Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Μπαμπινιώτης

Οι λέξεις υποφέρουν. Αντάμοβ.

Α'Γύρος

  • Ο Σαμαράς πέτυχε την ολική επαναφορά.
  • Μιλάμε για την απόλυτη ανατροπή. Ο Κικίλιας έπιασε 20% χωρίς το Φ.Π.Α. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του παγκόσμιου μπάσκετ.
  • Το μνημόνιο ήταν αναγκαίο κακό είπε ο Κώστας όμως και του τα χάλασε.
  • Παρερμηνεύτηκε. Αυτό πιστεύει στην πραγματικότητα. Άλλο πρέπει να πιστεύει δημοσίως.
  • Εμείς εγγυόμαστε την πολιτική ομαλότητα.
  • Εγγυάται κανείς την πολιτική ανωμαλία και το χάος;
  • Εμείς λέμε λίγα και κάνουμε πολλά.
  • Και τούμπαλιν.
  • Οι θυσίες των πολιτών αποδίδουν.
  • Ακούγεσαι πολύ ενθουσιασμένος. Σε καταλαβαίνω. Δεν είναι μικρό πράγμα 30 εκατομμύρια χαμένες θέσεις εργασίας σε όλο τον κόσμο.
  • Ας κάνουμε την κρίση ευκαιρία.
  • Το ίδιο λένε τράπεζες και αγορές.
  • Θα μειώσουμε το έλλειμμα.
  • Αυξάνοντας την ανεργία.
  • Δε θα επιτρέψουμε να αμφισβητηθεί η πορεία της χώρας.
  • Ποιος αμφισβητεί τη χρεοκοπία της;
  • Υπάρχει Τρίτος δρόμος.
  • Και Τρίτος κόσμος επίσης.
  • Δεν παίζουμε με τις τύχες της χώρας.
  • Αστειεύεσαι; Καλύτερα με τα νεύρα και την υπομονή της.
  • Οι νέοι συμμετέχουν στη προσπάθεια της πατρίδας.
  • Σε μένα το λες; Αν συμμετέχουν λέει...Μένουν άνεργοι ή φεύγουν. Θα τους δοθεί ωστόσο η ευκαιρία να προσφέρουν και από άλλα πόστα όπως παιδιά των φαναριών, μικροπωλητές και σκλάβοι.
  • Οι Έλληνες κατανοούν ότι ήταν αναγκαία τα μέτρα.
  • Οι Έλληνες δέχονται καταιγιστική πλύση εγκεφάλου και ενδέχεται να το κατανοήσουν σύντομα κι αυτό.
  • Τα σπρεντ ανεβαίνουν μόνο όταν ανεβαίνουν οι συμβασιούχοι στον ιερό βράχο και όχι με την εκλογολογία.
  • Έτσι άκουσα κι εγώ. Αρχικά ήταν να ανέβουν μόνα τους αλλά τελικά περίμεναν τους συμβασιούχους να ανέβουν μαζί.
  • Υπάρχει τρόπος για να βγούμε από την κρίση.
  • Το γνωρίζω. Ταυτίζεται με τον τρόπο που μπήκαμε.
  • Μισό λεπτό ρε φίλε, μισό λεπτό. Ας συμφωνήσουμε σε κάτι. Το ΔΝΤ δεν ήταν μονόδρομος;
  • Στη Δημοκρατία, ρε μαλάκα, δεν είναι που δεν υπάρχουν αδιέξοδα;

Β' Γύρος

Η πολιτική γλώσσα διασύρει τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Λέει, λέει, λέει. Ασκεί επικοινωνία, δηλαδή συνθέτει ψέματα με καταιγιστικό ρυθμό. Η ορθή της χρήση, δηλαδή η ευτελισμένη, είναι αυτή που διασώζει τον πολιτικό από την οργή του κόσμου και τον πολίτη από αλήθειες που ξέρει.

Ο Ηλίας Ψινάκης είναι πρώτος σε σταυρούς- κι αυτό σκανδάλισε πολλούς. Η φαινομενική του ακαταλληλότητα, το ανάλαφρο στυλ του, η παράξενη γλώσσα του, ξενίζουν. Μα αυτό που ξεχνούν οι υποκριτές του-ναι καλά το λέω, υποκριτές του- είναι ότι στο πρόσωπο του η πολιτική κέρδισε ένα στοίχημα επιβίωσης που έβαλε με τον εαυτό της. Ο Ψινάκης δε μασάει τα λόγια του. Η σκανδαλιστική ειλικρίνειά του, που έμεινε ασχολίαστη, φοράει παντελόνια, καθιστώντας αδιάφορο το χρώμα και το σχήμα των εσωρούχων του. Εμένα τουλάχιστον, για αρχή, μου αρκεί.

Η κατάσταση είναι οριακή. Οι λέξεις πιέζονται. Η υπομονή τους εξαντλείται. Αν συνεχίσουν οι πολιτικοί να τους συμπεριφέρονται κατ’αυτόν τον τρόπο, δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή εκτός από τον Ηλία. Θα τους γυρίσουν η μία μετά την άλλη την πλάτη, θα σκάσουν στα χείλη τους, θα αρνηθούν να βγουν από το στόμα τους, θα λιποτακτήσουν από την υποχρεωτική θητεία που τους επέβαλλε η γλώσσα τους. Θα βγουν από τη σειρά που τις έβαζαν κάποτε, θα αλλάξουν τη σημασία τους στα λεξικά, θα ζητήσουν να τις ασφαλίσουν και να σταματήσουν να τις εκμεταλλεύονται, θα αποκτήσουν γνώμη και άποψη. Θα ξέρουν πια ποιος θέλει το καλό τους και ποιος το κακό τους. Γιατί είναι ζήτημα τιμής, ζωής και θανάτου. Γιατί δεν είναι λεφτά-και εκείνοι τις χρησιμοποιούν για να κάνουν τη δουλειά τους. Ε λοιπόν το κατάλαβαν, ανασυντάσσονται και αργά ή γρήγορα θα βρουν τον τρόπο να αντιδράσουν, επαναστατώντας βελούδινα.

Η μέρα που οι πολιτικοί θα κομπλάρουν μπροστά στις κάμερες δε θα αργήσει. Τα λόγια του ρόλου τους τελειώνουν. Καμία ατάκα και κανένα ψέμα δεν έχει μείνει για να πουν. Θα καθίσουν τότε να συζητήσουμε σαν άνθρωποι. Θα βάλουμε κάτω τα στοιχεία. Θα τους βοηθήσουμε με όσα μέσα διαθέτουμε. Θα στύψουμε το κεφάλι μας να βρούμε μια δίαιτα που μπορεί να ακολουθήσει μέχρι και ο Πάγκαλος. Ώσπου να επιστρέψει η εμπιστοσύνη των αγορών στην οικονομία μας, θα γυρίσει εκείνη που χάθηκε μεταξύ μας.

Και πες πως καθόμαστε στο τραπέζι, και πες πως μισιόμαστε λιγότερο. Μην πάει ο νους σου στο κακό. Τις κομματικές σημαίες μας θα τις κρατήσουμε. Όλα κι όλα. Δεν τις αποχωριζόμαστε ο κόσμος να χαλάσει. Οι λέξεις ας πάνε να πνιγούν. Μέσα στα ψεύτικα συνθήματα θα ηττηθούν οριστικά. Όλα θα αλλάξουν: θα γίνουν ίδια με πριν. Κι όταν το συνειδητοποιήσουμε, θα ρίξουμε επιτέλους το φταίξιμο στον Μπαμπινιώτη.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Χρήσιμες πληροφορίες

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι ερωτική πόλη. Είναι ερωτευμένη με την Αθήνα και μάλιστα χωρίς ανταπόκριση.

Ο λαός πρέπει να φοβάται μόνο τον κακό εαυτό του. Τους πολιτικούς.

Από μικρός ήθελε να γίνει βουλευτής. Ήταν προορισμένος για τα μικρά.

Η αλήθεια πάει με όλους, με εξαίρεση αυτούς που την υπολογίζουν-βλέπε λεπτομέρειες στη διάσημη διαφορά πουτάνας και καριόλας.

Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται αραιά και πού, τα μικρά κάνουν κολλητή παρέα.

Οι φίλοι μου είναι τα όμορφα πράγματα που δεν βλέπω ότι υπάρχουν στη ζωή μου. Οι περισσότεροι είναι εκτός Θεσσαλονίκης και σκοπεύουν να παραμείνουν εκεί
.

Η επίσημη εκδοχή είναι η κυρίαρχη θεωρία συνομωσίας.

Όλα είναι τυχαία στη ζωή, τίποτα δεν γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο.

Αν η τηλεόραση παχαίνει, το Ίντερνετ σίγουρα αδυνατίζει.

Η βλακεία είναι η καλύτερη θεωρία. Το να λες όμως ότι είναι ανίκητη, είναι φυγομαχία.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στα γενέθλια.

Δείρε με, βαριέμαι να υπερασπιστώ τις ιδέες μου.

Τι να πεις σε έναν κόσμο που σκέφτεται με το συναίσθημα και ερωτεύεται με τη λογική;

Ο αυθεντικός ηλίθιος δεν σου επιτρέπει να τον αγνοείς. Άλλοτε καταφεύγει στις φωνές και τις υπερβολές και άλλοτε στη δύναμη της σιωπής.

Στην πράξη και η αλήθεια συμβιβάζεται.

Ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Αυτοκτόνησε.

Η σχέση με τους φίλους μας στο Facebook οφείλει να στηρίζεται στην αμοιβαία αδιαφορία. Μόνο έτσι μπορεί να θεωρείται ουσιαστική.

Κανείς δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στα κείμενά μου. Πρέπει να είναι πολύ επιτυχημένα.

Δε θέλω παρτίδες με γυναίκες που θέλουν οπωσδήποτε να δυστυχήσουν. Θέλω να παραμένει μια πιθανότητα όπως όλες οι άλλες.

Λεφτά υπάρχουν. Κι αν μας αφήνατε στην αντιπολίτευση, θα υπήρχαν ακόμα. Θα μπορούσαμε δηλαδή να το ισχυριζόμαστε, άρα θα ήταν και αληθές.

Το ΠΑΣΟΚ έχει πέσει θύμα βιασμού αλλά δε θέλει να κάνει καταγγελία για να μην το απελάσουν-όλοι γνωρίζουν ότι κυβερνά λαθραία μια κοινή χώρα των αγορών. Το περίμενε όμως μια έκπληξη έξω από την έκθεση πριν δύο μήνες. Το πανό-κοπλιμέντο έλεγε: «Έφυγαν οι κλέφτες, ήρθανε οι ψεύτες».

Ένα βιβλίο για το Ίντερνετ είναι ό,τι μια παλιά εφημερίδα για την επικαιρότητα.

Μια γυναίκα δίπλα σου δε θέλει να μαθαίνει αλλά να ξεχνάει.

Στις πόλεις το καυσαέριο ευημερεί.

Όλα είναι ροζ. Εγώ έχω αχρωματοψία.

Όπου ακούς ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση, υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα.

Νομίζω ότι υποκρίνομαι ακόμα κι όταν είμαι ειλικρινής.

Με ανακούφιση άκουσα την ετυμηγορία σας πως η γη γυρίζει γύρω από σας. Δεν θα μπορούσα να διαχειριστώ μία τόσο μεγάλη ευθύνη.

Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε τίποτα που δεν είναι ψεύτικο.

Όταν παίρνετε ένα quote, θα ήταν δίκαιο να μας λέτε και πού το βρήκατε. Είναι το ελάχιστο που μπορείτε να κάνετε για έναν νεκρό που υπήρξε ομολογουμένως εξυπνότερος από σας.

Οι λέξεις δεν είναι λεφτά. Μην τις χρησιμοποιείτε για να κάνετε τη δουλειά σας. Το καταλαβαίνουν, ανασυντάσσονται και αργά ή γρήγορα θα βρουν τον τρόπο να αντιδράσουν. Να τις φοβόσαστε.

Όποιος δεν σε κάνει να αισθάνεσαι, δεν μπορεί και να σε πληγώσει.

Υπάρχει τρίτος δρόμος μας έλεγαν εδώ και χρόνια ο Γκίντενς και ο Γιώργος. Το Δ.Ν.Τ ήρθε για να τους γειώσει: Υπάρχει Τρίτος Κόσμος.

Και η (Ονουρ)ολαγνεία καλά κρατεί.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Τα υπόλοιπα είναι σιωπή

Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά. Τζακ Κέρουακ.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Αναλήθειες της αλήθειας

Το Yahoo αντικρίζοντας τις προάλλες τις νέες διαρροές από το Wikileaks, έβαλε τη λέξη αλήθεια, την αλήθεια που υποστηρίζει ότι αποκάλυψε ο οργανισμός για τον πόλεμο του Ιράκ, σε εισαγωγικά. Σε αυτή του την ενδιαφέρουσα επιλογή το ακολούθησαν η Καθημερινή και ο Σκάι-φαντάζομαι ακολούθησαν κι άλλοι γενναίοι. Τα χείλη του Τζούλιαν Ασάνζ, ιδρυτή της ιστοσελίδας, προκαλούν σε μερικά Μ.Μ.Ε αυτά τα συμπτώματα υπερευαισθησίας, εμπνέοντάς τους τον αντικειμενικότερο τους εαυτό. Τα βασανιστήρια, οι θάνατοι αμάχων που δεν ήταν γνωστοί, τα εγκλήματα πολέμου και οι υπόλοιπες αποκαλύψεις δεν είναι σίγουρα αρκετές για να μας πουν το πιο ωραίο παραμύθι που ανακάλυψε ο ανθρώπινος νους, μία έννοια την οποία οι άνθρωποι πολέμησαν και απαγόρεψαν συστηματικά σύμφωνα με τον Νίτσε. Τα χιλιάδες έγγραφα που ήρθαν στην επιφάνεια ωστόσο συμβάλουν αναμφισβήτητα στην υπόθεσή της, ακόμα κι αν πρόκειται για τη δυσάρεστη υπενθύμισή της. Τι σημαίνουν λοιπόν αυτά τα εισαγωγικά;

Η κραυγή αγωνίας του ανθρώπου τον 20ο αιώνα είχε το άκουσμα μίας βόμβας ή μίας σφαίρας. Αυτή η σκέψη υπονομεύει τα τελευταία χρόνια την επιθυμία μου να γίνω δημοσιογράφος και συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με την υπόθεση του Wikileaks. Συνειδητοποίησα καθυστερημένα πως δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ καμία είδηση που να λέει ουσιαστικά κάτι καινούριο. Αυτό θα γινόταν μόνο σε περίπτωση που καταστρέφαμε όλα τα αρχεία των εφημερίδων, όλες τις βιβλιοθήκες, όλα τα ιστορικά ντοκουμέντα και, τέλος, την πιο εύκολη αντίπαλο, την ανθρώπινη μνήμη. Στην επικαιρότητα δεσπόζουν μονάχα ολοκαίνουρια θύματα. Μια φράση του Ουάιλντ ή του Μπρεχτ σου αποκαλύπτει πολλά περισσότερα απ’όσα θα μπορούσαν όλα τα ρεπορτάζ του κόσμου-αφού φυσικά έχεις μπει στον κόπο να διαβάσεις σημαντικό αριθμό από αυτά. Η αποστολή του δημοσιογράφου στις μέρες μας γίνεται πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική. Οφείλει να πάρει μια βαθιά ανάσα από τις πληροφορίες που τον κατακλύζουν, να βουτήξει στα βιβλία και να απογαλακτιστεί από τη μανία του ρεπορτάζ.

Ο λόρδος Durham στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, επιστρέφοντας από τον Καναδά, έγραψε μια εξαιρετικά επικριτική αναφορά για την βρετανική αποικία. Η κυβέρνηση, θορυβημένη, πρότεινε να δημοσιοποιήσει την αναφορά αλλά με κάποιες διορθώσεις. Οι Times εκείνης της εποχής την αγνόησαν, εξασφάλισαν το πλήρες κείμενο και το δημοσίευσαν. Όλα αυτά στο μακρινό 1839. Δύο αιώνες σχεδόν μετά, το Πεντάγωνο, η κυρία Κλίντον και οι Βρετανοί καταδικάζουν τις διαρροές και επαναλαμβάνουν σαν να κατάπιαν την ίδια καραμέλα ότι η δημοσιοποίηση απόρρητων εγγράφων θέτει σε κίνδυνο τα συμμαχικά στρατεύματα και τις «εκπαιδευτικές εκδρομές» τους. Η αλήθεια είναι ότι το Wikileaks κινδυνεύει περισσότερο. Πριν από δύο μήνες ο Ασάνζ είχε κατηγορηθεί για το βιασμό μίας γυναίκας και καταζητείτο. Για μερικές ώρες-τόσο κράτησε η ενοχή του- ίσχυε αυτό που είπε κάποτε ο Ουίλιαμ Χάζλιτ: «Αν δεν μπορούν να βρουν ψεγάδια στα επιχειρήματά σου, θα βρουν σίγουρα στην υπόληψή σου». Η κατηγορία ως διά μαγείας αποσύρθηκε ξαφνικά.

Στην περίπτωση της Σακινέχ Μοχαμαντί Αστιανί, της 43χρονης γυναίκας που κατηγορήθηκε για μοιχεία που ποτέ δεν διέπραξε, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ιστορία της, που συγκεντρώνει όλη τη βαρβαρότητα που κυριαρχεί ακόμα στον Ισλαμικό κόσμο, ταιριάζει με τα συμφέροντα της Δύσης. Δε χρειάζεται αυτή την περίοδο να είσαι σέλεμπ ή είδος υπό εξαφάνιση για να κινήσεις το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας. Αρκεί να κινδυνεύεις από τον Αχμαντινετζάντ. Μια απορία μου γεννήθηκε αυθόρμητα όταν είδα να επιστρατεύονται για τη σωτηρία της ηχηρά ονόματα όπως ο Μάικλ Ντάγκλας, ο Χιου Τζάκμαν, η Γκουίνεθ Πάλτροου, η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, ο Πίτερ Γκάμπριελ, η Ανι Λένοξ, ο Στινγκ, η Γιόκο Όνο, η Κάρλα Μπρούνι, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η Ιζαμπέλ Ατζανί. Γιατί όλη αυτή η παγκόσμια κινητοποίηση για τη δύστυχη γυναίκα; Ποιο δράμα χωράει τόση γκλαμουριά; Γιατί να σώσουμε εκείνη(;) συγκεκριμένα, ήταν το προκλητικό μου ερώτημα. Γιατί όχι κάποια άλλη;

Όταν το 1762 ρωτούσαν τον Βολταίρο γιατί είχε βαλθεί να ξεσηκώσει ολόκληρη την Ευρώπη υπέρ ενός και μόνο ανθρώπου είχε απαντήσει: «Επειδή είμαι άνθρωπος». Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, τη ρηχότητα και τον ναρκισισμό του οποίου είχε εντοπίσει πρώτος ο Καστοριάδης, δεν λέει ακριβώς αυτό. Ο Γάλλος σουπερστάρ νεοφιλόσοφος είναι αυτός που πρωτοστατεί στην υπόθεση της Σακινέχ. Στον ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί καλούμαστε να υπογράψουμε, όχι επειδή είμαστε άνθρωποι, αλλά επειδή πληροφορούμαστε ότι ο λιθοβολισμός είναι βάρβαρος. Είναι όμως λιγότερο βάρβαρη η ένεση που σκότωσε πριν ένα μήνα την Τερέζα Λιούις στην Βιρτζίνια των Η.Π.Α; Και ποιος άκουσε οτιδήποτε για αυτή τη γυναίκα;

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: Αλίμονό μας αν εντοπίζουμε κάποια ουσιώδη διαφορά μεταξύ της ένεσης και του λιθοβολισμού. Θα ήταν σα να δεχόμαστε ότι μπορούμε να σκοτώνουμε τον συνάνθρωπό μας αν πρώτα δεν τον βασανίζουμε. Θα ήταν σαν να βάζουμε τιμές σε μια βαρβαρότητα που μόνο πάνω από κάποιο όριο θα ήταν επικίνδυνη. Κάποιος θα πει ότι η Σακινέχ δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα. Πράγματι. Σε περίπτωση δηλαδή που είχε διαπράξει, θα είχαμε δικαίωμα να τη λιθοβολήσουμε;

Η 41χρονη Τερέζα Λιούις, με δείκτη νοημοσύνης 72, πιθανότατα έπασχε από νοητική υστέρηση. Πόσο ικανή ήταν να οργανώσει τη δολοφονία του γιου και του συζύγου της; Και τι IQ έχουν τα δικά μας συστήματα απόδοσης δικαιοσύνης που επιτρέπουν ακόμα τη θανατική ποινή; Προφανώς στα διεστραμμένα μυαλά ορισμένων, όλα κρίνονται από το πώς τελικά θα προκύψει ο θάνατός του κατηγορούμενου, από το πώς θα φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι πολιτισμένοι δυτικοί βρήκαν τη λύση, τιμωρώντας το στυγνό έγκλημα με ένα έγκλημα γεμάτο ανθρωπιά.

Φυσικά δεν προτείνω να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Όσο προκλητικό κι αν είναι το ερώτημα, γιατί να σώσουμε συγκεκριμένα τη Σακινέχ, παραμένει απείρως προκλητικότερη η βαναυσότητα και η παράνοια με την οποία αντιμετωπίζονται οι γυναίκες στο Ισλάμ. Η Ιρανή κινδυνεύει ακόμα. Η κινητοποίηση βοήθησε. Η επιτυχία της όμως δεν μπορεί παρά να είναι βραχυπρόθεσμη. Ο τρόπος δράσης μας θα καταδείξει πόσο ειλικρινές και έντιμο τελικώς είναι το ενδιαφέρον μας.

Η βαρβαρότητα βρίσκεται δίπλα μας. Υπεκφεύγουμε εάν θεωρούμε ότι πρέπει να ταξιδέψουμε για να τη συναντήσουμε. Θα επιλέξουμε να δράσουμε αυταρχικά, κουνώντας το δάχτυλο σε ένα Ιράν που γίνεται περισσότερο βίαιο όταν αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες παρέμβασης της δίκαιης Δύσης ή με όχημα τον πολιτισμό και την αγάπη μας, σαν κοινωνίες που έχουν διδαχτεί από τα λάθη τους; Η αγορά επένδυσε έγκαιρα στη γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους, νομιμοποιώντας ιδιοφυώς το ρόλο της. Η Δύση αν θέλει πράγματι την ειρήνη και τη δικαιοσύνη, πρέπει να ξελογιάσει το Ιράν δίχως βιασύνες, παραμένοντας ταυτόχρονα πρόθυμη να αποδεικνύει ανά πάσα στιγμή ότι η γυναίκα του Καίσαρα είναι τίμια. Είναι όμως; Ο Μόροου έλεγε ότι δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε την ελευθερία στο εξωτερικό έχοντας την εγκαταλελειμμένη στη πατρίδα μας. Για την ώρα όλοι γνωρίζουν ότι αυτό που την καίει, δεν είναι η Σακινέχ, αλλά το πυρηνικό πρόγραμμα του νέου απαραίτητου εχθρού.

«Μέχρι και ο Χίτλερ ήταν άνθρωπος και όχι τέρας, οφείλουμε να μη του στερήσουμε την ανθρωπινότητά του, την πολυπλοκότητά του», έλεγε ο Μορέν. Ο Τριαρίδης, παίρνοντας τη σκυτάλη, θέτει βασανιστικά ερωτήματα. Πόσο είναι σε θέση η ανθρωπιά μας να μας κρατήσει μακριά από εγκλήματα που έκαναν άνθρωποι; Δυστυχώς δεν είμαι αισιόδοξος. Ο Έρικ Έρικσον, ένας υπερσυντηρητικός συγγραφέας, με την ευκαιρία της εκτέλεσης της 41χρονης γυναίκας, ζήτησε από τη συχνότητα του CNN και άλλες θανατικές ποινές σα να έλεγε το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Γνωρίζει πολύ καλά ότι σε μια Αμερική που συντηρητικοποιείται σφοδρότερα μετά την έκλαμψη Ομπάμα, αυτό που θα πει θα έχει απήχηση. Αθεράπευτα ρομαντικός και δίκαιος, δεν εξαιρεί τον εαυτό του από την έκκλησή του. Κάποια δικαστική πλάνη, από αυτές που στέλνει συνήθως αθώους στην ηλεκτρική καρέκλα, μπορεί να αφορά κάποτε και τον ίδιο. Για να δει όμως συνανθρώπους του νεκρούς, είναι διατεθειμένος, ως γνήσιος φασίστας, να το ρισκάρει.

Οι κυβερνήσεις που συνεχίζουν να ψεύδονται για όσα συμβαίνουν σήμερα, εμμένοντας στο δόγμα «αληθές το εθνικόν», δεν έρχονται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση όταν είναι να απολογηθούν μετά από χρόνια για τις ματωμένες Κυριακές και τα πειράματα της Γουατεμάλα. Ζητούν συγγνώμη ετεροχρονισμένα, τώρα που ακόμα και οι νεκροί έχουν ξεχάσει. Ανίκανες και απρόθυμες να αναλάβουν τις ευθύνες τους καθολικά απέναντι στους ανθρώπους, υπηρετώντας τα αιώνια οικονομικά συμφέροντα των εντάσεων και των διενέξεων, το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιβαρύνουν το μέλλον με ανάλογες πράξεις ανειλικρινούς μεταμέλειας.

Θα αποδεχτούμε άραγε την πρόκληση που μας απευθύνει η ζωή; Ζω, εκτός των άλλων, σημαίνει συνεχίζω από εκεί όπου σταμάτησαν οι άλλοι. Όταν διαδεχτήκαμε τους προγόνους μας στη βασιλεία του κόσμου, μας κληροδότησαν την πρόοδο, τα επιτεύγματα, τις τραγωδίες και τις αμαρτίες τους. Εμείς, χαμένοι στις αναλήθειες της αλήθειας μας, αρχίσαμε βιαστικά. Οι λέξεις που επινοήσαμε δεν στάθηκαν αρκετές για να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Θα μπορούσαμε εναλλακτικά, αν αποφασίζαμε κάποια στιγμή ότι μας ενδιαφέρει, να αρχίσουμε και να τις εφαρμόζουμε, βγάζοντας την αλήθεια από τη φυλακή των εισαγωγικών, πληρώνοντας την εγγύηση.

Ο Φόκνερ το 1948 παραλαμβάνοντας το Νόμπελ είπε:«Αρνούμαι να δεχτώ το τέλος του ανθρώπου». Αν ο άνθρωπος επιθυμεί να επιζήσει, θα χρειαστεί να επανεφεύρει τον εαυτό του. Να μη σιωπά για όσα ξέρει. Να θέλει να αλλάξει τον κόσμο και όχι τη θέση του μέσα σ’αυτόν. Ο Ουγκό μας καλεί να βιαστούμε. «Ας σπαταλήσουμε φως» λέει. Ας ποντάρουμε όλα τα λεφτά μας στον άνθρωπο. Υπάρχει εξάλλου άλλη επένδυση;

Για την ώρα, με την κρίση να θερίζει, μια τέτοια σπατάλη φαίνεται αρκετά παρακινδυνευμένη. Η επόμενη συγγνώμη, εφόσον η ύφεση του πνεύματος συνεχίσει να βαθαίνει κανονικά, θα ακουστεί από τα επίσημα χείλη με την καθιερωμένη καθυστέρηση.

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Προσεχώς

Η διακαναλική τιμωρία που μας επέβαλαν τα ανεξάρτητα κανάλια απόψε το βράδυ είχε τελικώς το νόημά της. Έβγαλε είδηση. Και δεν εννοώ τα σημεία όπου ο πρωθυπουργός της τρόικα είπε ότι θα χτυπήσει τη διαφάνεια και θα δημιουργήσει 600.000 θέσεις ανεργίας. Αυτά προστέθηκαν στα συνήθη και απολύτως ανθρώπινα εκφραστικά του λαθάκια δίνοντας μια απρόσμενη χιουμοριστική νότα σε ένα μάλλον άνοστο τηλεοπτικό γεγονός.

Το πρωτοσέλιδο είναι άλλο: Αν δεν κάνουν υγιεινό περίπατο οι πράσινοι υποψήφιοι στα ακάνθινα μονοπάτια των αυτοδιοικητικών εκλογών, μπορεί και να βρεθούμε σε αδιέξοδο. Γιατί; Η απάντηση βγήκε με δυσκολία από τα πικραμένα χείλη του πρωθυπουργού: «Οι αγορές είναι ευαίσθητες», εξήγησε λακωνικά, προσπαθώντας να μη δραματοποιήσει περισσότερο την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση. Η πραγματικότητα είναι φυσικά τελείως διαφορετική. Οι αγορές δεν είναι απλώς ευαίσθητες αλλά υπερευαίσθητες, ευερέθιστες, μας έχουν θυμώσει και δε θέλουν να μας βλέπουν μπροστά τους. Δεν πληγώνονται πλέον μόνο από τις αντιδράσεις, τις δηλώσεις και τις διαδηλώσεις αλλά από την ίδια τη Δημοκρατία και το δικαίωμά μας να ψηφίζουμε όποιον θέλουμε και για όποιον λόγο θέλουμε στον ίδιο μας το Δήμο. Ο πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ υπονόησε δηλαδή ότι έχουμε ακόμα το δικαίωμα να ψηφίσουμε Κικίλια επειδή μας αρέσει η Άννα Καραμανλή και Γκιουλέκα επειδή εκστασιαζόμαστε με Διονύση Μακρή-Συντριβάνη, αλλά ας έχουμε υπόψη μας ότι τα σπρεντ θα κάνουν πάρτυ με τα τελευταία τραγούδια του τελευταίου.

Δε σας φαίνεται λογικό; Πράγματι δεν είναι. Ναι μεν οι αγορές κυβερνούν, αλλά ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι πολιτικοί τις χρησιμοποιούν με τη σειρά τους ως άλλοθι για τις παραλείψεις και την αδυναμία τους να τις ελέγξουν. Τα πράγματα είναι δυστυχώς πιο απλά. Ο Γιώργος λοξοκοιτάζει προς την έξοδο κινδύνου για να μην πάρει κι άλλα μέτρα και βρεθεί αντιμέτωπος με τα συναισθήματα όχι των αδιάλλακτων αγορών αυτή τη φορά, αλλά των εξαγριωμένων πολιτών. Μπορεί να είναι δημοκράτης, μπορεί να «αναγκάστηκε να διαχειριστεί την κρίση» σε μια ώρα ανάγκης, μπορεί να μη θυμάται πια μετά από 12 μήνες ταξιδιών, συνομιλιών, παρασκηνίων και ψυχρολουσίας ότι ο ελληνικός λαός τον είχε ψηφίσει με 10 μονάδες διαφορά από τον φυγά Καραμανλή, μπορεί να του κάνουν οι Γερμανοί και ο Λάκης το βίο αβίωτο, όμως υπάρχουν και κόκκινες γραμμές. Γι’αυτό ένα επικοινωνιακό, αθώο, εκβιαστικό διλληματάκι σε εθνικό δίκτυο είναι ό,τι πρέπει για να μας προϊδεάσει για τη συνέχεια.

Ποια θα είναι αυτή; Ούτε η Όλγα Τρέμη γνωρίζει. Μείνετε λοιπόν μαζί μας φίλες και φίλοι. Οι 100 πρώτες μέρες της κυβέρνησης ήταν ένας παράδεισος επιτυχιών, ο πρώτος χρόνος της αθωότητας κύλισε αναίμακτα, τα ψέματα τελείωσαν ξανά. Ο πρωθυπουργός στο σημερινό επεισόδιο άφησε να εννοηθεί ότι επαναστάτησε απέναντι στο ίδιο του το ψέμα. Δεν μπορεί άλλα να πιστεύει, άλλα να του λέει ο Στίγκλιτς και άλλα να κάνει. Δεν τον ενδιαφέρει άλλο να μην κυβερνά, προς το παρόν τουλάχιστον. Όσο μας έσωσε μας έσωσε. Ο μικρός Κωστάκης, που ακόμα βγάζει δόντια και αδυνατεί να μιλήσει, όταν κουράστηκε, απέδρασε. «Ε λοιπόν, ξέρετε κάτι;», μας είπε σήμερα ο πρωθυπουργός. «Δεν είναι άσχημη ιδέα. Μπορώ κι εγώ». Ίσως ήρθε η ώρα που όλοι περιμέναμε, η ευκαιρία του Χάρι Πότερ να πιάσει την καυτή πατάτα, να δαμάσει τις αγορές, να επιμηκύνει το ... χρέος και να «εκμηδενίσει» το έλλειμμα. Επόμενη στάση πληρωμών και αδιεξόδου, τι άλλο, Αντώνης Σαμαράς. Καληνύχτα κύριε Παπανδρέου.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Φορολογική ναι, συνείδηση όχι

  • Μπαμπά γιατί αυτός ο άνθρωπος κάθεται στο πεζοδρόμιο;
  • Γιατί κάποιος τον έσπρωξε, παιδί μου.
  • Φαίνεται αδύναμος. Γιατί δεν τον βοηθάει κανένας να σηκωθεί;
  • Οι περισσότεροι θεωρούν ότι εκεί είναι η θέση του, παιδί μου.
  • Ο Θεός τι κάνει γι’αυτούς τους ανθρώπους πατέρα;
  • Ο Θεός θα έπρεπε να έχει παραιτηθεί εδώ και καιρό για λόγους ευθιξίας, παιδί μου.
  • Εσύ μπαμπά τι πιστεύεις για εκείνον;
  • Πιστεύω ότι είναι τεμπέλης, παιδί μου.
  • Και διεφθαρμένος;
  • Και διεφθαρμένος, παιδί μου.
  • Τότε γιατί του έδωσες 50 λεπτά;
  • Γιατί δεν είχα μικρότερο κέρμα, παιδί μου.
  • Δεν έχεις τύψεις δηλαδή;
  • Τι τύψεις να έχω, παιδί μου; Σαν ευσυνείδητος πολίτης πετάω κάθε μέρα τα σκουπίδια μου. Στο χέρι του είναι να τα ψάξει. Όταν σου λέω ότι είναι τεμπέλης…
  • Χθες άκουσα έναν από το ΛΑΟΣ μπαμπάκα, που έλεγε ότι όλοι είμαστε καρατζαφερικοί και ότι απλά υπάρχουν διαβαθμίσεις.
  • Είπε μια πολύ μεγάλη αλήθεια και δεν το κατάλαβε, παιδί μου. Αυτός το είπε για καλό. Να μου θυμίσεις να τον ψηφίσω.
  • Ρε μπαμπά, απόδειξη σου έκοψε ο τεμπέλαρος;
  • Τώρα που το λες, όχι, δεν μου έκοψε, αγόρι μου.
  • Να πάμε πίσω να του ζητήσουμε.
  • Έχεις δίκιο. Πρέπει να αποκτήσουμε επιτέλους φορολογική συνείδηση σε αυτή τη χώρα.
  • Μα είναι δυνατόν να μη κόβει απόδειξη ο αλήτης; Πώς δικαιολογεί τα εισοδήματά του;
  • Μπορεί να ξεχάστηκε ο κακομοίρης. Εγώ φταίω που δεν του ζήτησα, παιδί μου.
  • Πατέρα, σε θαυμάζω γιατί κάνεις πάντοτε την αυτοκριτική σου.
  • Είναι κάτι που έμαθα στην πολιτική, παιδί μου.
  • Είσαι ψυχούλα, ρε πατέρα.
  • Είμαι, παιδί μου.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Ποιος διασύρει αυτή τη χώρα;

Ο Πύρρος, γράφει ο Πλούταρχος, έκανε μια μέρα κατακτητικά σχέδια. «Κατ’αρχήν θα υποτάξουμε την Ελλάδα», είπε. «Και μετά;» λέει ο Κινεάς. «Θα προωθηθούμε στην Αφρική». -«Μετά την Αφρική;»- «Θα περάσουμε στην Ασία, θα κατακτήσουμε τη Μικρά Ασία, την Αραβία».- «Και μετά;»- «Θα πάμε μέχρι τις Ινδίες». «Μετά τις Ινδίες;»-«Α, λέει ο Πύρρος, τότε θα αναπαυτώ».- «Και γιατί, του λέει ο Κινέας, να μην αναπαυτείς από τώρα;».


Σ.Κ. Εγώ θα ήθελα να επανέλθω στον ρόλο που παίζει το σπίτι. Γνωρίζω ένα παιδί που δουλεύει 18 ώρες την ημέρα σερβιτόρος κι όταν τον ρωτάω τι θα ψηφίσει, μου απαντάει: «Θα ψηφίσω Νέα Δημοκρατία, γιατί αυτό ψηφίζει πάντα η οικογένειά μου». Δεν είναι τρελό αυτό;

Μ.Γ. Δεν είναι τρελό, γιατί, για να φύγει απ΄ αυτό που ψηφίζει η οικογένειά του, πρέπει να διαπιστώσει στους άλλους κάτι καλύτερο. Αν δεν βλέπει αυτό το καλύτερο, γιατί να φύγει;

Η Μαριέττα Γιαννάκου συζητάει με τον Σταμάτη Κραουνάκη και γνωρίζει από μακριά έναν τυπικό ψηφοφόρο της Ν.Δ. Δεν είναι τρελό να θέλει ένας νέος που εργάζεται 18 ώρες να ψηφίσει τον Αντώνη Σαμαρά. Δουλεύει εξάλλου 18 ολόκληρες ώρες. Τις υπόλοιπες έξι που του μένουν για να ζήσει θα έκανε οτιδήποτε. Το τρελό είναι ότι ο Κραουνάκης το καταπίνει, το αφήνει εκεί, δεν επανέρχεται με δεύτερο ερώτημα όπως θα είχε δικαίωμα να κάνει ακόμα και ένας δημοσιογράφος στο debate των πολιτικών αρχηγών. Η πολιτικός, αναμενόμενα ως πρώην Υπουργός Παιδείας, αδιαφορεί πλήρως για τις συνθήκες εργασίας του νέου που αφαιρούν κάτι από την ουσία του δικαιώματος του εκλέγειν και αναλογίζεται το πτυχίο που πιθανόν τον καθυστέρησε και του στέρησε κάποια πολύτιμα χρόνια προϋπηρεσίας στο σερβιτοριλίκι. Ο πολίτης, που για να ανεξαρτητοποιηθεί όπως του αρέσει να λέει, δουλεύει σαν σκυλί είναι αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία, βούτυρο στο ψωμί κάθε ληστή και λαϊκιστή, ένα λουκούλειο γεύμα για τα κομματικά επιτελεία στο νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται. Οι πολιτικοί, με αίσθηση ευθύνης απέναντι στην ανάγκη μας για λίγη στοργή, μας συμπονούν και μας απενοχοποιούν. Ο εργαζόμενος είναι απολύτως αναγκαίο να κουράζεται δίχως να νοιάζεται, γιατί απλούστατα μας ψηφίζει καλύτερα όποιος μας ψηφίζει κουρασμένος.

Ο Παπανούτσος το 1976, τη χρονιά του προφητικού Network, έγραφε στο Δίκαιο της πυγμής με ασυγχώρητη αφέλεια:«Η δυσκολία θα είναι να προετοιμαστούν ψυχολογικά οι άνθρωποι να δεχτούν να ζουν παρασιτικά και να μην πληγωθούν, όταν θα λάβουν από τη διοίκηση των επιχειρήσεων την ειδοποίηση: Από τον ερχόμενο μήνα θα εργάζεστε μόνο τρεις μέρες την εβδομάδα (ή καθόλου). Θα περνάτε όμως κάθε Παρασκευή απόγευμα από το κατάστημα. Στην είσοδο το αυτόματο ταμείο μας. Σ' αυτό θα χτυπάτε τον κωδικό αριθμό σας και θα εισπράττετε αμέσως την αμοιβή σας για ολόκληρη την εβδομάδα ή τη σύνταξή σας για το ίδιο χρονικό διάστημα. Μη συγκινείστε γι' αυτό. Μήτε να ντρέπεστε. Αύριο θα κάνουν το ίδιο με σας πολλοί από τους συναδέλφους σας, και μεθαύριο ακόμα περισσότεροι. Στη διάθεσή σας θα έχετε τώρα όχι μόνο μία Κυριακή, αλλά τέσσερις (οι συνταξιούχοι εφτά). Καλή διασκέδαση λοιπόν». Η αποτυχημένη προφητεία του θα έκανε τον Όργουελ να ξεσπάσει σε γέλια. Κάτι που φαινόταν λογικό το 1976, είναι ό,τι πιο εξωφρενικό μπορείς να ονειρευτείς αν δεν είσαι Γάλλος, ό,τι πιο αστείο και παράλογο μπορείς να πεις στους ανθρώπους σήμερα, ό,τι πιο έξυπνο αν ψάχνεις να δεις γουρλωμένα τα μάτια τους.

Ο Ρούσσος Βρανάς γράφει για τις περικοπές των πιστώσεων προς τα δηµόσια πανεπιστήμια στις Η.Π.Α:«Η ιστορία, η λογοτεχνία, η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, οτιδήποτε δεν έχει σχέση µε την οικονοµία και την αποδοτικότητα, οτιδήποτε είναι κριτικό και στοχαστικό, θα γίνεται στο εξής ανεκτό µόνον εφόσον θα συντηρείται µε δικά του έξοδα». Επιμένεις δηλαδή να γίνεις επικίνδυνος; Πλήρωνε! Τι να τις κάνει τις ανθρωπιστικές επιστήμες ο ιδιωτικός τομέας; Σε ποιο χρονοντούλαπο να τις κλειδώσει, σε ποιον κάδο να τις ξεφορτωθεί; Ποια εξουσία θέλει 6,5 δισεκατομμύρια σκεπτόμενους πολίτες απέναντί της; Και σκεφτείτε το καλά. Σκεφτείτε το καλά πριν σκεφτείτε. Η σκέψη είναι μια υπερωρία που δεν την πληρώνεστε. Μη είστε κορόιδα.

Ο Πλάτωνας πίστευε πως η φύση δεν έπλασε κανέναν τσαγκάρη ούτε σιδερά. «Κάτι τέτοια επαγγέλματα εξευτελίζουν τους ανθρώπους που τα ασκούν» λέει. «Κανείς δεν τολμά πια να δείξει το πρόσωπό του, αλλά μεταμφιέζεται σε μορφωμένο άνθρωπο, σε λόγιο, σε ποιητή, σε πολιτικό. Αν κάποιος παίρνει τέτοιες μάσκες επειδή πιστεύει ότι υπάρχει σπουδαιότητα σ’αυτές κι όχι απλά για να κάνει μια φάρσα τότε ξαφνικά έχει στα χέρια του μόνο κουρέλια και πολύχρωμα μπαλώματα» γράφει προσπαθώντας να μας συνεφέρει ο Νίτσε. Ο Τσοράν μας ξεγυμνώνει:«Σας συγχωρούν τα πάντα αρκεί να έχετε ένα επάγγελμα, έναν υπότιτλο στο όνομα σας, μια σφραγίδα πάνω στο μηδέν σας. Είμαστε πιο επιεικής απέναντι σε έναν φονιά παρά με ένα πνεύμα που απαρνήθηκε την πράξη». Έχει άδικο; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο εκατομμυριούχος Κάρλος Τέβεζ γίνεται ο δράκος του ποδοσφαιρικού παραμυθιού. Μας σοκάρει: «Δεν διασκεδάζω πια αυτή τη ζωή. Δεν έχω κάνει ούτε μία φορά Χριστούγεννα με την οικογένειά μου. Κουράστηκα». Τι συμβαίνει; Γιατί λακίζουν; Γιατί δε σκάβουν πρόθυμα το λάκκο που κάποιοι άλλοι τους ετοίμασαν; Τι είναι αυτό τέλος πάντων αυτό που δεν τους αρέσει; Μήπως εκείνο που δεν έχουμε σκοπό να διορθώσουμε; Μήπως θέλουν να αντικαταστήσουν τους μεταλλωρύχους και να παίρνουν 640 ευρώ το μήνα; Μήπως θέλουν να δουλεύουν για τη Φόξκον;

Όταν οι άνθρωποι τρέχουν, νιώθουν ευχάριστα. Όταν ξαφνικά κοντοστέκονται, δεν μπορούν να αποφύγουν τη ζαλάδα. Γι’αυτό προτιμούν τελικά την εργασία από την τεμπελιά. Η συνείδησή τους σε γενικές γραμμές δεν είναι ευπρόσδεκτη ούτε στις ελεύθερες ώρες τους, δεν είναι τελικά παρά μια εφηβική ασθένεια από την οποία θα ήθελαν να απαλλαγούν με μια απλή εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, είτε παρακολουθώντας τηλεόραση είτε παραδιδόμενοι στην αγκαλιά του Μορφέα. Η χρήση της και η κατάρα της είναι σημαντικά πιο διαδεδομένη ανάμεσα στους αποτυχημένους και τους άυπνους. Γι’αυτό ακριβώς είναι απαραίτητο, αν δε φοβόμαστε το είδωλο μας στον καθρέφτη, να ενταχθούμε από νωρίς στις ομάδες τους και να την προμηθευτούμε.

Προχθές στην Ακρόπολη κάποιοι δέχτηκαν δακρυγόνα επειδή θέλουν να συνεχίσουν να δουλεύουν εκεί που δούλευαν, αμαυρώνοντας την εικόνα της χώρας διεθνώς. Κι άλλο; Κι όμως. Κάποιοι τουρίστες δεν μπόρεσαν να δουν τον Παρθενώνα. Γνώρισαν όμως την Ελλάδα που θέλαμε να κρύψουμε κάτω από τον ιερό βράχο. Τα σπρεντ δεν έχασαν την ευκαιρία και σκαρφάλωσαν επάνω του, αρπάζοντας από την πλάτη τους συμβασιούχους. Αυτός, αποκρούοντας την ύβρι, έπεσε και τους καταπλάκωσε με την βοήθεια δημοσιογράφων που κινδυνολογούσαν για το διασυρμό της χώρας, τον οποίο μόνο μία φευγαλέα εικόνα κατάληψης μπορεί να προκαλέσει. Καμία πραγματικότητα και καμία κατάσταση δεν ξεπερνά τα βάθη στα οποία εκείνη φτάνει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι σοβαροί, δεν θα αντιμετωπίσουν ποτέ τα προβλήματά τους(;), αναρωτήθηκε σαν ξένος παρατηρητής σχολιαστής βραδινού δελτίου ειδήσεων. Ο μηχανισμός των παγκόσμιων Μ.Μ.Ε είναι φυσικά τόσο επιφανειακός που οποιαδήποτε είδηση την επόμενη κιόλας μέρα χάνεται στην υποψία και μόνο της νέας επικαιρότητας. Αν υποθέσουμε, καλή τη πίστει, ότι είναι ειλικρινής ο φόβος των παπαγάλων, η αδυναμία τους να καταλάβουν τη λειτουργία του ίδιου τους του επαγγέλματος εξηγεί εν μέρει το λόγο που οι εφημερίδες και η ενημέρωση πηγαίνουν κατά διαόλου. Τελευταία είχαν συνηθίσει να μας ενημερώνουν αποκλειστικά για τα μετάλλια ανδρείας που μας καρφίτσωνε η παγκόσμια εξουσία. Βλέποντας τις προάλλες τους απλήρωτους για 22 μήνες και αξιοθρήνητους εργαζόμενους, θρήνησαν πάλι τον ξεπεσμό της πουτάνας Ελλάδας, που το όνειρό της είναι να γίνει όπως παλιά, συνοδός πολυτελείας ξένων αγορών.

Γι’ αυτόν τον ιερό σκοπό, 150.000 τουλάχιστον νέοι άνεργοι από του χρόνου θα προσπαθήσουν να μπαζώσουν την τρύπα του ελλείμματος. Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να θεωρούνται και αυτοί εργαζόμενοι αφού μένοντας δίχως δουλειά ή εγκαταλείποντας την πατρίδα, συμμετέχουν ουσιαστικότερα από αυτούς που έχουν εργασία στην ανάκαμψη της χώρας, έτσι τουλάχιστον όπως την εννοεί ο Γιώργος και όσοι τον κυβερνούν. Ας ελπίσουμε ότι θα στραφούν κάποτε και πάνω τους τα ανόητα φώτα της δημοσιότητας την ώρα που σωστικά συνεργεία θα τους ανασύρουν καταθλιπτικούς αλλά ξεκούραστους από τον Άδη με τιμές μεταλλωρύχου της Χιλής. Αν, εξάλλου, η Ελένη στοχεύσει έγκαιρα σε αυτούς με κάποιες νέες στήλες που θα τους αφορούν, θα αυξήσει θεαματικά τα ποσοστά της, θα ξεπεράσει τον σκόπελο Σκορδά-Λιάγκα χωρίς επικοινωνιακά παιχνίδια στο στόμα του Ματέο και θα τους κρατήσει κοντά μας.

Η κυβέρνηση και το ΔΝΤ προκειμένου να μας σώσουν, έχουν επενδύσει προσωρινά στη φτώχεια μας. Είναι ό,τι πιο συγκινητικό έχουν κάνει ποτέ για το καλό μας και το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για να τους ευχαριστήσουμε είναι να φάμε τα δακρυγόνα που μας ταΐζουν εν είδει συσσιτίου. Η κατάσταση έχει γίνει ένα ατελείωτο κακόγουστο αστείο. Tα επαγγέλματα απελευθερώνονται, οι πολίτες υποδουλώνονται. Μικροί αριθμοί ζητούν θυσίες, μεγάλες αριθμητικά οι ανθρώπινες απώλειες. Οι διαμορφωτές των σπρεντ είναι οι αδιαφιλονίκητοι θριαμβευτές των εκλογών, οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες της ανθρωπότητας, που φέρουν ταυτόχρονα εις πέρας το απαιτητικό έργο του Θεού. Δρας, αντιδρούν. Μιλάς, σου κάνουν παρατήρηση. Τραβάς το μαλλί του μπάτσου, ανεβαίνουν. Αλήθεια, αν πέσουν συμβασιούχοι από την Ακρόπολη, τι κάνουν τα σπρεντ; Μπορεί κάποιος να μας ενημερώσει;

Ένας αδερφικός μου φίλος είναι πιο άνεργος από ποτέ. Ε και; Δε βλέπεις τι παθαίνουν αυτοί που παρακαλούν για ένα κομμάτι ψωμί; Να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου. Να ακούσεις τον Παπανούτσο. Διασκέδασέ το! Απλώς καλού κακού φρόντισε να αποφεύγεις τη μαμά και τον μπαμπά τις ώρες αιχμής. Πες τους να βάλουν γρήγορα τα λεφτά σε μια τσάντα, κανόνισε η συνεργός σου να σε περιμένει και κάντε την προς άγνωστη κατεύθυνση.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Οι τροχονόμοι της οργής

Η σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στους νέους υπουργούς και υφυπουργούς όσον αφορά στις αρμοδιότητές τους δεν συμπαρέσυρε ορισμένους δημοσιογράφους. Με την πρώτη απεργία αυτοανακηρύχθηκαν Υφυπουργοί Προστασίας του Πολίτη. Ο συμπαθής Μανώλης Όθωνας δεν πρόλαβε να κάτσει στην καρέκλα του και απέκτησε άμεσα αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η κρίση βρήκε τα Μίντια και τα χτυπάει αλλά εκείνα δεν πρωτοτυπούν. Ελέγχουν με επιείκεια την εξουσία και με το μαστίγιο την πηγή της. Ο λαός που έμαθε να είναι διεφθαρμένος πρέπει τώρα να δώσει το καλό παράδειγμα και να εμπνεύσει τους ισχυρούς με την αυτοθυσία του. Το παιχνίδι προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή του. Η επιβίωσή του εξαρτάται από το πόσο καλή διάθεση θα δείξει απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, πόση επιμονή στην αδιαφορία, πόσο φανατισμό στην «κρίσιμη» εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου.

Οι κυβερνήσεις σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου παίζουν διπλή ζώνη άμυνας. Η πρώτη γραμμή είναι οι δημοσιογράφοι της. Δε θα έριχναν κατευθείαν δακρυγόνα καθώς καταλαβαίνουν την αδυναμία των χημικών μπροστά στη δύναμη της προπαγάνδας-οι λέξεις είναι η πρώτη διμοιρία. Όταν επιχειρηματολογούν, δεν μπαίνουν στον άδικο κόπο να πείσουν για τα πλεονεκτήματα του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων. Πρέπει προφανώς όλα να ελευθερωθούν ούτως ώστε η ζούγκλα να τελειοποιηθεί για να μπορέσει η χώρα να βγει από την αγωνία των κρίσεων της τρόικας-ας καταδικαστούμε μια ώρα αρχύτερα. Ας ακολουθήσουμε καθυστερημένα όλες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τις συνταγές της ύφεσης-μπορεί και να έχει μείνει λίγη και για μας.

Ο μεγαλοδημοσιογράφος δεν έχει σκοπό να αποτελειώσει. Είναι η πρώτη φορά που παίρνει το μέρος του κόσμου κι γι’αυτό δεν ξέρει να το κάνει κομψά. 'Ολες τις υπόλοιπες φορές ταυτίζεται με τον Πάγκαλο που είναι και φίλος του. Η ωμότητα συμβαδίζει με την ωριμότητα και το ανόητο με το αυτονόητο και την πολυδιαφημισμένη επανάστασή του. Η τέχνη της υπογράμμισης των επιμέρους ζητημάτων καλύπτει πια συντριπτικό κομμάτι της επικαιρότητας-περιλαμβάνει σε αποκλειστικότητα για τους τηλεθεατές και το μουνί που χτενίζεται. Το Βατοπαίδι, εξάλλου, όλοι ξέραμε και δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε ότι δεν ήταν σκάνδαλο αλλά ένα κοινό εξώγαμο- όλες οι συμμορίες μπορούν να μιλούν για σκευωρίες. Αν σε λίγο, στις συνθήκες έκτακτης εικονικής πραγματικότητας που ζούμε, μας πουν ότι ούτε ο Καραμανλής διατέλεσε πρωθυπουργός, επιβεβαιώνοντας τους φόβους μας ότι δεν το είχε εγκαίρως αντιληφθεί, είμαι βέβαιος ότι θα σπεύσει να το επιβεβαιώσει κι εκείνο με μια λιτή και απέρριτη επιστολή.

Στη σύγκρουση με τους τελευταίους ανυπάκουους, για τους οποίους μπορεί εύκολα να πει κανείς πολλά, το σθένος των παρουσιαστών των κεντρικών δελτίων ήταν παροιμιώδες. Τους ξεπέρασαν στις φωνές δίνοντας σάρκα και οστά στο σύνθημα «Είμαστε όλοι φορτηγατζήδες»-ο πρόεδρας μπροστά τους έμοιαζε με ξεφωνημένη αδερφή. Μετά την αποτυχία της ιστορικής αναζήτησης της αλήθειας, οι δημοσιογράφοι των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών δοκίμασαν την υστερική της αναζήτηση στην οποία πάντοτε έδιναν περισσότερες πιθανότητες τηλεθέασης. Υπεράνω πάσης υποψίας μερικοί από αυτούς, αριστεροί στα μικρά και δεξιοί στα μεγάλα, σκανδαλίστηκαν από το ανεύθυνο γέλιο των «επαναστατών» στα μπλόκα. Ως οπαδοί του σούσι, απέρριψαν το σουβλάκι ως αντεπαναστατικό και το καταδίκασαν σαν εχθρό του λαού. Δεν έχει που δεν έχει να φάει ο πολίτης, ας μη ταλαιπωρείται να γυρίσει και σπίτι του. Δεν κινείται που δεν κινείται η αγορά, ας υπάρχουν τουλάχιστον προϊόντα να γεμίζουν τα θλιμμένα ράφια. Αυτά τα τέρατα, που μπλοκάρουν τους δρόμους και τα λιμάνια, γελούν εις βάρος σας και είναι εξοργιστικό να προσπαθούν να μας συναγωνιστούν σε κάτι που κάνουν πανθομολογούμενα με μεγαλύτερη επιδεξιότητα οι δικοί μας κώλοι.

Παρόλο που οι ελιές δεν ήταν άγνωστες ούτε στην Λίζα Παπασταύρου, κι ακόμα κι αν δεχτούμε πως η κουτοπόνηρη ειρωνική προσέγγιση αποδίδεται σε δημοσιογραφική διαστροφή ή εφιστά την προσοχή στις διατροφικές συνήθειες των εξεγερμένων, η παρουσίαση του θέματος εξακολουθεί να έχει έναν και μόνο στόχο: μετά το τέλος του άρθρου να έχεις κολλήσει την άποψη που χρειάζεται αυτήν την ώρα η πατρίδα. Το ζητούμενο απλό: Καμία απεργία, καμία αντίδραση. Τίποτα δε θα μείνει αμόλυντο αφού πρόκειται για τη σωτηρία της χώρας. Ό,τι δεν ισοπέδωσε η κρίση, θα το ισοπεδώσει η πέννα. Διαίρει και βασίλευε και όποιον πάρει ο Χάρος και η τρόικα.

Υπάρχουν ακόμα ανθρώπινα είδη που χρήζουν υπεράσπισης; Άγνωστο. Υπάρχουν αυτοαπασχολούμενοι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες φορτηγών που έχουν μισή ή μία άδεια; Ποτέ δε θα μάθουμε. Υπάρχει ή δεν υπάρχει αδικία με το νέο νομοσχέδιο; Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η νέα κατάσταση θα είναι ωφέλιμη και οι πιο ενθουσιώδεις ότι θα αναστήσει την νεκρή μας οικονομία. Στην πραγματικότητα φαίνεται να τους καλύπτει η αντικατάσταση της αδικίας από μία νέα αδικία. Αν κάποιοι εντελώς συμπτωματικά και απρόσμενα θίγονται, δεν μπορούν να απαιτούν να γίνουν πρώτο θέμα-πόσο μάλλον να είναι στους δρόμους. Πρέπει να γίνει ιδεολόγημα ότι είναι ενοχλητικό ακόμα και να μοιράζεσαι τους ίδιους δρόμους με ασυνείδητους νταλικέρηδες ενώ θα μπορούσες κάλλιστα να έχεις τους δικούς σου.

Ο άπιστος υπηρέτης του Τύπου δεν πολεμάει για κάτι που θα εξασφαλίσει δικαιοσύνη αλλά για οτιδήποτε νομιμοποιεί την αυταρχικότητα της εξουσίας και τη μηδενική της ανοχή απέναντι σε όλους όσοι δεν την υποστηρίζουν. Ενώ η ίδια η κυβέρνηση αναπαράγει την ανησυχία και την ανασφάλεια μέσω των νομοθετημάτων της, δίχως να αποκλείει το ενδεχόμενο να αποτύχουν, οι «λογικοί» δημοσιογράφοι επιμένουν να θεωρούν παράλογη οποιαδήποτε αντίδραση και συνιστούν σύνεση και σοβαρότητα σε χαπάκια της AGB. Ο στόχος της ημέρας είναι η οργή που συσσωρεύεται να κατευθύνεται προς τα κάτω, σε αυτούς που κλείνουν τους δρόμους και όχι σε όσους τους υπερκοστολόγησαν. Ο ρόλος τους μοιάζει με εκείνον τον τύπο των ταινιών που υποδεικνύει τον λάθος άνθρωπο στον ήρωα την ώρα που αυτός δέχεται από κάποιον άγνωστο το πρώτο πισώπλατο χτύπημα και καταφέρνει τελικά να αποδράσει από το μαγαζί που μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.

«Οι εντυπωσιακές χειρονομίες του εξεγερμένου συγκαλύπτουν συχνά την πιο επαχθή χαμέρπεια, την κοινωνική αναισθησία και τη λιγοψυχία» γράφει ο Γιανκελέβιτς. Όσο όμως ο κλέφτης καλείται να απωλέσει προνόμια που υπό την ανοχή και τις ευχές της εξουσίας διατηρούσε, όσο ο ανέντιμος επιβραβεύεται και ο έντιμος αδικείται, όσο οι πλούσιοι δεν συμμορφώνονται, η μόνη λύση είναι να λαϊκίζουμε, τουλάχιστον προσωρινά. Αυτό που ενοχλεί όσους παρακολουθούν παγωμένα και μοιρολατρικά τη σειρά τους να έρχεται είναι η υποκρισία και η περίεργη αίσθηση ότι τελικά προτιμούν τη ζωώδη αγριότητα των φορτηγατζήδων, τις άκομψες χειρονομίες και τις απειλές τους από την γραβατωμένη, διαλεκτική και προπαγανδιστική αθλιότητα των τηλεαστέρων.

Ο κόσμος που τελικά θα βγει μαζικότερα στους δρόμους, δε θα το κάνει για να θρηνήσει τα προνόμιά του αλλά εξαιτίας της εντεινόμενης αβεβαιότητας, των επικαιροποιήσεων του μνημονίου, της αυξανόμενης ανεργίας και της ακρίβειας, της προδιαγεγραμμένης αποτυχίας των πολιτικών που καθησυχάζουν τους δανειστές μας και ξυπνούν από το λήθαργο τους λαούς της Ευρώπης. Δε φοβάται τόσο τη βελόνα των μέτρων και την αλλαγή όσο αυτό που περιέχει η ένεση της σωτηρίας του.

«Ερευνητική δημοσιογραφία σημαίνει ότι, εκτός από τις απόψεις των πολιτικών και των τεχνοκρατών, αφουγκραζόμαστε και τη γνώμη, τις εμπειρίες του λαού, ενός είδους που δεν έχει ακόμα εκλείψει. Λες κι εμείς οι δημοσιογράφοι ζούμε σε έναν αεροστεγή γυάλινο πύργο, μακριά από τους στεναγμούς, την ανάσα και τον ιδρώτα της καθημερινής ζωής» αναγκάστηκε να γράψει η Μαριάννα Τζιαντζή της συντηρητικής Καθημερινής με αυτά που βλέπει. Η Φαλάτσι, στο συγκλονιστικό βιβλίο της «Ένας άντρας», έλεγε ότι ο Παναγούλης στις απεργίες πείνας του είχε καμία φορά κρυμμένη μια σοκολάτα. Ακόμα και απεργίες πείνας να ξεκινούσαν αυτοί που «ξεβολεύονται», αυτοί που μένουν άνεργοι, αυτοί από τους οποίους στερούν τμήμα της αξιοπρέπειάς τους, οι φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι, ανακαλύπτοντας ξανά την ερευνητική δημοσιογραφία, θα αποκάλυπταν ότι κάποιος απεργός εθεάθη να μασουλάει αέρα την 38η μέρα. Αν ζούσαν επί χούντας οι κύριοι αυτοί, η μισοφαγωμένη σοκολάτα του Αλέκου θα γινόταν πρωτοσέλιδο.

Στο τέλος κάθε αποτυχημένης διαμαρτυρίας, η ήττα της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας της ανήκει. Οι δημοσιογράφοι, αντιθέτως, συχνά πανηγυρίζουν νίκες που δεν είναι δικές τους. Το ψάρι, που βρωμάει απ’το κεφάλι, κάποιοι συνεχίζουν να το κοιτούν ανάποδα. Αν αγαπούσαν κάτι πέρα από τον εαυτό τους, το στυλό τους θα τρυπούσε επιτέλους το χαρτί και θα μουντζούρωνε το γραφείο με αλήθειες. Τι άδικο που οι συντάκτες δεν απολύονται πια για τόσο σοβαρούς λόγους. Ο Καμύ προειδοποιούσε: «Αν η ελευθερία βρίσκεται σε ύφεση στο μεγαλύτερο τμήμα του κόσμου ευθύνεται το ότι ποτέ δεν υπήρξαν καλύτερα εξοπλισμένες και τόσο κυνικές οι πρωτοβουλίες υποδούλωσης των ανθρώπων». Οι εξοπλισμοί τους, μισό αιώνα περίπου μετά, έχουν γίνει πιο άρτιοι και πιο δολοφονικοί από ποτέ, είτε έχουν στο στόχαστρό τους τη σάρκα είτε το πνεύμα.

Ο Ντεριντά κάποτε μίλησε για το καθήκον της ανευθυνότητας που δικαιούνται να έχουν οι δημοσιογράφοι, όχι της ανεντιμότητας. Δε γουστάρω όσους έχουν 30 άδειες. Δε γουστάρω το κομμάτι της Αριστεράς που τους αγκάλιασε όλους. Όμως όταν σας διαβάζω, όταν σας ακούω, χωρίς δισταγμό αναφωνώ: «Γκαίμπελς και πάλι Γκαίμπελς». Όποιος είπε ότι δεν είναι καλά τα ελληνικά Πανεπιστήμια, δεν ήταν αναγνώστης σας.

Υ.Γ. Ο Καστοριάδης είχε γράψει ότι αρκούσε να διαβάσει κανείς έξι αράδες του Στάλιν για να καταλάβει πως η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό. Λιγότερες αράδες των δημοσιογράφων που περιγράψαμε για να καταλάβει ο pasaenas πως η δημοσιογραφία δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αυτό.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Καλή σταδιοδρομία

Πιο φτωχή θα είναι μετά το άνοιγμα της αγοράς φορτηγών η δημοσιογραφική οικογένεια καθώς γνωστοί παρουσιαστές της τηλεόρασης εκφράζουν την πρόθεσή τους να την εγκαταλείψουν για να γίνουν φορτηγατζήδες προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην οικονομική κρίση. Η ΕΣΗΕΑ με μπροστάρη τον πρόεδρό της Πάνο Σόμπολο μάταια προσπαθεί να βάλει φρένο στο κύμα φυγής των τηλεαστέρων που φέρονται αποφασισμένοι να αλλάξουν ζωή και να χειραφετηθούν. Οι περισσότεροι εξ’αυτών λένε ότι έχουν βαρεθεί να υπερασπίζονται το χώρο τους που τον λυμαίνονται διεφθαρμένοι επιχειρηματίες ενώ μπορούν κάλλιστα να μπουν σε εκείνο της νταλίκας και να το παίζουν φτωχαδάκια. Στη συνάντηση που είχαν με τους ιδιοκτήτες βυτιοφόρων στον προθάλαμο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, τα τηλεπαράθυρα, έγινε σαφές ότι με τις μαλακίες που αναγκάζονται να λένε καθιστούν ακόμα γοητευτικότερα τα ιδρωμένα αγόρια του βολάν. Είναι πια ξεκάθαρο πως οι αυθεντικές γυναίκες, πόσο μάλλον οι ξετσίπωτες της καλής κοινωνίας, θα καταδέχονταν να τις γαμήσει μόνο κάποιος διεφθαρμένος φορτηγατζής από τα μπλόκα. Μπροστά λοιπόν στον κίνδυνο να διαλυθούν οι οικογένειές τους και να χάσουν τις βίλες που με τόσο μόχθο έχτισαν, η απόφαση των μεγαλοδημοσιογράφων πρέπει ήδη να θεωρείται ειλημμένη. Οι καναλάρχες βρίσκονται σε απόγνωση καθώς οι κεντρικές καρέκλες των δελτίων τους αδειάζουν η μία μετά την άλλη και το Υπουργείο Παιδείας αργεί να μοιράσει στους επίδοξους αντικαταστάτες το Ημερολόγιο του Γκαίμπελς. Η Υπουργός Παιδείας, Δια βίου μάθησης, Θρησκευμάτων και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει, Άννα Διαμαντοπούλου, διαβεβαίωσε ότι δε θα υπάρξουν σημαντικές καθυστερήσεις στην αποστολή των συγγραμμάτων. Το κλίμα στα δημοσιογραφικά πηγαδάκια, εν αναμονή των δραματικών εξελίξεων, είναι πολύ βαρύ παρόλο που όλοι είχαν ακούσει για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τα μεγάλα ονόματα του σιναφιού. Δεν αποκλείεται η διαρροή εγκεφάλων να συνεχιστεί στο άμεσο μέλλον ενώ κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει ποιες θα είναι οι συνέπειες του τραγικού απολογισμού. Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.

Υ.Γ. Και Bonus Track για πιο απαιτητικές τηλεθεάτριες.

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Άστεγος έρωτας

Όταν ο έρωτας κυριαρχεί, τυφλώνει την ντροπή. Ουγκώ.

Για να πάρεις κάποιο μάθημα ζωής δε χρειάζεται να ξέρεις πώς είναι μια πανεπιστημιακή αίθουσα-άσε που μερικές φορές επιβάλλεται να την αποφεύγεις. Η παράδοση έγινε καθώς κατέβαινα την Αριστοτέλους.

Δύο παγκάκια τα χωρίζουν μεταξύ τους κάμποσα μέτρα συνήθως-αυτό θυμόμουν από τότε που τα χρησιμοποιούσαμε για δοκάρια τέρματος. Αυτά τα δυο όμως τα χώριζε μια αιωνιότητα. Στο ένα ένας άστεγος ετοίμαζε το κρεβάτι του: ανέκφραστος, νωχελικός, με βρώμικα μάτια, αξύριστος κι αχτένιστος, σαν αυτούς που βλέπεις στην τηλεόραση και που όταν τους συναντάς στη βόλτα σου φαντάζεσαι ότι υποκρίνονται για τις ανάγκες κάποιου τηλεοπτικού γυρίσματος- παίζουν τόσο ρεαλιστικά το ρόλο τους. Χιλιάδες άνθρωποι τους προσπερνούν κάθε μέρα αλλά κανείς δε μένει στην ίδια πόλη μαζί τους.

Μερικά μέτρα πιο κάτω, σε απόσταση αναπνοής, στο δεύτερο παγκάκι δυο νέοι φιλιούνται με θέα το «σπίτι» του άστεγου. Δεν αντιλαμβάνονται ότι περνάει κάποιος από μπροστά τους-δεν κλείνουν καν το φως για να κοιμηθεί ο γείτονάς τους. Οι κινήσεις τους δεν φαίνεται να έχουν πάθος, είναι περισσότερο φοβισμένες, προσεκτικές, άτσαλες. Τα χέρια συναντιούνται με δυσπιστία πάνω στα κορμιά. Και οι δύο φαίνεται να θέλουν να σταματήσουν για λίγο και να τηλεφωνήσουν σε όλους τους φίλους τους: «Δε θα το πιστέψεις. Φιληθήκαμε».

Πάντα με έφερνε σε αμηχανία η ερωτική διάχυση μέσα στη μέση του δρόμου. Η αντίθεση των δύο κόσμων με συντάραξε. Διανύοντας μερικά μέτρα, αφού απέδρασα λες και είδα κάτι που δεν έπρεπε να δω, ξεκίνησα να δικαιολογώ την βεβιασμένη αίσθηση αθλιότητας που αποκόμισα. Ο έρωτας συνέταξε για λογαριασμό των παιδιών μία αφοπλιστική υπεράσπιση. Διέγραψα όλα όσα σκέφτηκα βιαστικά για εκείνα. Εξάλλου ποιος έχει λευκό ποινικό μητρώο στα παγκάκια; Μακάρι τα φιλιά να ανακουφίζουν πάντα τη μοναξιά τους.

Ο Πασκάλ έγραφε: «Είχαν άδικο οι ποιητές που μας περιέγραψαν τον έρωτα τυφλό. Πρέπει να του αφαιρέσουμε τον επίδεσμο και να του αποδώσουμε εφεξής την απόλαυση των ματιών του». Όσο είσαι ακόμα νέος δυσκολεύεσαι ακόμα και να τον φανταστείς με μάτια γάτας ή κουκουβάγιας. Μεγαλώνοντας αλίμονό σου αν τον υποβάλλεις σε εξονυχιστικούς ελέγχους-πρέπει να μάθεις να αρκείσαι σε κάποιες τυπικές οφθαλμολογικές εξετάσεις. Οι τραγωδίες του, τελικά, είναι αυτές που μας εξοικειώνουν ομαλότερα με τις τραγωδίες της ζωής.

Δεν το συζητώ. Θα ήταν πιο κύριος αν μας τύφλωνε μόνο από το ένα μάτι. Η διανόηση θα τον περιέβαλλε ξαφνικά με την εμπιστοσύνη της. Τι να τις κάνει όμως τις τιμές της ένας τακτικός θαμώνας των δρόμων; «Το να πας στον Άρη είναι ευκολότερο από το να πας στο γείτονά σου» έλεγε με πικρία ο Σαραμάγκου. Χθες το κατάλαβα ξανά. Το ταξίδι στα αστέρια είναι συντομότερο.

Τα πράσινα παπούτσια

Γιατί δεν πέτυχα τον πρωθυπουργό.

«Δεν ξέρω τι πήγε στραβά. Δεν έχω δει ακόμα το ριπλέι και δε θέλω να εκφέρω γνώμη. Και να πεις πως ήμουν απροπόνητος. Ζητάω συγγνώμη από όλους τους Έλληνες που απογοήτευσα. Πίστευα πολύ στον εαυτό μου. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να αστοχήσω στο πιο κρίσιμο σουτ του αγώνα που κάνει η Ελλάδα για να βγει από την κρίση. Μερικοί νομίζουν ότι έχω κάτι εναντίον του πρωθυπουργού. Κάνουν λάθος. Πρώτη φορά τον έβλεπα τον άνθρωπο από κοντά στη ΔΕΘ και μου φάνηκε πολύ καθωσπρέπει κύριος. Δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει γιατί πέταξα το παπούτσι αλλά γιατί αυτό δεν βρήκε τον πρωθυπουργό. Πράγματι είχα ειδοποιήσει το BBC. Ήταν εκεί όμως για να βοηθήσει στην προσπάθεια που κάνει η χώρα και όχι να υποκινήσει. Ας όψεται όμως η αστοχία μου. Τελικά περάσαμε πολύ κακή εικόνα προς τα έξω. Αν ευστοχούσα, αν όλα πήγαιναν όπως τα είχα σχεδιάσει και του ερχόταν το παπούτσι κατακούτελα, θα δείχναμε στους Ευρωπαίους ότι επιτέλους η Ελλάδα πετυχαίνει τους στόχους της. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε. Ίσως, χωρίς να θέλω να ακουστώ υπεραισιόδοξος, να άνοιγαν ξανά οι αγορές. Αυτό που με πίκρανε τελικά ήταν η διστακτικότητά μου στο πέταγμα, που αντί να κάνω μπέιζμπολ πάσα όπως είχα υποσχεθεί στους συντρόφους μου στο Πατριωτικό μέτωπο, αρκέστηκα σε ένα φόλοου κάρφωμα. Άκουσα ότι ήθελα απλά να τραυματίσω τον κ. Παπανδρέου για να του κάνω ακτινογραφία. Το διαψεύδω κατηγορηματικά. Ας μη σπεύδουν να με καταδικάσουν οι πάντες για μια κακή στιγμή. Είμαι ένας ακτινολόγος που έχει προσφέρει πολλά στην εθνική υπόθεση-όποια κι αν είναι αυτή. Ελπίζω πως σύντομα ο σοφός ελληνικός λαός θα μου εμπιστευτεί και πάλι τα παλιά του τα παπούτσια. Σας ευχαριστώ. Κάρτα του ιατρείου μου σας έδωσα;».

Η ελληνική οικονομία

Ο Jean Louis Forain, ζωγράφος και χαράκτης, γνωστός για τις πολιτικές του γελοιογραφίες ενώ πέθαινε άκουγε από τον γιατρό του να του λέει ότι πάει καλύτερα. Του απάντησε: «Εν ολίγοις, γιατρέ, θα πεθάνω γιατρεμένος».

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Εξουσιομανείς δούλοι

Όταν κάποτε ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε τον ρώτησαν τι ήξερε να κάνει. Απάντησε:«Να διατάζω. Κοίτα λοιπόν ποιος θέλει να αγοράσει έναν αφέντη».

«Όχι Άρη, μη Άρη, με απογοητεύεις Άρη, όχι μπροστά σε κόσμο Άρη». Η κυρία του πάρκου αγοράζοντας ένα σκύλο αγόρασε εξουσία-ίσως να της αρνήθηκαν να διατάζει ένα παιδί. Το γάβγισμά του ήταν το μοναδικό σημείο ζωής στην καθημερινότητά της. Μαζί του προτίμησε να ζήσει το ειδύλλιο και την πίστη που της αρνήθηκαν οι άνδρες. Κρατώντας τον σφιχτά από το λουρί, έπαιρνε την εκδίκησή της. Κάθε φορά που περνούσε ξεσήκωνε τη γειτονιά στο πέρασμά της. Δεν την ένοιαζε όμως. Είχε αποκτήσει ανθεκτικότητα σε όλα τα μπινελίκια. Οι άνθρωποι δεν αποτελούσαν πλέον πρόκληση για εκείνη.

Να διατάζουμε. Να διατάζουμε ενώ είμαστε αιχμάλωτοι. Αυτή η χαρά μας έμεινε-και αλίμονο σε όποιον επισημαίνει την τραγικότητα των εντολών μας. Αφέντες ή δούλοι- ποτέ δε θελήσαμε να γίνουμε τίποτα περισσότερο. Παραμένοντας σιωπηλοί εκτελούμε άριστα τα καθήκοντά μας. Μαχόμενοι για τον εαυτό μας, μείναμε παγερά αδιάφοροι απέναντι στο δίκιο μας-που είναι το δίκιο όλων των ανθρώπων να έχουν μια ζωή. Υπηρετούμε το εγώ μας φοβισμένοι και προπάντων πεπεισμένοι. Κατσαρίδες και πεποιθήσεις-αυτές και μονό αυτές θα παραμείνουν ζωντανές μετά το πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Σκοτωνόμαστε γιατί δεν έχει μείνει τίποτα καλύτερο να κάνουμε, είμαστε βλάκες αλλά δεν μας έχει περάσει ποτέ από το μυαλό, νιώθουμε μόνοι μας επειδή δε σκεφτήκαμε ποτέ να μιλήσουμε σε κανέναν-οι άνθρωποι που γνωρίζαμε συνέχισαν να μας συγχωρούν απόλυτα ή να μη μας συγχωρούν τίποτα. «Η λύση κάθε προβλήματος είναι να μ’αφήσετε μόνο μου» φαίνεται να λέμε αυτάρεσκα ο ένας στον άλλον.

Η ύπαρξή μας δε μας φαίνεται αρκετή ούτε και πολύ χρήσιμη για να τη ζήσουμε – κι άλλοτε υπερβολικά υπέροχη για να την κρίνουμε. Η αδιαφορία μας για ό,τι αφορά τους γύρω μας κρύβει το βαθύτατο ρατσισμό μας και την περιφρόνηση της ζωής. Υπάκουα ξεφορτωνόμαστε οποιαδήποτε σκέψη δεν ταιριάζει με τη φιλοσοφία του καναλιού και του μαγαζιού. Όσοι μας κοιτούν πλήττουν μαζί μας-δε χρειάζεται καν να μας πλησιάσουν. Χωρισμένοι σε χρήσιμους και άχρηστους, ικανούς και ανίκανους, φτωχούς και πλούσιους, παίζουμε τα ρέστα μας. Ποιος ρομαντικός θα τολμήσει να αμφισβητήσει την αδυναμία μας να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας παίζοντας το κεφάλι του κορώνα γράμματα;

Ο εαυτός μας και οι απόψεις του: ιδού κύριοι η πληροφορία της ημέρας-προς τι τόσες εφημερίδες; Δεν ασχολούμαστε φυσικά με λεπτομέρειες, είμαστε σοβαροί άνθρωποι εμείς- κι όλο για μας μιλάμε. Στην ανάγκη δε θα διστάζαμε να ξεκάνουμε το διπλανό μας ή αν ήμασταν ευγενικότεροι, τον παραδιπλανό μας. Θα συμφωνούσαμε με όλη μας την καρδιά με οποιονδήποτε πόλεμο. Οι περισσότεροι θα βρίσκαμε σε κάθε περίπτωση λίγο χρόνο για να καταθέσουμε εναντίον των άλλων-ενώ θα εμφανιζόμασταν απρόθυμοι να υπερασπιστούμε ακόμα και το μεγαλύτερο θύμα στην ιστορία της αδικίας. Και μόνο του να έμενε αυτό το τέρας που βιαστικά ονομάσαμε άνθρωπο, αφού πρώτα τους σκότωνε όλους με τα ίδια του τα χέρια, κάτι θα του έλειπε.

Οι ελευθερίες, που διέσωζαν την ελάχιστη αξιοπρέπειά μας, έμειναν στο ράφι όπως κι η κυρία του πάρκου. Μετατράπηκαν σε ενέδρες για τους κακούς. Η παραχώρησή τους δε μας κοστίζει παραπάνω από την καρέκλα που εμπιστευόμαστε στον παλιατζή. Παρωχημένα προνόμια ενός παλιού καιρού, μηδαμινής αξίας. Τα επιμέρους παιδιαρίσματα των αντιδραστικών-κακοποιών στοιχείων δεν πλήττουν ευτυχώς την πρόοδο και την ασφάλεια. Τις τρέχουσες ανάγκες μας φαίνεται να τις καλύπτει μια ασφαλής κόλαση χωρίς ελλείμματα ή διαλείμματα παραδείσου, αρκεί να πληροί την ελάχιστη προϋπόθεση: Να είναι εγγυημένη για όλους τους φυλακισμένους-η αλληλεγγύη που ψάχναμε. Η ελευθερία σκορπάει τα φύλλα της όπως το φθινόπωρο και γεμίζει προδότες και λιποτάκτες-ένας απ' αυτούς είμαι κι εγώ.

Στο έργο που ανεβάζει η κοινωνία, συνειδητά επιλέξαμε το ρόλο του δούλου. Έχει λιγότερα λόγια, είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μας και δεν κουράζει τον εξαντλημένο εγκέφαλό μας. Είμαστε υπήκοοι εκ πεποιθήσεως-αλλά και λόγω υπερκόπωσης. Μας πείθουν εξάλλου οι κυβερνώντες ότι πράττουν το σωστό-οπότε είναι σα να εκτελούν τις επιθυμίες μας, σα να βρίσκονται υπό τον έλεγχό μας.

Όσοι κατέχουν την εξουσία είχαν πάρει τις πληροφορίες τους για μας: Αν δεν κολακεύσεις τους ανθρώπους υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σε παρεξηγήσουν. Οι αλυσίδες μας, ο ομφάλιος λώρος όλων των δεινών μας, στη νέα κολεξιόν βγαίνουν σε πιο διακριτικά σχήματα. Ο ήχος τους γίνεται ολοένα και πιο μεθυστικός-θα γοήτευαν και θα αποκτήνωναν και τους πιο ευαίσθητους ποιητές. Ας κοιμηθούμε λοιπόν, τι περιμένουμε; Όταν είναι να πεθάνουμε, θα μας ξυπνήσουν. Η ησυχία στο δρόμο διαλαλεί πως η κοινωνία πέθανε πολύ πριν το Θεό της. Εφόσον αρνηθήκαμε εξαρχής να ρίχνουμε βόμβες στα πιστεύω μας, ο πόλεμος ήταν καταδικασμένος να χαθεί εκ των προτέρων.

Μη με ακούς. Υπάρχει ελπίδα, ησύχασε. Από κανένα κείμενο δε λείπει η αρχική του πρόθεση. Πολύ συχνά, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, οι άνθρωποι ξεχνιούνται και ελπίζουν. Το καλοκαίρι όμως μας τελείωσε.

(Ο Μάης εντόπιζε την παραλία κάτω απ’το πλακόστρωτο. Ας αρχίσουμε το σκάψιμο θρασύδειλα, χωρίς να χάνουμε το στυλ μας).

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Στροφή στην ποιότητα

«Η τέχνη κι η ποίηση δε μας βοηθούν να ζήσουμε. Η τέχνη και η ποίηση μας βοηθούνε να πεθάνουμε». Νίκος Εγγονόπουλος.

Ο Γκοντάρ είχε πει κάποτε για το «Νέο κύµα» κινηµατογραφιστών: «Ήµασταν σαν τους χριστιανούς στις κατακόµβες. Πιστεύαµε πως το σινεµά ήταν το ίδιο σηµαντικό όσο και το ψωµί». Μα πόσοι από μας συμμεριζόμαστε το πάθος του; Η δούκισσα του Μεν έλεγε: «Δεν μπορώ να κάνω χωρίς τα πράγματα που μου είναι αδιάφορα». Αυτό ακριβώς, το απαραίτητο αδιάφορο, έγινε το χαρούμενο σήμα κατατεθέν του πολιτισμού μας, η ίδια η ατμομηχανή του καταναλωτισμού. Ποιος κατάφερε να μη διαβάσει Ciao φέτος στην παραλία;

Κάποιοι επιμένουν να πεθαίνουν για να καταλάβουν πώς λειτουργεί ο κόσμος μας και κάποιοι δίνουν ακόμα και τη ζωή τους για να μη ξέρουν-πόσα θα ‘δινα κι εγώ για να μη μάθω. Οι πρώτοι δεν ξέρουν για ποιο λόγο θέλουν να ξέρουν-δεν τους καταλαβαίνει κανείς. Οι δεύτεροι δεν ξέρουν γενικότερα. Πώς να τους πείσεις να αφήσουν στην άκρη την άγνοιά τους όταν μονάχα αυτή είναι η πηγή της ευτυχίας τους; Όταν όπου ανακαλύπτουν κενό, πηγαίνουν και πέφτουν μέσα; Γιατί να θέλεις το κακό τους;

Τελευταία πάλι προετοιμαζόμαστε σκληρά για να την πατήσουμε σαν πρωτάρηδες. Ξεφυλλίζουμε εγχειρίδια σωτηρίας, δεχόμαστε συμβουλές ανυπαρξίας και συμβουλευόμαστε καταπραϋντικούς οδηγούς. Πώς θα ξοδεύουμε λιγότερα, πώς θα κάνουμε διακοπές φθηνότερα, πώς θα επιβιώσουμε στην κρίση; Οι αγαπητοί δημοσιογράφοι ξεχνούν να αναφέρουν τη χτυπητή αντίφαση ότι εφόσον ο κόσμος μαζευτεί, την ύφεση την έχουμε στο τσεπάκι μας-κάτι που υποτίθεται ευχόμαστε να αποφύγουμε και ζητάμε από τους τουρίστες να φάνε, να πιούνε και να ξοδέψουνε.

«Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί να υπάρχει ένας κόσμος» είχε γράψει ο Καρλ Κράους σε ένα φλογερό του κείμενο. Η νέα ιδέα είναι να το ρίξουμε στα γράμματα και τις τέχνες-που δεν ακούγεται καθόλου άσχημη. Αναμφίβολα μπορούν να μας βοηθήσουν αν ζητάμε αφύπνιση και όχι πιπίλα, σαλιάρα και νανούρισμα. Αν μάλιστα έχουμε βιβλιοθήκη στο σπίτι μας ας δοκιμάσουμε να την αφουγκραστούμε: Τόσα αριστουργήματα, τόσος μόχθος, τόσος ιδρώτας για να γραφτεί μία σελίδα που ίσως ανάψει μια φωτιά στα μυαλά των ανθρώπων να καταλήγει άραγε εδώ; Στις αγορές, τα χρηματιστήρια, τις τράπεζες, την υποχρεωτική λιτότητα και το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους; Είναι επιθυμία μας να ζήσουμε χειρότερα; Τι θα έλεγε ένας αξιοπρεπής εξωγήινος για τον κόσμο μας; Πόσοι από μας θα ζήσουν χωρίς να προστρέξουν στη βοήθειά του;

Ενώ λοιπόν η σκέψη είναι καλή, η εκτέλεση εμπεριέχει προφανείς κινδύνους. Πρέπει εσπευσμένα να κλειδώσουμε τα θέατρα και να κάψουμε τα βιβλία, αν μας φαίνονται καλές λύσεις απόγνωσης. Η τέχνη, καθώς ακόμη παλεύει για να σωθεί από τον εαυτό της, είναι εξίσου ικανή να μας οδηγεί στο νόημα όσο είναι και στο να μας το αποκρύπτει. Δε χρειαζόμαστε περισσότερο αποπροσανατολισμό αλλά καινούριες πυξίδες. Ποιος αμφιβάλλει ότι η επίσημη ενημέρωση κάνει καλά τη δουλειά της; Μια χαρά μπορούμε να αποβλακωθούμε με το καινούριο πρόγραμμα του Mega και τα επικοινωνιακά παιχνίδια της κυβέρνησης.

«Μπορεί κανείς να αποκτηνωθεί με τον Όμηρο και τον Γκαίτε όσο και με τα πιο φτηνιάρικα προϊόντα» λέει κατηγορηματικά ο Μπρυκνέρ. Ο Στάινερ προκλητικότερα αναρωτιέται: «Όλοι αυτοί για τους οποίους ένα μεγάλο ποίημα, ένα φιλοσοφικό έργο, ένα θεώρημα είναι σε τελική ανάλυση η υπέρτατη αξία, μήπως δε βοηθούν τους εκτοξευτές ναπάλμ στρέφοντας αλλού το βλέμμα, καλλιεργώντας μια στάση αντικειμενικής λύπης ή ιστορικού σχετικισμού;». Δεν ξέρω αν βοηθούν «όλοι αυτοί», σίγουρα πάντως δε βοηθούν τους συνανθρώπους τους όταν η ενασχόληση τους με την τέχνη δε γίνεται έναυσμα για περαιτέρω ενεργοποίηση, εγρήγορση και ευαισθητοποίηση.

Ας το αναγνωρίσουμε. Ό,τι πίστεψαμε, δε μας έλαβε υπόψη του. Κάθε ιδέα βρήκε στέγη και σε διαφορετική πέτρα. Κι εμείς εξακολουθούμε να σκοντάφτουμε πρόθυμα πάνω σε όλες, χωρίς να έχουμε σκεφτεί ποιες και πόσες απ’ αυτές θα βάλουμε στο όχημά μας για να μην το παίρνει ο αέρας. Στο δρόμο μας, μας περιμένουν ανυπόμονα ισάριθμοι σωτήρες. Όταν θα αρχίσουμε να διασκεδάζουμε με τα παλιά μας λάθη στα δύσβατα μονοπάτια των ιδεών, θα έχουμε καταφέρει να εκδιώξουμε και τον τελευταίο Θεό πάνω απ' το κεφάλι μας.

Ο κόσμος ωστόσο μοιάζει ακόμα να προσπαθεί να παγιδεύσει όλο το φως έξω του με στόχο την τελική του εξόντωση από έλλειψη οξυγόνου, πραγματοποιώντας την τελευταία του φαντασίωση. Οι λάτρεις της τέχνης, βλέποντας τον γκρεμό πεντακάθαρα μπροστά μας, αλαζονικά επιμένουν: Όλοι θα κριθούν κάποτε από την ομορφιά που θα χωρέσουν μέσα τους. Ίσως. Σίγουρα δεν είναι ηλίθιος αυτός που θέτει ερωτήματα ενώ όλοι φαίνεται να έχουν τις απαντήσεις-δίχως να περιμένουν τη διαρροή. Ο χρόνος όμως πιέζει-και ίσως ήρθε η ώρα να ρισκάρουμε μία. Ας ξαναδιαβάσουμε πρώτα το Σύνταγμα κι έπειτα ας ανοίξουμε τον Ελύτη.

Ό,τι δε μένει: Μονάχα αυτό είναι ζωντανό. Μια μάχη έχει μείνει για να χαθεί και πρέπει γρήγορα να βρούμε το σπαθί μας και να πηδήξουμε στη φωτιά. Η αλλαγή θα εμφανιστεί σα μια μικρή ρυτίδα, σαν ένα σημάδι από μια πληγή της μάχης που υποχρεωτικά δίνουμε και δεν είναι άλλη απ' τη μάχη για την επιβίωση. Η ελπίδα θα γεννηθεί με το ζόρι αν χρειαστεί, με μια ωραιότατη καισαρική. Είναι δική μας δουλειά, από σήμερα κιόλας, να αρχίσουμε να διαφωνούμε.

Δύο απόψεις για την ίδια κρίση

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στα «Νέα» μέσα στο καλοκαίρι ήταν ενθουσιασμένος με την κρίση. Αναπαρήγαγε το γνωστό τροπάριο: «Πριν το παιχνίδι χαθεί στην οικονομία και τα ομόλογα, το παιχνίδι χάθηκε στην παιδεία και τον πολιτισμό» γράφει. Κάνοντας τον διαχωρισμό ανάμεσα σε καλούς και κακούς Έλληνες έλεγε για τους πρώτους: «Όλοι αυτοί την περίμεναν αυτήν την κρίση. Κι όσο κι αν ξέρουν πως θα την πληρώσουν και οι ίδιοι, ίσως και χειρότερα από τους υπόλοιπους, τη δέχτηκαν με κάποια ανακούφιση. Το «επιτέλους» βγαίνει αυθόρμητα, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, κι όσο κι αν η γενικευμένη κατήφεια είναι και δική τους υπόθεση το δικό τους ειρωνικό χαμόγελο είναι η μόνη διέξοδος απ΄ το σημερινό αδιέξοδο. Οι κοινωνίες περνούν κρίσεις, όπως η ζωή του καθενός περνάει κρίσεις. Είναι απαραίτητες γιατί μόνον αυτές σου επιτρέπουν να πάρεις τις απαιτούμενες αποστάσεις από τον εαυτό σου, να δεις το σχήμα που μέχρι προχθές πνιγόταν μες τη βαβούρα».

Μια μέρα αργότερα η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου, που είναι επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έγραψε στο «Βήμα»: «Συχνά εκφράζεται η άποψη, τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, ότι τάχα η κρίση μπορεί να έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα, μπορεί να μας κάνει «καλύτερους» ανθρώπους, πολίτες φίλους, γονείς, συντρόφους, συναδέλφους κτλ. Βασική προϋπόθεση αυτής της αντίληψης είναι ότι η κρίση είναι ένα είδος τιμωρίας για τις υπέρμετρες, στον βαθμό της ύβρεως, συμπεριφορές και αντιλήψεις των τελευταίων δεκαετιών ή ακόμη ένα είδος τιμωρίας για τα εγγενή «κουσούρια» της φυλής. Άμεση συνέπεια τέτοιων επιχειρημάτων είναι η άποψη ότι η «σωτηρία» μας τώρα εξαρτάται από τη δυνατότητά μας να προσαρμόσουμε τις αξίες, τον τρόπο ζωής και τις αντιλήψεις μας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται βέβαια για μια βαθιά ηθικολογική- και μάλλον αποκαλυπτικής έμπνευσης- θεώρηση της οικονομικής κρίσης που προσφέρεται για κάθε είδους κριτική αποδόμηση. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε ότι η ιδέα της «τιμωρού κρίσης» βασίζεται στη λογική προϋπόθεση ότι το σύνολο των μελών της κοινωνίας τιμωρείται από κοινού για τα κοινά αμαρτήματα και, το κυριότερο, ότι βιώνουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τις επιπτώσεις της τιμωρίας. Κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όπου η κρίση βιώνεται σήμερα με πολλούς διαφορετικούς και συχνά αντιφατικούς τρόπους από διαφορετικές ομάδες πληθυσμού. Εξάλλου, οι κρίσεις- όπως και οι καταστροφές - αναδεικνύουν τις κάθε είδους ανισότητες των κοινωνιών, ανατρέπουν ισχύοντες συσχετισμούς, εντείνουν τις εσωτερικές ανομοιογένειες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν σαν κολυμπήθρα που θα ξεπλύνει τις αμαρτίες και θα μας κάνει τάχα καλύτερους ανθρώπους».

Κάπως καλύτερα, δε νομίζετε;

Υ.Γ. Καλώς σας βρήκα. Είναι κανείς εδώ;