχρι την τουαλέτα του σπιτιού τους! Δεύτερον, ο Ομπάμα μπορεί να διπλασιάσει τα Νόμπελ του, πηγαίνοντας γκανιάν και για δεύτερη θητεία. Τρίτον, «πρέπει να κατανοήσουμε για ποιον λόγο αυτοί οι πανηγυρισμοί είναι λογικοί. Δεν είναι ούτε αφελείς, ούτε αναίτιοι». Σαν καλοί χριστιανοί, μπορούμε να το καταφέρουμε κι αυτό με λίγη προσπάθεια και με συνέχιση της νηστείας. Τέλος, μπορούμε να αγκαλιάσουμε τον απρόσμενο θρίαμβο της πολεμοχαρούς Δικαιοσύνης. Οι αγορές σε τελική ανάλυση αποφάνθηκαν! Οι δημοσιογραφικές αναλύσεις είναι περιττές, όταν είναι θετικά τα πρόσημα στις αγορές: Παρίσι και Φρανκφούρτη έκλεισαν με κέρδη, άρα επιδοκιμάζει ο Θεός. Σταθεροποιείται η τιμή του πετρελαίου, επικροτεί ο Διάβολος. Εξάλλου ο Οσάμα Μπιν Λάντεν διαβάζουμε:«έτυχε κανονικής θρησκευτικής τελετής στη γέφυρα του αμερικανικού αεροπλανοφόρου Καρλ Βίνσον, κατά πλήρη σεβασμό των μουσουλμανικών παραδόσεων». Δολοφονήθηκε(;), δε, σύμφωνα με τις δυτικές: Μυστηριωδώς, ακαριαίως, επικοινωνιακά άρτια.

Έχω σταματήσει να επισκέπτομαι τακτικά το Protagon. Μου θυμίζει όλο και περισσότερο τον αφορισμό του Πετάν:«Αυτοί που δεν σκέφτονται απαιτούν να συγκαταλέγονται στους διαφορετικά σκεπτόμενους». Στην τηλεόραση μαθαίνω πιο χρήσιμα πράγματα. Σήμερα ας πούμε άκουσα την εξής συγκλονιστική φράση: «Δεν συμφωνώ με τα ρούχα της». Η παρρησία του γούστου αντικαθιστά σιγά σιγά και στις δικές μας συνήθειες την παρρησία της γνώμης: συμφωνούμε ή διαφωνούμε με ένα ρούχο, συμφωνούμε ή διαφωνούμε με μία εικόνα-εικόνες ντροπής δε λέμε; Στις εικόνες που καταδικάζονται συμπεριλαμβάνονται, αναγκαστικά, ατυχείς στυλιστικοί συνδυασμοί.

«Η Αμερική έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει. Και μαζί με αυτήν και όλοι εμείς». Ο δημοσιογράφος του Σκάι ήταν συν τοις άλλοις και καλοντυμένος. Φορούσε στολή σοβαροφάνειας. Επομένως, αξιοπιστίας. Θα το κάψουμε κυρ Στέφανε! Ναι, θα το κάψουμε! Μην έχεις καμία αμφιβολία! Όλα τώρα ξαναρχίζουν! Η πολεμική μηχανή που δημιούργησε τον εχθρό της θα θελήσει να κρατήσει τη μνήμη του ζωντανή, δηλαδή την απειλή του. Κανένας φόβος δεν πρόκειται να πάει χαμένος!

Υ.Γ. Το Νάτο βομβαρδίζει στρατιωτικούς στόχους στη Λιβύη.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Του κουτού τα παραμύθια

Τίτλοι ειδήσεων: Ο Βαν Ρομπάι πιστεύει ότι το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο, ο Γιώργος Παπανδρέου πως η Ελλάδα ξαναγεννιέται αλλάζοντας νοοτροπίες και αντιλήψεις διότι η κυβέρνησή του σκέφτεται υπεύθυνα «το κοινό καλό, τα παιδιά μας, το αύριο», ο βουλευτής Ηλείας κ. Γιώργος Κοντογιάννης ότι οι «Γεωργαλάδες» και οι «Σταματόπουλοι» του κ. Σαμαρά, επιχειρούν να μηδενίσουν-άκουσον άκουσον- το έργο του Κώστα Καραμανλή, ο ίδιος ο κυρ Αντώνης πως είναι δική του ευθύνη να δώσει χειροπιαστή και όχι θεωρητική ελπίδα στη χώρα, ο Σεβαστιανός διηγείται στη γραμμή του Σι και στο Μι τραγουδάει παραμύθια η Μελιά.

Σεντούκι

Ψηφιακό αρχείο της Ερτ: Ένας θησαυρός επιστρέφει στους Έλληνες. (Στην αρχαία Σπάρτη δεν ήταν ατιμωτικό για τον νέο να είναι κλέφτης. Ήταν ατιμωτικό να τον πιάσουν για κλέφτη. Στην σύγχρονη Αθήνα δεν ήταν ατιμωτικό να είσαι ντοπαρισμένος. Ήταν να γλιστρήσεις στα λάδια για να μη σε πιάσουν ντοπαρισμένο).

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Η βία δεν είναι λύση

«Αποδοκιμάζω την ωμή βία. Δεν είναι αποτελεσματική. Αντίθετα, η εντέχνως εφαρμοσμένη παρατεταμένη κακομεταχείριση, χωρίς καταφυγή σε σωματική βία, αυξάνει τα επίπεδα άγχους και δημιουργεί ένα ασαφές συνειδησιακό βάρος. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου μερικούς κανόνες ή καλύτερα μερικές κατευθυντήριες αρχές. Το υποκείμενο δεν πρέπει να αντιληφθεί πως η κακομεταχείριση αποτελεί σκόπιμη επίθεση ενός βάναυσου εχθρού ενάντια στην προσωπικότητά του. Θα πρέπει να του προκληθεί το αίσθημα πως του αξίζει οποιαδήποτε μεταχείριση γιατί έχει υποπέσει σε κάποιο τρομερό(και αδιευκρίνιστο) σφάλμα. Η πρωτόγονη ανάγκη των μανιακών του ελέγχου πρέπει να καλύπτεται επιμελώς με μια αυθαίρετη και δαιδαλώδη γραφειοκρατία, έτσι ώστε το υποκείμενο να μην μπορεί να έρθει σε άμεση επαφή με τον εχθρό του». Ουίλιαμ Μπάροουζ. Γυμνό Γεύμα.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Ο Μέσι και το κίνημα «Δεν πληρώνω»

Ο Μέσι υποδέχεται την μπαλιά του Τσάβι και αμέσως ηχεί συναγερμός. Ο Μεσίας προσπαθεί να ακολουθήσει τον κεντρικό δρόμο που είναι και ο πιο σύντομος αλλά τρακάρει πάνω σε τρία περιπολικά της Ρεάλ που τον στριμώχνουν. Αποφασίζει να αλλάξει πορεία. Δοκιμάζει τον περιφερειακό που φαίνεται με μια πρώτη ματιά άδειος. Θα του κοστίσει λίγη βενζίνη παραπάνω αλλά χαλάλι. Επιταχύνει και η καταδίωξη αποτυγχάνει. Φιάσκο κανονικό. Ολοκληρώνοντας το σύντομο υπερρεαλιστικό ποίημά του, η ιδιοφυία μας πετάει μία τέλεια πάσα σε έναν συμπαίκτη του που σκοράρει. «Αριστούργημα! Ζήτωωωω!», φωνάζει σύσσωμος ο κόσμος της Τέχνης. Δυστυχώς όμως. Ο Πέδρο δεν είχε πληρώσει διόδια, συλλαμβάνεται σε θέση offside και για όλα φταίει εκείνος εκεί ο κοντός με το 10 που του άνοιξε τις μπάρες να περάσει. Φυσικά και το θέατρο δεν είναι ούτε θα γίνει ποτέ γήπεδο όπως είχε πει ο κύριος Γερουλάνος όταν τα έσπασαν οι κάφροι στην παράσταση «Ταξιδεύοντας με τον Π.Α.Ο.Κ». Το γήπεδο, αρκετές φορές, είναι πιο καθηλωτικό, κάτι σαν Poetry Slam, και τα Ρεαλ-Μπαρτσελόνα ό,τι πιο συναρπαστικό μπορείς να ονειρευτείς φέτος.

Η μομφή για τον καλλιτέχνη Μέσι είναι ότι τίποτα μοναδικό δεν προσφέρει το έργο του, ότι δεν ανέτρεψε τα δεδομένα όσο ο Ροναλντίνιο, ότι απλώς τελειοποίησε ό,τι άφησε στη μέση ο Μαραντόνα. Είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσεις έναν ήρωα δίχως ελαττώματα, δίχως καν έναν σοβαρό τραυματισμό μέχρι σήμερα, έναν τελειοποιημένο κλώνο του πολύ ανθρώπινου Ντιεγκίτο. Ο Λιονέλ έχει κάνει και κάτι ακόμα, πιο ασυγχώρητο: Κατέστησε περιττή τη συζήτηση για τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του πλανήτη. Όλοι ξέρουν ποιος είναι όταν τον βλέπουν ή, οι πιο άτυχοι, όταν προσπαθούν να τον μαρκάρουν.

Ο Ρονάλντο ενδεχομένως κατάφερε να ανανεώσει το ενδιαφέρον προχθές. Ήταν κι εκείνος ασταμάτητος. Μισός χρόνος πέρασε από όταν πέρυσι τον Νοέμβριο είχα βιώσει τον θάνατο του ποδοσφαίρου μετά το 5-0 των Καταλανών επί της Ρεάλ. Δίστασα τότε να τον αναγγείλω. Τώρα που αναστήθηκε μετά την ήττα των εξωγήινων και την καθοριστική συμβολή του Μουρίνιο, μπορώ να δημοσιεύσω το κείμενο που είχα γράψει.

Η συνωμοσία των κοντών-Barca Statistics

«Ο αντίπαλος ερχόταν για να κλέψει την μπάλα από πίσω και οι συμπαίκτες του δεν τον ειδοποιούσαν». Υπήρχε και αυτή η Μπαρτσελόνα στα χρόνια του Φαν Γκάαλ και τη θυμάται πολύ έντονα στα βιβλία που μας άφησε ο σπουδαίος Καταλανός συγγραφέας Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Στην ομάδα, όμως, που είδα σήμερα δεν θα συνέβαινε ποτέ κάτι τόσο ανεύθυνο και παιδαριώδες. Τώρα οι οπαδοί της σοκάρονται από ένα λάθος κοντρόλ.

Αυτή η αδίστακτη συμμορία, η εγκληματική 11άδα του μασόνου Γκουαρντιόλα, έχει απλοποιήσει επικίνδυνα τα απίθανα. Η παρακολούθησή της σου προκαλεί ασφυξία. Δεν υπερβάλλω, δοκιμάστε το: Μέχρι και η φαντασία της είναι οργανωμένη. Οι άνθρωποι είναι ζογκλέρ, αληθινοί κασκαντέρ, μαχητές του καταλανικού εθνικισμού. Απόψε κουβαλούσαν την μπάλα με τόση προσοχή λες και κουβαλούσαν εκρηκτικά που έπρεπε να σκάσουν μόνο στο τέρμα της μισητής εκπροσώπου του ισπανικού κράτους. Αποτυχημένη θεωρείται πια κάθε επίθεση που δεν καταλήγει σε γκολ. Μαζεύονται όλοι στο κέντρο, συζητούν με τη μπάλα για ώρα, τόση ώρα που σκέφτεσαι πως η UEFA πρέπει να βάλει λήξη επίθεσης ακολουθώντας τους κανόνες του Μπάσκετ(νομίζω εξάλλου πως βλέπω μπασκετικά σκριν που διευκολύνουν την κατοχή), ώσπου αφού σε έχει κοιμίσει, αναπτύσσεται ξαφνικά σα χταπόδι, εξαπολύοντας τις αντεπιθέσεις ενός αυτάρεσκου, επιστημονικού κλεφτοπόλεμου. Χειροκροτήστε από την πολυθρόνα σας ή αλλιώς μισήστε την ομάδα του μέλλοντος που επιτέλους είναι εδώ: σχεδιασμένη από τη NASA σε διαστημικά εργαστήρια έχει έδρα της το Νόου Καμπ ή το νέο Άουσβιτς, έναν θάλαμο αερίων αντάξιο της Άρειας ποδοσφαιρικής Φυλής.


Για να δημιουργηθεί το τέλειο εκτελεστικό απόσπασμα σημαντικό ρόλο παίζει η στρατολόγηση ποδοσφαιριστών που ταιριάζουν με την εταιρική κουλτούρα. Οι παίκτες της Μπάρτσα είναι όλοι πρώτο μπόι: Ο Μέσι, ο αρρωστημένος εγκέφαλος πίσω από το Ολοκαύτωμα, 1.69, ο Τσάβι, που μοιάζει με κρητικό λαουτιέρη, μακράν ο πιο καλός πασέρ στον κόσμο, 1.70, ο Ινιέστα που φλερτάρει με τη Χρυσή Μπάλα 1.70, ο Ντάνι Άλβες που από κωλόπαιδο έγινε αρνάκι, 1.73, ο εκνευριστικός Πέδρο που ακολουθεί τον αντίπαλό του ακόμα στην τουαλέτα, 1.69, ο κολασμένος γιος του ανθρακωρύχου από τις Αστούριες Νταβίντ Βίγια 1.75, ο Μασκεράνο 1.74, ο Μπόγιαν 1.70. Κοντή, γρήγορη και τεχνική: αυτό είναι όλο και όλο το μυστικό.

Οι άντρες παρακολουθούν ποδόσφαιρο επειδή τους αρέσει κατά βάθος να υποφέρουν. Αν η Ρεάλ είναι η Βασίλισσά τους, αυτή η Μπάρτσα είναι η απόλυτη αφέντρα που γουστάρει να τους βασανίζει σαδιστικά. Αναρωτιέμαι πραγματικά ποιος ταπεινός οπαδός σε περιόδους κρίσης ταυτίζεται με αυτήν την ποδοσφαιρική υπερδύναμη, αν υπάρχει έστω κι ένας ρομαντικός Καταλανός που δεν αναπολεί τα μίζερα χρόνια του Φαν Γκάαλ, τότε που τα πράγματα ήταν πιο αγνά, απρόοπτα και ασύνδετα.

Ο κακόμοιρος ο Σέρχιο Ράμος άντεξε 92 λεπτά απόψε. Τελικώς απηύδησε. Έδωσε με όλη του τη δύναμη μια κλωτσιά στον Μέσι που έτρεχε σαν να ήταν το σκορ ισόπαλο. Εγκληματικό φάουλ; Όχι και τόσο. Μάλλον κλωτσιά απόγνωσης από έναν τεράστιο παίκτη, μάλλον ένα «γιατί να μη μπορώ να τον κλωτσήσω από τη στιγμή που παίζει τόσο καλά;». Εξάλλου αν οι 22 ποδοσφαιριστές απόψε το βράδυ έπαιζαν σε ένα πάρκο, μετά από λίγα λεπτά θα καταλάβαιναν από μόνοι τους πως θα έπρεπε να ξαναχωριστούν σε ομάδες.

Είναι παράδοξο αλλά και σαφές: το ποδόσφαιρο κινδυνεύει πια μόνο από τα πόδια του προφήτη του. Προκειμένου να μη θρηνήσουμε το όπιο του λαού, η πρότασή μου είναι να απελευθερωθεί ο καμικάζι αυτοκτονίας Μαθιέ Φλαμινί για να αποδείξει ότι αυτό το σπορ είναι of the people, by the people and for the people. Διαφορετικά φοβάμαι πως πρέπει να βρεθεί κάποιος τρόπος και από τα χείλη ενός μη ποδοσφαιρόφιλου να σας ανακοινωθεί, όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα, ο θάνατος του ποδοσφαίρου μετά από εκείνον της Μεταπολίτευσης.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Πώς πέρασα το Σαββατοκύριακο

Οι φίλοι του-εμείς-τον είχαν ξεχάσει. Τα χέρια του είχαν γεμίσει χώματα. Τον βρήκαμε να τα σκαλίζει γιατί τον έχασε ξαφνικά, χωρίς να προλάβει να τον χαιρετίσει, να τον ευχαριστήσει, να τον απογοητεύσει ή να τον κάνει περήφανο. «Αιωνία του η μνήμη» του είπανε. «Η ύφεση ρηχαίνει, θα βγούμε από το τούνελ», του υπόσχονταν. Δύσπιστος ωστόσο καθώς ήταν απέναντι σε αιωνιότητες και αριθμούς, δεν σηκωνόταν με τίποτα από κάτω. «Κάπου εδώ θα είναι, δεν μπορεί να χάθηκε έτσι, στα καλά καθούμενα», μονολογούσε.

Σε εκείνο το κορίτσι όμως δεν μπορούσε να πει όχι-ποιος μπορούσε; Η κατακόκκινη λαίλαπα, ακραίο καιρικό φαινόμενο που είχε καταφτάσει από την πρωτεύουσα, τον πήρε από το χέρι, τον σκούπισε, τον παρότρυνε:«Αρκετά. Περπάτα». Ξεκίνησαν να τρέχουν, τα φλας άστραψαν κι ένιωσε στα παπούτσια του το χώμα μαλακό-πάντα το χώμα είναι μαλακό. Η ζωή δεν μπορεί να είναι αυτό. «Άκου να σου πω, θα κάνεις αυτό που σου λέω εγώ», του είπε αυταρχικά εξηγώντας του τις λεπτομέρειες με ένα χαμόγελο. Αντάλλαξαν παλιούς αριθμούς, χάρισαν ο ένας στον άλλον βλέμματα αγάπης και συγχρόνισαν τα ρολόγια τους: «Πάρε τηλέφωνο αν χρειαστείς οτιδήποτε. Καμιά φορά οι ανάγκες των ανθρώπων συμπίπτουν δίχως να το προγραμματίσουν».

Στη ζωή του από τότε άρχισαν να παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, ο Ross του περιέγραφε το ζητούμενο, ο Μιχάλης παραδόξως δεν μιλούσε πολύ-το πρόσεξες;-όπως κάθε φορά που οι αγαπημένοι του ήρωες, πάντοτε αξιοπρεπείς και ακέραιοι, λαβώνονται. Η ύφεση φυσικά δεν ρήχαινε-μη λέμε μαλακίες. Ανάκαμψη δεν προβλέπεται για την ελληνική οικονομία. Αν θυμάστε όμως υπήρχε εκείνο το πολύ φυσικό προεκλογικό «Πάμε» που λέω να πραγματοποιήσουμε. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε.

Αφιερωμένο στον φίλο της φωτογραφίας.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ο πόλεμος των στρωμάτων



«Μην ανησυχείς παιδί μου, θα το παραλάβει ο Καντάφι και θα μας το στείλει πίσω». Αυτή ήταν η διαβεβαίωση από τα επίσημα χείλη της μαμάς όταν το στρώμα μας το έπαιρναν οι αέρηδες του Λιβυκού στον Μακρύγιαλο Λασιθίου και το έστελναν απέναντι, στον νέο Διάβολο. Τι εξαιρετικός κύριος σκεφτόμουν! Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ξεχνούσε να μας το επιστρέψει, η γνώση και μόνο ότι υπήρχαν άνθρωποι στον ορίζοντα που δεν έβλεπα, Λίβυοι που θα υποδέχονταν το στρώμα, με καθησύχαζε καθώς κοιτούσα το παιχνίδι μου να ταξιδεύει ταχύτατα προς τα μέρη τους-με την ίδια βεβαιότητα αποχαιρετούσα και τα μπαλόνια στην αγκαλιά του ουρανού, στα σίγουρα χέρια του Θεού. Το δώρο μου θα το παραλάμβανε κάποιο τυχερό παιδάκι, το στρώμα δε θα χανόταν κι εμείς θα παίρναμε άλλο, λιγότερο ριψοκίνδυνο και πιο εντάξει.

Έτσι γνώρισα τη Λιβύη, τη χώρα του Καντάφι, ενός καλού ανθρώπου, σημαντικού και μαυρισμένου, ενός «ισχυρού συμμάχου στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και όχι μόνο. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και στην παραλία όπου ένα βράδυ με πήρε ο ύπνος ενώ παρακολουθούσα τις Περσίδες να πέφτουν, χθες που ήταν πιο μεγάλο το φεγγάρι από ποτέ, χθες που συμπληρώνονταν 8 χρόνια από την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ, το φόντο του παιδικού μου παραδείσου άλλαζε αναπόφευκτα κι αυτό. Να φαίνονται άραγε λάμψεις από κει κάτω, να φαίνονται τα συμμαχικά αεροσκάφη, να έχει πάρει άραγε το στρώμα μας ο Καντάφι και να πηγαίνει προς την Κρήτη; Και πού είναι τα δικά μας πλοία, τα δικά μας μαχητικά, πού είναι οι άμαχοι, πού έχουν πάει και δεν τους βλέπω; Είναι πιθανό να κρύφτηκαν πίσω από το στόχο;

Ο δικτάτορας- στις φωτογραφίες με φίλους- αγωνίζεται όπως μια πουτάνα 42 ετών που διεκδικεί τα δεδουλευμένα από τους νταβατζήδες της και αισθάνεται ότι απειλείται η συνταξιοδότησή της. Αν ήταν πιο λογικός, αν έφευγε χωρίς πολλά πολλά, δεν θα φτάναμε ως εδώ, δεν θα ανάγκαζε τον Γιώργο να σηκώσει τα μανίκια πάνω από τη Σούδα, τον Ομπάμα το Νόμπελ πάνω από τη Λιβύη και την Καρχιλάκη να λέει βλακείες στο βιντεόφωνο, ούτε θα είχε αυτός ο έρωτας τόσο άδοξο τέλος. Όλοι θα κρατούσαμε τις καλές στιγμές του και θα τις θάβαμε στη μνήμη μας σαν προϊόν φωτομοντάζ.

Αν είχα όμως κάποιες αμφιβολίες για τη χρησιμότητα αυτού του πολέμου, που κάποιοι ονομάζουν πόλεμο αλλαγής καθεστώτος, εξαφανίστηκαν όταν έμαθα ότι η δοκιμαζόμενη Ιαπωνία στηρίζει την επίθεση. Κάτι θα ξέρουν τα θύματα του σεισμού και της ραδιενέργειας, κάτι ξέρουμε και εμείς όταν διευκολύνουμε τους συμμάχους, όταν στις κοινωνίες μας καίμε παιδιά, τρώμε σκυλιά, καταπλακώνουμε τους ρακοσυλλέκτες όλο και πιο συχνά και αλυσοδένουμε τους πιο επικίνδυνους από μας. Στο κάτω κάτω θα πρέπει να είσαι τελικά πολύ ρομαντικός και μεγάλος μαλάκας αν δεν αισθάνεσαι πραγματικά ευλογημένος που παρακολουθείς τις δύο τελευταίες μέρες ειδήσεις καθότι σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τόσο βλάσφημες στιγμές για τις δυτικές κοινωνίες της δυτικής υποκρισίας μας.

Υ.Γ. Η αλήθεια είναι βεβαίως ότι η επέμβαση στη Λιβύη γίνεται για την απελευθέρωση και την επιστροφή την στρωμάτων, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και το δικό μου, και όχι φυσικά για την προστασία των πολιτών της, αποκάλυψη που μάταια την περιμένετε από τα μεγάλα Μίντια. Η παραπάνω δικαιολογία στα εκπαιδευμένα αυτιά μας θα φαινόταν, εξάλλου, απείρως πιο πειστική από αυτήν που χρησιμοποιεί η συμμαχία του «Ελάτε να καταστρέψουμε».
Υ.Γ1. Το γεγονός ότι η Ιαπωνία στηρίζει την επίθεση τη δεδομένη στιγμή τα λέει όλα για τον κόσμο μας. Λέει κάτι παραπάνω από τα πάντα.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

9 1/2 Ημέρες

Εννέα ημέρες ή δέκα, τι σημασία έχει πόσες ήταν νεκρός ο Μανώλης Ρασούλης μέσα στο διαμέρισμά του, εδώ κοντά μου στην Μπότσαρη. Ποια ηδονή ωθεί αυτούς τους ρεπόρτερ να επαναλαμβάνουν το νούμερο; Δεν πρόκειται δα και για κανένα οικονομικό μέγεθος, δεν απειλείται το σχετικό πανελλήνιο ρεκόρ-θα το κατέχει σίγουρα κάποιος ακόμα πιο μόνος χαμηλοσυνταξιούχος. Το κακό εξάλλου δεν είναι να σε βρίσκουνε νεκρό αλλά ζωντανό. Τότε είναι που δεν ξέρουν τι να σε κάνουν.

Μία μέρα πριν γίνει γνωστός ο θάνατός του, ανακάλυψα ότι είχε φύγει αθόρυβα πριν τέσσερις μήνες και ένας άλλος μεγάλος Κρητικός, μία θρυλική μορφή της κρητικής μουσικής, ο Λεωνίδας Κλάδος, αφήνοντας πίσω του μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές της μελωδίες. Πολλά μαϊμούνια από αυτά που κάνουν διάφορα πρωτοποριακά πράγματα στο νησί ασελγώντας με απόλυτο σεβασμό όπως λένε στο κορμί της παράδοσης δεν θα τα ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους αν δεν υπήρχε εκείνος, για να θυμηθούμε την ιστορική ρήση του Κατσιφάρα για τον Ανδρέα. Κι ενώ αρχικά προσπάθησα να διακρίνω στις φωτογραφίες των ρεπορτάζ ποιοι βρέθηκαν και ποιοι όχι στην κηδεία του, σταμάτησα ξαφνικά όταν συνειδητοποίησα πως δεν έχει σημασία, εννέα ή δέκα μαθητές, εννέα ή δέκα ημέρες. Ο Ρασούλης και ο Κλάδος είχαν αλλάξει ήδη τον κόσμο μέσα από τις δημιουργίες τους και την άρνησή τους να τα παρατήσουν, επειδή τελικά, παρά τα όποια λάθη τους, πορεύτηκαν με την αξιοπρέπεια εκείνου που περπατάει στις μύτες των ποδιών του, με την αφέλεια εκείνου που αγαπάει, μακριά από τα φώτα της πουτάνας της δημοσιότητας.

Επειδή ως κλασικός αποτυχημένος και κοινός αυτοκαταστροφικός άνθρωπος κατέφυγα σε αυτές τις σκέψεις τις τελευταίες μέρες, δυσκολεύτηκα να πάρω στα σοβαρά τη δήλωση Στρος Καν ότι ζούμε μέσα στα σκατά, παρά τη σημαντική θέση που κατέχει στην πολιτική σκηνή ως επιφανής βόθρος. Η σκέψη μου, όπως σε κάθε κρίσιμο τεστ της νοημοσύνης μου, ταξίδεψε στο χωριό μου, στη μηχανή του παππού, τα τυροπιτάκια της γιαγιάς, τα καλοκαίρια που η Κρήτη σφηνώθηκε σαν αδέσποτη σφαίρα στο μυαλό μου, καλοκαίρια που τα τζιτζίκια ήταν στο λαούτο και οι αρχάγγελοι στη λύρα. Πάνω στο θρόνο μου(φωτογραφία) όπου δεν κατέβαινα προτού εξαφανίσω το κακό, μύριζα στον αέρα το δίκιο και τη λεφτεριά, έμαθα «να φτάνω πάνω απ’το γκρεμό και να αετοπετάω», να προσγειώνομαι μόνο στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου.

Δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση ο Γάλλος εισπράκτορας. Μας δείχνει την ψυχή του για να μη μπορέσουμε να φάμε όπως τον έχει συμβουλεύσει ένας σοφός, μέχρι να του σκάσουμε 50 δις προκαταβολή τώρα και τα υπόλοιπα αργότερα-σε αυτό το αργότερα κλειδώνει η σκλαβιά μας. Τον σταματούν, αποκαλύπτει, άνθρωποι στο δρόμο και του λένε να βάλει για την γαλλική προεδρία-για την υποψηφιότητά σου και την Ελλάδα να θυσιάσουμε. Οι δικοί μας άνθρωποι στην κυβέρνηση είναι πιο εντυπωσιακοί, που διπλά αξιοθρήνητοι και παρά την αισθητή απουσία κάποιου επικήδειου, μας θυμίζουν την ιστορία του Ernst Jünger όπου ένας πεινασμένος ανθρωπάκος εκλιπαρεί τον βαρώνο λέγοντάς του ότι πάνε τρεις μέρες που δεν έχει βάλει μπουκιά στο στόμα του: «Θα πρέπει να πιέσετε τον εαυτό σας να φάει».

Τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ μας οδηγούν, αφού μας φόρεσαν ζώνες, στον ασφαλή δρόμο του πολιτικού πολιτισμού: διαβούλευση, συναίνεση, συμμετοχική δημοκρατία, διάλογος, σύμπνοια και πολύς πόνος. Και δεν με ενδιαφέρει που φανερώνω μια αδυναμία μου όταν σκέφτομαι ότι μου έλειψε ένας αχρείος, ένας απολίτιστος, ένας αδίστακτος: ένας άνθρωπος που θέλει να κάνει από πείσμα το καλό.


Υ.Γ. Πολλοί Ιάπωνες που χάθηκαν άδικα δεν θα συμμετάσχουν εκ των πραγμάτων στην προσπάθεια της χώρας να συμμαζέψει τα ελλείμματά της-δεν ξέρω με τι μούτρα συνάντησαν τον Δημιουργό. Η καταστροφολογία που τόσο σιχαίνεται και πολεμά ο Παπανδρέου, έχασε μέσα σε μερικά λεπτά το λόγο ύπαρξής της αντικρίζοντας τη μητέρα της, την καταστροφή. Η ανθρωπότητα παράτησε βιαστικά τους αστρολόγους και τους οικονομολόγους και στράφηκε με αγωνία στους σεισμολόγους και τους ειδικούς της πυρηνικής ενέργειας. Η διεθνής κοινότητα σε απόσταση ασφαλείας άρχισε το δακρύβρεχτο αγκομαχητό της ανησυχίας, καθώς για το προσεχές διάστημα είναι καταδικασμένη να κοιμάται σε αναμμένα κάρβουνα: Στην κοινωνία της πληροφορίας, που έχτιζε όλα αυτά τα χρόνια, κάποιος άνθρωπος πέθαινε. Στην κοινωνία της γνώσης, που οραματίζονταν οι άνθρωποι του πολιτισμού, κάποιος άνθρωπος κινδύνευε. Η υποβάθμιση των τεκτονικών πλακών από τα ραδιενεργά απόβλητα των αγορών δεν ήταν φυσικά η αιτία που προκάλεσε την απαντητική ανακοίνωση των 9 Ρίχτερ. Η φύση δεν υποστήριξε εξάλλου ποτέ ότι εκδικείται·μοναχά υπενθυμίζει.

Υ.Γ1. Καζαντζάκη- Kawasaki, έχουμε κοινά με τους Ιάπωνες εμείς οι Κρητικοί έλεγε σε μία συνέντευξη ο Ρασούλης. Ο φόβος μας είναι κοντά τους-ο νους μας ούτε που τολμάει να πλησιάσει.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Θελξίππη

Η άσπρη φοράδα της Φάρμας των Ζώων, η κοκέτα Θελξίππη, εξέφρασε στον Χιονή το φόβο της που αφορούσε στην επανάσταση που προετοίμαζαν τα ζωντανά: «Και θα μ’αφήνουν τότε να φορώ κορδέλες στη χαίτη μου;». «Συντρόφισσα, αυτές οι κορδέλες που τους είσαι τόσο αφοσιωμένη, είναι το σύμβολο της σκλαβιάς σου. Δεν μπορείς να καταλάβεις πως η ελευθερία αξίζει περισσότερο από τις κορδέλες;». Ο Όργουελ σημειώνει. «Η Θελξίππη συμφώνησε αλλά δε φάνηκε να πείστηκε». Η σκλαβιά της δεν ήταν επομένως ότι βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του αφέντη Τζόουνς, αλλά η έγνοια της για τις κορδέλες της. Δεν ήθελε να είναι ελεύθερη-προτιμούσε να είναι όμορφη.

Η προσπάθεια των ελληνικών μπλογκς να γράψουν ενάντια στο φόβο απέτυχε. Είναι δεδομένο πως γράφεις επειδή φοβάσαι. Ο άνθρωπος όμως συνεχώς αντιφάσκει. Πόσες φορές δεν τον έχετε ακούσει ενώ είναι σκλαβωμένος να μιλάει για την ανεξαρτησία του που δεν είναι άλλη από τα λεφτά του; Επέτρεπε όλα αυτά τα χρόνια στον εαυτό του να μη σκέφτεται ελεύθερα εφόσον μπορούσε να αγοράζει ελεύθερα. Τώρα που η αγοραστική του δύναμη μειώνεται, θυμήθηκε να πιάσει τα σκονισμένα κηρύγματα περί Δικαιοσύνης. Το χαμόγελό του ήταν μια προσφορά των αγορών-τώρα κάνει το σταυρό του μπροστά στους τηλεοπτικούς τόπους λατρείας τους, παρακολουθώντας τα μάταια τάματα των ηγετών του. Νιώθει ένοχος απέναντι στο Θεό του που δεν έχει λεφτά να του προσφέρει όπως οι πιστοί στην εκκλησία νιώθουν άσχημα για τις αμαρτίες τους και προσεύχονται για να συγχωρεθούν. Καλύτερα όμως να ζήσει δίχως μέλλον με ευθύνη δική του, παρά δίχως μία λύση που φάνταζε λογική για τον ελεύθερο χρόνο του πάνω στη γη.

Έτοιμοι να επαναστατήσουμε δεν είμαστε ακόμα-θα έπρεπε και να συμφωνήσουμε στον ορισμό της επανάστασης. Θα γίνουμε μονάχα όταν δεν θα ελπίζουμε σε τίποτα. Όταν συνειδητοποιήσουμε πως στον κόσμο που μας έδωσαν δύο τιμές απέμειναν: να είσαι άνεργος ή «λαθρομετανάστης». Μην τους ακούς λοιπόν όταν σου λένε «Διάβαζε». Άσε τα πτυχία, βρες ένα όπλο στο μυαλό σου και σημάδεψε.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Γκούντις ΙΙ-Μαθήματα εκβιασμού

Το 2004 η Washington Post είχε αποκαλύψει ότι οι αξιολογήσεις της περίφημης Moody’s αποτελούσαν μέσο πίεσης προκειμένου να αποκομίσει χρήματα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση εκβιασμού ήταν αυτή της Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας Hannover Re, η οποία αρνήθηκε να πληρώσει τη Moody’s για να την αξιολογήσει. Ο οίκος άρχισε να αξιολογεί «δωρεάν» τη Hannover Re και να της δίνει άριστη βαθμολογία. Όσο όμως η εταιρεία δεν πλήρωνε η βαθμολογία μειωνόταν ώσπου κάποια στιγμή υποβάθμισε σε σκουπίδι την εταιρεία, γεγονός που είχε ολέθρια επίδραση στη μετοχή της. Τότε φυσικά δεν μας ένοιαζαν αυτά. Εμείς είχαμε Ολυμπιακούς Αγώνες-ας έτρωγαν οι άλλοι βελανίδια και σκατά.

Έτσι γίνεται ένας εκβιασμός σε μία πολιτισμένη κοινωνία που έχει νόμους και θεσμούς. Εκείνος που εκβιάζει γνωρίζει με τι απειλεί και ο εκβιαζόμενος φοβάται τις συνέπειες: Αν απεργήσεις απολύεσαι, χώρισε τη γυναίκα σου αλλιώς της τα ξερνάω, δώσε μου τα λεφτά μέχρι τη Δευτέρα-διαφορετικά σου παίρνω το σπίτι, στείλτε μας τα λίτρα αν θέλετε να τον ξαναδείτε. Μπορείς δηλαδή να με εκβιάσεις με κάτι αν αυτό το κάτι έχει αξία για μένα.

Οι απεργοί πείνας και οι συμπαραστάτες τους δεν δείχνουν να συμμερίζονται το οξύμωρο του πράγματος. Τι θα πει νομιμοποιήστε μας ή πεθαίνουμε; Γιατί προβαίνουν σε μία πράξη τόσο άστοχη από τη στιγμή που υπήρξαμε απόλυτα συνεπείς απέναντι στην αδιαφορία μας; Κανένα δικαίωμα δεν τους δώσαμε να νομίζουν ότι μας νοιάζει η ζωή τους, κανένα δικαίωμα δεν τους παραχωρούμε. Ποιος θα πιστέψει εξάλλου ότι είχανε να φάνε και για ποιον τάχα, σε ποιον απαρχαιωμένο ανθρώπινο εγκέφαλο, για ποιον ιδεατό κόσμο, αποτελεί ο θάνατός τους απειλή; Πεινούσανε πριν, θα πεινάνε και τώρα. Πεθαίνανε πριν, θα πεθαίνουν και τώρα.

Δεν έχουν φίλους οι μετανάστες. Αν είχαν κάποιος θα τους είχε πει ότι δεν είναι ανάγκη να πεινούν και να πεθαίνουν χωριστά. Μπορούν να πεινούν και να πεθαίνουν περισσότερο δημιουργικά ιδρύοντας μέσα στα επόμενα χρόνια ένα λόμπι που θα τους κάνει ανταγωνιστικούς, αξιόπιστους και υπολογίσιμους παίκτες, ισότιμους συνομιλητές και κοινωνούς του ζόρικου πολιτισμού μας.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Γκούντις

«Δεν είναι βέβαιο ότι οι N.Y Times χαριτολογούσαν όταν έγραφαν ότι η επίσκεψη Κλίντον στον Καναδά επισκιάστηκε από την ταυτόχρονη επίσκεψη εκεί ενός αντιπροσώπου της Moody’s. «Ο κόσμος μας έχει δύο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Moody’s» έγραφαν. «Η πρώτη μπορεί να καταστρέψει μια χώρα με τις βόμβες της. Η δεύτερη μπορεί να κάνει το ίδιο με τον υποβιβασμό της αξίας των ομολόγων της»! Για όσους δεν τη γνωρίζουν, η Moody’s είναι μία από τις χιλιάδες διεθνείς οργανώσεις που λύνουν και δένουν. Όπως έδεσαν τον Καναδά, όταν η κυβέρνηση του αγνόησε τις προτάσεις της και είδε τη βαθμολογία της αξιοπιστίας των ομολόγων της να πέφτει. Μαζί της έπεσε και η τιμή των ομολόγων της, ενώ τα καναδικά δολάρια ξεπουλιόνταν όσο όσο. Το ίδιο και την Ιαπωνία όταν η βαθμολόγησή της για τις τράπεζες ήταν μετρίως επαρκής και απειλήθηκε η οικονομική τους φερεγγυότητα». «Οι συνέπειες του Γατόσκυλου», Νικήτας Λιοναράκης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001.

Παλιά οι δημοσιογράφοι είχαν ένα καλό: δεν ένιωθαν ένοχοι όταν επαναλάμβαναν το Follow the money, την ατάκα δηλαδή της μεγάλης τους επιτυχίας, του Watergate, τότε που το νούμερο 2 του FBI διοχέτευε πληροφορίες στον Τύπο-δεν επρόκειτο και για καμία σπουδαία νίκη. Σήμερα τους αρέσει όταν εξηγούν οικονομικά ζητήματα να χρησιμοποιούν τη φράση του Κλίντον(It’s the economy stupid), ίσως επειδή αυτό το ανόητε νιώθουν ότι τους αφορά. Το κακό είναι ότι μέχρι να καταλάβουν εκείνοι ή ο Ηλίας Μαμαλάκης πώς λειτουργεί ο κόσμος μας, εσείς θα έχετε φτωχύνει και δεν θα βρίσκετε δουλειά. Το θετικό είναι ότι οι ηγέτες μας δηλώνουν αηδιασμένοι, επιθυμούν να αλλάξουν τα πράγματα και φαίνεται να έχουν βαρεθεί τον σιχαμερό ρόλο των οίκων αξιολόγησης καθώς μοιράζονται την κοινή πεποίθηση πως η αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν αναβαθμίζει τουλάχιστον μία μονάδα την ρητορική τους ικανότητα και επιπλέον, είναι δωρεάν.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ψωμί, παιδεία, Facebook.


Μια χώρα που υπερηφανεύεται για την ένδοξη επανάστασή της είναι τόσο ματαιόδοξη και παράλογη όσο κάποιος που θα υπερηφανευόταν για την ένδοξη σκωληκοειδίτιδά του. Salvador de Madariaga


Την Δευτέρα τα Νέα βγήκαν στο πρωτοσέλιδό τους με μια αποκαλυπτική φωτογραφία. Σε εναν τοίχο της Αιγύπτου είναι γραμμένο το όνομα της Αντίστασης: Facebook. Facebook, όπως λέμε ελευθερία. Την ίδια μέρα επίσης κατά-ατυχή-σύμπτωση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Μαρκ Ροσέ:« Η Τράπεζα: Πώς η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο». Η γνωστή Goldman, που προκαλεί αυξήσεις στα τρόφιμα σπονσοράροντας άθελά της επαναστάσεις, η καλύτερη φίλη του Facebook, το «κολλητάρι» της δημοκρατίας.

«Αν σε καταφέρουν να κάνεις λάθος ερωτήσεις, δε χρειάζεται να ανησυχούν για τις απαντήσεις» λέει ο Πίντσον. Ας δοκιμάσουμε λοιπόν την ερώτηση που μας προτείνουν: Προκάλεσαν τα Social Media την αιγυπτιακή επανάσταση; Ναι φυσικά, αποφαίνονται τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, καμουφλάροντας με ευπιστία και αφέλεια το αποπροσανατολιστικό, το εντελώς ανόητο αυτό ερώτημα. Ας υποθέσουμε κάτι αθώα μου πλάσματα: Ένα αυταρχικό καθεστώς, φιλικό ή εχθρικό προς τις Η.Π.Α, δεν είναι πια λειτουργικό. Τι κάνουμε; Ιδέα: Παρουσιάζουμε την αποτυχία του ΔΝΤ σαν επιτυχία του Facebook. Δεν κουνάμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι και παρακολουθούμε ήσυχα και ήρεμα τις εξελίξεις από το οβάλ γραφείο, αμέτοχοι επιτέλους κι εμείς μια φορά, πιο δημοκράτες από ποτέ. Αν το 1953 κόστιζε κάποια λεφτά η πτώση του Μοσαντέκ, τώρα, θα χρειάζονται μόνο μερικά προφίλ. Οργή θα έχουμε, ανθρώπους που ελπίζουν θα έχουμε, φτώχεια και ανελευθερία μας βρίσκονται με το κιλό. Τους αφήνουμε να δούμε πού το πάνε και επεμβαίνουμε εφόσον χρειαστεί, βλέποντας και κάνοντας.

Ο δημοκρατικός αυτός κόσμος δεν χρειάζεται να μας απαγορεύει τις ερωτήσεις-αρκεί να μας τις υπαγορεύει και οι πρόθυμοι ηλίθιοι στα μέσα ενημέρωσης να τις αναλύουν με τη σοβαροφάνεια της ασχετοσύνης τους. Πώς δεν το είχαμε καταλάβει ότι τα Social Media θα εκφράσουν τις επαναστάσεις, πώς δεν είδαμε νωρίτερα στο υπερεπιτυχημένο πρόσωπο του Ζούκερμπεργκ τον νέο Κολοκοτρώνη; Μάλιστα όσα περισσότερα στοιχεία μοιραζόμαστε με τα Social media, με όση μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τα αγκαλιάσουμε, τόσο μεγαλύτερη ελευθερία θα μπορέσουν να δημιουργήσουν. Τα υπέροχα αυτά εργαλεία που μας επιτρέπουν μεταξύ άλλων να γράφουμε ο ένας πάνω στον άλλον και να βρίσκουμε γκόμενα χωρίς να τη συναναστραφούμε, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, θα ξαλαφρώσουν τις εξεγέρσεις μας από το βάρος να φέρουν ουσιαστική αλλαγή και αληθινή δημοκρατία, ένα φιλόδοξο εγχείρημα σύμφωνα με το State Department, όχι όμως και στην Twitterland.

Το να ζητάς αλλαγή και ελευθερία έγινε πράγματι «τραγική στιγμή»-ένα από τα πιο εύστοχα δημοσιογραφικά σχόλια όπου το κλισέ δεν λέει ακριβώς ψέματα. Όλα θα αλλάξουν για να μην αλλάξει τίποτε. Το νέο καθεστώς που θα βρεθεί ξαφνικά με την εξουσία στα χέρια θα είναι εξίσου αδύνατο, πιο χρήσιμο και πάνω απ’όλα τεχνολογικά ευαισθητοποιημένο. Καθώς οι ηγέτες της Ευρώπης ετοιμάζονται να απαγορεύσουν τον κευνσιανισμό, τη Δημοκρατία, μικρότερη και φθηνότερη αυτή τη φορά όπως το καινούριο Iphone, θα τη φέρουν οι αμερικανικές βόμβες, τα profiles και οι ανταποκριτές των tweets, συμπέρασμα που θα άφηνε το Time της φωτογραφίας, το Yupi και όλους όσοι παρακολούθησαν με αδικαιολόγητη ηδονή το αιματοκύλισμα στην Αίγυπτο απολύτως ευχαριστημένους.

Το καλόψυχο Δ.Ν.Τ είναι έτοιμο να βοηθήσει κι άλλο –πόσο ακόμα;-την Αίγυπτο. Τι είχε καταφέρει μέχρι τώρα; «Υπολογίζεται ότι το 40% των Αιγυπτίων ζει με μόλις 2 δολάρια τη μέρα και ότι οι νέοι έως και 30 ετών, που αποτελούν το 60% του πληθυσμού, είναι άνεργοι σε ποσοστό που αγγίζει τα εξωφρενικά επίπεδα του 90%». Θα αλλάξει αυτό σε μία μέρα, θα αλλάξει αυτό κάποια μέρα; Σκεφτείτε μόνοι σας: ο Μουμπάρακ παραιτήθηκε, οι Η.Π.Α συνεχίζουν, το Facebook πετυχαίνει εκεί που το Wikileaks αποτυγχάνει, Ζούκερμπεργκ-Ασάνζ σημειώσατε ένα σε κάθε περίπτωση.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Αντιπαράθεση μέχρι θανάτου


Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε πως είμαστε χειραφετημένος λαός. Λέμε ότι είμαστε δημοκράτες, ότι αγαπάμε την ελευθερία, ότι είμαστε απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και μίση. Εδώ είναι το χωνευτήρι, η έδρα ενός μεγάλου πειράματος της ανθρωπότητας. Όμορφες λέξεις, γεμάτες ευγενικό, ιδεαλιστικό συναίσθημα. Στην πραγματικότητα είμαστε ένας χυδαίος, πιεστικός όχλος με πάθη που εύκολα υποκινούν οι δημαγωγοί, οι δημοσιογράφοι, οι θρησκόληπτοι αγύρτες, οι ταραχοποιοί και άλλοι παρόμοιοι. Το να αποκαλείς τέτοιο κατασκεύασμα κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων είναι βλασφημία. Χένρι Μίλερ. Κλιματιζόμενος εφιάλτης.


Η πρώτη ενδεκάτη Σεπτεμβρίου της Ιστορίας είναι εκείνη της Χιλής το 1973 με το αιματηρό πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ και τη βοήθεια της C.I.A. Η δεύτερη, σε αμερικανικό έδαφος το 2001, σηματοδότησε την έναρξη του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας για καλή τύχη των Νεοσυντηρητικών. Η τρίτη ανήκει στην 9χρονη Κριστίνα Τέιλορ Γκριν, το μικρότερο θύμα του μακελειού της Τουσόν, γεννημένη εκείνη τη μέρα που ο κόσμος άλλαζε.

Μία εβδομάδα μετά τους πυροβολισμούς που πήραν τη ζωή πέντε ακόμα ανθρώπων, η Τάιμς Σκουέρ φιλοξενούσε τον διαγωνισμό της μεγαλύτερης σε διάρκεια χειραψίας, απονεμήθηκαν οι χρυσές…σφαίρες, ήταν η μέρα του MLK και μίας βόμβας που δεν έσκασε ποτέ, τα γενέθλια του Άλι και της Μισέλ Ομπάμα. Στην Αριζόνα, τον τόπο της τραγωδίας, μεγάλα πλήθη συνέρευσαν για να απολαύσουν μία επίδειξη όπλων ενώ το ημιαυτόματο του δράστη ζούσε το αμερικανικό όνειρο χάρη στην εγγυημένη αποτελεσματικότητά του κάνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι νομοθέτες της πολιτείας, θορυβημένοι, προτίθενται να κάνουν, άμεσα, λιγότερο αυστηρούς τους νόμους για την οπλοκατοχή, καθώς αυτό επιβάλλει η τετράγωνη αμερικανική λογική.

Το Πάρτυ που διασκεδάζει πίνοντας τσάι θα ευθυνόταν για την τραγωδία μόνο αν κάποιος αποδείκνυε ότι το ρόφημα μετατρέπει τη διέγερση σε αμόκ. Η συζήτηση που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι Δημοκρατικοί επικοινωνιακά, στην πραγματικότητα, επιχειρεί να κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες μια μεγαλύτερη με τρόπο βιαστικό. Το μακελειό στην Αριζόνα δεν είναι παρά η παράπλευρη απώλεια ενός μεγαλύτερου και αέναου μακελειού που συντηρεί το πολιτικό ριάλιτι, μπροστά στο οποίο το ελληνικό Big Brother θυμίζει αίθουσα τέχνης. Η δύναμη της Αμερικής εξαρτιόταν ανέκαθεν θετικά από το μέγεθος του κακού στο οποίο μπορεί να υποβάλλει τους πολίτες της και τους ξένους αμάχους: 30 χιλιάδες άνθρωποι σκοτώνονται κάθε χρόνο με ένα από τα σχεδόν 300 εκατ. όπλα που υπάρχουν στις Η.Π.Α –η αντιστοιχία είναι ένα όπλο για κάθε κάτοικο. Η γερουσιαστής Γκάμπριελ Γκίφορντς που φαίνεται να τη γλιτώνει, αν και Δημοκρατική, είναι υπέρ της οπλοκατοχής και εδώ μια δίκαιη αλληλουχία επιχειρημάτων θα έλεγε: Τα όπλα σκοτώνουν. Η γερουσιαστής είναι υπέρ τους. Άρα η γερουσιαστής αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει.

Δεν υπάρχει όμως θετική αυθάδεια στο ασφυκτικό πολιτικό τοπίο. Η υπεράσπιση της οπλοχρησίας από προνόμιο των Ρεπουμπλικάνων εξελίχτηκε σταδιακά σε συνταγματικό εχέγγυο προσωπικής ελευθερίας. Ο ατομικισμός, αφού απομόνωσε τους πιστούς του, άφησε στο πέρασμά του μόνο φανς και μπιλίβερς. Κάπως έτσι τα όπλα έγιναν απαραίτητα εφόσον ορκίστηκαν να υπερασπίζονται σθεναρά την αγία ιδιοκτησία. Στην Αμερική της Πίστης και της Πίστωσης(Γ. Παπασωτηρίου), του πολιτισμού του Χάξλει για τους μέσα και του Όργουελ για τους έξω (Πόστμαν), το απαράδεκτο ήταν τώρα να μην πιστεύεις-και τι πιο απαράδεκτο από το να μην πιστεύεις στη δίκαιη κατανομή των όπλων. Είσαι απόλυτα ελεύθερος να αλλάζεις ιδεοληψίες αλλά απαγορεύεται να μην έχεις μερικές. Η κριτική, που είναι ο κανόνας στην Ευρώπη, έγινε η εξαίρεση στην Αμερική. Οι Ευρωπαίοι έλεγαν ψέματα όσο οι Αμερικάνοι έκαναν λάθη. Η σκέψη δεν φαινόταν χρήσιμη σε έναν λαό που σηκωνόταν από νωρίς και έτρωγε έναν Θεό καπιταλιστή ο οποίος προκειμένου να ικανοποιήσει τη ζήτηση είχε υιοθετήσει τρεις γιους: έναν Λευκό, έναν Μαύρο και έναν Ισπανόφωνο.

«Αυτή η λαίμαργη δημοκρατία που κατέψυξε το φαί της προτού το κάψει, και ευχαριστιόταν να γλείφει το κέτσαπ από τηγανητές πατάτες τόσο μουσκεμένες που γλιστρούσαν απ’τα δάχτυλα σαν σκουλήκια» με τα λόγια του Μέιλερ, δεν είναι διατεθειμένη για κανέναν νεκρό να θέσει ζήτημα αναθεώρησης ούτε στον τρόπο ζωής της ούτε στον τρόπο θανάτου της. Η σπουδαία αυτή χώρα συνήθισε να βιώνει χωρίς γιατί τους εφιάλτες της, εξαιτίας του βίαιου ακρωτηριασμού του κοινού νου της. Ως γνωστόν εκείνος δεν αναγνώριζε πια δείκτες εγκληματικότητας αλλά μονάχα μεμονωμένους εγκληματίες. Το μάτι μόνο φαινόταν να προοδεύει στον εντοπισμό δυνητικών δραστών με τη συμφοιτήτρια του Λόφνερ να προβλέπει πως είναι «ένας απ' αυτούς τους τύπους που βλέπουμε τη φωτογραφία του στις εφημερίδες αφού εισβάλει σε μια τάξη με ένα αυτόματο όπλο». Η παρατηρητικότητά της εντούτοις δεν απέτρεψε το μακελειό.

Η τιμωρία ωστόσο καθίσταται ικανή να την εξαγνίζει όσο την αποδέχεται στωικά. Όταν το σοκ υποχωρεί, το δράμα φαντάζει έξαφνα εξαιρετικά οικείο και ο δράστης που μέχρι πριν από λίγο θεωρούνταν απόβλητος, αντιμετωπίζεται επιτέλους με κατανόηση και ενδιαφέρον-κάθε που αναρωτιέται πώς μπόρεσε κανείς να κάνει κάτι τέτοιο δεν εννοεί παρά τα ελλιπή μετρά ασφαλείας. Η τραγωδία διαδραματίζεται νομοτελειακά σαν να ήταν από πριν κομμάτι των υποχρεώσεών της και εξαντλείται πρόσχαρα όπως το νέο χιτ της Γκάγκα, όπως τα εισιτήρια μιας ακόμα πολυδιαφημισμένης Action Movie. Η επίφαση κάθαρσης επιτυγχάνεται μέσω του σωστού ρυθμού και τόνου στην προεδρική ομιλία που οφείλει να κλείσει μέσα της όλο το συναίσθημα και την υποκρισία ενός χιλιοπαιγμένου σόου. Αυτή είναι η επιθυμητή κατάληξη των σφαιρών: Η αυτοεπιβεβαίωση του μεγάλου έθνους και ο καθησυχασμός τραυματιών και τηλεθεατών. Η επιστροφή στην παράδοση μεταφράζεται σε ψήφο εμπιστοσύνης προς τους οπλισμένους πολίτες.

Αυτή η τέλεια οργανωμένη σύγχυση είναι αποτέλεσμα της πιο επιθετικής πλύσης εγκεφάλου που ξεκίνησε δειλά από τα πρώτα βίντεοκλιπς και επεκτάθηκε αργότερα στο infotainment. Τα ασυνάρτητα βίντεο του Λόφνερ, κλείνουν μέσα τους όλο το αναπόφευκτο μιας μεταδοτικής παράνοιας που έχει εισχωρήσει στα πάντα. Δημοσιογράφοι που υποστηρίζουν παρόμοια πράγματα με τον δράστη, χρησιμοποιώντας καλύτερα το συντακτικό, δεν θεωρούνται περιέργως εξίσου επικίνδυνοι. Το χρέος της χυδαιότητας να ξεπερνά τον εαυτό της και η μονοτονία της προπαγάνδας, εκλογίκευσαν τη μισαλλοδοξία στρώνοντας στον φόβο το χαλί. Κήρυκες νέας κοπής ξεκίνησαν να συνθέτουν το ελκυστικότερο ψέμα για τα συμφέροντα που το χρηματοδοτούν, εξασφαλίζοντας την επιτυχία της επένδυσης. Δίπλα σε ατσαλάκωτους αναλυτές και δημοσιογράφους, προστέθηκαν καινούρια φυντάνια που παραλογίζονται on camera. Λαλίστατοι οι νέοι ντελάληδες, ενεργητικοί, επιθετικοί και αποφασισμένοι, δεν αρκούνται στο να πείσουν. Σκοπός τους να κατακτήσουν καθώς θα εξερευνούν τα όρια της υπερβολής-οι αντιδράσεις στις δηλώσεις Πάγκαλου φαίνονται πεισματάκια μπροστά στα μίση που εκείνοι υποδαυλίζουν.

Ξεχάστε τους σοβαρούς και ατσαλάκωτους αναλυτές, εκείνους στους οποίους δινόταν ο λόγος με την προϋπόθεση να μην έχουν τίποτα να πουν. Οι νέοι είναι πιο θρασείς, πιο συναισθηματικοί και περισσότερο προσηλωμένοι στο στόχο που δεν είναι άλλος από την κατασκευή νέου τύπου ατόμων, περισσότερο φοβισμένων, περισσότερο χειραγωγήσιμων. Το κοινό τους σημείο είναι πως όλοι πια λένε την αλήθεια ειδικά από τότε που εκείνη, λόγω δυσκολιών και απαγορεύσεων στη μετάδοσή της, υποβιβάστηκε σε μια ιστορία, προσιτή όσο η αγορά ενός όπλου. Ήτανε πλέον αδύνατο να αντισταθείς σε κάτι που δεν αναγνωρίζεις. Ο Γκλεν Μπεκ περπατούσε στα βήματα του Κινγκ, παρουσιαστές πρότειναν την εκτέλεση του Ασάνζ, γερουσιαστές τη συχνότερη χρήση της θανατικής ποινής. Ο ύψιστος φιλοσοφικός λόγος γνωμοδοτούσε με τα χείλη της Όπρα(Αρανίτσης), η προδοσία του Λεμπρόν επισκίαζε τις αποκαλύψεις των Γουικιλίκς, οι μουσουλμάνοι θεωρούνταν ανεπιθύμητοι στο Ground Zero, ο αυνανισμός ήταν, λίγο ή πολύ και γιατί όχι, μοιχεία, η νέα ατζέντα χαρασσόταν στην παλάμη της Πέιλιν, η εξωσυζυγική σχέση έγινε ηθικά λιγότερο αποδεκτή από τη θανατική ποινή. Η Αμερική έγινε βαθμιαία αυτό το πράγμα που μπορεί να κάνει τον Ασάνζ, Μπιν Λάντεν και τον Ομπάμα, Μπους, η χώρα των θαυμάτων αλλά και το τέλος του νοήματός τους.

Κάθε μέρα έγινε και μια προσπάθεια να μην αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο αφού, ούτως ή άλλως, το τελευταίο δεν μπορούσε πια να οριστεί. Ο καπιταλισμός περνώντας το κατώφλι του Mall των ονείρων του ξεδίπλωνε ελεύθερα όλο το μεγαλείο της ανοησίας του. Η μνήμη δεν διαρκούσε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα, η νοσταλγία δεν συμβάδιζε με το κυνήγι του κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ευτυχία, το παρελθόν εμπόδιζε τη δημιουργική αφομοίωση της φιλοσοφίας των νέων γκάτζετς, το αυθεντικό εκδιώχθηκε επειδή της έκοβε την όρεξη, επειδή της χαλούσε τη διάθεση.

Επομένως αν παρατηρούσες τις εξελίξεις κριτικά πήγαινε να πει ότι η προσοχή σου είχε αδικαιολόγητα αποσπαστεί και η τηλεόραση αναγκαζόταν να σε τρομάξει περισσότερο. Ο κόσμος γινόταν πιο κατανοητός και εύπεπτος χωρίς ιδέες, ιστορία, δικαιοσύνη και ευθύνη. Η ανθρώπινη κοινωνία απορρίφθηκε σαν μια υπερτιμημένη κομμουνιστική ουτοπία. Ο Μέιλερ πίστεψε ότι ο Όσβαλντ σκότωσε τον Κένεντι, ο Άλι αρρώστησε, ο Γουντγουόρντ απομυθοποιήθηκε · Ήρθε ο Τάισον, η Πάρις, ο Μπίμπερ. Χάνοντας τη δύναμη να δημιουργεί ψευδαισθήσεις, ξεχνώντας στο ασπρόμαυρο Χόλυγουντ την αισθητική και τον αισθησιασμό της, συνέχισε να εντυπωσιάζει αλλά σταμάτησε να σαγηνεύει, προτιμώντας τελικά να ξεφορτωθεί τους σκελετούς που την ενοχλούσαν μαζί με την ντουλάπα.

Έχοντας παρακολουθήσει τόσες φορές την καταστροφή της, η Αμερική θα εκπλαγεί αν τελικώς επιβιώσει και προς το παρόν τρέχει φορτωμένη με πληροφορίες μπας και προλάβει την προβολή ενός ακόμη προεπιλεγμένου θανάτου της. Αν επιβραδύνει την περιμένει κατάθλιψη, αν επιταχύνει περισσότεροι εφιάλτες. Η μεγαλύτερη εχθρός της είναι δίχως άλλο η ψυχική ισορροπία· το μόνο που φαίνεται ότι μπορεί να την τρομάξει είναι η νηφαλιότητα, το μόνο που δύναται να τη νυστάξει η κριτική σκέψη, το μόνο που την απειλεί η διαύγεια. Καταδικασμένη στο ψεύδος και την παρακμή, ξυπνάει με μοναδική έγνοια την επανάληψη των λαθών της, την ψυχική υγεία των νεκροθαφτών της, το ζέσταμα της μηχανής του κιμά για τους λιγοστούς εναπομείναντες υγιείς εγκεφάλους της. Είναι πια και επισήμως λασκαρισμένη.

Τι κι αν ο Ομπάμα μας χάρισε μια ακόμα όμορφη ομιλία; «Θέλω η Δημοκρατία μας να είναι τόσο καλή όσο την φαντάστηκε η Κριστίνα» είπε, ένας άγγελος που η ομορφιά του παιδικού της προσώπου κοστίζει όσο 500 εκατομμύρια Facebook. Με 14,5 εκατ. παιδιά κάτω από το όριο της φτώχειας, 16, 7 εκατ. να ζουν σε οικογένειες που δυσκολεύονται να βάλουν φαγητό στο τραπέζι και 1,5 εκατ. άστεγα, το στοίχημα του είναι το λιγότερο επισφαλές. Αδικώντας την μικρή καθώς την φαντάζεται να παίζει στον παράδεισο, ο πρόεδρος βιάζεται να κοιτάξει μπροστά παραφράζοντας τον Ντοστογιέφσκι: Αν υπάρχει παράδεισος, που σίγουρα δηλαδή υπάρχει και είναι και αμερικανικός, όλα επιτρέπονται. Ξεφορτωνόμαστε τη μικρή, κρατάμε το μίσος και ξαναοπλίζουμε.

Η Αμερική υιοθέτησε τη θεωρία του μοναχικού της τρελού όταν ακόμα δεν ήταν πάνοπλος και έτοιμος να εκτελέσει την αποστολή του. Τώρα ο διαταραγμένος της, αυτός ο μοναχικός τύπος που αποφεύγουν επιδεικτικά τα πιστά και αμήχανα τέκνα της, η ξεκούραστη λύση στα εγκλήματά της την δεκαετία του ’60, το κομμένο της πλάνο, πιστό αντίγραφο του Όσβαλντ, περνάει στην αντεπίθεση και την αποτελειώνει σαν σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, φορώντας μάλιστα στρινγκ. 245 ελαφρότερα διαταραγμένοι τύποι στο Κογκρέσο απειλούν να της στερήσουν την Μεταρρύθμιση στην Υγεία, το Ιράκ του Μπαράκ σύμφωνα με τον ιεροεξεταστή Ο Ράιλι, και ξανακλέβοντάς της την αξιοπρέπεια να μην την ανταμείψουν ούτε κατ’ελάχιστο για τη σωστή επιλογή της τον Νοέμβριο του 2008, το μαγικό εκείνο βράδυ που οι πολυάριθμοι εχθροί της την ερωτεύονταν ξανά.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Like

Ακολουθεί συλλεκτικό βρωμόστομο ποστ.

Στάτους διαγραφής προφίλ 1

Ως εδώ ήτανε! Αποχωρώ εντός ολίγων ημερών από τούτο το μάταιο διαδικτυακό κόσμο όπου «επιτηρούμε τις μοναξιές μας» και κλείνω τους λογαριασμούς μου με τον κύριο Zuckerberg. Μου πήρε 1,5 ώρα για να σημειώσω τα mail ολονών σας-κάποια ακόμα μου λείπουν. Καλός φίλος δεν ήμουν παρόλο που ήμασταν ένα κλικ μακριά. «Η σχέση με τους φίλους μας στο Facebook οφείλει να στηρίζεται στην αμοιβαία αδιαφορία. Μόνο έτσι μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη». Ε λοιπόν δεν γουστάρω να επαληθεύω άλλο αυτό τον αφορισμό. Κάτι μου λέει ότι έτσι θα μιλάμε συχνότερα, θα ανταμώνουμε συχνότερα, θα αγαπιόμαστε συχνότερα. Ποιά είναι αυτή η Γκόλντμαν Σακς; Τι κάνει το Fb τα στοιχεία μας; Είναι υπερβολικό αν λέγαμε πως κατά κάποιο τρόπο, όσο εφιαλτικό κι αν ακούγεται, ό,τι γράφουμε χρησιμοποιείται εναντίον μας; Δεν ξέρω. Όσοι μ'αγαπούν, τον Pasaena τον γνωρίζουν. Εκεί γράφω για «να σμίξω τον κόσμο, όχι για να ξεχωρίσω απ'αυτόν». Θα με βρίσκουν εκεί. Μπορώ να πω ότι διασκέδασα αφάνταστα μπαίνοντας στα προφίλ σας. Θα ήθελα να κάνετε το ίδιο και να φτιάξετε βαλίτσες και εσείς σιγά σιγά για άλλες πολιτείες, πιο ερωτικές και πιο αληθινές. Δεν τρέφω αυταπάτες ότι κάνω κάτι σημαντικό. Είναι όμως εδώ που φτάσαμε το ελάχιστο. Μια ωραία αρχή τώρα που έρχονται τα χειρότερα. Δεν αλλάζω γνώμη, δε θέλω να μου κάνετε ερωτικές εξομολογήσεις, δεν τρώω μύγδαλα και δε χανόμαστε!

Στάτους διαγραφής προφίλ 2

Σόρυ που θα σας πρήξω μέχρι να αποχωρήσω! Θέλω να καταστήσω σαφές πως δεν την κάνω επειδή δεν διασκεδάζω στο Fb. Η διαγραφή του προφίλ μας επαφίεται πλέον στον πατριωτισμό μας-να ένα άρθρο του Συντάγματος προς αναθεώρηση. Σας καλώ να το σκεφτείτε και εσείς. Αρνούμαι αυτή τη σχιζοφρένεια(να κράζω και να συμμετέχω), αρνούμαι να είμαι παιδί της Γκόλντμαν(τα παιδιά που κάνουν το έργο του Θεού όπως λένε), αρνούμαι την εξουσία τους πάνω στον κόσμο. Fb Λελέ!


Σχόλιο


Πρόσφατα μια ώριμη γυναίκα παίζει στο Money Drop με την κόρη της. Στην προτελευταία ερώτηση ρισκάρει και δικαιώνεται. Η τύχη της χαμογελά. Αποκτά αυτομάτως τη δυνατότητα να φύγει με λεφτά από το πλατό. Ούτε όμως την τελευταία απάντηση γνωρίζει. Αντί να μοιράσει τα χρήματα στις δύο επιλογές, ρισκάρει και πάλι. Η τύχη, αυτή τη φορά, την τιμωρεί και χάνει τα πάντα. Είναι άπληστη; Δεν μπορώ να απαντήσω καταφατικά. Πώς γίνεται να είσαι άπληστος πριν ακόμα κερδίσεις οτιδήποτε;

Η είδηση, λίγες μέρες μετά την εκπομπή, ήταν σαφής. Η Γκόλντμαν Σακς, «αυτή η τεράστια σουπιά-βρικόλακας που γαντζωμένη στο πρόσωπο της ανθρωπότητας ρουφάει ανελέητα από το αίμα της οτιδήποτε μυρίζει χρήμα» σύμφωνα με τη διάσημη φράση του δημοσιογράφου Ματ Ταΐμπι επενδύει 450 εκατ. δολάρια στο Facebook, το Social Media που άλλαξε το τοπίο του αυνανισμού προκαλώντας τη μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας: τώρα πια δεν είσαι αναγκασμένος να τον παίζεις για τις διάσημες-έχεις άπειρες φωτογραφίες με ημίγυμνες φίλες σου.

Παρά την διεθνή κατακραυγή, το μίσος που υπάρχει στην Αμερική για τον επενδυτικό κολοσσό, τα λίγα δημοσιεύματα στον Τύπο και την ιδιαίτερα αποκαλυπτική εκπομπή των Φακέλων για τα Ασφάλιστρα Κινδύνου, κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφίας παραμένει στην κοσμάρα του. Παρουσίασε την είδηση αντικειμενικά, όπως του αρέσει, παραθέτοντας το αχαρακτήριστο: «Η Γκόλντμαν Σακς, που θεωρείται παγκοσμίως ως η πιο διορατική στις τοποθετήσεις της….». Είναι πράγματι φίλε συντάκτη διορατική: στο να πετάει ανθρώπους από τα σπίτια τους, στο να βγαίνει η μεγάλη κερδισμένη του πακέτου διάσωσης, στο να βρίσκεται σχεδόν παντού και πουθενά. Είναι οι ίδιοι ανίκανοι δημοσιογράφοι που περιγράφουν ευλαβικά τις διακυμάνσεις στα συναισθήματα των αγορών παρόλο που ακόμα και ο ίδιος ο διάβολος, ο Τζορτζ Σόρος, έχει δηλώσει στο παρελθόν πως «μόνον οι ηλίθιοι πιστεύουν πως οι αγορές έχουν συνείδηση, οι ηλίθιοι και οι καθηγητές που κατέχουν έδρες οικονομολογίας».

Ο Τύπος όμως δεν είναι το θέμα μας σήμερα. Ο Σταντάλ εντόπιζε τη δικαιολογία του Θεού στο ότι δεν υπάρχει-μια φράση που ζήλευε ο Νίτσε. Στην «Εξομολόγηση ενός διεφθαρμένου τραπεζίτη», ο ανώνυμος συγγραφέας του υποστηρίζει ότι το μόνο που δικαιολογεί τους Υπουργούς Οικονομικών είναι ότι «στην πραγματικότητα, δεν καταλαβαίνουν τίποτα». Ο κύριος Μιχάλης Χρυσοχοίδης στα Νέα πάει αυτό το έλλειμμα αντίληψης ένα βήμα παραπέρα μιλώντας στη Μίρκα Παπακωνσταντίνου: «Αλήθεια σας λέω, ακόμη και τώρα που είμαι αρμόδιος υπουργός, δεν ξέρω πώς ακριβώς λειτουργεί το Χρηματιστήριο και ούτε θέλω να μάθω». Πάρτε το λοιπόν από μπροστά του να μη το βλέπει και ξεράσει ο άνθρωπος. Στην Αμερική όπου η ανεργία σκαρφάλωνει στο 10%, σχεδόν πριν από ένα μήνα ανακοινώθηκε ότι η Wall Street μοίρασε το 2010 το ποσό ρεκόρ των 144 δισ. δολαρίων σε μπόνους. Αλλά ο κύριος Χρυσοχοίδης, επηρεασμένος από την στάση ζωής της Στέλλας Μπεζαντάκου απεναντι στο Δ.Ν.Τ, δεν θέλει ούτε να το ακούει.

Η εκκεντρική, λοιπόν, σχεδόν γραφική αλλά πολυαναμενόμενη διαγραφή του προφίλ μου, το μόνο που κατάφερε είναι να με καταστήσει στα μάτια των φίλων μου ακόμα πιο περίεργο-επιστήμονες θα έρθουν να με μελετήσουν από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Αυτά τα μπάσταρδα της Γκόλντμαν έχουν πιάσει το νόημα της ζωής κι εγώ το αρνούμαι επειδή με ενοχλεί που δεν είμαι ένα από αυτά. Ο υστερικός Μαξ Κάιζερ, πρώην παιδί της Wall Street, μοιάζει στα μάτια πολλών με μετανοημένη πορνοστάρ που υποστηρίζει το δικαίωμα του Θεού σε έναν κόσμο χωρίς σπέρματα και πέη. Η Ντίσνειλαντ του χρήματος, ο τζόγος για τον τζόγο, το ρίσκο για το ρίσκο, το κέρδος για το κέρδος, μπορούν να γίνουν δικά σου αν αναλύσεις σωστά τον αστρολογικό χάρτη των μετοχών. Οποιαδήποτε απόπειρα υπογράμμισης των γεγονότων μυρίζει ηθικολογία, εκλαμβάνεται σαν επίθεση εναντίον του επιχειρηματικού κόσμου και της ασύδοτης αγοράς, σαν προσπάθεια εξάλειψης της μόνης μορφής ζωής που αξίζει τον κόπο της μάνας που αναθρέφει το γιόκα της, παράπονο αγάμητης γεροντοκόρης που καλεί την αστυνομία με το που ξεκινήσει η μουσική στο πάρτυ του γείτονα. Πώς να το κάνουμε; Είναι μίζερο να τα βάζεις με την εξουσία όταν μπορείς να τον τρως από τον κώλο ή όταν ακόμα προλαβαίνεις να αλλάξεις ομάδα και να φορέσεις τη φανέλα των σατανικών νταβατζήδων σου.

Και δόξα τω Θεώ, έχει απ’όλα ο μπαξές των αγορών. Η Wall Street, το alter ego της C.I.A, μπορεί να ρίξει κυβερνήσεις, να προπαγανδίσει, να διαφθείρει, να ελέγξει, να δημιουργήσει κρίσεις. Εξουσία, ίντριγκες, απάτες, παιχνίδια, ανατροπές, γκόμενες, ψέματα και κυρίως νέα προϊόντα και συνεχής καταστρατήγηση των κανονισμών. Οι υπεραθλητές τρέχουν συνεχώς όλο και πιο γρήγορα σπάζοντας κάθε ρεκόρ και η πολιτική, παγκοσμίως, παριστάνει τη Wada. Σε αυτή τη σαπουνόπερα της εξουσίας, κατά κύριο λόγο, πρωταγωνιστούν άντρες που στη σχολική τους αυλή ήταν αόρατοι. Αν δεν ξεπεράσουν τώρα, σήμερα κιόλας, τα όρια, δεν έχει γούστο το παιχνίδι. Τα παιδιά, είναι προφανές, πως δεν χρειάζονται κανόνες αλλά την νταντά αμέσου δράσεως. Φαίνεται παράδοξο όμως δεν είναι: εκεί μέσα, δίπλα στους δείκτες, χτυπάει η παιδική ψυχούλα της ανθρωπότητας.

Αν είσαι αρσενικό και δε διασκεδάζεις με όλα αυτά, έχεις πρόβλημα. Αρκείσαι στο να τους τραβάς το αυτί, τους λες ότι με τη γιαγιά δεν θα παίζουν ούτε θα την σέρνουν, δεν θα της καταστρέφουν το πλεκτό ούτε θα της αλλάζουν τα χάπια για την πίεση, αρκείσαι τελικά σε αυτό που λέει ο Ζίζεκ: νομίζεις ότι κάνεις κάτι πολύ ανατρεπτικό ενώ στην πραγματικότητα σκονίζεις τα αρχίδια της εξουσίας. Η απληστία εξάλλου «είναι καλό πράγμα» όπως έλεγε ο Γκόρντον Γκέκο από το 1987. Στην επιστροφή του προσθέτει και μία δόση Βουλγαράκη: είναι και νόμιμο. Μπορεί να μην κάνει τον χρηματιστή ή τον τραπεζίτη καλύτερο άνθρωπο, τον κάνει όμως καλύτερο στη δουλειά του-ποιος θέλει εκτός από μένα να είναι αποτυχημένος;

Προβληματίζομαι: υπάρχει άραγε σοφία πίσω από τη σχιζοφρένεια που θα μας κρατήσει στο Facebook όλη τη νέα τρομακτική χρονιά να παραπονιόμαστε για τα νέα μέτρα; Όταν κανείς δεν ακούει αυτό που έχεις να του πεις, αρχίζεις να πιστεύεις ότι και εσύ επιχειρηματολογείς απλά για να παίξεις ένα παιχνίδι-αν συμβαίνει αυτό ομολογώ πως πρέπει να είμαι από τους πιο βαρετούς και προσεκτικούς παίκτες του αθλήματος. Ο λήθαργος μας είναι υπαρξιακός: δοκιμάζει το θάνατο. Η φτώχεια των φτωχών είναι προσωπικό δεδομένο που δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί το Facebook, λεπτό ζήτημα στο οποίο δεν επιθυμούν να εμπλακούν άμεσα τα διακριτικά hedge funds.

Μια ένσταση επίσης με βαραίνει και θέλω να ακουστεί: ακούω και ξανακούω ότι η ζωή είναι ωραία λες και βρίσκομαι στο χείλος του γκρεμού και απειλώ ότι θα αυτοκτονήσω. Σας απαντώ ότι κάνετε λάθος. Η ζωή δεν είναι ωραία · η ζωή είναι υπέροχη, είναι θαύμα ανυπέρβλητο και αξεπέραστο, δώρο ανεκτίμητο που αν δεν υπήρχε ο Δαρβίνος θα παρέμενε ανεξήγητο μυστήριο. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο οφείλουμε να διαβάζουμε, να πολεμάμε, να γευόμαστε όλα τα σκατά της και να την υπερασπιζόμαστε-δεν δικαιούμαστε να την αφήσουμε να πωλείται μόνο από επιλεγμένα καταστήματα πολυεθνικών και τραπεζών. Η μονότονη έκκληση για θετική σκέψη είναι σαν εξεταστική της Βουλής · επιστρατεύεται για να κουκουλώσει ένα μεγάλο σκάνδαλο. Κι όσο συνεχίζετε να μου λέτε ότι η ζωή είναι ωραία, λες και υπήρχε περίπτωση να μην το έχω προσέξει ή βιώσει, φοβάμαι πως εννοείτε τη δική σας.

Αφού επένδυσαν στη χρεοκοπία μας, επενδύουν στα προφίλ μας. Πού βρίσκετε το περίεργο; Αφού δεν θυσιάζουμε τον εικονικό κύκλο γνωριμιών μας, θα θυσιάσουμε το μισθό και τη ζωή μας, που εξάλλου κατάντησε μία φούσκα και μισή. Τι πιο φυσιολογικό και, σε τελική ανάλυση, τι πιο δίκαιο
; «Το χειρότερο απ’όλα είναι η αδιαφορία» δηλώνει ο 94χρονος αντιστασιακός Στεφάν Εσέλ του μπεστ σέλερ «Αγανακτήστε» που κυκλοφορεί στη Γαλλία. Προτού ανοίξω την εφημερίδα είχα πει στο φίλο μου τον Χρήστο ότι η αδιαφορία είναι η μόνη μορφή ηλιθιότητας που αναγνωρίζω-τι κρίμα που δεν κάνω εγώ τις χρυσές πωλήσεις.

Κακά τα ψέματα: κανείς δεν μπορεί να σε παγιδεύσει να σκεφτείς αν δεν το επιθυμείς. Είναι κι αυτό μια δυνατότητα που προσφέρει η ελευθερία: Η μόνη ίσως δυνατότητα. Έχετε καταλάβει καλύτερα από μένα ότι στα Εξάρχεια οι σφαίρες πάντα θα εξοστρακίζονται και πως οι κοντές φούστες κάθε φορά θα δίνουν ελαφρυντικά στους βιαστές. Έχετε πιστέψει πως δεν είναι αυτοί οι θύτες. Έχετε επιβεβαιώσει πως εσείς είστε θύματα.

Δίχως ντιλίτς, για να μιλήσουμε λιγάκι τη γλώσσα της εξουσίας, μας περιμένουν οδυνηρότερα ντιφίτς. Το τέρας αναπληρώνει ενέργεια όταν κλείνουμε τα μάτια μας. Διαγράφοντας το προφίλ μας εξαιτίας της νέας συντρόφου του Ζούκερμπεργκ, αποκτούμε μία ευκαιρία να υπάρξουμε. Ποτέ ωστόσο δεν ήμουν πιο σίγουρος για την τύχη της. Και αυτή τη φορά, εξαιτίας της ελάχιστης αποτελεσματικότητας της δράσης που προτείνω, συγχωρείστε. Δε σας υπόσχομαι, όμως, ότι η Γκόλντμαν και το Facebook θα πράξουν το ίδιο.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Αρπαχτή

Πρόπερσι τον Δεκέμβρη το Νόμπελ Ειρήνης πήγε στον Ομπάμα ως διά βλακείας. Ακριβώς ένα χρόνο μετά, τα βραβεία συνέχισαν να εκπλήσσουν με τις επιλογές τους. Ο Παπανδρέου μπορεί να μην κατάφερε, τελικά, να κατακτήσει το βραβείο του χειρότερου πρωτοεμφανιζόμενου πρωθυπουργού χάρη σε μερικές ψήφους του ΛΑ.Ο.Σ, αλλά αναδείχτηκε 79ος γκλόμπαλ θίνκερ από το Foreign Policy, επιτυχία που αποδεικνύει ότι κάτι σημαντικό κάνει για τους ανθρώπους του, η ταυτότητα των οποίων είναι δυστυχώς σκοτεινή και αόριστη ακόμα και ανάμεσα στο επιτελείο της Βίκυς Χατζηβασιλείου. Το ωραίο θα ήταν η διάκριση να είχε συνοδευτεί από χρηματικό έπαθλο ανάλογο με αυτό που δόθηκε στους χαμηλοσυνταξιούχους και ο πρωθυπουργός να το χάριζε σε εκείνον που το έχει περισσότερο ανάγκη-όχι σε όσους τον βραβεύουν για τις εξυπηρετήσεις που τους προσφέρει.

Ουδείς ωστόσο προφήτης στον τόπο του. Ο καθηγητής Γιανναράς στην Καθημερινή πυροβολεί τον απροσδόκητο ανταγωνιστή του μεταφέροντας την άποψη του Ευθ.-Φοίβου Παναγιωτίδη, επίκουρου καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου: «Αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας… αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει, ανεξαιρέτως, βάθος σκέψης και ικανότητα για συνθετική συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι (της χώρας) κάποιον που γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις;». Σκωτζέζικο ντους για τον πρωθυπουργό η διάγνωση. Κάθε μεγάλος στοχαστής βεβαίως είχε ανέκαθεν και τους εχθρούς του. Εντοπίζοντας όμως το «οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη» στη γλωσσική του ικανότητα, το υποβαθμίζουμε.

Τα μαργαριτάρια του Γ.Α.Π είναι για εσωτερική κατανάλωση-δεν παρακολουθούν Ελληνοφρένεια οι ευρωπαίοι εταίροι. Ο πρωθυπουργός στο εξωτερικό εντυπωσιάζει, θεωρητικά τουλάχιστον, με την ευχέρειά του στις ξένες γλώσσες, γεγονός που τον διασώζει από τη γελοιοποίηση τη δεδομένη στιγμή. Το να απαιτείς από τον αρχηγό ενός κράτους να γνωρίζει την επίσημη γλώσσα του, διαθέτει ισχυρή βάση και κατανοητό σκεπτικό. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί την αποκλειστική ένστασή σου. Με την ίδια λογική θα μπορούσε ένα λογιστής να τον μέμφεται για το ότι δεν έχει ιδέα από οικονομικά μεγέθη, ένας μαέστρος για τη νωχελική διεύθυνση της κυβέρνησής του, ένας κτηματομεσίτης για την άγνοιά του όσον αφορά στο οικόπεδο Ελλάδα, ένας ναυαγοσώστης για το ότι δεν κρατάει σωσίβιο, ένας θηριοδαμαστής για την έλλειψη δεξιοτεχνίας του στο μαστίγιο κατά των τοκογλύφων, ένας ποδοσφαιριστής για την αδυναμία που τρέφει στο ποδήλατό του. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο, αλλά δεν ακούγεται και πολύ διαφορετικό. Όλοι μπορούν να έχουν την ίδια παράλογη αξίωση: Εφόσον με κυβερνά, πρέπει να κατέχει το αντικείμενό μου εξίσου καλά με εμένα. Έχουμε όμως δικαίωμα να τον κατηγορούμε τη μόνη φορά που υπήρξε ειλικρινής απέναντί μας; Στο ζήτημα των ελληνικών του, μας είχε ξεκάθαρα και επανειλημμένα προειδοποιήσει.

Αν φορέσουμε τα γυαλιά μας, προλαβαίνουμε το δάσος. Πιο καίρια ερωτήματα προηγούνται: Πώς κοιμάται τα βράδια; Πώς νιώθει ως εκπρόσωπος τύπου των κατοχικών στρατευμάτων; Πότε θα μας πει αλήθεια; Μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα της Ρομιγί και όχι της Μανωλίδου; Μπορεί να ζητήσει την άμεση αναδιάρθρωση του χρέους; Μπορεί να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε ο Κορέα στον Ισημερινό; Μπορεί να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο στην επιβεβλημένη αλλαγή πορείας του Τιτανικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ο κύριος Γιανναράς όσο κακό βαθμό και να του βάλει, όσο κι αν τα ψάλλει στη Μαργαρίτα, το καμάρι της θα παραμένει ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της τάξης, το παιδί για όλες τις δουλειές των αγορών, ο ανασφάλιστος που καθαρίζει τα τζάμια τους και κινδυνεύει λόγω ελλιπών μέτρων ασφαλείας να σκοτωθεί, παίρνοντας κι άλλους στο λαιμό του.

Ο Μητροπολίτης Άνθιμος, όμως, είναι εκτός συναγωνισμού. Εντύπωση προκάλεσε η πρόσφατη αρπαχτή του με τον Γκαίτε. «Πνευματικός άνθρωπος χωρίς Χριστιανισμό δεν υπάρχει» αποφάνθηκε, στηρίζοντας το συμπέρασμά του σε έναν αφορισμό του Γερμανού ποιητή και πεζογράφου που λέει ότι «τελικά ο αγώνας μέσα στον κόσμο είναι μεταξύ πίστεως και απιστίας». Δεν κατάλαβε τι διάβασε ή δεν τον ενδιέφερε να το κατανοήσει; Ο καθένας μπορεί να υποπτευθεί πως η σκέψη του συγγραφέα δεν ταυτίζεται με εκείνη του Μητροπολίτη. Ο ίδιος ωστόσο δεν πτοήθηκε και εκμεταλλεύτηκε βάναυσα τον αφορισμό του. Κοίταξε να εξυπηρετηθεί από τη φράση, φέρνοντάς την στα μέτρα του ράσου του, πονηρά και άγαρμπα, χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αντιλαμβάνονται τον ελεύθερο στοχασμό όσοι τον θαυμάζουν και ταυτόχρονα τον υποτιμούν, όσοι σκοντάφτουν πάνω του τυχαία.

Ο Φάουστ είναι ξεκάθαρος: «Ποιός καλή μου θα τολμήσει να πει πως στο Θεό πιστεύει; Όταν είσ’ όλη ευτυχισμένη στο αίσθημά σου, πες το όπως θέλεις τότε, πες το ευτυχία, καρδιά, έρωτα, Θεό. Όνομα εγώ γι’αυτό δεν έχω. Αίσθημα είναι όλα». Η θετική πλευρά του ατοπήματός του Άνθιμου είναι πως τόλμησε να αναφερθεί σε έναν κανονικό άνθρωπο-όχι σε κάποιον απόστολό ή άγιο- χωρίς να ζητήσει πιστοποιητικό ιδεολογικών φρονημάτων όπως θα έκανε ένας πολιτικός που θα παρέθετε μόνο τον αρχηγό του κόμματος. Οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι και να αναγνωρίσουμε την υπέρβασή του, επισημαίνοντας παράλληλα τη στρέβλωση και την ιδιοτέλειά στην κρίση του, κακό σύμμαχο κάθε αναγνώστη.

Ο αφορισμός είναι μία πολύ έξυπνη πρόταση ειδικά σχεδιασμένη για να λέει τη μικρή αλήθεια ενός μεγαλύτερου ψέματος, που δεν είναι άλλο από την ψευδαίσθηση που σου χαρίζει ότι τα «είπες όλα». Στην περίπτωση που εξετάζουμε υπάρχουν μάλιστα πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ο Γκαίτε προσπαθεί να καταλήξει στο συμπέρασμα του Άνθιμου και δεν μπορεί, η γνώμη του δεν θα έφτανε. Στα 60 του χρόνια ο Γερμανός συγγραφέας είχε χάσει εντελώς το κουράγιο του:«Η άγια ελευθερία του Τύπου: Τι χρησιμότητα, τι καρπούς, τι πλεονεκτήματα μας προσφέρει;». Θα μπορούσε κανείς να στηρίξει ολόκληρη στρατιωτική δικτατορία πάνω σ'αυτή τη φράση. Απέναντι στους κινδύνους της αυθεντίας, η κρίση μας οφείλει να δουλεύει στο φουλ-όχι να υποχωρεί δίχως μάχη. Η επίκλησή της δεν είναι αρκετή · διαπιστώνουμε ότι έχει κι εκείνη τις κακές της μέρες. Ένας κόσμος εξάλλου που θεωρεί ακόμα αμάρτημα την κάθε είδους απιστία και όχι την πίστη, πίστη στον πόλεμο, στους μεσσίες της πολιτικής, στον έναν και μοναδικό Θεό, στα θεόσταλτα πλούτη, στις αγορές, στην ανωτερότητα της φυλής, είναι ξεκάθαρα ένας κόσμος πολύ ανώριμος για να ελπίζει στη σωτηρία του.

Αυτός που μπορεί να είναι ειλικρινής με το χαρτί, μπορεί να καμώνεται πως είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Το «εχέμυθο αυτί του» όπως θα έλεγε η Δημουλά καταγράφει τα πάντα, ιδιαίτερα αν έχεις συμπληρώσει πολλές ώρες πτήσης στην ανάγνωση: συναισθήματα, ανεπάρκειες, κίνητρα, εμμονές. Δυστυχώς η ανάγκη να καταστήσουμε το γραπτό μας ξεχωριστό, ασυνείδητα, ενισχύει την προπαγάνδα του. Το γράψιμο, αναμφίβολα, ρισκάρει την υπόληψη και τον εξοστρακισμό του προς τα ναρκοθετημένα χωράφια της πειθούς, όταν αρχίζει να αρνείται τη μοναξιά του, το οξυγόνο που εμπνέει το πιο μαχητικό κομμάτι του.

Ξαναδιαβάζοντας χθες την σπαρακτική ποίηση της Γώγου δεν μπόρεσα να μην διακρίνω, σε αντίθεση με το κείμενο του σεβάσμιου Μητροπολίτη, την εντιμότητα του πεσιμισμού της. Οι λέξεις της είναι «σουγιαδιές»: σε πυροβολούν, σε παίρνουν στο κυνήγι, σε αναστατώνουν. Το στυλό της λυγίζει επειδή οι στίχοι την βαραίνουν. «Οι φίλοι την φοβούνται» όσο και οι αναγνώστες της. Εντέλει η ποιήτρια δεν λυτρώθηκε ποτέ, ανακουφίστηκε παρά μόνο προσωρινά, κάηκε παρά τις λέξεις της, έγραψε ό,τι ήξερε και βγήκε από την τάξη, δεν δέχτηκε να πιλατεύει ένα γραπτό που ό,τι και να έκανε δεν θα την ικανοποιούσε, αφού η ζωή πεισματικά δεν θα άλλαζε. Είναι δύσκολο να πεις αν η ποίηση τελικά επιβράδυνε ή προκάλεσε το τέλος της. Βιαστική λόγω ιδιοσυγκρασίας, ίσως δεν αποδέχτηκε ότι δεν έχουμε να πάμε πουθενά- ή το κατάπιε και δεν μπόρεσε να ζήσει μ’αυτό. Το πηγάδι της απελπισίας μαγνητίζει όποιον επίμονα το κοιτάζει. Ο Ρεμπώ το είχε καταλάβει από νωρίς. «Νομίζω ότι βρίσκομαι στην κόλαση, άρα βρίσκομαι» έγραψε και έγινε έμπορος όπλων. Η Κατερίνα περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή τους φίλους της:«Πού στην ευχή είσαστε; Πού, ρε;».

Ο Ζυλ Ρενάρ έλεγε ότι «το γράψιμο είναι ένας τρόπος να μιλάς χωρίς να μπορεί κανείς να σε διακόψει». Η Γώγου θα συμφωνούσε ως προς τον εγωκεντρισμό του. Καθόλου άβολα δεν ένιωθε ξεμπροστιάζοντας την ίδια της την τέχνη. Ίσως και να πρόλαβε να τη μισήσει ολοκληρωτικά μέσα στα επικίνδυνα βάθη που την έριξε. Η συγγραφή δεν επιλέγει τα πειραματόζωά της όπως η έρευνα. Εκείνα της προσφέρονται. Την ίδια στιγμή που ζητάει την ευαισθησία σου, απαιτεί την αναίδειά σου. Δίχως να ξεχνάμε λοιπόν να της βγάζουμε πού και πού τη γλώσσα, θα ήταν προδοτικό να την αφήσουμε να γίνει εκκλησιαστικό κήρυγμα που επιτρέπει χειροκροτήματα εκμεταλλευόμενο την εύνοια του Θεού ή άσκηση υψηλής δυσκολίας για νάρκισσους των γραμμάτων που παίζουν τη γλώσσα στα δάχτυλα.

Μπροστά στο φαινόμενο Σαίξπηρ, τον κάτοχο ενός λεξιλογίου τριάντα χιλιάδων λέξεων, ο Βιττγκενστάιν ρωτάει: «Είναι αρκετή η γλώσσα;». Θεωρώντας σύμβαση μεταξύ των αιώνων τον εγκωμιασμό του, φτάνει στο σημείο να πει: «Δε μου αρέσει» (Ich mag es nicht). Ο Στάινερ συμμερίζεται τον προβληματισμό του:«Υπάρχει ένας πολύ πραγματικός τρόπος, συντριπτικός, σχεδόν τρομακτικός με τον οποίο ο Σαίξπηρ κατανοεί και λέει τα πάντα. Κατανοεί όμως και λέει τίποτε άλλο;» αναρωτιέται.

Χάνοντας πολύτιμο χρόνο στα μαργαριτάρια του Γ.Α.Π, καθυστερούμε να εξορύξουμε τα πραγματικά. «Πρέπει να αναζητήσουμε αποσπάσματα, σκλήθρες, κομμένα νύχια, οτιδήποτε έχει μετάλλευμα μέσα του, οτιδήποτε είναι ικανό να νεκραναστήσει το σώμα και την ψυχή». Η φράση του Χένρι Μίλερ από τον Τροπικό του Καρκίνου αποτελεί αιώνιο κάλεσμα προς όλους τους πνευματικούς ανθρώπους · σε περίοδο Δ.Ν.Τ γίνεται συναγερμός και κάλεσμα στα ορύγματα. Η μείωση της σπατάλης του πνεύματος δεν αποτελεί όρο του μνημονίου.